- Marginalia - https://marginalia.gr -

Η Σίλβια Φεντερίτσι για τη σημασία του κουτσομπολιού

Για τη σημασία του «κουτσομπολιού»[1]

Για να κατανοήσουμε πώς λειτουργεί και πώς αυτοαναπαράγεται η κατά φύλο καταπίεση, οφείλουμε να ανατρέξουμε και στις συνήθεις λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν για τον προσδιορισμό και την υποβάθμιση των γυναικών. Εμβληματική είναι η ιστορία του «κουτσομπολιού», αφού μέσ’ απ’ αυτήν παρακολουθούμε δύο αιώνες επίθεσης εναντίον των γυναικών κατά την αυγή της νεωτερικής Αγγλίας, όταν ένας όρος που στην καθομιλουμένη σηματοδοτούσε τη στενή φίλη άρχισε να σημαίνει αργόσχολη κι επικριτική κουβέντα, σχολιασμός που θέλει να σπείρει τη διχόνοια, το αντίθετο δηλαδή της αλληλεγγύης που γεννά η φιλία μεταξύ των γυναικών και που παλαιότερα υπαινισσόταν ο όρος. Η επικόλληση συνδήλωσης αρνητικής σ’ έναν όρο που παρέπεμπε στη φιλία μεταξύ γυναικών εξυπηρέτησε την καταστροφή της γυναικείας κοινωνικότητας που επικρατούσε κατά τον Μεσαίωνα, όταν οι περισσότερες από τις δραστηριότητες των γυναικών ήταν συλλογικές και οι γυναίκες, τουλάχιστον εκείνες των κατώτερων τάξεων, σχημάτιζαν κοινότητες με στενότατους δεσμούς, απ’ όπου απέρρεε μια δύναμη που δεν θα ξανασυναντήσουμε στους νεώτερους χρόνους.

Η γραμματεία της εποχής βρίθει από ίχνη της χρήσης του όρου. Η ετυμολογία του ανάγεται στα δύο συνθετικά της παλαιάς αγγλικής, god (=θεός) και sip (=συγγενής), και αρχικά σήμαινε τη νονά ή τον νονό, τον πνευματικό γονέα του παιδιού που πρόκειται να βαπτιστεί. Με τον καιρό ο όρος απέκτησε ευρύτερη σημασία. Στην Αγγλία της πρώιμης νεωτερικότητας ο όρος gossip περιέγραφε τους συνοδούς που ήταν παρόντες σε μία γέννα πέρα από τη μαία. Άρχισε επίσης να σημαίνει τις φιλενάδες, χωρίς απαραίτητα αρνητική χροιά.[3] Σε κάθε περίπτωση ο όρος είχε ισχυρές συναισθηματικές συνδηλώσεις. Τις αναγνωρίζουμε όταν βλέπουμε τον όρο εν δράσει, όταν περιγράφει τους δεσμούς των γυναικών στην προνεωτερική αγγλική κοινωνία.

