Ορθοδοξία
Gilbert Keith Chesterton
Μετάφραση: Λουκάς Κ. Ηλιαδάκης
Πρόλογος: Σταύρος Ζουμπουλάκης
Επίμετρο: Αντώνιος Καλατζής
Ακρίτας 2025 | 350 σελίδες
Ο Gilbert Keith Chesterton [Γκίλμπερτ Κιθ Τσέστερτον] (1874-1936) ήταν Άγγλος συγγραφέας, κριτικός της λογοτεχνίας, δημοσιογράφος και απολογητής του χριστιανισμού. Υπήρξε μια πληθωρική προσωπικότητα. Μεταξύ άλλων, είναι γνωστός για μια σειρά πενήντα τριών αστυνομικών διηγημάτων με ήρωα τον Πατέρα Μπράουν, έναν φανταστικό Ρωμαιοκαθολικό κληρικό και ερασιτέχνη ντετέκτιβ.[1] Μετά από μια περίοδο αγνωστικισμού, μετεστράφη σταδιακά στον χριστιανισμό. Βαπτισμένος Αγγλικανός στην παιδική του ηλικία, προσχώρησε στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία το 1922.
Το έργο του Ορθοδοξία (1909) αποτελεί το δεύτερο μέρος μιας φιλοσοφικής τριλογίας, η οποία περιλαμβάνει επίσης τα βιβλία Αιρετικοί (1905) και Ο αιώνιος άνθρωπος (1925). Το τρίτο έχει ήδη μεταφραστεί στα Ελληνικά από τον Γιάννη Δ. Ιωαννίδη (Ιωνάς, Πρέβεζα, 2021), και τώρα έχουμε τη χαρά να κρατάμε στα χέρια μας και την ελληνική έκδοση της Ορθοδοξίας (Ακρίτας, Αθήνα, 2025). Η Ορθοδοξία, όπως και τα άλλα δύο, είναι κείμενο Απολογητικής. Η λέξη απολογητική προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη ἀπολογία, που σημαίνει υπεράσπιση. Ως Απολογητική, λοιπόν, ορίζεται η λογική (μέσω επιχειρημάτων) υπεράσπιση και επεξήγηση της χριστιανικής πίστης, απέναντι σε αντιρρήσεις, αμφισβητήσεις ή εναλλακτικές κοσμοθεωρίες. Άρα η Απολογητική ενέχει ουσιωδώς τον διάλογο με αντίπαλες προς τη θρησκεία διδασκαλίες, όπως ο υλισμός και ο αθεϊσμός.
Με τον όρο Ορθοδοξία, ο Τσέστερτον δεν αναφέρεται στην Ανατολική Εκκλησία, αλλά στην αποστολική ομολογία πίστεως, καθώς και στην ιστορική διαδικασία που οδήγησε σ’ αυτήν, τουτέστιν στην οικουμενικά εννοημένη εκκλησιαστική πίστη, όπως αυτή εκφράζεται στο Σύμβολο Νικαίας-Κωνσταντινουπόλεως. Η Ορθοδοξία δεν είναι θεολογικό, αλλά φιλοσοφικό δοκίμιο, συνιστά δε σύμφωνα με τον ίδιον τον συγγραφέα της, μια περιγραφή της προσωπικής του διανοητικής περιπέτειας, η οποία τον οδήγησε από τον αγνωστικισμό στον χριστιανισμό. Ως εκ τούτου, απευθύνεται σε κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο, άθεο ή πιστό, που διψά για απαντήσεις στα αιώνια μεταφυσικά ερωτήματα. Περιέχει πλήθος πρωτότυπων και ενδιαφερουσών φιλοσοφικών, ηθικών, αισθητικών και πολιτικών ιδεών, μια σταχυολόγηση των οποίων θα επιχειρήσουμε στη συνέχεια.
Ο συγγραφέας εκκινεί από μια «θεμελιώδη προκείμενη» την οποία θεωρεί «κοινό τόπο» του με τον μέσο αναγνώστη: μια δραστήρια και δημιουργική ζωή, γεμάτη από γνώση, ομορφιά και ποίηση, μια ζωή τέτοια όπως ανέκαθεν την επιθυμούσε ο Δυτικός άνθρωπος, είναι επίζηλη. Παράλληλα, ασπάζεται δύο κεντρικές θέσεις σχετικά με τη χριστιανική πίστη: πρώτον, ότι ικανοποιεί την ανθρώπινη ανάγκη για «πρακτικό ρομαντισμό», δηλαδή τη διπλή πνευματική ανάγκη για το ανοίκειο (που είναι κι ελκυστικό) και το οικείο, το ασυνήθιστο και το ασφαλές: «να νιώθουμε σαν στο σπίτι μας και ταυτόχρονα να είμαστε συνεχώς έκθαμβοι» (29).[2] Δεύτερον, πως αποτελεί το καλύτερο θεμέλιο μιας υγιούς ηθικής. Η ηθική δεν είναι προϊόν συμφωνιών μεταξύ των ανθρώπων, δεν απορρέει από την ανταλλαγή των συμφερόντων, αλλά ερείδεται στη θρησκεία.
