- Marginalia - https://marginalia.gr -

Θνητότητα και ελευθερία: Κριτικές σημειώσεις στο περιθώριο του βιβλίου του Μάρτιν Χάγκλαντ «Αυτή εδώ η ζωή – Γιατί η θνητότητα μας απελευθερώνει»

Αυτή εδώ η ζωή: Γιατί η θνητότητα μας απελευθερώνει [1]
Martin Hägglund
μετάφραση: Γιάννης Μολυνδρής – Παναγιώτης Διδάχος
Κύκλος, Αθήνα, 2025 || σελ. 512

 

Το παρόν άρθρο συνίσταται από κριτικές σημειώσεις στο περιθώριο του βιβλίου του Σουηδού φιλοσόφου Μάρτιν Χάγκλαντ (Martin Hägglund) (1976-): Αυτή εδώ η ζωή – Γιατί η θνητότητα μας απελευθερώνει (2025). Ο συγγραφέας είναι καθηγητής συγκριτικής λογοτεχνίας και ανθρωπιστικών επιστημών στο Πανεπιστήμιο Yale. Το βιβλίο, στο οποίο επισυνάπτεται εύστοχο κριτικό επίμετρο του Γιάννη Μολυνδρή, επιχειρεί μια τριμερή σύνθεση χαϊντεγκεριανών, εγελιανών και μαρξικών διδασκαλιών, και κηρύσσει αφενός έναν ριζοσπαστικό αθεϊσμό ως αναγκαία προϋπόθεση της «πνευματικής ελευθερίας» αφετέρου έναν «δημοκρατικό σοσιαλισμό» όπου το μέτρο της αξίας θα είναι ο κοινωνικά διαθέσιμος ελεύθερος χρόνος. Η κριτική που ακολουθεί γίνεται από τη σκοπιά ενός χριστιανού σοσιαλιστή και έχει την εξής μορφή: αρχικά διατυπώνεται η θέση του Χάγκλαντ και έπεται η απάντηση. 

  1. Το κεντρικό επιχείρημα του βιβλίου

Η θνητότητα, ότι ο χρόνος της ζωής μας είναι πεπερασμένος, αποτελεί αναγκαία συνθήκη για να έχει η ζωή μας νόημα και σκοπό. Τα πρόσωπα και τα πράγματα είναι σημαντικά για εμένα, ακριβώς επειδή είμαι θνητός. Αν ήμουν αιώνιος, δεν θα ετίθετο το ερώτημα «τι πρέπει να κάνω με τον χρόνο μου», δεν θα υπήρχε κανένα επίδικο, καμία προτεραιοποίηση των δραστηριοτήτων μου, κανένα επείγον σχέδιο, καμία ανάγκη να αφιερώσω τη ζωή μου στο οτιδήποτε· συνεπώς, δεν θα ήμουν ελεύθερος και υπεύθυνος. Επιπλέον, η αναγνώριση της κοινής μας ευθραυστότητας, ευαλωτότητας και περατότητας συνιστά απαραίτητο όρο της μέριμνας για τους άλλους, της αλληλοβοήθειας και της δημιουργίας θεσμών κοινωνικής δικαιοσύνης και υλικής ευημερίας.

Εν αντιθέσει προς τη θρησκευτική πίστη, η οποία υποτιμά την παρούσα, πεπερασμένη ζωή ως μια κατώτερη, αξιοθρήνητη, πεπτωκυία μορφή ύπαρξης, που οφείλουμε ιδανικά να υπερβούμε, η κοσμική πίστη ισοδυναμεί με αφοσίωση σε μια ζωή που θα τερματιστεί αμετάκλητα, σε σχέδια εγκόσμια και έγχρονα, που ενδέχεται να αποτύχουν και να καταστραφούν, σε πρόσωπα που πέπρωται, αργά ή γρήγορα, να πεθάνουν. Η κοσμική πίστη δεν επιδιώκει να νικήσει τον θάνατο, αλλά να τον αναβάλει και να βελτιώσει την ποιότητα της ζωής. Ενώ η θρησκευτική πίστη καλλιεργεί την παθητικότητα, η κοσμική πίστη δεν προάγει απλώς την ηθική και πολιτική δέσμευση και κινητοποίηση, είναι ο αναγκαίος όρος της.