Παράδειγμα της ισχυρής συναισθηματικής φόρτισης του όρου συναντούμε σε ένα θεατρικό έργο μυστηρίου του Κύκλου του Τσέστερ. Οι παραστάσεις μυστηρίου δημιουργούνταν από μέλη συντεχνιών και παρουσιάζονταν και χρηματοδοτούνταν για να ενισχύσουν το κοινωνικό κύρος της συντεχνίας στις τοπικές δομές εξουσίας.[2] Από το σχεδιασμό τους λοιπόν τάσσονταν υπέρ των γενικώς αποδεκτών κι αναμενόμενων τύπων συμπεριφοράς και σατίριζαν ό,τι καταδικαστέο. Επέκριναν λοιπόν τις γυναίκες που είχαν ισχυρό κι ανεξάρτητο χαρακτήρα, ειδικά σε σχέση με τους συζύγους τους, και τις κατηγορούσαν ότι προτιμούσαν τις φίλες αντί γι’ αυτούς. Όπως αναφέρει ο Thomas Wright στο A History of Domestic Manners and Sentiments in England during the Middle Ages (Iστορία των οικιακών καλών τρόπων και των συναισθημάτων στην Αγγλία κατά τους Μέσους Χρόνους, 1862),[4] συχνά τις παρουσίαζαν να έχουν ξεχωριστή ζωή και ενίοτε να «συνευρίσκονται με τις gossips τους στα ταβερνεία για να πιουν και να διασκεδάσουν». Έτσι, σε μια από τις παραστάσεις του Κύκλου του Τσέστερ που παρουσιάζει τον Νώε να προτρέπει ανθρώπους και ζώα να ανεβούν στην κιβωτό, η γυναίκα του κάθεται στο ταβερνείο με τις φιλενάδες (gossips) και αρνείται να φύγει όταν την καλεί ο άντρας της, ενώ τα νερά αρχίζουν και φουσκώνουν, «εκτός και αν την αφήσει να πάρει μαζί της και τις φιλενάδες».[5] Παρακάτω τα λόγια της, όπως τα μεταφέρει ο Wright, από το κείμενο του σαφέστατα επικριτικού συγγραφέα του θεατρικού:

Εμπρός πασά μου, άνοιξε πανιά, φύγε από δω
κάνε κουπί, προχώρα, τον κακό σου τον καιρό.
Να ξέρεις πως τη χώρα δεν αφήνω ούτε γι’ αστείο
αν καθεμιά από τις φίλες μου δεν ανεβεί στο πλοίο.
Μα τον Άι Γιάννη δεν θ’ αφήσω ούτε μία να πνιγεί
Για τον Χριστό, με αγαπούν και θα τους σώσω τη ζωή.
Άσ’ τες λοιπόν ν’ ανέβουνε στο πλοίο μια και καλή
Αλλιώς βρες άλλη σύζυγο και πάνε στην ευχή…[6]

Στην παράσταση, η σκηνή τελειώνει με καβγά και τη γυναίκα να δέρνει τον άντρα της.

«Το ταβερνείο», επισημαίνει ο Wright, «ήταν το καταφύγιο όπου οι γυναίκες των μεσαίων και των κατώτερων τάξεων μαζεύονταν για να πιουν και να κουτσομπολέψουν». Και προσθέτει: «Οι συναθροίσεις αυτές στα ταβερνεία αποτέλεσαν θέμα σε πολλά δημώδη άσματα του 15ου και του 16ου αιώνα, τόσο στην Αγγλία όσο και στη Γαλλία».[7] Παραθέτει χαρακτηριστικά ένα τραγούδι, πιθανόν από τα μέσα του 15ου αιώνα, που περιγράφει μια τέτοια συνάντηση. Οι γυναίκες που «έχουν συναντηθεί τυχαία» αποφασίζουν να πάνε «εκεί που έχει το καλύτερο κρασί», δυο-δυο για να μην εγείρουν υποψίες και γίνουν αντιληπτές από τους άντρες τους.[8] Με το που φτάνουν, εγκωμιάζουν το κρασί και παραπονιούνται για τον έγγαμο βίο τους. Έπειτα πάνε σπίτια τους, από διαφορετικό δρόμο η καθεμιά, «και λένε στους άντρες τους ότι ήταν στην εκκλησία».[9]

Τα Μυστήρια και η κωμωδία ηθών ανήκουν σε μια περίοδο μετάβασης όπου οι γυναίκες ακόμη διατηρούσαν σε αξιόλογο βαθμό την κοινωνική τους επιρροή. Άρχισε ωστόσο να απειλείται η θέση τους στις αστικές περιοχές, και οι συντεχνίες που χρηματοδοτούσαν την παραγωγή των παραστάσεων άρχισαν να τις αποκλείουν από τις γραμμές τους και να χαράσσουν νέα σύνορα μεταξύ σπιτιού και δημόσιου χώρου. Δεν μας εκπλήσσει λοιπόν το γεγονός ότι στις παραστάσεις αυτές οι γυναίκες επικρίνονται, αναπαρίστανται ως οξύθυμες, επιθετικές και έτοιμες για καβγά με τους άντρες τους. Δείγμα αυτής της μόδας είναι η «μάχη για το ποιος φοράει τα παντελόνια μέσα στο σπίτι» (battle for the breeches), όπου η γυναίκα-τύραννος καβαλά τον άντρα και τον μαστιγώνει, σε μια αντιστροφή των ρόλων με ξεκάθαρο στόχο να ντροπιάσει τους άντρες που άφηναν τις γυναίκες τους να «έχουν το πάνω χέρι».[10]

