Rising Up, Living On
Re-Existences, Sowings, and Decolonial Cracks
Catherine E. Walsh
Duke University Press, 2023
Η ακτιβίστρια και ακαδημαϊκός Catherine E. Walsh δημοσιεύει το 2023 το έργο της Rising Up, Living On: Re-Existences, Sowings, and Decolonial Cracks [Ξεσηκώνομαι, Επιμένω να Υπάρχω: Μέσα από Επανυπάρξεις, Σπορές και Αποαποικιακές Ρωγμές] (Duke University Press). Εξαρχής εξηγεί ότι το βιβλίο στηρίζεται σε αυτό που η Βραζιλιάνα συγγραφέας Κονσεϊσάου Εβαρίστο (Conceição Evaristo) περιγράφει ως escrevivência. Δηλαδή, μια «γραφή δεσμευμένη, αφοσιωμένη στη ζωή, στο βίωμα» και στη σχέση με τη βιωμένη πραγματικότητα· μια γραφή-ζωή που καταγγέλλει, διαταράσσει και αντιστέκεται, καλώντας, μέσα από το βίωμα του υποκειμένου, να αναδυθούν άλλες αφηγήσεις μέσα από μια ελικοειδή και όχι γραμμική κίνηση που επιτάσσει η δυτική και λευκή επιστημονική σκέψη.
Στο βιβλίο της η Walsh αξιοποιεί αυτοβιογραφικές αφηγήσεις και διηγήσεις, προσωπικές επιστολές και συνομιλίες, βιωμένες αφηγήσεις και πλέγματα σκέψης μαζί με συγγραφείς, καλλιτέχνες, παρόντες και πρώην φοιτήτριες-ές-ά,[1] προγονικούς οδηγήτριες-γητές, διανοούμενες-ους-α, αγωνίστριες-στές-ά και ακτιβίστριες-στές-ά, καθώς και πολιτικοεπιστημολογικά εγχειρήματα, συλλογικές και κοινοτικές πρακτικές και δράσεις, διαδικασίες βασισμένες στην κοινότητα και κοινωνικά κινήματα. Μέσα και πέρα από όλα αυτά, επιδιώκει όχι να περιγράψει ιεραρχικές διακρίσεις, αλλά να γίνει, μέσω της γραφής της, μέρος των ρωγμών (cracks) και των υπαρξιακών και επανυπαρξιακών μορφών που αναδύονται και συνεχίζουν να ζουν· «μεταφράζοντας» την εμπειρία της escrevivência σε αποαποικιακή παιδαγωγική, όπου εξαρχής προσπαθεί να εμπλέξει τα άτομα που την διαβάζουν, με στόχο να ταράξει, να αποσταθεροποιήσει, να παρακινήσει και να αμφισβητήσει την αδράνεια και την αδιαφορία.
Το έργο της Walsh, γραμμένο εν μέσω της πανδημίας και οργανωμένο σε πέντε κεφάλαια (Cries and Cracks, Asking and Walking, Traversing Binaries and Boundaries, Undoing Nation-State, Sowing Re-Existences), αξιοποιεί την ιστορία ως μέσο αφύπνισης και μνήμης μέσω της escrevivência. Ειδικότερα, όπως μάς περιγράφει στο πρώτο κεφάλαιο, Cries and Cracks, η μνήμη και η ιστορία για τη Walsh δεν είναι απλώς πεδία μελέτης, αλλά μέσα δράσης, εργαλεία αντίστασης και τρόποι επανεγγραφής του κόσμου από τις ίδιες τις κοινότητες που έχουν ιστορικά περιθωριοποιηθεί. Η γραφή της επιχειρεί να ανακαλέσει τη μνήμη, να ανοίξει ρωγμές και να αφήσει να ξεχειλίσει η ιστορία που επί αιώνες έχει αποσιωπηθεί.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Walsh συνομιλεί, σύμφωνα με την ανάγνωσή μου, με το rasanblaj της Ulysse: και οι δύο αναζητούν μορφές συνάθροισης που δεν είναι απλώς θεωρητικές ή μεταφορικές, αλλά βαθιά ενσώματες και βιωματικές. Η Walsh επιχειρεί, μέσα από τη δική της γραφή και πρακτική της escrevivência, να φέρει κοντά μας φωνές, μνήμες και σώματα που έχουν εξοριστεί από την κυρίαρχη ιστορία, μετατρέποντας την πράξη της ανάκλησης σε πράξη ύπαρξης και πολιτικής επιτέλεσης. Μιας επιτέλεσης που ξεκινά από τα παιδικά της χρόνια, όταν ο τόπος όπου μεγάλωσε είχε μια γενεαλογία εξόρυξης, καθώς ήταν ο έβδομος από τους δεκατέσσερις «προσευχόμενους οικισμούς» ή «χωριά προσευχόμενων Ινδιάνων» που ίδρυσε ο Άγγλος ιεραπόστολος John Eliot μεταξύ 1650 και 1675, με σκοπό να διευκολύνει τον εκχριστιανισμό του ιθαγενικού πληθυσμού. Αυτό σήμαινε ότι στους νέους αυτούς οικισμούς απαγορευόταν στους αυτόχθονες να ασκούν τις παραδοσιακές τους πρακτικές, ενώ υποχρεώνονταν να φορούν ρούχα αγγλικού τύπου, να ζουν σε σπίτια αγγλικού τύπου και να παρακολουθούν την πουριτανική εκκλησία. Αυτό σήμαινε επίσης ότι, το 1715, το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ αγόρασε το Magunkaquog, δεδομένης της στενής σχέσης μεταξύ του Eliot, του κολεγίου και της ιδρυτικής του αποστολής να εκχριστιανίσει τους Ινδιάνους. Το συμβόλαιο πώλησης των 32.375 χιλιάδων στρεμμάτων του Magunkaquog, το πρωτότυπο του οποίου φυλάσσεται ακόμη στα αρχεία του Χάρβαρντ, περιελάμβανε δεκαπέντε αυτόχθονες υπογράφοντες· ένας από αυτούς βρέθηκε νεκρός την επόμενη ημέρα, κρεμασμένος με τη δική του ζώνη. Παρ’ όλα αυτά, η Walsh υπογραμμίζει ότι φαίνεται πως οι «Χριστιανοί Ινδιάνοι» παρέμειναν στη γη ακόμη και μετά τη μεταβίβασή της σε ιδιωτική ιδιοκτησία, το 1749.
Μέσα από μια συνάθροιση του χρόνου -ο όρος παραπέμπει στη συνύπαρξη και συνάντηση διαφορετικών χρονικοτήτων, όπου το παρελθόν δεν αντιμετωπίζεται ως αποκομμένο από το παρόν, αλλά ως ενεργός χρόνος του βιώματος, της μνήμης και της κοινότητας-, η Walsh μιλά για το Magunkaquog, για τη δυτικοποίηση των Ινδιάνων και την ασέβεια προς τα σώματά τους και τη γη τους επί αιώνες αποικιοκρατίας, για να φτάσει στο εργοστάσιο Nyanza Chemical (1917–1978). Εκεί, η καταστροφή διατρέχει τα σώματα και τη μνήμη για να καταλήξει στην οικολογική καταστροφή: πάνω από σαράντα πέντε χιλιάδες τόνοι τοξικών αποβλήτων θάφτηκαν στον ιερό λόφο των Νίπμακ, αφαιρώντας από αυτόν γη, μνήμη και ζωή, θυμίζοντάς μας ότι η βία δεν βρίσκεται μόνο «εκεί έξω», αλλά ενσωματώνεται στη γη και ότι μαζί της θάβεται η μνήμη. Και ότι, εντέλει, αυτή η τοξική αρρενωπότητα έχει μια υλική διάσταση: είναι η θανάτωση κάθε άλλης ερμηνείας πέρα από τη δυτική, μέσα από την εξόρυξη της γης και τη διείσδυση τοξικών αποβλήτων, αλλά και μέσα από μια μνήμη που η Walsh προσπαθεί να ανασύρει. Έτσι, η ανακάλυψη αυτής της κρυμμένης ιστορίας μοιάζει με ένα οδυνηρό δώρο για τη Walsh, ένα δώρο που ταυτόχρονα σπάει τη λήθη.
