- Marginalia - https://marginalia.gr -

Σύγκρουση, αριστερά και το Σύνταγμα: Με τα δικαιώματα και ενάντια στα δικαιώματα

Το Σύνταγμα και η Αριστερά [1]
Χαράλαμπος Κουρουνδής
Εκδόσεις Νήσος, 2018 | 580 σελίδες

 

Ι. Εισαγωγή

Το Σύνταγμα, ως το θεμελιωδέστερο νομικό κείμενο μιας εθνικής νομικής τάξης, που αποκρυσταλλώνει τις βασικές της αξίες και ρυθμίζει το εύρος (δυνατότητες και περιορισμούς) της πολιτειακής εξουσίας, είναι γέννημα συγκρούσεων και συμβιβασμών. Έχει χαραγμένες σε κάθε του λέξη τις νίκες και τις ήττες του κινήματος και το αίμα των αγωνιστών και των αγωνιστριών κατά του αυταρχισμού, νίκες ημιτελεί , μιας και ένα δημοκρατικό Σύνταγμα δεν είναι η ουτοπία του κινήματος, αλλά (πιθανόν) ένας σταθμός στην πορεία προς αυτήν, που δεν είναι φυσικά πάντα προς τα εμπρός. Και επειδή δεν αλλάζει όπως ένας απλός νόμος που μπορεί μια νέα κυβέρνηση να τον αναθεωρήσει, αλλά -κυρίως- όταν οι εποχές είναι ταραγμένες και οι αντιφάσεις είναι τέτοιες που δεν μπορούν να βρουν έκφραση στην μορφή που τότε έχει, το συγκεκριμένο Σύνταγμα, το ισχύον, είναι γραμμένο στον απόηχο των εξοριών και των βασανιστηρίων της Μακρονήσου και της εξέγερσης του Πολυτεχνείου.

Όχι μόνο αυτό όμως· επειδή αποτυπώνει τις βασικές αρχές της εθνικής έννομης τάξης, τη μορφή του Πολιτεύματος και το πώς αυτό λειτουργεί, τις σταθμίσεις μεταξύ της αναγνώρισης των δικαιωμάτων και της επιφύλαξης υπέρ της ασφάλειας του καθεστώτος -που πάντα κινδυνεύει από την μεγαλύτερη κατοχύρωση των ελευθεριών- προφανώς και οι ιδεολογικοπολιτικές συγκρούσεις είναι ισχυρότερες. Συνεπώς, μια μελέτη συνταγματικής ιστορίας είναι χρήσιμη για την κατανόηση του πώς της εξουσίας, όσο επιτρέπει τελικά να γίνει αυτό μέσα από τη μελέτη της ιστορίας νομικών κειμένων.

Προσωπικά, το μάθημα της συνταγματικής ιστορίας στο πανεπιστήμιο, παραμελημένο και υπο-διδαγμένο, όπως δυστυχώς κάθε μη τεχνοκρατικό μάθημα, μου έχει προσφέρει μια καλύτερη κατανόηση του πλαισίου υπό το οποίο προέκυψε ένας συνταγματικός κανόνας δικαίου, ή ένα σύνολο, ένα σύστημα κανόνων δικαίου, και το πρίσμα υπό το οποίο θα πρέπει να προσλάβω το κανονιστικό του πλαίσιο. Έτσι, η πολύ σημαντική έρευνα του Χαράλαμπου Κουρουνδή είναι πολλαπλά ωφέλιμη, καθώς είναι τόσο χρήσιμη ως ένα νομικό κείμενο, χωρίς να είναι (μόνο) τέτοιο, αλλά και πολύτιμη για την πολιτική μας ιστορία, για την ιστορία του κινήματος και των διεκδικήσεών του σε εποχές ταραγμένες. Πέρα από αυτά όμως, κάτι πολύ σημαντικό για ένα βιβλίο, είναι απολαυστικό ως ανάγνωσμα.