Οι σατιρικές αυτές αναπαραστάσεις, εκφράσεις ενός όλο και πιο έντονου μισογυνισμού, έπαιζαν όπως είπαμε σημαντικό ρόλο στην πολιτική των συντεχνιών που προσπαθούσαν τότε να γίνουν προνόμιο αποκλειστικά ανδρικό. Ταυτόχρονα όμως, με το που έδειχναν γυναίκες δυνατές και με αυτοπεποίθηση, φαίνεται να συνελάμβαναν και το πνεύμα των σχέσεων μεταξύ των φύλων εκείνη την εποχή, αφού ούτε στις πόλεις ούτε στα χωριά δεν εξαρτώνταν οι γυναίκες από τους άντρες για την επιβίωσή τους. Είχαν τις ασχολίες τους και περνούσαν τον χρόνο τους εν πολλοίς ζώντας και δουλεύοντας με άλλες γυναίκες. Συνεργάζονταν μεταξύ τους για το καθετί. Έραβαν, έπλεναν ρούχα, γεννούσαν, πάντοτε με τη συντροφιά άλλων γυναικών, ενώ οι άντρες ήταν αποκλεισμένοι από την κάμαρα της ετοιμόγεννης. Την αυτονομία τούτη μαρτυρά και η νομική τους υπόσταση: Στην Ιταλία του 14ου αιώνα, οι γυναίκες μπορούσαν να πάνε μόνες τους στο δικαστήριο για να καταγγείλουν τον άντρα που τις κακοποίησε ή τις επιτέθηκε.[11]

Τον 16ο αιώνα, ωστόσο, η κοινωνική θέση των γυναικών είχε αρχίσει να επιδεινώνεται. Η σάτιρα άρχισε να αντικαθίσταται από έναν πόλεμο, θα λέγαμε χωρίς υπερβολή, ενάντια στις γυναίκες, ειδικά τις γυναίκες των κατώτερων τάξεων. Αυτό αντανακλάται και στα στοιχεία που σώζονται για την αύξηση των επιθέσεων σε γυναίκες που κατηγορούνταν ως «στρίγγλες» (scolds), μέγαιρες και μάγισσες.[12] Παράλληλα με αυτήν την εξέλιξη, διαπιστώνεται και η μεταβολή της σημασίας του κουτσομπολιού. Ο όρος άρχισε να σημαίνει την αργόσχολη κι επικριτική κουβέντα.

Μα η αρχική σημασία του όρου άντεχε ακόμη. Το 1602, όταν ο Samuel Rowlands έγραψε το Tis Merrie When Gossips Meete (Τι χαρά σαν βρίσκονται οι φιλενάδες – τα κουσέλια), σατιρικό έργο που περιέγραφε πώς τρεις γυναίκες περνούσαν τις ώρες τους στο ταβερνείο συζητώντας για τους συζύγους και τον γάμο τους, η λέξη εξακολουθούσε να σηματοδοτεί τη γυναικεία φιλία και να υπονοεί ότι «οι γυναίκες δημιουργούσαν τα δικά τους κοινωνικά δίκτυα» και μπορούσαν να υψώσουν το ανάστημά τους ενάντια στην εξουσία των αντρών.[13] Με το πέρασμα του αιώνα, ωστόσο, κυριάρχησε η αρνητική φόρτιση του όρου. Όπως αναφέραμε παραπάνω, η μεταβολή αυτή προχώρησε χέρι-χέρι με την ενίσχυση της πατριαρχικής εξουσίας στην οικογένεια και τον αποκλεισμό των γυναικών από τις συντεχνίες και τους κύκλους των τεχνιτών.[14] Αυτές οι εξελίξεις, σε συνδυασμό με τις περιφράξεις, οδήγησαν με τη σειρά τους στη «γυναικεία διάσταση της φτώχειας».[15] Η παγίωση της οικογένειας και μέσα σε αυτήν της ανδρικής εξουσίας, που αναπαριστούσε την κρατική εξουσία επί των γυναικών και των παιδιών, καθώς και η απώλεια πρόσβασης στα μέσα του βιοπορισμού τους, υπέσκαψε τόσο την κοινωνική επιρροή των γυναικών όσο και τις φιλίες μεταξύ τους.