  1. Κριτικές σημειώσεις στο περιθώριο

Πράγματι, οι αποκαλυπτικοί συγγραφείς του ιουδαϊσμού κατ’ αρχάς και έπειτα ο Ιωάννης, που ακολουθεί τα βήματά τους, θεωρούν την ολοκληρωτική καταστροφή του παλαιού ως αναγκαία προϋπόθεση για να έλθει στη θέση του κάτι ριζικά καινούριο· δεν μπορούν να εκφράσουν διαφορετικά την αλλαγή και τη μεταμόρφωση του κόσμου από το αρνητικό στο θετικό, από το κακό στο καλό. Ωστόσο, ακριβώς γι’ αυτό, η εν λόγω διδασκαλία έχει έναν σαφέστατα επαναστατικό χαρακτήρα, αφού αποκλείει κάθε συμβιβασμό με ή προσαρμογή στο υπάρχον, απαιτώντας την εκ βάθρων επανοικοδόμηση του κόσμου, και μη αρκούμενη σε μερικές βελτιώσεις.

Σύμφωνα με τη Βίβλο, ο άνθρωπος είναι ιερέας και οικονόμος της Κτίσης και έλαβε την εντολή από τον Θεό να εργάζεται επ’ αυτής και να τη φυλάσσει. Δεδομένου δε ότι η Φύση είναι λίαν καλό δημιούργημα του Θεού, η καταστροφή της συνιστά μεγίστη αμαρτία και εκδήλωση της απομάκρυνσης του ανθρώπου από τον Πλάστη του. Γι’ αυτό και ο χριστιανός αγωνίζεται για την προστασία του περιβάλλοντος και στρατεύεται στο οικολογικό κίνημα.

Στον χριστιανισμό, κάθε ατομικό ον είναι πρόσωπο, μοναδικό και αναντικατάστατο, για τη σωτηρία του οποίου σταυρώθηκε και ανέστη ο Χριστός. Το ανθρώπινο πρόσωπο, ως εικόνα και τέκνο του Θεού, έχει άπειρη και απόλυτη σημασία και δεν επιτρέπεται να εργαλειοποιείται για την προώθηση οποιουδήποτε ιστορικού ή άλλου σκοπού.

Πράγματι, η πεπερασμένη, επίγεια ζωή δεν έχει σημασία από μόνη της, πλην τούτο ουδόλως σημαίνει ότι παύει να έχει σημασία γενικώς. Μάλιστα, ακριβώς επειδή αποτελεί το στάδιο του αγώνα για τη σωτηρία, το πεδίο εκδίπλωσης της ανθρώπινης αρετής και την πρόγευση της μέλλουσας ζωής, ενέχει τεράστια, καθοριστική σημασία. Δηλαδή, ο χριστιανισμός δεν απολυτοποιεί ασφαλώς την πεπερασμένη ζωή, αλλά ούτε την υποβιβάζει· τη βλέπει σε μια διαλεκτική σχέση κι ενότητα με την αιώνια.

Το θέλημα του Θεού και κατ’ επέκτασιν ο σκοπός της ζωής του χριστιανού συμπυκνώνεται στην τήρηση της εντολής της αγάπης. Όμως, η αγάπη είναι έμπρακτη και οπωσδήποτε συμπεριλαμβάνει αφενός τη μέριμνα για τις δημόσιες υποθέσεις αφετέρου την πρόνοια για τις μελλοντικές γενιές. Το να παραδώσουμε στα παιδιά μας έναν βιώσιμο κόσμο συνιστά εκδήλωση αγάπης προς αυτά και χριστιανικό καθήκον.