Η μελέτη του Κουρουνδή καταγράφει (συμπτύσσοντας υποδειγματικά) κατά το δυνατόν κάθε πτυχή του (επίσημου) δημόσιου διαλόγου, του κομματικού λόγου και των συζητήσεων στη Βουλή σχετικά με την αναθεώρηση του Συντάγματος, δίνοντας επαρκή χώρο σε όλους, χωρίς να κρατάει προφανώς ίσες αποστάσεις, άρα είναι «δίκαιη», παίρνει θέση χωρίς να αδικεί («Σύνταγμα και Αριστερά» από έναν αριστερό διανοητή). Και είναι σπουδαίο πόσο πετυχημένα πειθάρχησε όλη αυτή την πληροφορία, όλο αυτό το υλικό, από τις συζητήσεις στη Βουλή, τις ανακοινώσεις των κομμάτων και των επιστημονικών τους ομάδων, του κομματικού Tύπου, με τις διαφορές και τις συγκλίσεις του.

Όταν με ρώτησε ο Χαράλαμπος αν βαρέθηκα διαβάζοντας το βιβλίο απάντησα «όχι», και το εννοούσα. Ακόμα και η ανάλυση για τη ρύθμιση που αφορά τις απαλλοτριώσεις (σελ. 392 κ.ε.), που σε μια πρώτη σκέψη δεν είναι και το πιο θελκτικό ανάγνωσμα, ειδικά ως προς το χρόνο υπολογισμού της αποζημίωσης, τελικά δεν είναι καθόλου έτσι, γιατί η εκάστοτε διαφορετική διατύπωση αποκρυστάλλωνε τις θέσεις του κάθε μέρους σχετικά με τα όρια της προστασίας της ιδιοκτησίας σε συνάρτηση με την προώθηση της ανάπτυξης και της εκβιομηχάνισης. Άρα όχι, αν το δίκαιο είναι πολιτικό -και δεν είναι ουδέτερο κατά πώς θέλουν να πιστέψουμε- τότε το συνταγματικό δίκαιο είναι ίσως το πλέον πολιτικό. Και ίσως το πιο έκδηλα πολιτικό, γιατί δύο από τις μεγαλύτερες πολιτικές και κοινωνικές διαμάχες σχετικά με νομική ρύθμιση τελευταία, αφορούσαν το σύμφωνο συμβίωσης και την υιοθεσία και αναδοχή, που ανήκουν στο αστικό δίκαιο. Άρα και η ιστορία του, μέσα από την παράθεση των διαφορετικών πιθανών ρυθμίσεων από τη «βαθεία τομή» του 1963 στο μεταπολιτευτικό Σύνταγμα του 1975, δεν μπορεί παρά να είναι ενδιαφέρουσα. Ακόμη κι έτσι βέβαια είναι δύσκολο να γίνει ενδιαφέρον και εδώ ο Κουρουνδής τα κατάφερε περίφημα.

ΙΙ. Σύγκρουση

Σύγκρουση λοιπόν, για να επιστρέψουμε. Σύγκρουση δυνάμεων που προσπαθούν να επιβάλλουν -ως πλειοψηφία στη Βουλή- τη δική τους αντίληψη, σύγκρουση μελών της πλειοψηφίας με την κομματική γραμμή, σύγκρουση της αντιπολίτευσης, άλλοτε ισχυρή, άλλοτε άνευρη, άλλοτε νικηφόρα, άλλοτε καταφέρνοντας μια τρύπα στο νερό. Και δεν αποτυπώνονται μόνο οι επιδράσεις της διαμάχης στη Βουλή. Στο βιβλίο είναι παρών ο δρόμος, οι διεκδικήσεις του παρελθόντος και του τότε παρόντος, η μεταστροφή της κοινωνίας και η δημοκρατική της ωρίμανση. Στην πρώτη παρουσίαση του βιβλίου[1] σχολιάστηκε αν θυμάμαι καλά ως τολμηρή, παράδοξη (ή και ως λανθασμένη) η συμπερίληψη του ΠΑΣΟΚ στην αριστερά. Εγώ το σχολιάζω ως αυτονόητο και ως μεθοδολογική και πολιτική εντιμότητα. Μιλάμε φυσικά για το «πρώτο» ΠΑΣΟΚ, που είχε διατυπώσει κάποιες θέσεις αντικειμενικά πιο προχωρημένες και από την ΕΔΑ και το ΚΚΕ εσ.