Η Walsh μιλά, κατά συνέπεια, για μια υπαρξιακή αφύπνιση: για το βάρος της ιστορίας που μετατρέπεται σε δυνατότητα αντίστασης και επανύπαρξης. Και εδώ θέτει το επόμενο εισαγωγικό ερώτημα: τι σημαίνει να μεγαλώνεις σε γη που έχει απαλλοτριωθεί, σε έναν χώρο συγκέντρωσης Ινδιάνων; Και τι σημαίνει να ζεις μέσα σε μια ιστορία που έχει αορατοποιηθεί, αφού η βία έχει μετατραπεί σε ενέργεια μέσα από σώματα, μνήμες και έναν ωκεανό συνεχούς ακρωτηριασμού; Το ερώτημα παραμένει: τι σημαίνει να μεγαλώνεις μέσα σε ένα σώμα και έναν ψυχισμό που έχουν απαλλοτριωθεί και όμως αντιστέκονται;

Ο Ατλαντικός Ωκεανός είναι μια θάλασσα ομαδικών τάφων. Απολιθωμένα κόκαλα. Ξύλο. Πέτρες. Σπασμένα κομμάτια πορσελάνης. Υφάσματα. Κανόνες. ΚΑΝΟΝΙΑ. Γυάλινες χάντρες και άλλα κοσμήματα. «Το κεφάλαιο μπορεί να είναι κεφάλαιο, μόνο όταν συσσωρεύει» μάς θυμίζει ο Melamed, Jodi (2015). «Racial Capitalism», Critical Ethnic Studies 1 (1), σ. 77. Εδώ από [1]].
Και με τούτη τη μνήμη, η Walsh περνά στο δεύτερο κεφάλαιο, Asking and Walking. Ξεκινώντας από τη θεωρητική συμβολή της María Lugones, Αργεντινής φεμινίστριας φιλοσόφου, η Walsh προτείνει μια συνύπαρξη που αναγνωρίζει την πολυπλοκότητα και την πολλαπλότητα. Σύμφωνα με τη Lugones, στο Toward a Decolonial Feminism (2010), η αποικιοκρατία δεν κατέκτησε μόνο τη γη και τα σώματα, αλλά επινόησε το ίδιο το φύλο ως ιεραρχική και δυαδική κατηγορία (άνδρας/γυναίκα, λευκός/μη λευκός, λογική/συναίσθημα). Με άλλα λόγια, η ίδια η έννοια της αρρενωπότητας και της θηλυκότητας αποτελεί αποικιακή κατασκευή, ένα εργαλείο εξουσίας για την εκτροφή μιας οικουμενικής οντότητας. Όταν λοιπόν η Walsh, ξεκινώντας από τη θεωρητική συμβολή της Lugones, προτείνει μια συνύπαρξη που αναγνωρίζει την πολυπλοκότητα και την πολλαπλότητα, εννοεί ότι δεν υπάρχει ένα ενιαίο «γυναικείο», ένα ενιαίο «εμείς» ενός έμφυλου ολοκληρωτισμού που έχει ως στόχο το coloniality of being. Μια αποικιακότητα του είναι που ξεκινά με την υφαρπαγή.
Υπό αυτό το πρίσμα μπορούμε να διαβάσουμε και την αναφορά της Walsh στη Leanne Betasamosake Simpson (Nishnaabeg), ιθαγενή συγγραφέα, θεωρητικό και ακτιβίστρια από τον λαό Nishnaabeg (Anishinaabe) του Καναδά, η οποία επισημαίνει ότι «η πρόθεση της δομής της αποικιοκρατίας είναι η υφαρπαγή» (dispossession). Η αποικιοκρατία δεν είναι απλώς ένα ιστορικό γεγονός, αλλά μια διαρκής δομή υφαρπαγής, δηλαδή η αφαίρεση της σχέσης των λαών με τη γη, το σώμα, τη μνήμη και τη γνώση τους, αλλά και με τα συναισθήματά τους. Έτσι, η Walsh, ακολουθώντας τον Nelson Maldonado-Torres (2008), μιλά για το «παράδειγμα του πολέμου» και τη βαθιά του σύνδεση με την παραγωγή της φυλής, την αποικιοκρατία και τη διαιώνιση ή τον μετασχηματισμό της πατριαρχίας, αλλά και για την επανύπαρξη μέσω της συλλογικότητας απέναντι σε αυτή την υφαρπαγή του αποικιοκράτη. Για τη Walsh, η αποαποικιακή πράξη δεν είναι να «μιλήσεις για τους άλλους», αλλά να αλλάξεις τον τρόπο με τον οποίο υπάρχεις. Η «μετακίνηση από το εγώ στο εμείς» σημαίνει να δρας, να γράφεις και να σκέφτεσαι όχι από τη θέση της ατομικής αυτονομίας, αλλά από τη θέση της σχέσης· να αναγνωρίζεις τον εαυτό σου μέσα στην κοινότητα, τη γη, την ιστορία, τα τραύματα και τις μνήμες των άλλων.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Walsh στρέφεται ξανά στη μνήμη και την επαγρύπνηση, φέρνοντας το παράδειγμα της εξαφάνισης των 43 φοιτητών της ριζοσπαστικής αγροτικής σχολής δασκάλων Raúl Isidro Burgos στην Ayotzinapa, κοντά στην πόλη Iguala, στην πολιτεία Guerrero του Μεξικού. Οι φοιτητές είχαν καταλάβει λεωφορεία για να μεταβούν στην Πόλη του Μεξικού και να συμμετέχουν σε διαδηλώσεις μνήμης για τη σφαγή φοιτητών στο Tlatelolco (1968). Στην Iguala όμως η αστυνομία (δημοτική και κρατική), μαζί με ένοπλες ομάδες του καρτέλ Guerreros Unidos, επιτέθηκαν στα λεωφορεία. Έξι άνθρωποι σκοτώθηκαν επιτόπου, δεκάδες τραυματίστηκαν και οι 43 φοιτητές απήχθησαν. Το σύνθημα-γκράφιτι «Σκέφτομαι, άρα με εξαφανίζουν», που εμφανίστηκε την επαύριο της εξαφάνισης, αντιστρέφει το καρτεσιανό cogito και αποτυπώνει τη βαρβαρότητα του Ayotzinapa. Μέσα σε αυτόν τον αφανισμό, η Walsh μιλά για το πώς, ενώ πολλοί σε όλη την περιοχή τόλμησαν να ως απάντηση, τα δημόσια εκπαιδευτικά ιδρύματα στο Μεξικό, και ιδιαίτερα τα πανεπιστήμια, υπήρξαν συνένοχα στις πολιτικές και τις πρακτικές σιωπής και φίμωσης.
