Ο Ελπήνορας δεν κατηγόρησε ποτέ τον Οδυσσέα για τον χαμό του.[1] Ακόμα χειρότερα για εμάς τους σύγχρονους, δεν σκέφτηκε ποτέ να μειώσει τον ήρωα για να νιώσει καλύτερα με τον εαυτό του. Υπάρχει κάτι φριχτό στα έθνη που αναγκάζονται να καταφύγουν στους ήρωες, κάτι πνιγηρό στις εγκλωβισμένες κοινωνίες και ζωές που ανασταίνονται μόνο μέσα από τις θυσίες του Άλλου και τις ασκήσεις αναθύμησής τους. Πρώτος ο Μπρεχτ το διατύπωσε με γλαφυρότητα, βάζοντας έναν καλοθρεμμένο και σε νάρκη Γαλιλαίο να απορρίπτει την ηρωοποίηση του ως αλλεργικός στις άβολες θυσίες.[2] Όμως ήρωες υπάρχουν, υπήρξαν και θα υπάρξουν και στο μέλλον. Τους φτιάχνει η ζωή, μακριά από τα μονόπλανα της λογοτεχνίας και της ψηφιακής μυθοπλασίας.
Έκανα αυτές τις σκέψεις παρακολουθώντας ένα βίντεο που ο αλγόριθμος στο Facebook θεώρησε πως θα με ενδιέφερε, ένα απόσπασμα από εκπομπή του Ρένου Αποστολίδη. Η θέση του ξεκάθαρη: κανένας θάνατος δεν είναι ηρωικός όταν έρχεται πρόωρα και βίαια. Το ενδιαφέρον μου κίνησαν τα σχόλια κάτω από το απόσπασμα. Σχόλια περί ορισμού του τι εστί ήρωας και ποιος έχει το δικαίωμα να θεωρείται ήρωας. Μια συζήτηση παρελκυστική που ξεθάψαμε πρόσφατα, όπως ξεθάβουμε τα οστά των ηρώων μας, με αφορμή μια τυχαία ανακάλυψης στο eBay: κάποιος πούλαγε φωτογραφίες των εκτελεσθέντων στην Καισαριανή, ανθρώπων που οδηγήθηκαν, κατά παράβαση κάθε κανόνα πολέμου, κάθε έννοιας δικαιοσύνης και ηθικής, στο εκτελεστικό απόσπασμα.
Έτσι, ξεκίνησε πάλι μια συζήτηση για το αν ήταν ήρωες, αν έπρεπε να πεθάνουν, αν εργαλειοποιήθηκαν τότε ή τώρα από την Αριστερά, αν είναι ήρωες του «Έθνους» ή της ιδεολογίας τους. Μια συζήτηση χρήσιμη καταποντίζεται από ιδεολογικές αγκυλώσεις και μικρότητες. Μια παθολογία, όμως, γίνεται εμφανής. Η σύγχρονη ελληνική κοινωνία, γαλουχημένη στην προγονολατρεία της, στην πράξη υποφέρει κάθε φορά που καλείται να θυμηθεί και όχι να απαγγείλει από στήθους έτοιμες και επιμελημένες αφηγήσεις. Πάσχει από την ιστορική της μνήμη και το παρελθόν της με τον τρόπο του αυτοάνοσου.
Για αιώνες το παρελθόν ήταν το φέουδο των «Μεγάλων Ανδρών», η μνήμη που γινόταν Ιστορία ήταν το βασίλειο των ηρώων. Ανδριάντες αυτοκρατόρων και στρατηγών από την αρχαιότητα συνάντησαν αγίους στον Μεσαίωνα και ποιητές και βιομήχανους στη νεωτερικότητα, σε ένα αδιάσπαστο συνεχές που έχτιζε αφηγήματα περί έθνους και ταυτότητας.
Η κοινότητα αγκάλιαζε αυτά τα μνημεία των νικητών, τα προσκυνούσε σε επετείους και τα έραινε με λουλούδια. Η Ιστορία ήταν θρίαμβος, ακόμα και αν αυτός είχε βαπτιστεί στο αίμα. Ακόμα καλύτερα, η Ιστορία ήταν διδακτική, υπήρχαν καλοί και κακοί, και εμείς ήμασταν πάντα οι καλοί. Ακόμα και αν αιματοκυλούσαμε την Τριπολιτσά, ακόμα και αν καίγαμε γυναικόπαιδα σε τζαμιά της Μικράς Ασίας, είχαμε το ηθικό πλεονέκτημα. Στο δικαστήριο της Ιστορίας δίναμε την ουγγιά σάρκας μαζί με το ανάλογο αίμα για να φύγουμε αθώοι από την αίθουσα. Αλλά η χρυσή εποχή της Μνήμης έσβησε και αυτή στα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Οι θεμελιωτές των μνημονικών σπουδών, αυτοί που πάλεψαν να καταλάβουν το πώς το παρελθόν γίνεται ιστορία,[3] ο Maurice Halbwachs, ο Pierre Nora και οι Jan και Alice Assmann, διέκριναν τη μεταβολή που θα βασάνιζε τις κοινωνίες μας στο μέλλον.[4] Πλέον δεν είχαμε «ήρωες», είχαμε θύματα που καλούσαν για δικαίωση. Εκατομμύρια αθώα θύματα που δεν σκοτώθηκαν κρατώντας Θερμοπύλες ή σε κάποιο ταμπούρι έξω από το Μανιάκι, αλλά άοπλοι μπροστά σε έναν τοίχο. Αυτό που θα μας βασάνιζε πλέον ήταν το γιατί σκοτώθηκαν. Αυτό που θα μας βασάνιζε μελετώντας το παρελθόν ως ιστορικοί ή μελετητές του, θα ήταν να διακρίνουμε γιατί το «Έθνος» ή η «κοινωνία» επέλεξε να θυμάται κάποιους ως ήρωες και κάποιους απλά τους ξέχασε.