Είναι ενδιαφέρον επίσης, και αναδεικνύεται στο βιβλίο, το πώς η αριστερά, αμυνόμενη, επικαλούνταν το αυταρχικό Σύνταγμα του 1952 και την ανάγκη σεβασμού του, ενώ προηγουμένως το κατηγορούσε -ορθά- ως αυταρχικό, προκειμένου να αντιπολιτευτεί την αναθεωρητική πρόταση του 1963, τη λεγόμενη «βαθεία τομή», η οποία αποπειράθηκε να κατοχυρώσει έναν ντεγκωλικής έμπνευσης διευρυμένο ρόλο του κράτους προκειμένου να επιβληθεί η οικονομική ανάπτυξη και η εκβιομηχάνιση της χώρας, με μια δυσπιστία και υποβάθμιση της δημοκρατίας -άχρηστη και επικίνδυνη σύμφωνα με τους εμπνευστές της αναθεώρησης που τελικά δεν επιβλήθηκε.

Αγώνες της αριστεράς, λοιπόν, στα πλαίσια των συνταγματικών αναθεωρήσεων: προσπάθειες εμβάθυνσης των δικαιωμάτων και των ελευθεριών, απρόσμενες συμφιλιώσεις με τον αντίπαλο, υποχωρήσεις, αλλαγή αντιλήψεων και στάσεων, μετατόπιση βάρους, ανακατεύθυνση στρατηγικών, κινήσεις στη σκακιέρα της πολιτικής και του θεάματος, και του θεάματος ως πολιτική, αγώνες των μαζών μαζί με τα κόμματα και αγώνες απομονωμένους από τις μάζες. Για κάποιον μη νομικό ενδεχομένως να έχει ακόμη περισσότερο ενδιαφέρον, γιατί δεν θα ξέρει τι θα γίνει στο τέλος.
Παρατηρούμε την εντός θεσμικών πλαισίων εκδίπλωση στρατηγικών που φέρανε απτά αποτελέσματα στην ενδυνάμωση τόσο των ατομικών, όσο και των -πιθανόν πιο επικίνδυνων για το αστικό κράτος (και γι’ αυτό ίσως γίνεται και λιγότερη συζήτηση για αυτά στον κακοχωνεμένο δικαιωματικό λόγο)- κοινωνικών δικαιωμάτων. Αγώνες, όμως που, σε τελική ανάλυση, όπως μας λέει ο συγγραφέας, δεν θα μπορούσαν -έτσι όπως εκφράστηκαν, από τα κόμματα της αριστεράς στη Βουλή- παρά να νομιμοποιήσουν εν τέλει το καθεστώς, με τη διαπραγμάτευση καθεαυτή, ως πράξη εκχώρησης εξουσίας, σε έναν αγώνα για αυτήν: βλέπουμε έναν συμβιβασμό ως προς τα τεχνικά εργαλεία της εξουσίας από μια αριστερά που αδυνατεί ιστορικά να τα χρησιμοποιήσει ως κριτικές αιχμές διεκδίκησης, αλλά τα αντιμετωπίζει -δικαίως, ίσως- φοβικά, σε ένα ιστορικό τοπίο που η αριστερά ήταν ακόμη λαβωμένη (υλικά, ηθικά, συμβολικά, νομικά) από την ήττα του εμφυλίου και την καταστολή της Χούντας.