Από την άλλη, η Walsh, που ζει και γράφει από το Εκουαδόρ, δεν παρουσιάζει το Ayotzinapa ως ένα «μακρινό» μεξικανικό γεγονός· το βλέπει ως μέρος μιας κοινής ιστορίας αποικιακής και κρατικής βίας που διατρέχει ολόκληρη τη Λατινική Αμερική. Σε αυτό το πλαίσιο, συνομιλεί με τον Edgardo Lander, Βενεζουελάνο κοινωνιολόγο και θεωρητικό της αποαποικιοκρατίας, ο οποίος μιλά για τον «διανοητική υπνοβασία» (intellectual sleepwalking) των πανεπιστημίων, περιγράφοντας την κατάσταση κατά την οποία τα πανεπιστήμια και οι διανοούμενοι επαναλαμβάνουν μηχανικά τις κατηγορίες και τις μεθόδους της αποικιοκρατικής, ευρωκεντρικής σκέψης χωρίς να το συνειδητοποιούν. Για τον Lander, η αποικιοκρατία δεν είναι μόνο πολιτική ή οικονομική, αλλά και γνωσιολογική (coloniality of knowledge): παράγει θεσμούς και τρόπους σκέψης που θεωρούνται «ουδέτεροι» ή «παγκόσμιοι», ενώ στην πραγματικότητα επιβάλλουν την ευρωπαϊκή εμπειρία ως καθολική αλήθεια. Έτσι, η γνώση γίνεται αναίμακτη, «ανώδυνη», μη πολιτική, εξυπηρετώντας την ίδια εξουσία στην οποία υποτίθεται ότι ασκεί κριτική.
Και με αυτό, η Walsh στρέφεται στη María Eugenia Borsani, Αργεντινή ερευνήτρια της εκπαίδευσης και της αποαποικιακής παιδαγωγικής, η οποία περιγράφει τη «σιωπή που γίνεται συνένοχη» στις ανθρωπιστικές σπουδές. Όταν οι πανεπιστημιακοί δεν μιλούν για την αποικιοκρατικότητα της γνώσης, όταν αγνοούν τις φωνές των ιθαγενών, των μαύρων, των φτωχών και των γυναικών, τότε η σιωπή τους μετατρέπεται σε συνέργεια. Η Walsh συνοψίζει αυτή την πραγματικότητα με τον όρο «απανθρωπιά και απανθρωπιστικές σπουδές», υπογραμμίζοντας πως η γνώση, αντί να απελευθερώνει, συχνά συνεχίζει να πληγώνει. Περιγράφει επίσης πώς στο πανεπιστήμιο όπου εργάζεται είδε τους θεσμούς να γίνονται όλο και πιο συνένοχοι με έναν «επανεφευρεμένο» καπιταλισμό, αφήνοντας πίσω το όραμα μιας αληθινά πλουραλιστικής και δίκαιης κοινωνίας στο όνομα του εκσυγχρονισμού. Έτσι, διευρύνει την έννοια του εξορυκτισμού, μιλώντας όχι μόνο για τη λεηλασία της Φύσης ως Pachamama, αλλά και για τη «nature» της δυτικής σκέψης, η οποία κατανοείται αποκλειστικά ως πόρος προς εκμετάλλευση και εξαπλώνεται ακόμη και μέσω των ανθρωπιστικών σπουδών. Εντέλει, ο καπιταλισμός ασκεί την ίδια τεχνολογία πολέμου -τον αφανισμό της ανθρωπινότητας μέσω της αναπαραγωγής της ίδιας της γνώσης και, θα προσθέσω, μέσω μιας θηλυκοκτονίας της μνήμης.

Αυτό που κάνει η Walsh είναι να αξιοποιήσει τη μεταφορά του εξορυκτισμού από τη βιοφυσική στην επιστημολογική και πολιτισμική σφαίρα. Δηλαδή, ο εξορυκτισμός δεν είναι μόνο οικολογικός· είναι γνωσιολογικός: η Δύση εξορύσσει τη γνώση των άλλων, τη μετατρέπει σε δεδομένα, θεωρίες, μαθήματα -και την πουλά πίσω στα ίδια σώματα που την παρήγαγαν. Ο όρος «απανθρωπιστικές σπουδές» είναι μια ειρωνική αντιστροφή των Humanities (Ανθρωπιστικές Σπουδές). Η Walsh θέλει να δείξει ότι οι σημερινές ανθρωπιστικές επιστήμες, παρά τη ρητορική τους, αναπαράγουν την ίδια απανθρωπιά που δήθεν καταγγέλλουν. Η απανθρωπιά εδώ έχει δύο όψεις: την αδιαφορία για τη ζωή (των ανθρώπων, των κοινοτήτων, της γης). Την εξιδανίκευση του ανθρώπου ως αφηρημένου, «καθολικού» υποκειμένου – του λευκού, αρσενικού, ορθολογικού «ανθρώπου» της Δύσης. Έτσι, η ανθρωπιστική σκέψη γίνεται απανθρωπιστική γιατί στηρίζεται σε μια αποκλειστική ανθρωπότητα, που ορίζει ποιες ζωές μετράνε και ποιες όχι και αυτό έχει μια οικουμενική διάσταση και μάλιστα ως αποτέλεσμα ον ενός γνωσιακού εξορυκτισμού με τον εξορυκτισμό της ζωής. Αυτό, η Walsh, το ονομάζει «επιστημολογικό εξορυκτισμό»: μια διαδικασία όπου η Δύση «μαθαίνει» από τους άλλους, αλλά χωρίς να αλλάζει, χωρίς να τους αναγνωρίζει ως συνομιλητές.
Το ίδιο συνέβη και στο Εκουαδόρ, όπου η υπόσχεση της «Επανάστασης των Πολιτών» μετατράπηκε σε νεο-εξορυκτισμό και κρατικό πατερναλισμό, με τη γνώση να απογυμνώνεται από τα νοήματα και τις ρίζες της. Η Walsh αναλύει πώς το πολιτικό σχέδιο της λεγόμενης “Revolución Ciudadana” (Επανάσταση των Πολιτών) του Rafael Correa στο Εκουαδόρ (2007–2017) ξεκίνησε με αποαποικιακή ρητορική –«Buen Vivir», Pachamama, αυτοδιάθεση, κοινωνική δικαιοσύνη– αλλά στη συνέχεια εκφυλίστηκε σε νεο-εξορυκτισμό. Ενώ δηλαδή μιλούσε για «ανάπτυξη για τον λαό», στην πράξη ενίσχυσε την κρατική εξάρτηση από τα ορυχεία, το πετρέλαιο και τα mega-projects, ποινικοποίησε τους ιθαγενικούς και οικολογικούς αγώνες και μετέτρεψε το κράτος σε πατερναλιστικό μεσολαβητή ανάμεσα στο κεφάλαιο και στον λαό. Η Walsh δείχνει ότι αυτή η μετατόπιση είναι μορφή αποικιοκρατίας εκ των ένδον: το κράτος μιλά στο όνομα του «λαού», αλλά συνεχίζει να αναπαράγει τις ίδιες ιεραρχίες και εξαρτήσεις, απλώς με νέα, «προοδευτικά» λόγια, ενώ ο τεχνοκρατικός κρατικός πατερναλισμός ενσωματώνει την πειθάρχηση, επιτήρηση και υποταγή της ζωής στο χρηματοπιστωτικό δόγμα του εξορυκτικού καπιταλισμού. Το κράτος με αυτό τον τρόπο γίνεται φορέας «εκπαιδευτικής βίας»: μαθαίνει στους πολίτες να αυτοπειθαρχούν, να εσωτερικεύουν την ήττα ως «ρεαλισμό».

