Οι αρχαίοι και οι μεταμοντέρνοι. Για την ιστορικότητα των μορφών
Fredric Jameson
μετάφραση: Γιώργος Καράμπελας
Angelus Novus, Αθήνα, 2019 | 448 σελίδες
Η βιβλιοπαρουσίαση της συλλογής Οι αρχαίοι και οι μεταμοντέρνοι: Για την ιστορικότητα των μορφών (εκδ. Angelus Novus 2019) του Φρέντρικ Τζέιμσον αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου κειμένου που καταπιάνεται με τα έργα που δημοσίευσε ο Τζέιμσον στα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του και γράφτηκε ως επίμετρο για τις ανάγκες του Εισαγωγή στον Φρέντρικ Τζέιμσον (μτφρ. Πάνος Σταθάτος) του Robert T. Tally Jr, το οποίο αναμένεται να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Oposito.
Η συλλογή κειμένων Οι αρχαίοι και οι μεταμοντέρνοι: Για την ιστορικότητα των μορφών, η οποία συγκεντρώνει δοκίμια που δημοσιεύτηκαν μετά το 2000, είναι αναμφίβολα η πιο πολυδιάστατη του συγγραφέα, καθώς τα ενδιαφέροντα του Τζέιμσον απλώνονται σε ποικίλες πολιτισμικές μορφές (ζωγραφική, μουσική, θέατρο, λογοτεχνία, ταινίες, ακόμα και τηλεοπτικές σειρές) από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Tα δοκίμια αποκτούν συνοχή επειδή περιστρέφονται γύρω από έναν μεθοδολογικό άξονα: την αναζήτηση της ιστορικότητας των πολιτισμικών μορφών. Έτσι, «το πρόβλημα της μορφής» δίνει συνοχή σε αυτό το έργο, απηχώντας τη σταθερή πεποίθηση του Τέοντορ Αντόρνο ότι η ιστορικότητα των έργων τέχνης εντοπίζεται μέσα από τη μορφολογική ανάλυση: «Αυτό που κάνει τα έργα τέχνης κοινωνικά σημαντικά είναι το περιεχόμενο που μιλάει μέσα από τις μορφικές δομές του».[1]
Η πρώτη ενότητα του Οι αρχαίοι και οι μεταμοντέρνοι καταπιάνεται με τον «κλασικισμό» στη ζωγραφική του Ρούμπενς, στο θέατρο του Βάγκνερ and στη μουσική του Μάλερ. Τα δοκίμια αυτά διέπονται από το θεωρητικό υπόβαθρο μιας αντίθεσης μεταξύ «emotion» και «affect», η οποία εμφανίζεται πολύ συχνά στο έργο του ύστερου Τζέιμσον. Από τη μια το «emotion», το οποίο μεταφράζεται συνήθως ως συναίσθημα, πάθος ή συγκίνηση, αφορά μια κατάσταση της συνείδησης, γι’ αυτό κατονομάζεται, με αποτέλεσμα να πραγμοποιείται· από την άλλη το «affect», μια δυσμετάφραστη έννοια που αντλεί από τον Σπινόζα μέχρι τον Ντελέζ και έχει αποδοθεί ποικιλοτρόπως ως συναίσθημα, επηρεασμός, επήρεια, θυμικό, διάθεση και συν-αίσθημα,[2] αφορά μια κατάσταση του σώματος και είναι ανώνυμο. Ο Τζέιμσον λέει χαρακτηριστικά ότι «πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα και την αστική εποχή, το σώμα σχεδόν δεν καταγράφεται στη λογοτεχνία», ενώ η προσπάθεια αναπαράστασης του «affect» σηματοδοτεί την ανάδυση μιας νέας μορφής χρονικότητας του αιώνιου παρόντος, η οποία σχεδιάζεται για να «καταστρέψει» την ίδια την αφήγηση (σελ. 67-68)[3]. Σε αυτή την πρώτη ενότητα λοιπόν, ο Τζέιμσον θα επιχειρήσει να εξετάσει πότε αναδύεται το «αφηγηματικό σώμα» (σε αντιδιαστολή με το «τρισδιάστατο») στην ιστορία της ζωγραφικής, πώς αρθρώνονται οι διαφορετικές χρονικότητες του «emotion» και του «affect» στο δραματουργικό έργο του Βάγκνερ, αλλά και πώς εκφράζεται ο «παροντισμός» των μαλερικών μορφών στη μουσική, η οποία θεωρείται «η κατεξοχήν χρονική τέχνη» (σελ. 195).