Πολύ εύστοχη και αξιοπρόσεκτη είναι η κριτική που ασκεί ο Τσέστερτον στην αντι-ουσιοκρατία και τον νομιναλισμό. Μάλιστα, οι σχετικές παρατηρήσεις του αποκτούν ξεχωριστή επικαιρότητα στις μέρες μας, όπου τα παραπάνω ρεύματα έχουν μάλλον κυριαρχήσει, στο πλαίσιο της μετανεωτερικότητας. Η διδασκαλία ότι «δεν υπάρχουν πλέον όντα […] υπάρχει μόνο μια ροή των πάντων εις τα πάντα» (73) αποτελεί, για τον Άγγλο διανοητή, χτύπημα στη σκέψη: «Δεν μπορείς να σκεφτείς, εάν δεν υπάρχουν αντικείμενα» (ό.π.), τουτέστιν ουσίες-φύσεις. Και κάθε ουσία έχει ορισμένες συστατικές ποιότητες τις οποίες δεν μπορεί να αποχωριστεί, χωρίς να πάψει να είναι αυτό που είναι. Π.χ. δεν μπορείς να απαλλάξεις την τίγρη από τις ρίγες της γούνας της ή την καμήλα από την καμπούρα της ή το τρίγωνο από τις τρεις πλευρές του. Ομοίως, επίθεση στη σκέψη συνιστά και η άρνηση των κατηγοριών, των γενών, η μη-υπαγωγή των διακεκριμένων αντικειμένων, των καθ’ έκαστον, σε καθολικές έννοιες, ο υπερτονισμός της μοναδικότητας και διαφορετικότητάς τους. Όταν [ο ακραίος νομιναλιστής] «ισχυρίζεται ότι “όλες οι καρέκλες είναι διαφορετικές”, τότε δεν είναι απλώς ανακριβής, αλλά αντιφατικός. Εάν όλες οι καρέκλες είναι διαφορετικές, τότε δεν έχει νόημα να λες “όλες οι καρέκλες”» (74).
Για τον συγγραφέα της Ορθοδοξίας, η πρόοδος είναι πορεία προς έναν σταθερό στόχο, ένα συγκεκριμένο όραμα, σύμφωνα με το οποίο επιθυμούμε να μεταμορφώσουμε τον κόσμο. Ο στόχος είναι διαχρονικός, εκείνο που αλλάζει από καιρό σε καιρό είναι η μέθοδος και τα μέσα της επίτευξής του. Εάν ο στόχος δεν είναι παραμόνιμος, τότε καταρρέει όλη η θεωρία περί προόδου: «Εάν ο στόχος αλλάξει, πώς μπορεί να υπάρξει πρόοδος η οποία προϋποθέτει έναν στόχο;» (74). Ο Τσέστερτον προτιμά, αντί των λέξεων εξέλιξη και πρόοδος, τις λέξεις μεταμόρφωση και ανάπλαση, «μια και οι λέξεις αυτές υποδηλώνουν την ύπαρξη μορφής. Σημαίνει ότι προσπαθούμε να πλάσουμε τον κόσμο σύμφωνα με μια εικόνα, να πραγματοποιήσουμε κάτι που ήδη βλέπουμε μέσα στο μυαλό μας» (203). Και ποιο είναι αυτό το όραμα; Είναι η δικαιοσύνη και το έλεος μεταξύ των ανθρώπων, η «Ουράνια Ιερουσαλήμ».