Η Walsh παραπέμπει επίσης στη Vilma Almendra (Nasa–Misak, ακτιβίστρια και κοινοτική ηγέτιδα από την Cauca της Κολομβίας), η οποία υπενθυμίζει ότι ήδη από την Κατάκτηση οι «πολέμαρχοι», έμποροι του λόγου, πωλητές της ζωής, άρπαγες των κοινών, εγκαινίασαν διαδικασίες υποταγής, περιφρόνησης, κατακερματισμού, βίας και θανάτου. Αυτές συνεχίζονται μέχρι σήμερα ως «στρατηγικές του σχεδίου του θανάτου», για να μάς θυμίζουν ότι η αποικιοκρατία είναι μια ζωντανή, συνεχιζόμενη διαδικασία θανάτου (una estructura de muerte), που επιβάλλεται μέσω του κράτους, του καπιταλισμού, της πατριαρχίας και της εξόρυξης φυσικών πόρων και κοινών αγαθών όπως της γνώσης. Στο πανεπιστήμιο αυτό σημαίνει ότι η γνώση αποσπάται από τις κοινότητες που τη γέννησαν, αποπολιτικοποιείται και πακετάρεται σε θεματικές ενότητες (modules), μεταφράζεται σε ουδέτερη «επιστήμη» και τελικά χρησιμοποιείται για να νομιμοποιήσει το ίδιο το σύστημα που καταστρέφει, ενώ λεηλατείται ο δημόσιος χαρακτήρας της, ενώ παράλληλα οι εξορύξεις υδρογονανθράκων, τα σχέδια για ανεμογεννήτριες, οι ιδιωτικοποιήσεις του νερού, όλα προβάλλονται ως «πράσινη μετάβαση» ή «εθνική προτεραιότητα». Στην πράξη, όμως, σημαίνουν αρπαγή γης, καταστροφή τοπίων και ποινικοποίηση της αντίστασης και ακόμη χειρότερα, αποικιοκακότητα του είναι (coloniality of being) που προϋποθέτει μια συνεχή θηλυκοκτονία. Και αυτή τη βία γένους θηλυκού τη ζούμε μέσα από την εμπειρία της, όταν η Walsh μάς μεταφέρει στην περιοδεία της στο Μεξικό το 2018.
Στην αποικιοκρατική λογική, η Φύση (Pachamama) κατανοείται ως πόρος (resource), ως κάτι διάθεσιμο προς εξόρυξη και εκμετάλλευση. Στην ιθαγενική λογική, αντίθετα, η φύση δεν αποτελεί πόρο, αλλά συνιστά έναν ζωντανό κόσμο σχέσεων, μέσα στον οποίο ο άνθρωπος δεν στέκεται ως εξωτερικός παρατηρητής ή εκμεταλλευτής. Ωστόσο στη δυτική σκέψη, η φύση έχει κι αυτή μετατραπεί σε πεδίο εξόρυξης: εξορύσσει νοήματα, εμπειρίες, μνήμες, χωρίς να επιστρέφει τίποτα. Έτσι, η Walsh μάς υπενθυμίζει ότι η Λατινική Αμερική, μετά την Αφρική, είναι σήμερα η περιοχή με τα υψηλότερα ποσοστά γυναικοκτονιών και βίας κατά των γυναικών στον κόσμο, συστημική πρακτική που συνδέεται με τις πολιτικές, οικονομικές και πολιτισμικές δομές εξουσίας της αποικιοκρατίας και βαθαίνει με την επέλαση του ΔΝΤ. Η Walsh θυμάται πως στις 3 Μαρτίου 2016, λίγο αφότου ξεκίνησε να γράφει το βιβλίο, δολοφονήθηκε η Berta Cáceres, ηγέτιδα του λαού Λένκα και ακούραστη υπερασπίστρια της Μητέρας Γης στην Ονδούρα, μέλος του COPINH (Consejo Cívico de Organizaciones Populares e Indígenas de Honduras). Η δολοφονία της, μαζί με τον φόνο του ακτιβιστή των δικαιωμάτων των ιθαγενών και επίσης μέλος του (COPINH) Nelson García, δύο εβδομάδες αργότερα και τεσσάρων κοινοτικών ηγετών στην Κάουκα της Κολομβίας την ίδια εβδομάδα, φανερώνουν τη βαρβαρότητα ενός πολέμου–σχεδίου που εξοντώνει όσους υπερασπίζονται τη γη, τα ποτάμια, τα δάση και την αξιοπρέπεια απέναντι στην απληστία του κεφαλαίου. Δεν πρόκειται για μεμονωμένα εγκλήματα, αλλά για μια συστηματική στρατηγική που οι Ζαπατίστας έχουν περιγράψει ως την «καπιταλιστική Ύδρα», με τα κεφάλια της να αναγεννώνται συνεχώς.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Rita Laura Segato, Αργεντινή ανθρωπολόγος, φεμινίστρια και θεωρητικός της αποαποικιοποίησης, γνωστή για το έργο της πάνω στη βία κατά των γυναικών, τον αποικιακό πατριαρχισμό και τη διασύνδεση ανάμεσα στο φύλο, τη φυλή και την εξουσία, μιλά για μια «παιδαγωγική της σκληρότητας». Η Segato υποστηρίζει ότι η έμφυλη βία δεν είναι μεμονωμένο κοινωνικό φαινόμενο, αλλά συστατικό στοιχείο του αποικιακού και καπιταλιστικού συστήματος εξουσίας. Ο όρος που χρησιμοποιεί συχνά είναι «πατριαρχία της αποικιοκρατίας» ή «αποικιακός πατριαρχισμός» (patriarcado de la colonialidad). Σύμφωνα με την ίδια, η αποικιοκρατία δεν εισήγαγε μόνο ιεραρχίες φυλής και τάξης, αλλά και ένα νέο καθεστώς φύλου, το οποίο μετέτρεψε τις γυναίκες, τα σώματα και τη φύση σε αντικείμενα ιδιοκτησίας και ελέγχου.
Με άλλα λόγια, η Segato δείχνει ότι η έμφυλη βία δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο κοινωνικό φαινόμενο ή αποτέλεσμα ατομικών παρεκκλίσεων, αλλά μια δομική και θεμελιώδη έκφραση της αποικιακής και καπιταλιστικής εξουσίας, η οποία διαπερνά τις κοινωνικές σχέσεις και αναπαράγει ιεραρχίες, κυριαρχία και ανισότητα. Στο έργο της, όπως στα Las estructuras elementales de la violencia (2003) και La guerra contra las mujeres (2016), αναλύει τη γυναικοκτονία όχι ως μεμονωμένο έγκλημα, αλλά ως πολεμική πράξη ενάντια στο γυναικείο και θηλυκό στοιχείο. Η «βία κατά των γυναικών» είναι, για τη Segato, μια μορφή «παιδευτικής βίας», δηλαδή μια επίδειξη εξουσίας που στοχεύει να διατηρήσει το σύστημα ιεραρχιών μέσα στην κοινωνία. Επίσης, συνδέει τη βία αυτή με την αποικιακή και καπιταλιστική λογική της ιδιοποίησης -των σωμάτων, των γαιών, των πόρων, των συναισθημάτων. Στο πλαίσιο αυτό, η Segato θεωρεί ότι η αποαποικιοποίηση του φύλου είναι αναγκαία προϋπόθεση για την αποαποικιοποίηση του είναι (decoloniality of being), καθώς το φύλο αποτελεί το πιο βαθιά εσωτερικευμένο και «αόρατο» πεδίο της αποικιακής κυριαρχίας. Και για την Walsh, αυτή η σκληρότητα, διαμορφώθηκε ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, στον εμφύλιο της Γουατεμάλας, όταν στρατιώτες κατέλαβαν την περιοχή Sepur Zarco των Μάγια Q’eqchi’ στη Γουατεμάλα, οι άνδρες που αγωνίζονταν για δικαιώματα γης εξαφανίστηκαν, ενώ οι γυναίκες τους υποχρεώθηκαν σε σεξουαλική σκλαβιά και καταναγκαστική εργασία για έξι χρόνια.