Λέει ο Κουρουνδής, στη σελ. 240: «Συνολικά λοιπόν, τα κόμματα της Αριστεράς χρωμάτισαν το Σύνταγμα το 1975, καθώς ο αγώνας τους για την ενίσχυση της εγγυητικής λειτουργίας του απέναντι στις κρατικές αυθαιρεσίες δεν έμεινε άκαρπος. Το “τίμημα” όμως ήταν να συμβάλλουν ταυτόχρονα στη νομιμοποιητική λειτουργία του Συντάγματος, δηλαδή στην παγίωση των σχέσεων εξουσίας που καθιέρωνε και στην αποδοχή τους από τις κυριαρχούμενες τάξεις, αλλά και στη συμβολική λειτουργία του, ως θεμελιώδους κώδικα πολιτικής ενότητας και ταυτότητας του ελληνικού λαού ανεξάρτητα από την ταξική διαφοροποίηση στο εσωτερικό του». Έτσι, βρισκόμαστε από την παρανομία και τα βασανιστήρια στο τραπέζι του διαλόγου (στα έδρανα της Βουλής τελοσπάντων) με τους συνεχιστές των οραματιστών της αυταρχικής «βαθείας τομής», με τα «σταγονίδια» της δικτατορίας να συνεχίζουν να κατέχουν θέσεις-κλειδιά, και με τον αντικομμουνισμό να είναι ρητός και καθοριστικός. Δεν θα μπορούσε, πιθανόν, να γίνει αλλιώς: για να μπορεί η αριστερά να συνεχίσει να υπάρχει, να αρθρώνει λόγο και να διεκδικεί, και να μην φλερτάρει με την επανα-παρανομοποίηση, έκρινε πως έπρεπε να παίξει συμβιβαστικά -το «Καραμανλής ή τανκς» μάλλον το συμμεριζόταν και η αριστερά, όχι με τον τρόπο αυτό, αλλά με την έννοια της εκ του ασφαλούς σύγκρουσης.

ΙΙΙ. Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος

Μια κομβική πτυχή των σχέσεων εξουσίας που ερευνά το βιβλίο, και μια ανάπτυξη που θα πρέπει να ενταχθεί στη συνολική στρατηγική διάταξή του για να αντληθεί το μέγιστο όφελος από αυτή, αφορά την περιπέτεια της αποτύπωσης της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (σελ. 295-306), η οποία λειτουργεί ως δούρειος ίππος της καταστολής. Είναι αυτονόητη η καχυποψία, η δυσπιστία της εξουσίας ως προς την κατοχύρωση δικαιωμάτων, για την προστασία της κοινωνίας από τον κομμουνισμό, την υπερβολική ελευθερία κλπ. Το λένε και ρητά: η κοινωνία είναι ανώριμη, επικίνδυνη όταν είναι ενδυναμωμένη, και τούτο αποδεικνύεται γιατί οι κομμουνιστές προσπάθησαν να καταλύσουν τη δημοκρατία, γιατί η πολλή ελευθερία βλάπτει κλπ., όπως έλεγαν οι εμπνευστές της αυταρχικής «βαθείας τομής», οι μετέπειτα συνεργάτες της δικτατορίας και οι πολιτικοί τους διάδοχοι. Δημοσίευμα της εποχής στην Καθημερινή ανέφερε πως «ουδείς πολίτης δικαιούται να βλάψει τον τόπον αυτόν ψηφίζων ΕΔΑ» (σελ. 75), ενώ το προσχέδιο της αναθεωρητικής πρότασης του 1963 έλεγε (σελ. 295-6): «Η κατάχρησις του δικαιώματος του συνέρχεσθαι και συνεταιρίζεσθαι, ή της εκδηλώσεως της γνώμης, όταν ιδία γίνεται διά του τύπου, ή του απορρήτου της ανταποκρίσεως απαγορεύεται εις βάρος του ελεύθερου πολιτεύματος ή των λαϊκών ελευθεριών, συνεπάγεται δε την στέρησιν των αντίστοιχων δικαιωμάτων…», σε μια λογική όπου «όποιος καταχράται κάποιο δικαίωμα “καθίσταται ανάξιος προστασίας”» (σελ. 296).

Κατά τον συγγραφέα «αυτές οι τοποθετήσεις της πλειοψηφίας εμπνέονται ξεκάθαρα από την αντίληψη των δικαιωμάτων ως κοινωνικών λειτουργημάτων, την οποία μάλιστα διατύπωσαν με όρους ξεκάθαρα πατερναλιστικούς» (σελ. 297). Η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος αποτυπώνει, λοιπόν, τη μανία του καθεστώτος να επιβάλει έναν συνταγματικό κανόνα ο οποίος, σε μια αυταρχική σύλληψη των δικαιωμάτων, θα τυγχάνει επίκλησης όταν κινδυνεύει η δημοκρατία από την «υπερβολική» και πληθωρική (επικίνδυνη για τον καπιταλισμό) άσκηση των τελευταίων, δηλαδή, όπως γράφει ο Κουρουνδής «… πέρα από τα όρια που χάραζαν οι κρατικές αρχές και μάλιστα σε μία συγκυρία κατά την οποία αμφισβητούνταν ο μετεμφυλιακός τρόπος άσκησης της εξουσίας» (σελ. 298).