Το κίνητρο του χριστιανού για την τήρηση του Χρυσού Κανόνα είναι ένα και μόνο: η αγάπη. Αυτή άλλωστε είναι και η ειδοποιός διαφορά του χριστιανικού Χρυσού Κανόνα από την, φαινομενικά παρεμφερή προς αυτόν, καντιανή κατηγορική προσταγή, όπου ο ηθικός νόμος είναι εντελώς αποκαθαρμένος από οιαδήποτε εμπειρική πρόσμιξη και η πράξη οδηγείται από τον καθαρό πρακτικό λόγο.

Η Βασιλεία του Θεού δεν είναι μια κατάσταση ακινησίας, αδράνειας και μονοτονίας ούτε συνεπάγεται την απορρόφηση της ατομικότητας από τη θεία παρουσία. Απεναντίας, η κίνηση διατηρείται, καίτοι απελευθερωμένη από τοπικούς και χρονικούς προσδιορισμούς, πρώτον, διότι αποτελεί εγγενή ιδιότητα του κτιστού όντος, και δεύτερον, γιατί παράγεται από την ακόρεστη όρεξη για απόλαυση του θείου, το οποίον είναι άπειρο και ανεξάντλητο. Οι κινητήριες δυνάμεις της ψυχής δεν καταργούνται ούτε αδρανούν, αλλά μετασκευάζονται: η επιθυμία γίνεται θείος έρωτας και ο θυμός πνευματική ζέση και σώφρων μανία για τον Θεό. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής αποδίδει αυτήν την αντιφατική για την τυπική λογική εσχατολογική συμφιλίωση της απαρασάλευτης στάσης εντός της θείας αγάπης με την ατελεύτητη και ακατάπαυστη κίνηση που ελαύνεται από τον αχόρταγο πόθο του Θεού με το περίφημο δίπολο όρων «στάσις εικίνητος» και «κίνησις στάσιμος»!

Εντούτοις, π.χ. κατά την Αρχαιότητα, ο θάνατος εμφανίζεται όντως ως έμπλεος νοήματος:  ως επισφράγιση μιας ενάρετης ζωής· ως γενναίος, ηρωικός, ένδοξος θάνατος, στο πεδίο της μάχης· ως θάνατος για την υπεράσπιση ανώτερων ιδανικών (πατρίδα, θρησκευτική πίστη κ.α.).

Όχι μόνον η Θεολογία της Απελευθέρωσης, στη Λατινική Αμερική, την Κορέα και αλλού, αλλά κι ένα πλήθος άλλων πολύμορφων κοινωνικών, εργατικών και περιβαλλοντικών κινημάτων, εμπνέονται από τον ριζοσπαστισμό του Ευαγγελίου. Ακόμη και οι θεσμικές εκκλησίες, όπως η Ρωμαιοκαθολική υπό τον αείμνηστο πάπα Φραγκίσκο ή η Ορθόδοξη υπό τον οικουμενικό πατριάρχη Βαρθολομαίο, έχουν συστηματικά εκφραστεί και παρέμβει κατά της φτώχειας, της εκμετάλλευσης και της παραβίασης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και υπέρ της ειρήνης, της οικολογικής ισορροπίας, των προσφύγων και των μεταναστών. 

Αν δούμε το πράγμα ιστορικά, ας μη λησμονούμε ότι η μεγαλύτερη κοινωνική επανάσταση στην Ευρώπη, από πλευράς θυμάτων της καταστολής (100.000!) υπήρξε ο Πόλεμος των Χωρικών τον 16ο αιώνα, με πρωτεργάτη τον Γερμανό κληρικό και θεολόγο Τόμας Μύντσερ. Επίσης, σύμφωνα με τον Ένγκελς, όλες οι εξεγέρσεις των χωρικών και των πληβείων των πόλεων κατά τον Μεσαίωνα και την αρχή των Νέων Χρόνων εμπνέονταν από τον πρώιμο χριστιανισμό και επαγγέλονταν την επιστροφή σ’ αυτόν.