Η σεξουαλική βία εδώ δεν στόχευε μόνο στην ταπείνωση ή την εκδίκηση, αλλά στην αποδόμηση της ίδιας της κοινότητας: να καταστρέψει τις σχέσεις εμπιστοσύνης, το δίκτυο συγγένειας, τη συλλογική ταυτότητα. Το 2016, δικαστήριο καταδίκασε δύο αξιωματικούς για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας -η πρώτη φορά στη Λατινική Αμερική που αναγνωρίστηκε η σεξουαλική δουλεία ως πολεμικό έγκλημα. Για τη Walsh, το Sepur Zarco δείχνει ακριβώς την «παιδαγωγική της σκληρότητας» (Segato): μια βία που συνδέει γη, φύλο και πόλεμο, χτυπώντας όχι μόνο τα σώματα, αλλά και τις κοινότητες και τη μνήμη, ενώ ο βιασμός λειτουργεί ως πολιτική πράξη εξόντωσης της κοινότητας -όχι μόνο του ατόμου.
Για τη Walsh, η Λατινική Αμερική είναι το πεδίο δοκιμών των πιο ακραίων μορφών ποινής, κάτι που η ίδια διαπιστώνει ταξιδεύοντας μόνη με λεωφορείο προς ένα συνέδριο, ενώ βλέπει από το παράθυρο τις νταλίκες να καταβροχθίζουν τον δρόμο και θυμόταν τα λόγια φίλων: πολλά από αυτά τα φορτηγά κουβαλούν «πράγματα» -ανάμεσά τους σώματα εξαφανισμένων, μερικά ζωντανά, άλλα ήδη νεκρά, στοιβαγμένα για ώρες ή χρόνια. Η εικόνα έφερε στη μνήμη της τα ψυγεία–φορτηγά που άρχισαν να εμφανίζονται στις γειτονιές, με μεγάφωνα που καλούσαν τους ανθρώπους να βγουν και να αναγνωρίσουν αν κάποιο από τα αγαπημένα τους πρόσωπα βρισκόταν ανάμεσα στα παγωμένα πτώματα μέσα. Ίσως τα ίδια φορτηγά, σκέφτεται, να κατευθύνονταν προς τις ιατρικές σχολές, όπου τα πτώματα γίνονταν «δείγματα» για την επιστημονική μελέτη στα πανεπιστήμια της «αριστείας», σε αυτό που επιμένουμε να αποκαλούμε «ανώτατη εκπαίδευση», αναπαράγοντας μια παιδαγωγική σκληρότητας. Μια σκληρότητας που, όπως περιγράφει η Walsh, αναπαράγεται μέσα και από την οθόνη του λεωφορείου, όπως και τις οθόνες στα αεροδρόμια, οι οποίες προέβαλλαν τις διαφημίσεις του «μαγικού τουρισμού» (2012-2018) που προωθούσε τότε η κυβέρνηση του Enrique Peña Nieto (Μεξικό): «Επισκεφθείτε αυτές τις μαγικές πόλεις και θαυμάστε την ομορφιά της φύσης», υπόσχεται η φωνή, ενώ στην εικόνα οι ιθαγενείς παρουσιάζονται σαν αξιοθέατο, έτοιμοι να προσφέρουν ακόμη και ένα «καθαρτικό» τελετουργικό για τα βάρη της αστικής ζωής. Έτσι, ο ίδιος τόπος όπου οι κοινότητες βιώνουν υφαρπαγή, εξαφανίσεις και θάνατο, μετατρέπεται από το κράτος σε θέαμα για τουρίστες, μια τουριστικοποιημένη φαντασίωση που σβήνει τη βία πίσω από εικόνες «μαγείας».
Τέλος, η Walsh αντλεί από τον Manuel Rozental, Κολομβιανό γιατρό και ακτιβιστή, ο οποίος, μιλώντας από τη σκοπιά των λαών της Abya Yala (Λατινικής Αμερικής) που ζουν υπό συνεχή αποικιοκρατική, καπιταλιστική βία, συνοψίζει με σκληρή ακρίβεια την παρούσα συνθήκη: «Η μόνη βεβαιότητα σήμερα είναι ο θάνατος· η ζωή είναι απλώς μια πιθανότητα» και τούτος ο θάνατος είναι ο κανόνας του συστήματος που εξαρτάται από τις δυνάμεις του κεφαλαίου, της εξόρυξης, του ρατσισμού και του πατριαρχισμού για να μάς θυμίζει τις τρεις όψεις της αποικιακότητας (“coloniality”). Την αποικιακότητα της εξουσίας (coloniality of power), δηλαδή τη διατήρηση της ιεραρχίας φυλής, τάξης και γνώσης που εγκαθιδρύθηκε με τον αποικισμό και καθορίζει ποιοι έχουν το δικαίωμα να κυβερνούν, να μιλούν και να παράγουν γνώση· την αποικιακότητα της γνώσης (coloniality of knowledge), που αφορά την ηγεμονία της δυτικής γνώσης και την υποτίμηση άλλων γνωσιακών παραδόσεων, ιθαγενικών, αφρικανικών, λαϊκών, μετατρέποντας την «επιστήμη» σε εργαλείο αποικιακής εξουσίας· και την αποικιακότητα του είναι (coloniality of being). Η Catherine Walsh συνδέει τη βία κατά των γυναικών και των ιθαγενών με τη συστημική βαρβαρότητα του καπιταλισμού και τη νεκροπολιτική των σύγχρονων κρατών της Λατινικής Αμερικής.
Ωστόσο, η Walsh μάς μιλά για τη στροφή της αποικιοκρατίας στον 21ο αιώνα: έναν συνδυασμό νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού και αυταρχικού κρατισμού. Η λογική της αποικιοκρατίας εδώ δεν είναι μεταφορά, αλλά κυριολεξία: οικονομική κατοχή, περιορισμός κυριαρχίας, διάλυση κοινωνικών δικαιωμάτων. Η σκληρότητα δεν είναι απλώς παραβίαση, αλλά μηχανισμός εξουσίας: οι άνθρωποι μαθαίνουν, συνηθίζουν, αποδέχονται τη βία ως κανονικότητα. Η βία στα σώματα των γυναικών και των ιθαγενών διδάσκει ποιος έχει το δικαίωμα στη ζωή, στη γη, στη μνήμη -και ποιος όχι. Πρόκειται για παραγωγή φόβου και πειθάρχησης: μια παιδαγωγική του τρόμου που εγχαράσσεται στα σώματα. Στην πράξη, οι εξορύξεις, τα φράγματα, οι μονοκαλλιέργειες και ακόμη και η εμπορευματοποίηση της παραδοσιακής γνώσης συνοδεύονται από αυταρχισμό, φίμωση και ποινικοποίηση της αντίστασης: ιθαγενείς ηγέτες φυλακίζονται ως «τρομοκράτες», ενώ τα φεμινιστικά και ΛΟΑΤΚΙ+ κινήματα δέχονται άμεσες επιθέσεις υπό το σχήμα της «ιδεολογίας του φύλου». Για τη Walsh, όλα αυτά δεν είναι «ιστορίες θηριωδίας», αλλά δείκτες της αποικιοκρατικότητας του είναι (Maldonado-Torres) και της νεκροπολιτικής (Mbembe): ολόκληρες ομάδες ανθρώπων και σωμάτων κατατάσσονται εκτός του ανθρώπινου, ώστε να επιτρέπεται η εξόντωσή τους.