Έτσι λοιπόν, ενώ κατά τον όψιμο Μεσαίωνα η σύζυγος μπορούσε ακόμη να αναπαρασταθεί να πατάει πόδι στον άντρα της, ακόμη και να καβγαδίζει άγρια μαζί του, στα τέλη του 17ου αιώνα κάθε επίδειξη ανεξαρτησίας και κάθε κριτική προς τον άντρα τιμωρείται σκληρά. Η υπακοή, όπως τονίζει διαρκώς η γραμματεία της εποχής, ήταν το πρωταρχικό καθήκον της συζύγου. Την επέβαλλαν η Εκκλησία, ο νόμος, η κοινή γνώμη και τέλος οι ανηλεείς τιμωρίες ενάντια στις στρίγγλες, όπως «το χαλινάρι της στρίγγλας», ένα σαδιστικό φίμωτρο από μέταλλο και δέρμα που έκοβε τη γλώσσα της γυναίκας αν πήγαινε να μιλήσει. Το σιδερένιο του πλαίσιο έπιανε ολόκληρο το κεφάλι της γυναίκας. Ένα μεταλλικό γλωσσίδι 2×1 ίντσες εξείχε και έμπαινε μέσα στο στόμα πιέζοντας προς τα κάτω τη γλώσσα. Συχνά είχε και καρφιά, ώστε κάθε φορά που η τιμωρούμενη πήγαινε να κουνήσει τη γλώσσα της, ένιωθε τρομερό πόνο και ήταν αδύνατον να μιλήσει.

Το όργανο αυτό, που καταγράφεται πρώτη φορά στη Σκωτία του 1567, σχεδιάστηκε για να εφαρμοστεί στις γυναίκες των χαμηλότερων τάξεων που θεωρήθηκαν «στρίγγλες», «σκρόφες» ή αντιδραστικές και συχνά κατηγορούνταν για μαγεία. Ενίοτε έπρεπε να το φοράνε στο κεφάλι τους και σύζυγοι που θεωρούνταν μάγισσες, στρίγγλες και μέγαιρες.[16]

Το λέγανε και «φίμωτρο της κουτσομπόλας», πράγμα που μαρτυρά και την αλλαγή της σημασίας του όρου. Μ’ αυτό το πράγμα στερεωμένο στο κρανίο τους διαπόμπευαν τις γυναίκες σ’ όλη την πόλη, και συγχρόνως τρομοκρατούσαν όλες τις γυναίκες, δείχνοντάς τους τι μπορεί να τις περιμένει αν πάψουν να είναι υπάκουες. Δεν είναι τυχαίο που το ίδιο όργανο βασανιστηρίου χρησιμοποιήθηκε και στους μαύρους σκλάβους της πολιτείας της Βιρτζίνια μέχρι και τον 18ο αιώνα.