Οι δημόσιες τοποθετήσεις και κυρίως οι αυθόρμητοι διαδικτυακοί διάλογοι γύρω από τις προσφάτως ανακαλυφθείσες φωτογραφίες αναλώθηκαν σε μια διερεύνηση των πεπραγμένων των 200 και της ιδεολογικής τους ταυτότητας. Τοποθετήσεις εγκλωβισμένες στην ψευδαίσθηση της θαρραλέας αναζήτησης της Αλήθειας, στην αυταρέσκεια της δύσκολης αλήθειας.
Ο Halbwachs πρώτος σημείωσε πως η «συλλογική μνήμη» είναι μια κοινωνική κατασκευή που καθορίζεται από την ιδεολογία, την τάξη, τη θρησκεία και την εθνοτική μας ταυτότητα.[5] Δεν ξεχνάμε τυχαία, δεν είμαστε θύματα κάποιου βιολογικού περιορισμού της μνήμης. Αυτή η επιμελημένη μνήμη χαράζεται στα μνημεία, όπως σημείωσε ο Νορά στο έργο του, για να μη χαθεί.[6] Και φυσικά αυτή είναι που θα γίνει η επίσημη Ιστορία του Έθνους-Κράτους, ώστε οι διάφοροι ειδικοί του είδους να αναλάβουν την αναπαραγωγή της στα σχολεία, τους δημόσιους χώρους και στις επετείους.[7]
Οι φωτογραφίες των 200 της Καισαριανής σε αυτή τη μάχη της συλλογικής μνήμης ξύπνησαν και έναν μικρό διάλογο γύρω από τα γεγονότα που οδήγησαν στην εκτέλεσή τους. Γεγονότα εν πολλοίς γνωστά στους ειδικούς και τους μελετητές της περιόδου (αντίποινα για την εκτέλεση του υποστράτηγου Φραντς Κρεχ έξω από τους Μολάους στις 27 Απριλίου του 1944 από δυνάμεις του ΕΛΑΣ), που στη συχνά παρελθοντολογούσα κοινωνία μας ελάχιστα εξετάζονται.[8] Η μάχη είναι για το ποιος μπορεί να μπει στο Πάνθεον των Ηρώων του Έθνους, για το αν χωρά μορφές υβριδικές, θύματα με ενοχλητικό φάκελο φρονημάτων για την κυρίαρχη εθνική ιδεολογία. Αυτό το ερώτημα ντρεπόμαστε να διατυπώσουμε, ακόμα και στην ασυδοσία του ανώνυμου διαδικτύου.
Βιβλιογραφία
Assmann, Jan. (2017). Η πολιτισμική μνήμη: Γραφή, ανάμνηση και πολιτική ταυτότητα στους πρώιμους ανώτερους πολιτισμούς. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.
Brecht, Bertolt (2015), Γαλλιλαίος, Αθήνα: ΚΑΠΑ εκδοτική.
Halbwachs, Maurice. (2013). Τα κοινωνικά πλαίσια της μνήμης, Αθήνα: Νεφέλη.
Nora, Pierre (1989), “Between Memory and History: Les Lieux de Mémoire”. Representations, (26), pp. 7-24.
Tamm, Marek. (2013). Beyond history and memory: New perspectives in memory studies. History Compass, 11(6), pp. 458-473.
Λιάκος, Αντώνης. (2007). Πώς το παρελθόν γίνεται ιστορία;. Αθήνα: Πόλις.
Σεφέρης, Γιώργος. (2014). Ποιήματα (Η Κίχλη: Ο ηδονικός Ελπήνωρ). Αθήνα: Ίκαρος.
Φλάισερ, Χάγκεν. (1988). Στέμμα και Σβάστικα: Η Ελλάδα της Κατοχής και της Αντίστασης (Τόμοι Α’). Αθήνα: Παπαζήση.
Το κείμενο του Σωτήρη Τριαντάφυλλου επιμελήθηκε ο Αντώνης Γαζάκης
Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0) [1]
Υποσημειώσεις