Ωστόσο, αυτό που εντυπωσιάζει στο έργο της Walsh είναι το πώς μέσα από τη γραφή της σε κάνει να αισθάνεσαι κομμάτι αυτού του αφηγήματος -δεν γράφει μια ειδικός, χρησιμοποιεί το βίωμά της για να ανοίξει διάλογο με εσένα, αλλά και με τον Παγκόσμιο Νότο, για να καταργήσει σύνορα και να δημιουργήσει συλλογικότητες επανύπαρξης. Και με αυτό περνά στο τρίτο κεφάλαιο, Traversing Binaries and Boundaries, όπου εξηγεί πώς, μεγαλώνοντας, βίωσε την επιβολή του χριστιανισμού, της οικογένειας και του σχολείου, για να θυμίσει αυτό το becoming αναπαραγωγής της αποικιοκρατικής λογικής και παιδαγωγικής βίας μέσα στο ίδιο το υποκείμενο. Η ελευθερία που ένιωθε μέσα από τις ιστορίες της γιαγιάς της σταδιακά χάθηκε, καθώς κυριαρχούσε η ετεροπατριαρχία και η ταξινομητική σκέψη. Μόνο αργότερα άρχισε να στοχάζεται πώς αυτή η κανονιστική τάξη συγκροτεί τον νεωτερικό/αποικιακό πίνακα εξουσίας και να αναζητά άλλους τρόπους ύπαρξης και σχέσης που επιμένουν μέσα στις ρωγμές του.
Και εδώ μάς μιλά για την εμπειρία της στη Συντακτική Συνέλευση των πολιτών (2007–2008) στο Εκουαδόρ και την πρωτοποριακή αναγνώριση των δικαιωμάτων της Φύσης στο Σύνταγμα του 2008. Μιας συνέλευσης που γρήγορα έδειξε τα όριά της: αντί για μια επανάσταση από τα κάτω, μετατράπηκε σε ένα μοντέλο κρατικά ελεγχόμενου καπιταλισμού. Έτσι, παρά τα προοδευτικά σύμβολα, η «Επανάσταση των Πολιτών» ενίσχυσε έναν νέο αποικιακό, πατριαρχικό, πατερναλιστικό κρατισμό, όπου η ανάπτυξη βασίστηκε στη λεηλασία της γης και στη σιωπή της κοινωνίας, με φίμωση της πολιτικής κριτικής, επιθέσεις στα φεμινιστικά κινήματα, στη σεξουαλική ποικιλομορφία και στην αποκαλούμενη «ιδεολογία του φύλου», ποινικοποίηση των διαδηλώσεων, χαρακτηρισμό και φυλάκιση ιθαγενών ηγετών ως «κρατικών τρομοκρατών». Αποτέλεσμα; Μια επιτακτική ανάγκη συμμόρφωσης στην ίδια τη βία με την οποία έχουμε εξοικειωθεί μέσω μιας συνεχούς εξομολόγησης αλλά και συνεχούς ανάγκης συμμόρφωσης του ψυχισμού, δια του ειδικού.
Και είναι αυτό που μάς θυμίζει στο τέταρτο κεφάλαιο της, Undoing Nation-State, όπου δείχνει πώς συνδέονται οι έννοιες διαπολιτισμικότητα – πολυεθνικότητα – αποαποικιοποίηση – έθνος-κράτος με τη βία, αλλά και με την επανύπαρξη.
Η διαπολιτισμικότητα και η πολυεθνικότητα εμφανίζονται στον Ισημερινό μέσα από τους αγώνες της CONAIE (Συνομοσπονδία Ιθαγενικών Εθνοτήτων του Ισημερινού) ήδη από τη δεκαετία του 1990, διαμορφώνοντας μια κριτική και ριζοσπαστική πρόταση ενάντια στις κυρίαρχες μορφές κράτους, έθνους και κοινωνίας. Σε αυτό το πλαίσιο, η ιθαγενική πρόταση για διαπολιτισμικότητα, όπως εξηγεί η Walsh, δεν είναι απλώς μια αναγνώριση πολιτισμικής ποικιλίας ούτε περιορίζεται σε φιλελεύθερες λογικές «συμπερίληψης». Αντιθέτως, προτείνεται ως σχέδιο ζωής και εξουσίας, με αρχές όπως η συμπληρωματικότητα, η αλληλεξάρτηση και η συλλογικότητα, αρχές που αντιτίθενται στον ατομικισμό και στον καπιταλισμό. Η έννοια αυτή συγκρούεται με την ακαδημαϊκή παραγωγή θεωρίας, καθώς η θεωρητική και φιλοσοφική συμβολή προκύπτει «από τα κάτω», μέσα από τους αγώνες και την πρακτική των κοινοτήτων.
Ωστόσο, όπως μας θυμίζει η Walsh, υπάρχει και η άλλη όψη: η «λειτουργική» διαπολιτισμικότητα του κράτους και των θεσμών. Σε αυτή την εκδοχή, η διαπολιτισμικότητα δεν αγγίζει τις ρίζες της ανισότητας· χρησιμοποιείται ως εργαλείο ενσωμάτωσης, ουσιαστικά εξουδετερώνοντας τη ριζοσπαστική δυναμική του ιθαγενικού κινήματος. Έτσι προκύπτει αυτό που η Walsh ονομάζει «λειτουργική διαπολιτισμικότητα», πλήρως συμβατή με το νεοφιλελεύθερο μοντέλο, που αναγνωρίζει τη διαφορά μόνο για να τη διαχειρίζεται. Από την άλλη, για τη Walsh, η Αριστερά δεν κατάφερε ποτέ να φανταστεί ή να οικοδομήσει μια ριζικά διαφορετική κοινωνία, κράτος και έθνος. Σε αντίθεση με τα ιθαγενικά κινήματα, που έθεσαν στο επίκεντρο την πολυεθνικότητα και τη διαπολιτισμικότητα ως άξονες αποαποικιοποίησης, η Αριστερά περιορίστηκε κυρίως σε κλασικές ταξικές ή κρατικιστικές προσεγγίσεις, χωρίς να κατανοεί τους αγώνες των γυναικών.