Άλλο βασανιστήριο που υφίσταντο οι αντιδραστικές και ισχυρογνώμονες γυναίκες ήταν η «καρέκλα του πνιγμού» (cucking chair ή ducking chair),[17] η οποία χρησιμοποιήθηκε και στις τιμωρίες των ιερόδουλων και των γυναικών που εξεγέρθηκαν ενάντια στις περιφράξεις. Κάθιζαν τη γυναίκα και την έδεναν «και κατόπιν την βύθιζαν στη λίμνη ή το ποτάμι». Σύμφωνα με τον D. E. Underdown, «μετά το 1560 πληθαίνουν οι μαρτυρίες για τη χρήση της».[18]

Συχνά έφερναν τις γυναίκες ενώπιον του δικαστηρίου και τις έβαζαν πρόστιμο επειδή «καβγάδιζαν και φωνασκούσαν», ενώ οι παπάδες κήρυτταν με βροντερή φωνή πόσο τρομερό ήταν να βγάζουν οι γυναίκες γλώσσα. Οι παντρεμένες ειδικά όφειλαν να κάθονται ήσυχες, να «υπακούν τον άντρα τους χωρίς κουβέντες» και να «στέκουν εμπρός του με δέος». Πάνω απ’ όλα, όφειλαν να φροντίζουν τον άντρα και το σπίτι τους και να μην σπαταλούν τον χρόνο τους κουβεντιάζοντας στο παράθυρο ή στο κατώφλι του σπιτιού. Τις αποθάρρυναν ακόμη και να επισκέπτονται τις οικογένειές τους μετά τον γάμο, κυρίως όμως τις φίλες τους. Το 1547 μάλιστα εκδόθηκε επίσημο «διάταγμα που απαγόρευε στις γυναίκες να συνευρίσκονται για κουβεντολόι και φλυαρίες» και πρόσταζε τους άντρες «να κρατούν τις γυναίκες στο σπίτι».[19]

Ένας από τους στόχους του κυνηγιού των μαγισσών ήταν η γυναικεία φιλία. Σε κάποιες δίκες, μάλιστα, οι κατηγορούμενες αναγκάζονταν υπό την απειλή βασανιστηρίων να καταδώσουν η μία την άλλη, η φίλη τη φίλη, η κόρη τη μητέρα.

Σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν το «κουτσομπολιό» μετατράπηκε από λέξη φιλίας και τρυφερότητας σε λέξη υποβάθμισης και γελοιοποίησης. Ακόμη και όταν τη χρησιμοποιούσαν με την παλιότερη σημασία, τα νέα νοήματα δεν κρύβονταν, κι έτσι τον 16ο αιώνα συναντούμε τη λέξη να σημαίνει την ανεπίσημη συσσωμάτωση γυναικών με κοινωνικά αποδεκτή συμπεριφορά που –είτε ασκούν κάποιον ιδιωτικό έλεγχο είτε επιτελούν κάποια δημόσια τελετή– χρησιμοποιούν τη συνεργασία μεταξύ των γυναικών (όπως στην περίπτωση των μαιών) για τη διατήρηση και όχι την αμφισβήτηση της καθεστηκυίας τάξης.

To κουτσομπολιό και η διαμόρφωση της γυναικείας οπτικής γωνίας

Σήμερα κουτσομπολιό σημαίνει ανεπίσημη κουβέντα, συχνά επιβλαβή για τον άνθρωπο στον οποίο αναφέρεται. Πρόκειται κυρίως για σχολιασμό που αντλεί ικανοποίηση από την ανεύθυνη κακολόγηση των άλλων. Διαδίδει πληροφορίες που δεν προορίζονται να ακουστούν δημόσια, αλλά μπορούν να καταστρέψουν το κύρος κάποιου ονόματος. Θεωρείται πάντως ομόφωνα κουβέντα γυναικεία.

Υποτίθεται πως οι γυναίκες κουτσομπολεύουν επειδή δεν έχουν τίποτε καλύτερο να κάνουν και δεν έχουν πρόσβαση στην πραγματική γνώση και την πραγματική ενημέρωση. Επιπλέον, υποτίθεται πως είναι εγγενώς ανίκανες να δομήσουν ένα σκεπτικό ορθολογικό, που να βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Έτσι λοιπόν το κουτσομπολιό είναι αναπόσπαστο στοιχείο της υποβάθμισης της προσωπικότητας και της εργασίας των γυναικών, ειδικά της οικιακής εργασίας, το ιδανικό δήθεν πεδίο άνθισης αυτής της πρακτικής.