Παρεμφερώς, η σχετικοκρατία, η ιδέα μιας ριζικής αλλαγής των προτύπων, καθιστά τον στοχασμό για το παρελθόν και το μέλλον αδύνατο. Όταν δεν γίνεται δεκτό κάποιο αμετάβλητο κριτήριο, πώς θα αξιολογηθούν οι προσωπικότητες, οι πράξεις και τα γεγονότα της ιστορίας; Πώς μπορώ να αντικρούσω την αλλοτινή δουλεία ή την τωρινή εκμετάλλευση, «αν δεν υπάρχει ένα παντοτινό ακατάλυτο κριτήριο; […] Πρέπει κάθε στιγμή να υπάρχει ένα κριτήριο για το σωστό ή το λάθος, εάν δεν θέλουμε να πηγαίνει χαμένο κανένα χτύπημα. Πρέπει να υπάρχει κάτι αιώνιο, εάν θέλουμε να υπάρξει κάτι αναπάντεχο!» (210-211). Εν ολίγοις, η πίστη στην αντικειμενική αλήθεια και η σκέψη του Απολύτου συνιστούν πρωταρχικές ανάγκες του ανθρώπου.
Ο Άγγλος στοχαστής επικρίνει τη λατρεία της βούλησης, ως κύριο εκπρόσωπο της οποίας στην ιστορία της φιλοσοφίας λαμβάνει τον Νίτσε. Η ακραιφνής βουλησιαρχία οδηγεί στη διάλυση και το κενό, εν τέλει στην παράλυση αυτής τούτης της βούλησης. Γιατί σημασία δεν έχει η βούληση για τη βούληση, η θέληση ή η επιθυμία καθ’ εαυτές, ως άδεια κελύφη που μπορούν να γεμίσουν με οτιδήποτε, αλλά τα περιεχόμενά τους. Ναι λοιπόν στον εγκωμιασμό της βούλησης, πλην όμως μόνον όταν ισοδυναμεί με την επιλογή κάτινος προσδιορισμένου: του καλού. Περαιτέρω, η βούληση υπόκειται σε όρια: «πάντα ομιλούν για τη θέληση σαν κάτι που συνεχώς ευρύνεται και διαρρηγνύει σύνορα. Είναι μάλλον το αντίθετο. Κάθε πράξη είναι μια πράξη αυτοπεριορισμού. Να επιθυμείς την πράξη σημαίνει να επιθυμείς την οριοθέτηση. Υπ’ αυτήν την έννοια, κάθε πράξη είναι μια πράξη αυτο-παραίτησης. Όταν επιλέγεις οτιδήποτε, τότε απορρίπτεις κάτι άλλο. […] Κάθε πράξη είναι μια ανεπανόρθωτη επιλογή και ένας αποκλεισμός» (82). Ακόμη και ο καλλιτέχνης σέβεται τους νόμους και τα όρια, αγαπά τους περιορισμούς, διότι αυτοί στοιχειοθετούν το έργο του.
Η αντι-ουσιοκρατία, η σχετικοκρατία, ο σκεπτικισμός, η αμφισβήτηση των καθολικών αρχών και εννοιών έχουν αρνητικά αποτελέσματα και όσον αφορά στην κοινωνική και πολιτική απελευθέρωση: «Η Γαλλική Επανάσταση ήταν πραγματικά ένα ηρωικό και αποφασιστικό γεγονός, διότι οι Ιακωβίνοι ήθελαν να επιτύχουν κάτι συγκεκριμένο και περιορισμένο. […] Γίνεται προσπάθεια να μετατραπεί το ρήμα “επαναστατώ” σε ρήμα χωρίς αντικείμενο. Ο Ιακωβίνος μπορούσε να σου πει όχι μόνο για το σύστημα εναντίον του οποίου επαναστάτησε, αλλά και για το σύστημα το οποίο οραματιζόταν. Ο νέος επαναστάτης είναι σκεπτικιστής και δεν εμπιστεύεται απολύτως τίποτα. Του λείπει η αφοσίωση, γι’ αυτό δεν θα μπορέσει ποτέ να είναι πραγματικά επαναστάτης. Το γεγονός, ότι αμφισβητεί τα πάντα τον εμποδίζει να καταγγείλει οτιδήποτε. Η οποιαδήποτε καταγγελία προϋποθέτει κάποιο είδος ηθικής αρχής. Ο μοντέρνος επαναστάτης αμφισβητεί όχι μόνο τους θεσμούς που καταγγέλλει, αλλά και τις αρχές σύμφωνα με τις οποίες γίνεται η καταγγελία. […] Γι’ αυτόν τον λόγο, ως επαναστάτης παραμένει αναποτελεσματικός. Όποιος επαναστατεί εναντίον των πάντων, χάνει το δικαίωμα να επαναστατήσει για οτιδήποτε» (84-86). Με άλλα λόγια: όταν οι «μεγάλες αφηγήσεις», τα περιεκτικά χειραφετητικά προτάγματα και ιδεώδη, εξοβελίζονται σαν αυταρχικά κατάλοιπα που εγκυμονούν τον ολοκληρωτισμό, όταν τα πάντα, ακόμη και τα ιερά και τα όσια, θεωρούνται κατασκευές (κατασκευασιοκρατία), η επανάσταση -δηλαδή η ριζοσπαστική μεταβολή των θεσμών μιας κοινωνίας για την πραγματοποίηση της ισότητας, της αδελφοσύνης, της ελευθερίας κ.