Η Walsh αναφέρεται στη συνάντηση του Red de Mujeres Defensoras de Derechos Sociales y Ambientales (2013) στον Ισημερινό, όπου γυναίκες από Βολιβία, Περού, Γουατεμάλα και Ισημερινό τόνισαν ότι η εξορυκτική βιομηχανία παραβιάζει όχι μόνο τη φύση, αλλά και τα γυναικεία σώματα, καθώς φέρνει μαζί της σεξουαλική βία, αλκοολισμό, ματσισμό και πατριαρχικές μορφές καταπίεσης. Με παραδοσιακές μεθόδους, όπως το κέντημα, καλλιέργησαν λόγους ενδυνάμωσης και συλλογικής αντίστασης. Στο κουρδικό γυναικείο κίνημα, ιδιαίτερα μέσω των YPJ (Μονάδων Προστασίας Γυναικών), οι γυναίκες ανέπτυξαν μια φεμινιστική–απελευθερωτική φιλοσοφία που συνδέει την ελευθερία των γυναικών με την αυτοδιάθεση, την κοινοτική οργάνωση και την οικολογία. Το σύνθημα «jin, jiyan, azadî» (γυναίκα, ζωή, ελευθερία) έγινε οικουμενικό μήνυμα αντίστασης απέναντι τόσο στο κράτος όσο και στον πατριαρχικό εθνικισμό. Η Jineology (από τις κουρδικές λέξεις jin δηλαδή, γυναίκα και logos δηλαδή, γνώση/λόγος) είναι η «επιστήμη των γυναικών» που θεμελιώνεται στην ιδέα ότι η γυναίκα αποτελεί τον πυρήνα της κοινωνίας και της ζωής. Αντιτίθεται στην πατριαρχία, το κράτος και τον καπιταλισμό, προτείνοντας μια δημοκρατική, κοινοτική οργάνωση όπου οι γυναίκες έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Κριτικάρει τις παραδοσιακές επιστήμες που αναπαράγουν τον ανδρικό και αποικιακό λόγο και αντιπροτείνει μια γνώση ριζωμένη στην εμπειρία, τις κοινότητες και τη φύση. Εφαρμογές της εμφανίζονται στη Ροζάβα, όπου οι γυναίκες συμμετέχουν ισότιμα σε συνελεύσεις και αυτοοργανωμένες δομές. Κεντρική της αρχή είναι ότι χωρίς την απελευθέρωση των γυναικών δεν μπορεί να υπάρξει ελευθερία για την κοινωνία. Όλα αυτά οικοδομούν μια ερμηνεία «από τα κάτω» για την απελευθέρωση της κοινωνίας. Τέλος, οι γυναίκες Ζαπατίστας στο Μεξικό, μέσα από συνέδρια και επιστολές όπως εκείνη του 2019, δήλωσαν ότι ο αγώνας τους δεν στοχεύει σε «καλύτερο αφεντικό» ή «καλύτερο μισθό», αλλά στην ίδια την ελευθερία. Συμπεριλαμβάνουν όχι μόνο γυναίκες αλλά και όσους/όσες δεν χωρούν στο δίπολο άντρας/γυναίκα, υπογραμμίζοντας ότι ο αγώνας πρέπει να συνεχιστεί μέχρι καμία γυναίκα σε κανένα μέρος του κόσμου να φοβάται να είναι γυναίκα.
Φεβρουάριος 2019. Προς: τις γυναίκες που αγωνίζονται σε κάθε γωνιά του κόσμου. Από: τις γυναίκες Ζαπατίστας
Αδελφή, compañera: Ίσως να μην ξέρουμε ποιο είναι το καλύτερο φεμινιστικό ρεύμα, ίσως να μην λέμε «cuerpa» [θηλυκοποίηση του cuerpo, δηλαδή σώμα] ή όπως αλλιώς αλλάζετε τις λέξεις, ίσως να μην ξέρουμε τι είναι η «ισότητα φύλου» ή όλα αυτά τα άλλα πράγματα με πάρα πολλά γράμματα για να τα μετρήσουμε. Σε κάθε περίπτωση, αυτή η έννοια της «ισότητας φύλου» δεν είναι καν καλά διατυπωμένη, γιατί αναφέρεται μόνο σε γυναίκες και άντρες· και ακόμη κι εμείς, που υποτίθεται ότι είμαστε αμαθείς και «καθυστερημένες», ξέρουμε ότι υπάρχουν εκείνα που δεν είναι ούτε άντρες ούτε γυναίκες και τους λέμε «άλλους/ες» [otroas], αλλά και τα ίδια αυτοαποκαλούνται όπως αισθάνονται. Δεν τους ήταν εύκολο να κερδίσουν το δικαίωμα να είναι αυτό που είναι χωρίς να χρειάζεται να κρύβονται, γιατί τους χλευάζουν, τους διώκουν, τους κακοποιούν και τους δολοφονούν. Γιατί να είναι υποχρεωμένοι να είναι άντρες ή γυναίκες, να διαλέξουν τη μία ή την άλλη πλευρά; Αν δεν θέλουν να διαλέξουν, τότε δεν πρέπει να τους στερείται ο σεβασμός γι’ αυτήν την επιλογή. Πώς θα διαμαρτυρόμαστε ότι δεν μας σέβονται ως γυναίκες, αν δεν σεβόμαστε εμείς αυτούς τους ανθρώπους; Ίσως να σκεφτόμαστε έτσι επειδή απλώς μιλάμε για αυτά που έχουμε δει σε άλλους κόσμους και δεν ξέρουμε πολλά για αυτά τα θέματα. Αυτό που ξέρουμε όμως είναι ότι παλέψαμε για την ελευθερία μας και τώρα πρέπει να παλέψουμε για να την υπερασπιστούμε, ώστε η οδυνηρή ιστορία που βίωσαν οι γιαγιάδες μας να μην ξαναζήσουν οι κόρες και οι εγγονές μας.
Φεβρουάριος 2019. Προς: τις γυναίκες που αγωνίζονται σε κάθε γωνιά του κόσμου. Από: τις γυναίκες Ζαπατίστας
Αδελφή, compañera: Ίσως να μην ξέρουμε ποιο είναι το καλύτερο φεμινιστικό ρεύμα, ίσως να μην λέμε «cuerpa» [θηλυκοποίηση του cuerpo, δηλαδή σώμα] ή όπως αλλιώς αλλάζετε τις λέξεις, ίσως να μην ξέρουμε τι είναι η «ισότητα φύλου» ή όλα αυτά τα άλλα πράγματα με πάρα πολλά γράμματα για να τα μετρήσουμε. Σε κάθε περίπτωση, αυτή η έννοια της «ισότητας φύλου» δεν είναι καν καλά διατυπωμένη, γιατί αναφέρεται μόνο σε γυναίκες και άντρες· και ακόμη κι εμείς, που υποτίθεται ότι είμαστε αμαθείς και «καθυστερημένες», ξέρουμε ότι υπάρχουν εκείνα που δεν είναι ούτε άντρες ούτε γυναίκες και τους λέμε «άλλους/ες» [otroas], αλλά και τα ίδια αυτοαποκαλούνται όπως αισθάνονται. Δεν τους ήταν εύκολο να κερδίσουν το δικαίωμα να είναι αυτό που είναι χωρίς να χρειάζεται να κρύβονται, γιατί τους χλευάζουν, τους διώκουν, τους κακοποιούν και τους δολοφονούν. Γιατί να είναι υποχρεωμένοι να είναι άντρες ή γυναίκες, να διαλέξουν τη μία ή την άλλη πλευρά; Αν δεν θέλουν να διαλέξουν, τότε δεν πρέπει να τους στερείται ο σεβασμός γι’ αυτήν την επιλογή. Πώς θα διαμαρτυρόμαστε ότι δεν μας σέβονται ως γυναίκες, αν δεν σεβόμαστε εμείς αυτούς τους ανθρώπους; Ίσως να σκεφτόμαστε έτσι επειδή απλώς μιλάμε για αυτά που έχουμε δει σε άλλους κόσμους και δεν ξέρουμε πολλά για αυτά τα θέματα. Αυτό που ξέρουμε όμως είναι ότι παλέψαμε για την ελευθερία μας και τώρα πρέπει να παλέψουμε για να την υπερασπιστούμε, ώστε η οδυνηρή ιστορία που βίωσαν οι γιαγιάδες μας να μην ξαναζήσουν οι κόρες και οι εγγονές μας.