Η σύλληψη αυτή του κουτσομπολιού εμφανίζεται όπως είδαμε σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό περιβάλλον. Αν το προσεγγίζαμε από κάποιαν άλλη πολιτισμική παράδοση, η «αργόσχολη κουβέντα των γυναικών» θα αποκτούσε διαφορετικό νόημα. Σε πολλά μέρη του κόσμου οι γυναίκες θεωρούνται οι υφάντρες της μνήμης, αφού κρατούν ζωντανές τις φωνές του παρελθόντος και τις ιστορίες των κοινοτήτων τους, τις μεταδίδουν στις επόμενες γενιές κι έτσι διατηρούν τη συλλογική ταυτότητα και την έντονη αίσθηση της συνοχής. Μεταδίδουν γνώσεις και σοφία σχετικά με τα θεραπευτικά σκευάσματα, τα βάσανα της καρδιάς και την κατανόηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς, ξεκινώντας με τη συμπεριφορά των αντρών. Με την ταμπέλα «κουτσομπολιό», η παραγωγή αυτή της γνώσης γίνεται μέρος της υποβάθμισης των γυναικών. Αποτελεί συνέχεια της δαιμονολογικής κατασκευής της στερεοτυπικής γυναίκας, σύμφωνα με την οποία η γυναίκα ρέπει τάχα προς την κακία, προς τον φθόνο της περιουσίας και της εξουσίας των άλλων και είναι έτοιμη να υπακούσει τον διάβολο. Μ’ αυτόν τον τρόπο οι γυναίκες φιμώθηκαν, αποκλείστηκαν από τη λήψη αποφάσεων, αποστερήθηκαν τη δυνατότητα να καθορίσουν την εμπειρία τους και αναγκάστηκαν να αντιμετωπίσουν τη μισογυνική και εξιδανικευμένη εικόνα της γυναίκας που έχουν οι άντρες. Ξαναδιεκδικούμε ωστόσο τη γνώση μας. Όπως το έθεσε μια γυναίκα σε συνάντηση σχετικά με το νόημα της μαγείας: «Αυτό που ξέρουμε, το ξέρουμε καλά».

 


 

Δεν επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου παρά μόνο με έγγραφη άδεια του εκδότη.