Όταν αγαπώ κάποιον, τίποτε δεν αποκλείει, αφενός να νοιάζομαι εντατικά και να αγωνίζομαι πυρετωδώς για την επίγεια ευδοκίμησή του, αφετέρου να προσβλέπω σε μια αιώνια συνύπαρξη και ένωση μαζί του, τουτέστιν στον αφθαρτισμό του αγαπητικού μας δεσμού. Μάλιστα, σύμφωνα με τον Άντονυ Μπλουμ (Μητροπολίτη Σουρόζ), το να πεις σ’ έναν άνθρωπο «σ’ αγαπώ» ισοδυναμεί με το να του πεις «δεν θα πεθάνεις ποτέ». Δηλαδή, ο αγαπών επιθυμεί διακαώς, ποθεί εκ βάθους καρδίας ακριβώς αυτό: την αθανασία του αγαπημένου· του είναι αδιανόητος ο εκμηδενισμός του.

Τωόντι, σύμφωνα με τον απόστολο Παύλο, οι χριστιανοί δεν λυπούνται όπως «οι άλλοι, που δεν ελπίζουν πουθενά». «Εμείς πιστεύουμε ότι ο Ιησούς πέθανε κι αναστήθηκε· το ίδιο πιστεύουμε κι ότι αυτούς που πέθαναν πιστεύοντας στον Ιησού, ο Θεός θα τους αναστήσει για να ζήσουν μαζί του», γράφει στους Θεσσαλονικείς (Α΄ Θεσ 4:13-14). Ωστόσο, είναι ανθρώπινο, κανείς να θρηνεί για τον έστω πρόσκαιρο χωρισμό από τον αγαπημένο. Άλλωστε, είναι άλλο το ιδανικό, το οποίον ουδείς δύναται να ενσαρκώσει πλήρως, και άλλο η πραγματική ζωή, η οποία εμπεριέχει εγγενώς την αδυναμία και την ατέλεια.

Η χριστιανική ηθική δεν είναι συνεπειοκρατική-ωφελιμιστική· η ορθότητα μιας πράξης δεν κρίνεται από τις συνέπειές της, τουτέστιν από το αν παράγει επωφελή ή βλαβερά αποτελέσματα. Είναι αρεταϊκή· εστιάζει στο τι είδους άνθρωποι πρέπει να είμαστε, ποια γνωρίσματα πρέπει να έχει ο χαρακτήρας μας, ποιες ποιότητες πρέπει να έχουμε ως πρόσωπα, για να μπορούμε να δρούμε ορθά. Αποτιμά όχι ευθέως τις πράξεις ή τους κανόνες, αλλά τους ανθρώπους οι οποίοι έχουν ορισμένα γνωρίσματα, και ακριβώς επειδή έχουν αυτά τα γνωρίσματα, μπορούν να συμπεριφερθούν με έναν ορισμένο τρόπο, που είναι και ο ηθικά σωστός. Οι άνθρωποι αυτοί είναι οι άγιοι. Ο άγιος δεν έχει κάποια γενική φόρμουλα, σχετικά με το τι πρέπει να πράττει σε συγκεκριμένες καταστάσεις· όταν βρεθεί μπροστά σε ένα δίλημμα, καλείται να αποδείξει την αρετή του. Και η μείζων χριστιανική αρετή, το θεμέλιο όλων των άλλων αρετών, είναι η αγάπη, η άνευ όρων αγάπη, ακόμη και προς τους εχθρούς.

Έπειτα, δεν είναι ακριβές ότι η χριστιανική ηθική απορρίπτει τον ανθρώπινο λόγο ως έρεισμα της ηθικής, ταυτιζόμενη αποκλειστικά με τις θείες εντολές, ότι δηλαδή, ως προς το ζήτημα της έσχατης πηγής των ηθικών κανόνων, είναι ριζικά ετερόνομη. Κατά τον Καντ, το άτομο είναι αυτόνομο, όταν θέτει τους κανόνες όχι αυθαίρετα, αλλά κατ’ αναφοράν προς τον ιδεώδη, καθολικό, οικουμενικό Λόγο. Όμως, ο Λόγος αυτός αποτελεί εκδήλωση του αντικειμενικού (ή οντολογικού) Λόγου, συνεπώς αίρεται η υποτιθέμενη αντίθεση θείου νόμου και ανθρωπίνου λόγου. Οι απαρχές της ιδέας αυτής ανάγονται στην αρχαία φιλοσοφία και δη στον Ηράκλειτο και τους Στωικούς. Άλλως ειπείν, ακολουθώντας τον Χέγκελ: το ανθρώπινο πνεύμα συνυφαίνεται, τελεί εν ενότητι μετά του Θείου Πνεύματος. Έτσι, η απολυτότητα της διχοτομίας λόγου-πίστης, κοσμικής-θρησκευτικής ηθικής, ξεθωριάζει.