λπ.- στερείται θεμελίου: «Κάθε είδος επανάστασης χρειάζεται σταθερά και αναγνωρίσιμα ιδανικά» (208). Όταν επικρατεί η απιστία, κυριαρχεί η συντήρηση. Τέλος, καμιά πολιτική δραστηριότητα δεν μπορεί να προχωρήσει, αν η πρόοδος ληφθεί σαν φυσική και αναπόφευκτη. Ο ντετερμινισμός και ο φαταλισμός θρέφουν την οκνηρία και την παθητικότητα. Τα πράγματα εκ της φύσεώς τους, αν αφεθούν μόνα τους, δεν τείνουν προς το καλύτερο, αλλά προς το χειρότερο. Αυτό είναι και το μοναδικό επιχείρημα, για να μην είναι κανείς συντηρητικός. Ειδικά οι ανθρώπινοι θεσμοί φθείρονται και παλιώνουν με μια φοβερή ταχύτητα, συνεπώς απαιτείται επαγρύπνηση, επιφυλακή για τυχόν κατάχρηση προνομίων, ούτως ειπείν μια διαρκής επανάσταση, ώστε οι άνθρωποι να μην υποταχθούν σε νέες τυραννίες.
Για τον χριστιανό, το ιδανικό είναι στέρεο, το όραμα της τελείωσης είναι αναλλοίωτο, «γιατί φέρει το όνομα της Εδέμ» (211). «Ο ορθόδοξος έχει πάντα έναν λόγο για επανάσταση, μια κι επανάσταση σημαίνει αποκατάσταση» (ό.π.), επαναφορά στη χαμένη αρχική τελειότητα του Αδάμ. Αλλά και η αδήριτη ροπή εκφυλισμού των θεσμών έχει θεολογική ερμηνεία: «το ανθρώπινο ον από τη φύση του υποτροπιάζει. Είναι έμφυτο χαρακτηριστικό του να τείνει προς τη σκουριά και τη σήψη» (222-223), εξαιτίας του προπατορικού αμαρτήματος και της πτώσης. «Ακόμα και στην τελειότερη Ουτοπία, πρέπει να είμαι προετοιμασμένος για την ηθική πτώση οποιουδήποτε ανθρώπου, σε οποιαδήποτε θέση και οποτεδήποτε» (227). Τη μικρότερη δε πιθανότητα να παραμείνει ηθικός, την έχει ο πλούσιος.
Ο Τσέστερτον εκμυστηρεύεται πως, από την παιδική του ηλικία, όταν ακόμη δεν είχε πάει το μυαλό του καθόλου στον χριστιανισμό, ένιωθε βαθιά τα εξής σχετικά με τον κόσμο: α) δεν εξηγεί τον εαυτό του β) κρύβει κάποιο νόημα που του το έδωσε κάποιος [«Υπάρχει ένα προσωπικό στοιχείο στον κόσμο, όπως και σ’ ένα έργο τέχνης. Οτιδήποτε κι αν εννοούσε αυτός ο δημιουργός, το εννοούσε σοβαρά!» (128)] γ) το σχέδιό του είναι όμορφο, παρόλα κάποια ελαττώματα δ) η απόλαυσή του απαιτεί ταπεινοφροσύνη και αυτοσυγκράτηση ε) τα αγαθά του κόσμου είναι διασωθέντα, ιερά απομεινάρια μιας αρχέγονης καταστροφής.
Ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης των καταστάσεων του βίου, ο συγγραφέας πρεσβεύει τον «κοσμικό πατριωτισμό», μια στάση απέναντι στη ζωή που μοιάζει με «στρατιωτική» αφοσίωση· που δεν είναι ούτε αποδοχή της ζωής ως πρόσχαρης ούτε απόρριψή αυτής ως θλιβερής· που δεν είναι ούτε οπτιμισμός ούτε πεσιμισμός, αλλά αγαπητική δέσμευση προς τον κόσμο, τον οποίο δεν μπορούμε να εγκαταλείψουμε, όπως αφήνουμε ένα αξιοθρήνητο διαμέρισμα: «όταν αγαπάμε κάτι [εν προκειμένω, τον κόσμο], οι χαρές που μας προσφέρει δικαιώνουν την αγάπη μας, ενώ οι θλίψεις την ενισχύουν ακόμη περισσότερο» (131). Πολεμούμε όλες τις αντιξοότητες, χωρίς να λιποτακτούμε από τη ζωή.