Με αυτά τα παραδείγματα, η Walsh δείχνει πώς, παρά την ενίσχυση της αποικιοκρατικής μήτρας εξουσίας (πατριαρχία, ρατσισμός, καπιταλισμός, εθνικισμός), οι «ρωγμές» που δημιουργούν οι εξεγερσιακές σχέσεις (insurgent relations) ανοίγουν δυνατότητες για επανύπαρξη: νέους τρόπους ζωής, γνώσης και σχέσης, που χτίζονται «από τα κάτω». Το κουρδικό γυναικείο κίνημα στη Ροζάβα (Συρία) οικοδομεί κοινωνία χωρίς κράτος, ενάντια στον καπιταλισμό και την πατριαρχία· οι Ζαπατίστας στο Μεξικό εφαρμόζουν αυτόνομες μορφές διακυβέρνησης· οι φοιτητικές και γαιοκτητικές εξεγέρσεις στη Νότια Αφρική συνεχίζουν να αμφισβητούν το αποικιακό υπόβαθρο, παρά την «μετα-απαρτχάιντ» ταμπέλα. Η πρόκληση σήμερα, τονίζει η Walsh, είναι να σκεφτούμε και να οικοδομήσουμε εναλλακτικές μορφές ύπαρξης και συλλογικής οργάνωσης «από τα κάτω». Όπως καλεί η Leanne Betasamosake Simpson: να «μην ονειρευόμαστε απλώς εναλλακτικές πραγματικότητες, αλλά να τις δημιουργούμε, στο έδαφος, στον φυσικό κόσμο, παρά την κατοχή».
Και με αυτό η Walsh περνά στο πέμπτο κεφάλαιο, Sowing Re-Existences, όπου χρησιμοποιεί τη μεταφορά του σπόρου και της σποράς για να μιλήσει για την ύπαρξη, την αντίσταση και τη μνήμη. Ο σπόρος δεν είναι μόνο μια βιολογική πραγματικότητα, αλλά ένας φορέας ιστορίας, γνώσης και ζωής. Για τους ιθαγενείς και τους αφρικανικής καταγωγής λαούς, η σπορά είναι πράξη ιερής σχέσης με τη Μητέρα Γη, αλλά και τρόπος να διατηρείται η συνέχεια των κοινοτήτων απέναντι στην αποικιοκρατία και τη βία. Η Robin Wall Kimmerer, βοτανολόγος, συγγραφέας και μέλος της φυλής Citizen Potawatomi Nation (ΗΠΑ) με το γνωστότερο έργο της να είναι το Braiding Sweetgrass: Indigenous Wisdom, Scientific Knowledge, and the Teachings of Plants (2013), μας θυμίζει η Walsh, δείχνει πώς το καλαμπόκι και οι σπόροι είναι δάσκαλοι που μας μαθαίνουν αμοιβαιότητα και σεβασμό. Ο Abuelo Zenón μιλά για τη σπορά ως πολιτισμική μνήμη, έναν τρόπο να ξαναγεννηθεί η ζωή και η αξιοπρέπεια μετά τη δουλεία και την απώλεια της πατρίδας -η σπορά (sembrar) δεν είναι γεωργική πράξη, αλλά πράξη κοσμολογική·είναι η μεταβίβαση ζωής, μνήμης και προγονικής σχέσης με τη Γη. Η ιδέα της rematriation (επιστροφή στη Μητέρα Γη) υπογραμμίζει την αποκατάσταση όχι μόνο της γης, αλλά και της πνευματικής και πολιτισμικής σχέσης με αυτήν. Η σπορά παρουσιάζεται ως πράξη αντίστασης και επανύπαρξης: να φυτεύεις ζωή εκεί όπου υπάρχει θάνατος, εκτοπισμός και καταπίεση. Παραδείγματα από την Κολομβία, τον Ισημερινό, τους Ζαπατίστας, τις αγροτικές εξεγέρσεις στην Ινδία, την Παλαιστίνη, τη Ροζάβα και το κίνημα Black Lives Matter δείχνουν πώς οι σπόροι, κυριολεκτικοί και μεταφορικοί, χρησιμοποιούνται για να δημιουργηθούν νέες μορφές εκπαίδευσης, κοινοτικής ζωής και πολιτικής αντίστασης. Το κεφάλαιο κλείνει με τη φράση: «Είμαστε σπόροι». Μια εικόνα ελπίδας, επιμονής και συλλογικής δύναμης.
Εν κατακλείδι, το βιβλίο της Walsh μάς μαγεύει, όχι γιατί δίνει μια ακόμη θεωρία, ούτε γιατί μεταφράζει τις φωνές σε ακαδημαϊκή γλώσσα. Μάς αγγίζει επειδή αρνείται να μιλήσει για τις κοινότητες και επιμένει να μιλά με αυτές, αφού τοποθετεί στο κέντρο τις ίδιες τις φωνές, τις πρακτικές, τις μνήμες, τους αγώνες. Εκεί η έννοια των «εξεγερσιακών σχέσεων» παίρνει σάρκα και οστά. Η αντίσταση δεν περιορίζεται στο «όχι» προς την εξουσία· βρίσκεται σε κάθε κίνηση επαν-ύπαρξης, σε κάθε πράξη φροντίδας, σε κάθε ανάσα που κρατά τη ζωή ζωντανή. Υφαίνοντας σχέσεις ακόμη και με τις κραυγές ενάντια στις εξαφανίσεις, ενάντια στη λήθη, ενάντια στις γυναικοκτονίες, ενάντια σε μια Ακαδημία που παραμένει αποικιοποιημένη, η Walsh μας δείχνει πως οι κοινότητες που σηκώνονται «από τα κάτω», ακόμη και εντός της ίδιας της Ακαδημίας, της οποίας είναι και μέλος, δεν μένουν στο «όχι», επιμένουν στο «ναι»: στο «ναι» της ζωής που συνεχίζεται, της μνήμης που ανθίζει, της γνώσης που φυτρώνει έξω από τα τείχη, της φύσης που προστατεύεται με σπόρους σεβασμού και αλληλεγγύης, φτάνοντας στην Παλαιστίνη, εκεί όπου τα ερείπια γίνονται έδαφος επανύπαρξης και μάς μαθαίνουν ότι η epistemic disobedience δεν είναι απλώς θεωρητική κατηγορία· είναι πράξη ζωής. Είναι η δημιουργία άλλων τρόπων να υπάρχεις, να αγαπάς, να γνωρίζεις και να σχετίζεσαι, έξω από τη λογική της αποικιοκρατίας. Από τις Ζαπατίστας μέχρι τις Κούρδισσες, η ανυπακοή γίνεται μια μορφή ύπαρξης, ένα «όχι» που γεννά άλλους κόσμους.
Εν τέλει, το μεγαλύτερο επίτευγμα της Walsh δεν είναι ότι προσφέρει μια νέα θεωρία της αποαποικιοποίησης. Είναι ότι κατορθώνει να μετατρέψει τη θεωρία σε σχέση, τη μνήμη σε πράξη και τη γραφή σε πεδίο συνάντησης. Οι κοινότητες που αναδύονται μέσα από τις σελίδες του βιβλίου δεν παρουσιάζονται ως αντικείμενα γνώσης, αλλά ως υποκείμενα που σκέφτονται, δημιουργούν και αντιστέκονται. Σε μια εποχή όπου η βία επιχειρεί να καταστήσει ορισμένες ζωές αόρατες και αναλώσιμες, η Walsh επιμένει ότι η ζωή εξακολουθεί να ανθίζει μέσα στις ρωγμές. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ριζοσπαστικό μήνυμα του βιβλίου της: ότι η επανύπαρξη δεν είναι υπόσχεση για το μέλλον, αλλά πρακτική που ήδη συμβαίνει στο παρόν.
Το κείμενο της Δήμητρας Τζανάκη επιμελήθηκε ο Αντώνης Γαζάκης
Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0) [2]
Υποσημειώσεις