Αυτή είναι η μισή αλήθεια! Η υπό του Μαρξ θεώρηση του θρησκευτικού φαινομένου είναι διαλεκτική· η θρησκεία έχει έναν διττό-αντιφατικό χαρακτήρα και ρόλο: από τη μια εκφράζει την πραγματική δυστυχία, και δικαιολογεί και νομιμοποιεί την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων, από την άλλη λειτουργεί ως διαμαρτυρία, κριτική, ακόμη και εξέγερση εναντίον της υπάρχουσας κοινωνίας.

Ο Κινγκ ήταν αυτός που ήταν, ακριβώς επειδή ήταν χριστιανός· αλλιώς δεν θα ήταν ο Κινγκ, όπως τον γνωρίσαμε. Δεν μπορούμε και δεν δικαιούμαστε να δούμε την κοσμική του πλευρά ξέχωρα από τη χριστιανική του πίστη και μαρτυρία. Θα επρόκειτο για μία τεχνητή και παραπλανητική διάσπαση της ενιαίας ταυτότητάς του. Ότι η πίστη του Κινγκ δεν ήταν κοσμική εκφαίνεται στο κήρυγμά του της εντελώς υπερκόσμιας και παράλογης για τον κοσμικό νου αγάπης για τους εχθρούς. Αγαπώ τον εχθρό μου, λέει, επειδή «η εικόνα του Θεού είναι χαραγμένη στην ύπαρξή του με τρόπο ανεξίτηλο»,[1] και «γιατί ο Θεός τον αγαπά».[2] Και συνεχίζει: «Στείλτε τα μεσάνυχτα στις κοινότητές μας τους μασκοφόρους σας να μας βιάσουν και να μας εγκαταλείψουν ημιθανείς κι εμείς θα σας αγαπούμε ακόμη»![3] Δεν νομίζουμε πως ένας πολιτικός επαναστάτης ή αγωνιστής με αμιγώς κοσμική πίστη θα έφθανε ποτέ σ’ αυτό το υπερφυσικό ύψος.

Για τον χριστιανό, η κοινωνική αδικία, υπό τη μορφή είτε της οικονομικής υποδούλωσης (φτώχειας, εκμετάλλευσης) είτε της πολιτικής τυραννίας, συνιστά εκδήλωση του κακού, του δαιμονικού, των δυνάμεων του θανάτου, που μέσα στην ιστορία αντιστρατεύονται το θέλημα και τη Βασιλεία του Θεού. Απεναντίας, η ισότητα, η ελευθερία, η αδελφότητα και η δικαιοσύνη αποτελούν καρπούς του Πνεύματος. Όθεν, όποιος παλεύει γι’ αυτές, μαχόμενος κατά της «δομικής αμαρτίας», ήτοι ενάντια στο σύνολο των άδικων και καταπιεστικών κοινωνικών και πολιτικών δομών, πράττει το θέλημα του Θεού και υπηρετεί, ήδη από την παρούσα ζωή, τη Βασιλεία Του. Το δε θέλημα του Θεού δεν είναι γνωστικά απροσπέλαστο, αφού είναι κατ’ αρχήν αποκεκαλυμμένο από τον Ιησού και περιέχεται στη Βίβλο· ομοίως, η Βασιλεία Του δεν είναι κάτι νεφελώδες και αόριστο, αλλά έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο. Επιπροσθέτως, στον χριστιανισμό, ο άνθρωπος δεν περιμένει παθητικά να τον σώσει κάποιος από μηχανής θεός, αλλά, μέσω των αγώνων που αναλαμβάνει, γίνεται όργανο της δράσης του Θεού στην ιστορία. 