Και στο ισχύον Σύνταγμα του 1975 σημειώθηκε απόπειρα για μια αντίστοιχη οριοθέτηση των ελευθεριών με την απαγόρευση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, της οποίας κεντρική ιδέα ήταν, σύμφωνα με τον εισηγητή της πλειοψηφίας «… η προστασία της κοινωνίας από το άτομο εκείνον, το οποίο αρνείται να ασκήση τα δικαιώματά του εντός των τεθειμένων συνταγματικών ορίων» (σελ. 301). Και είναι ενδιαφέρουσα και η ερμηνεία του Προέδρου της Βουλής που παρατίθεται: «… εισάγει χωρίς υπερβολήν, εις τω δημοσίω βίο συμπεριφοράς, με ακαθορίστους, αλλά και ευπλάστους αρχάς, προσαρμοσίμους εις τας εκάστοτε συνθήκας και περιστάσεις…» (σελ. 302-3). Κοινώς, ένα δίκαιο που δε δεσμεύεται από το δίκαιο, και δίνει απεριόριστες εξουσίες στο κράτος για να βρει τρόπο να τιμωρήσει και να περιορίσει τους αντιπάλους του.

Βασικό θύμα της σχετικής διάταξης, με την ηπιότερη τελικά μορφή στην οποία κατέληξε, ήταν το δικαίωμα στην απεργία και η κήρυξη ως παράνομων των περισσότερων απεργιών, παρά τον εύλογο φόβο για τη χρήση του για την απαγόρευση κομμάτων και την περιστολή της ελευθεροτυπίας.

IV. Η κριτική της αριστεράς

Η αριστερά είχε μάλλον, κατά τα συμπεράσματα του συγγραφέα, μια χλιαρή κριτική, με την έννοια της επισήμανσης του κινδύνου φασιστικοποίησης του κράτους- καθώς μια τέτοια ρύθμιση αποσκοπούσε στον περιορισμό ή και την απαγόρευση άσκησης πολιτικών δραστηριοτήτων- η οποία τελικώς δεν άγγιξε τον πυρήνα της αντίφασης κοινωνίας και πολιτικής κυριαρχίας, όπως αναφέρεται.

Έτσι, στη σελ. 300 («η Αριστερά σηκώνει τα λάβαρα του φιλελευθερισμού») μας λέει ο Κουρουνδής: «… η Αριστερά επέλεξε να δώσει τη μάχη ενάντια στη φαλκίδευση των δικαιωμάτων υψώνοντας τα λάβαρα του φιλελευθερισμού και κατηγορώντας τις κυρίαρχες κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις ότι τα έχουν εγκαταλείψει». Ενώ παρακάτω επαναλαμβάνει (σελ. 306): «Η Αριστερά, συνέχισε λοιπόν να ασκεί κριτική στις- τόσο οικείες στη μεταπολεμική Ελλάδα άλλωστε- νοθεύσεις του φιλελευθερισμού, επιλέγοντας να αντλήσει βέλη αποκλειστικά από τη φαρέτρα του δικαιωματικού εγγυητισμού».

Ίσως, από την παράθεση των θέσεων των κομμάτων της αριστεράς, την πιο ριζοσπαστική αντίληψη για το ζήτημα να εξέφρασε το ΚΚΕ (χωρίς να σημαίνει, προφανώς, ότι δεν επιδέχεται κριτικής), το οποίο θεωρεί πως τα ατομικά δικαιώματα λειτουργούν ως εκτονώσεις, ενώ ξεσκεπάζουν τις αντιφάσεις του κοινωνικού συστήματος.