Υποσημειώσεις   [ https://sarantakos.wordpress.com/2011/05/20/conseliu/ [1] (4 Ιανουαρίου 2019). Σύμφωνα με τον Σαραντάκο, «[ο] κουσελιάρης υπάρχει στα παλιότερα λεξικά, όχι όμως στο ΛΚΝ, ούτε στον Μπαμπινιώτη, ενώ στο Μείζον Τεγόπουλου-Φυτράκη υπάρχει μόνο το κουσέλι». Το κουσέλι «καταγράφεται στην Πελοπόννησο, στις Κυκλάδες, στα νησιά του Αιγαίου», ενώ συναντάται στον Μυριβήλη και τον Τσίρκα. «Ο κουσκουσούρης υπάρχει και στον Μπαμπινιώτη, όχι όμως στο ΛΚΝ». Εδώ μας αφορά η σημασιολογική εξέλιξη της λέξης κουσέλι κατ’ αναλογία προς την εξέλιξη της σημασίας της λέξης gossip. Σύμφωνα με τον Σαραντάκο: «Το κουσέλι σχεδόν σίγουρα είναι το βυζαντινό κονσίλιον (από τα λατινικά: consilium) που έχει μπει στη γλώσσα από την εποχή του Μαλάλα, και το οποίο, στα μεσαιωνικά χρόνια (…) δίνει και τον τύπο κουσέλιο. Βέβαια, το κονσίλιον δεν σημαίνει κουτσομπολιό, αλλά συμβούλιο (π.χ. τα οικουμενικά συμβούλια), σύσκεψη. Μάλιστα, το Συμβούλιο των Δέκα που κυβερνούσε τη γαληνοτάτη και θαλασσοκράτειρα Βενετία σε κάποιο κείμενο που παραθέτει ο Κριαράς ονομάζεται κουσέλιο τε Διέζε. Καταγράφεται επίσης με τη σημασία “συμβουλή”». Έτσι λοιπόν, αν υιοθετήσουμε αυτήν την πειστικότατη ετυμολόγηση, όπως το gossip από παρέα φιλενάδων φτάνει να σημαίνει το κουτσομπολιό, έτσι και το κουσέλι φτάνει να σημαίνει κουτσομπολιό ενώ αρχικά σήμαινε συμβούλιο και συμβουλή.(Σ.τ.μ.) 2. Νicole R. Rice και Margaret Aziza Pappano. The Civic Cycles: Artisan Drama and Identity in Premodern England, Νοτρ Νταμ: University of Notre Dame Press 2015. 3. Oxford English Dictionary: “A familiar acquaintance, friend, chum” (οικεία γνωριμία, φίλος, φιλαράκι), με αναφορές από το 1361 ώς το 1873. 4. Thomas Wright. A History of Domestic Manners and Sentiments in England during the Middle Ages, Λονδίνο: Chapman and Hall 1862. 5. Για το θεατρικό έργο Νώε από τον Κύκλο του Τσέστερ, βλ. Rice και Pappano, The Civic Cycles, 165-184. 6. Wright. A History, 420-421. 7. Wright. A History, 437-438. 8. «O Θεός θα μου στείλει καναδυό μαστιγιές αν με δει ο άντρας μου εδώ», είπε μια γυναίκα. «Όχι», είπε η Άλις, άλλη γυναίκα. «Όποια σκιάζεται, να πάει σπίτι της. Εγώ κανέναν άντρα δεν φοβάμαι». Wright. Α History, 438. 9. Wright. Α History, 439. 10. Για τις επιθέσεις στις αυταρχικές συζύγους, βλ. D. E. Underdown. “The Taming of the Scold: The Enforcement of Patriarchal Authority in Early Modern England”, στο Anthony Fletcher και John Stevenson (επιμ.), Order and Disorder in Early Modern England, Κέιμπριτζ: University of Cambridge Press 1986, 116-136. 11. Samuel K. Cohn. “Donne In Piazza E Donne In Tribunale A Firenze Nel Rinascimento”, στο Studi Storici. Rivista Trimestrale dell’Istituto Gramsci, 22, Ιούλ.-Σεπτ. 1981, 515-532. 12. Underdown. “The Taming of the Scold”, 116-136. 13. Bernard Capp. When Gossips Meet: Women, Family, and Neighbourhood in Early Modern England, Οξφόρδη: Oxford University Press 2003, 117. 14. H γραμματεία σχετικά με τον αποκλεισμό των γυναικών από τις τέχνες και τις συντεχνίες στην Αγγλία, αλλά και στη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ολλανδία, είναι εκτενέστατη. Για την Αγγλία, βλ. Alice Clark. Working Life of Women in the Seventeenth Century, Λονδίνο: Routledge and Kegan 1982 [1919]. 15. Marianne Hester. “Patriarchal Reconstruction and Witch Hunting”, στο Jonathan Barr, Marianne Hester και Gareth Roberts (επιμ.), Witch Craft in Early Modern Europe: Studies in Culture and Belief, Κέιμπριτζ: Cambridge University Press 1996, 302. 16. Βλ. μεταξύ άλλων, Underdown. “The Taming of the Scold”, 123. 17. Underdown. “The Taming of the Scold”, 123-125. Βλ. και S. D. Amussen. “Gender, Family and the Social Order, 1560-1725”, στο Fletcher και Stevenson. Order and Disorder in Early Modern England, 215. 18. Underdown. “The Taming of the Scold”, 123. 19. Louis B. Wright. Middle Class Culture in Elizabethan England, Ίθακα: Cornell University Press 1965 [1935].