Ως προς τη φιλανθρωπία: Η ελεημοσύνη προσφέρει άμεση στήριξη και ανακούφιση του πάσχοντος και δοκιμαζόμενου συνανθρώπου· ισοδυναμεί με επείγουσα ανάληψη της ευθύνης για τον άλλον. Σύμφωνα, ωστόσο, με τους Πατέρες οφείλει, αφενός να έχει την αυτεπίγνωση ότι είναι ανεπαρκής, αφετέρου να μη λειτουργεί ως πονηρό άλλοθι του ενόχου συστήματος που παράγει και συντηρεί την αδικία. Ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης γράφει χαρακτηριστικά: «Ποιό το όφελος, αν δημιουργείς πολλούς φτωχούς (με την εκμετάλλευση) κι ανακουφίζεις έναν (με την ελεημοσύνη); Αν δεν υπήρχε το πλήθος των τοκογλύφων (των εκμεταλλευτών γενικά), δεν θα υπήρχε ούτε η στρατιά των πεινασμένων. Ας διαλυθούν τα οργανωμένα οικονομικά συμφέροντα και όλοι θα αποκτήσουμε την οικονομική μας αυτάρκεια».[4]

Δηλαδή, στον δημοκρατικό σοσιαλισμό, δεν θα έχουν θέση η ανεξιθρησκία και η θρησκευτική ελευθερία; Αν η «πρακτική ταυτότητα» ενός ατόμου συνίσταται στο να είναι χριστιανός, η ταυτότητα αυτή θα του απαγορευτεί δια νόμου; Δεν περιλαμβάνεται το θρησκεύειν στις ενδεχόμενες δραστηριότητες του ελεύθερου χρόνου, στις επιλογές αυτοεκπλήρωσης του «βασιλείου της ελευθερίας»;

Η διηνεκής απειλή του θανάτου και οι μετ’ αυτού συνδεόμενες ψυχικές και σωματικές αδυναμίες (φθορά, αρρώστια, γήρας) προκαλούν τον φόβο και την ανησυχία, που με τη σειρά τους γεννούν την ιδιοτέλεια και τον εγωισμό. Το ένστικτο της αυτοσυντήρησης μπορεί να ιδωθεί στο ίδιο πλαίσιο, ως έκφραση της αγωνιώδους ανάγκης και επιδίωξης του ανθρώπου να ξεφύγει από τη μέγγενη της θνητότητας που διαρκώς τον περισφίγγει. Η δύναμη του θανάτου δεν αφήνει τον άνθρωπο να αγαπήσει ελεύθερα τον πλησίον του, να υπερβεί τον ατομοκεντρισμό του, και να ενσωματωθεί αρμονικά στην κοινότητα· υποτάσσοντάς τον στην αναγκαιότητα της επιβίωσης και τροφοδοτώντας τη φιλαυτία και τα πάθη (μίσος, φθόνος, εχθρότητα), υποσκάπτει και ναρκοθετεί κάθε προσπάθεια θέσμισης μιας συντροφικής κοινωνίας ισότητας και αδελφοσύνης. Θα λέγαμε πως ο κομμουνισμός στην πληρότητά του είναι ανέφικτος, όσο ο άνθρωπος παραμένει θνητός και άρα υποκείμενος στο ψύχος της εγωλατρίας και του συμφέροντος. Οπωσδήποτε, η επαναστατική αλλαγή των συνθηκών και της αγωγής εξασφαλίζει μια νέα διαπαιδαγώγηση, πλην όμως, αναπόφευκτα, ένα υπόλοιπο αλλοτρίωσης απομένει ανεξάλειπτο, καθώς σχετίζεται με και απορρέει από τη θνητότητα. 