Τελικώς, φαίνεται πως το διακύβευμα πάντοτε είναι (σε μεγάλο βαθμό) η σχέση του κινήματος με το νόμο, η καθολική απόρριψή του, ο συμβιβασμός, η κριτική χρησιμοποίησή του, η παραβίασή του και η σημασία της για την κοινωνία και τις στρατηγικές του ανταγωνιστικού κινήματος. Ίσως τελικά η κατάληξη να μην είναι μόνο αποτέλεσμα της συμβιβαστικής αντιπολίτευσης, της ενεργητικο-παθητικής διεκδίκησης από τα έδρανα της Βουλής και τον κομματικό Τύπο, αλλά να είναι και ζήτημα προσέγγισης: τα δικαιώματα, αποκομμένα από την ταξική τους διάσταση- τόσο καταγωγικά, ως γεννήματα του φιλελευθερισμού, όσο και από άποψη χρησιμότητας (αμφίδρομης- διευρυντικής και περισταλτικής των ελευθεριών, κατά περίπτωση)- δεν μπορούν παρά να ταυτιστούν με τις αστικές ελευθερίες, ή, καλύτερα, την αστική σύλληψη των ελευθεριών.

Και πιθανόν αυτό που μένει να γίνει, ή θα μπορούσε να αποτελεί συμπλήρωμα, συνέχιση του ανοίγματος που έκανε ο Κουρουνδής, να είναι η καταγραφή της «συνολικής αντιπολίτευσης», δηλαδή αυτής που κινείται έξω από και ενάντια στην πολιτική που ασκείται με κοινοβουλευτικούς όρους (χωρίς να λείπει απόλυτα από το βιβλίο), στο βαθμό που αυτή δεν ήταν συσπειρωμένη γύρω από τους αυτόκλητους (και ιστορικά δικαιούμενους- όπως αυτοπαρουσιάζονται) εκφραστές της κοινωνίας.

Ο νόμος, λοιπόν, θα πρέπει να ιδωθεί ως μια κωδικοποίηση των σχέσεων δύναμης, πέρα από την αποκλειστικά κυριαρχική σύλληψη της εξουσίας. Επομένως, προφανώς υπάρχει ανάγκη για επίθεση σε αυτήν την -εκάστοτε- κωδικοποίηση, αλλά έχοντας πάντα στο νου ότι αυτή αποτελεί μια προσωρινή, ορατή και καθαρή υλοποίηση του μέρους (αν μπορούμε να το πούμε έτσι) των σχέσεων εξουσίας που μπορεί να γραφτεί και να υλοποιηθεί με αυτή τη μορφή (ως Δίκαιο), ή να χρησιμοποιηθεί συμβολικά, ως απειλή, κλπ. Έτσι, ο αγώνας δεν είναι νομικός, από την άλλη όμως αναπόφευκτα ο μετασχηματισμός των σχέσεων δύναμης περνά μέσα και από την κριτική, συγκρουσιακή, σχέση με το Δίκαιο.

Με αυτή την έννοια, «απελευθερώνοντας» τα δικαιώματα, ή και «απελευθερωνόμενοι-ες» από αυτά, θα πρέπει να μιλήσουμε για αυτά ως πρακτικές ελευθερίας, πέραν, πριν, παρά τη συνταγματική ή εν γένει νομική τους κατοχύρωση: ένα παράδειγμα είναι ότι η αριστερά λειτουργούσε Τύπο που ήταν παράνομος, ασκούσε δηλαδή ένα δικαίωμα που δεν ήταν κατοχυρωμένο, ήταν απαγορευμένο, το ασκούσε διεκδικώντας και τη θεσμική του αποτύπωση με τη μεγαλύτερη δυνατή κατοχύρωση της ελευθερίας, για να το παραβιάσει σε όφελος της τάξης, του κινήματος, όταν τα όριά του φαίνονταν αποτρεπτικά από την περαιτέρω κατοχύρωση τόπων ελευθερίας.

Αυτό το «ζικ-ζακ» που περιγράφει ο Κουρουνδής, είναι, χωρίς υπερβολή, μια μεγάλη παρακαταθήκη στην κριτική νομική σκέψη και την πολιτική θεωρία και ιστορία, από την μελέτη του οποίου θα βγει κερδισμένο ένα πραγματικά ευρύ κοινό, που ελπίζω να το επηρεάσει στην κατανόηση της πολιτικής διάστασης και της δυναμικότητας των κανόνων δικαίου, στο άκουσμα αυτού που ο Φουκώ ονόμασε «το μπουμπουνητό της μάχης»[2] και στην εμπέδωση του ότι, όπως οι συγκρούσεις οδηγούν σε ήττες, οδηγούν και σε νίκες.

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0) [2]