«Ύστερος μοντερνιστής είναι ίσως αυτός που καταφέρνει να επινοήσει ένα νέο ύφος, την ώρα που φαίνεται να έχει εκπνεύσει κάθε δυνατότητα υφολογικής ανανέωσης».[4] Έτσι ξεκινά ο Τζέιμσον ένα παλιότερο κείμενο για τον Θεόδωρο Αγγελόπουλο, μια φράση που θα μπορούσε να περιγράψει εξίσου το έργο του Αγγελόπουλου, του Αλεξάντερ Σοκούροφ και του Κρίστοφερ Κισλόφσκι, των τριών σκηνοθετών του «ύστερου μοντερνισμού» με τους οποίους ασχολείται στο δεύτερο μέρος της συλλογής.[5] Χωρίζει το έργο του Αγγελόπουλου σε τρεις περιόδους, διακρίνει «σταθερά μοτίβα» και εξετάζει τον «υλισμό» και τον συλλογικό χαρακτήρα της κινηματογραφικής παραγωγής του. Στο δεύτερο δοκίμιό του, εξετάζει διάφορες ταινίες και ντοκιμαντέρ του Αλεξάντερ Σοκούροφ μέσα από το πρίσμα της «θεωρίας του τραύματος και της μεταλακανικής μελαγχολίας», δείχνοντας πώς συνδέονται με το ιστορικό πεπρωμένο της μετασοβιετικής Ρωσίας. Τέλος, στρέφεται στις δέκα ταινίες που απαρτίζουν το Dekalog του Κισλόφσκι για να υποστηρίξει ότι «ο Κισλόφσκι είναι κατά βάση ένας διηγηματογράφος»· έτσι, ο Τζέιμσον επιχειρεί να διαβάσει τις δέκα ταινίες της δεκαλογίας σαν διηγήματα που «εξωθούν διαρκώς τα όρια αυτής της φόρμας» (σελ. 253).
Το τρίτο και τελευταίο μέρος της συλλογής απαρτίζεται από κείμενα που εστιάζουν στην πειραματική πρακτική της (κινηματογραφικής) «μεταφοράς» ή «διασκευής» (adaptation), η οποία δεσπόζει στην περίοδο του μεταμοντερνισμού, όταν οι μορφικές καινοτομίες ενός παλιότερου μοντερνισμού μοιάζουν να έχουν εξαντληθεί και οι καλλιτέχν(ιδ)ες καταλήγουν να πειραματίζονται με παλιότερα έργα. Πρόκειται επίσης για την ενότητα που εστιάζει στα πλέον ετερόκλητα είδη και πολιτισμικά κείμενα, από τα μυθιστορήματα του Ούβε Τέλκαμπ και του Φράνσις Σπάφορντ, τις ταινίες του Ρόμπερτ Όλτμαν και ένα ακαδημαϊκό σύγγραμμα του Μαρκ Μακγκούρλ για την ακαδημαϊκοποίηση των ΗΠΑ, μέχρι την «όπερα του σκηνοθέτη», το κυβερνοπάνκ και την αστυνομική σειρά The Wire. Σε ό,τι αφορά την προβληματική της διασκευής, σε ένα προηγούμενο κείμενό του με αντικείμενο την κινηματογραφική μεταφορά, ο Τζέιμσον μάς είχε παροτρύνει να αποφύγουμε την κατηγορία της «πιστότητας», η οποία οδηγεί σε μια άγονη σύγκριση του νέου έργου με το παλιό.[6] Αντ’ αυτού, με αφορμή τη μεταφορά του The Long Goodbye στις κινηματογραφικές οθόνες,[7] ο Τζέιμσον συνοψίζει τη θέση του περί κινηματογραφικής διασκευής ή μεταφοράς: «Μπορεί να λειτουργήσει μόνο αν τα δύο έργα διαφέρουν ριζικά ως προς το πνεύμα και την αλήθεια που κομίζουν· αν καθένα μιλά εξ ονόματός του και στην ουσία δεν είναι πια αντίγραφο του άλλου, οπότε με μια έννοια το ίδιο το νόημα του όρου διασκευή υπονομεύεται πλήρως» (σελ. 313).
Συνεπώς, η συλλογή Οι αρχαίοι και οι μεταμοντέρνοι προσφέρει ένα συνεκτικό απαύγασμα ετερόκλητων κειμένων που αναδεικνύουν το πολύπλευρο ενδιαφέρον του Φρέντρικ Τζέιμσον για κάθε πεδίο του πολιτισμού. Προτείνεται λοιπόν σαν μια εξαιρετική εισαγωγή στο ύστερο έργο του συγγραφέα, ανοίγοντας την όρεξη για τα πιο κλασικά και θεμελιώδη έργα του.
Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0) [1]
Υποσημειώσεις