Ωσαύτως: σύμφωνα με τον Μαρξ, ουσιώδη ποιότητα της κομμουνιστικής κοινωνίας αποτελεί η ελεύθερη κι ολόπλευρη ανάπτυξη του ατόμου, και η καθολική κι απόλυτη εκδίπλωση των δημιουργικών του δυνατοτήτων. Όμως, όπως ορθά παρατηρεί ο Έριχ Φρομ, «το γεγονός ότι ο άνθρωπος είναι θνητός, οδηγεί σε μια άλλη αντίφαση: ενώ είναι φορέας όλων των ανθρώπινων δυνατοτήτων, το μικρό διάστημα της ζωής δεν του επιτρέπει την ολόπλευρη ανάπτυξή τους, ακόμη και κάτω από τις πιο ευνοϊκές συνθήκες. […] Η ζωή του ανθρώπου, αρχίζοντας και τελειώνοντας σε κάποιο τυχαίο σημείο του εξελικτικού προτσές της φυλής, συγκρούεται τραγικά με τις αξιώσεις του ατόμου για την πραγματοποίηση όλων των δυνατοτήτων του».[5] Εδώ εντοπίζεται άλλη μια ριζική κι ανυπέρβλητη υπονόμευση του κομμουνισμού από την ανθρώπινη θνητότητα. 

Συμπερασματικά, το βασίλειο της ελευθερίας προϋποθέτει την αθανασία για την αληθινή ολοκλήρωσή του· ο κομμουνισμός έχει ανάγκη τη λύτρωση από τον θάνατο· η Επανάσταση συνδέεται με και εξαρτάται από την Ανάσταση!

Ένας μαρξιστής στοχαστής που έχει πλήρη επίγνωση ότι το Μηδέν του θανάτου τείνει να ακυρώσει τα επιτεύγματα της κοινωνικής επανάστασης, καθιστώντας τα κελύφη κενά περιεχομένου, είναι ο Ερνστ Μπλοχ. Στο έργο του Φυσικό δίκαιο και ανθρώπινη αξιοπρέπεια (1961), γράφει: «Βεβαίως, μια κοινωνία που δεν θα είναι πλέον ανταγωνιστική, θα κρατά στα χέρια με σιγουριά όλα τα εγκόσμια πεπρωμένα, θα εδραιώνει μια αποδέσμευση από την οικονομικο-πολιτική κατάσταση και το πεπρωμένο, αλλά ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο θα εμφανίζονται με πιο απτό τρόπο οι απαξιωτικές διαστάσεις της ύπαρξης, από τα σαγόνια του θανάτου μέχρι τη βιοτική άμπωτη της βαριεστημάρας, του κορεσμού. Οι απεσταλμένοι του Μηδενός έχουν χάσει τις απλές αξίες που είχαν στην ταξική κοινωνία και φέρουν τώρα μια όψη νέα, μέχρι τούδε εν πολλοίς αφάνταστη, αλλά η σκοποθεσία που διακόπτεται με την παρουσία τους συνεχίζει να κατατρώει με έναν νέο τρόπο».[6]

Σε ένα ακόμη υστερότερο έργο του, το οποίο συνέγραψε ενώ διήγε την ένατη δεκαετία της ζωής του, στο Ο αθεϊσμός στον χριστιανισμό (1973), προβαίνει σε μια «φαινομενολογική» απόδειξη της αθανασίας, στηριζόμενος στην τελεολογική φύση και πρόθεση της ανθρώπινης ουσίας.[7] Ο βαθύς, γεμάτος ένταση πυρήνας μας δεν έχει ακόμη έλθει στην επιφάνεια, η αυθεντική εστία της ύπαρξής μας παραμένει προς το παρόν ανεύρετη, ο «κεκρυμμένος άνθρωπος» δεν έχει ακόμη εμφανιστεί πουθενά, δεν έχει ποτέ αντικειμενικά γεννηθεί. Επομένως, δεν μπορεί και να αποβιώσει, «κατέχει μια θέση που είναι απολύτως έκκεντρη και έξω από τον όλεθρο τού είναι που προξενεί ο θάνατος».[8] Η αναχώρηση από τη ζωή μέσω του θανάτου δεν μπορεί να οδηγεί στο μηδέν, όσο υπάρχει ακόμη διαλεκτική πορεία, και απόσταση που μέλλει να διανυθεί ως το τέλος, τουτέστιν ως το ανθρώπινο είναι εν αληθεία· γενικότερα, όσο υπάρχει ακόμη αρκετός χώρος για μελλοντικές πραγματώσεις της -κατάφορτης από αντικειμενικές και πραγματικές δυνατότητες- φύσης (υπό την έννοια της natura naturans, φύουσας φύσης). Η φύση είναι «ατελείωτη και δεν έχει τελεσιδικήσει με τον εαυτό της»· το ίδιο και ο άνθρωπος: ως ένα ον εν κινήσει, ως «ό,τι δεν έχει γίνει ακόμη», δεν μπορεί να εκμηδενιστεί από τον θάνατο.[9]

Σύμφωνα με τη θεολογία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, ο άνθρωπος δεν σώζεται μόνο δια της πίστεως (όπως διδάσκει ο προτεσταντισμός)· είναι επίσης αναγκαία τα καλά έργα. Αυτή η διαλεκτική θείας χάριτος και ανθρώπινης ελεύθερης βούλησης εκφράζεται με τον όρο συνέργεια. Συνεπώς, ο χρόνος έχει καίρια σημασία: πρέπει να γεμίσει με καλά έργα. Ο απόστολος Παύλος προτρέπει: «Να χρησιμοποιείτε σωστά το χρόνο σας» (Εφ 5:16)∙ αν δεν το πετύχουμε, τότε θα πάθουμε κι εμείς ό,τι διαβάζουμε στον 77ο Ψαλμό (33): «Και φύγαν για το τίποτα οι μέρες τους / και πρόωρα τα χρόνια τους τελειώσαν». Εν ολίγοις, για τον χριστιανό, το ερώτημα «τι πρέπει να κάνω με τον χρόνο μου», όχι απλώς τίθεται, αλλά είναι κεντρικό από υπαρξιακή και σωτηριολογική άποψη.

Μολοντούτο, αν η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα είναι δεδομένη -που είναι, για τον πιστό-, ο άνθρωπος δεν είναι πνευματικά ελεύθερος, υποστηρίζει ο Χάγκλαντ. Πράγματι, κατά την αριστοτελίζουσα πατερική θεολογία, π.χ. τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, ο άνθρωπος καλείται στη ζωή του να πραγματώσει ένα τέλος, να φθάσει σε έναν προορισμό, που είναι ο λόγος του, ήγουν το θέλημα του Θεού γι’ αυτόν. Πλην η πνευματική ελευθερία δεν καταργείται, διότι, καίτοι ο σκοπός της ζωής είναι δοσμένος άνωθεν, η υλοποίησή του, η ενεργοποίηση του δυνάμει, εξακολουθεί να εναπόκειται στην προσωπική προαίρεση και αυτεξουσιότητα.  

Η εν λόγω θέση ερείδεται στη σιωπηρή προκείμενη ότι, μεταξύ επέκεινα και ενθάδε, υπάρχει σαφής χωρισμός, κάτι που δεν ισχύει για τον χριστιανό. Ο πιστός δεν βιώνει κανέναν διχασμό ανάμεσα στο νυν και το μετά, το επίγειο και το ουράνιο, την παρούσα και τη μέλλουσα ζωή. Η παρούσα ζωή είναι πρόγευση της μέλλουσας, καθώς τα έσχατα εισβάλλουν στο παρόν και το μεταμορφώνουν, μέσω των εκκλησιαστικών μυστηρίων και της αγάπης. Ο κόσμος πάλι είναι μια θεοφάνεια, καθετί όμορφο εντός του συνιστά αποτέλεσμα της άκτιστης ενέργειας του Αγίου Πνεύματος. Εν κατακλείδι, ο χριστιανός ζει κιόλας, από τώρα, στη Βασιλεία του Θεού. Γι’ άλλη μια φορά, αρμόζει η διαλεκτική: «ήδη και όχι ακόμη».


Το κείμενο του Γιώργου Κρανιδιώτη επιμελήθηκε ο Αντώνης Γαζάκης

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0) [2]

Υποσημειώσεις[+]