Η προσήλωση στη ζωή αποτελεί προαπαιτούμενο για την αποδοκιμασία των αρνητικών όψεών της και για την ανάληψη του αγώνα κοσμικής αλλαγής. Ο «κοσμικός πατριωτισμός» ουδόλως ισοδυναμεί με στωική κατάφαση του κόσμου ως ενός μίγματος καλών και κακών, με αξιοπρεπή ικανοποίηση και συγκαταβατική υπομονή. Απεναντίας, συνδυάζει την ανάγκη αφοσίωσης στα πράγματα με την αναγκαιότητα ριζικής μεταρρύθμισής τους. Κάτι τέτοιο κάνει, κατά τον Βρετανό απολογητή, και ο χριστιανισμός: επιδιώκει, εγελιανώς ειπείν, να άρει τον κόσμο, ήγουν να τον καταργήσει, διατηρώντας τον ως ανηρημένο, ή να τον καταστρέψει, ανακαινίζοντας και ανυψώνοντάς τον: «Για τους τιτάνιους όμως στόχους της πίστης και της επανάστασης, δεν χρειαζόμαστε μια παγερή συμβιβαστική αποδοχή του κόσμου, αλλά να βρούμε πώς θα μπορέσουμε ολόψυχα τόσο να τον μισήσουμε όσο και να τον αγαπήσουμε. Δεν θέλουμε η χαρά και ο θυμός να εξουδετερώνει το ένα το άλλο και να προκύπτει μια χλιαρή ικανοποίηση. Θέλουμε μια σφοδρή αγαλλίαση και μια σφοδρή δυσαρέσκεια. Πρέπει να δούμε το σύμπαν σαν τον πύργο του τέρατος που πρέπει να κατακτήσουμε, αλλά και σαν το σπιτάκι μας στο οποίο μπορούμε να επιστρέψουμε το βράδυ. […] Μπορεί [ο συνηθισμένος άνθρωπος] να μισήσει αρκετά αυτόν τον κόσμο, ώστε να θέλει να τον αλλάξει και να τον αγαπήσει τόσο, ώστε να πιστέψει ότι αξίζει την αλλαγή; […] [Κερδίζει] εκείνος που για χάρη όλου του κόσμου είναι διατεθειμένος να τον κάνει κομμάτια» (140-141). «[Θέλουμε] και τα δύο σε πλήρη έξαρση. Φλεγόμενη αγάπη και φλεγόμενη οργή» (178).
Ο Τσέστερτον συνεχίζει να επισημειώνει ιδιάζοντα χαρακτηριστικά του χριστιανισμού τα οποία τον καθιστούν θαυμαστό κι εξαιρετικό. Φέρ’ ειπείν, για τον Αριστοτέλη, η αρετή βρίσκεται στη μεσότητα, στην εξισορρόπηση· για τον χριστιανισμό, στη σύγκρουση, δύο προφανώς αντιθέτων παθών. Έπειτα, ο χριστιανισμός διαχώρισε το έγκλημα από τον εγκληματία· εντέλλεται την οργή προς το έγκλημα, αλλά την ευμένεια, την επιείκεια και τη συγχώρεση προς τον εγκληματία: «Υπάρχει χώρος για να ξεσπάσει τόσο η αγανάκτηση όσο και η αγάπη» (184). Σε αντίθεση μάλιστα με τον ισχυρισμό ότι διαφέρουν στη μορφή και τα τυπικά, αλλά η διδαχή τους είναι κοινή, οι θρησκείες, κατά τον Τσέστερτον, στην πραγματικότητα δουλεύουν λίγο πολύ με την ίδια εξωτερική μέθοδο (ιερείς, θείες γραφές, βωμοί, αδελφότητες, γιορτές), ωστόσο παρουσιάζουν τεράστιες διαφορές στο περιεχόμενο των διδασκαλιών τους.
Ο συγγραφέας αποδίδει μεγάλη σημασία στην έννοια της ετερότητας, και τονίζει την υπερβατικότητα και την τριαδικότητα του χριστιανικού Θεού. Η αγάπη προϋποθέτει την ετερότητα των προσώπων. Μόνον όταν ο συνάνθρωπός μου ή ο Θεός είναι διακριτοί από μένα, μπορώ να τους αγαπήσω. Η αληθινή υπέρβαση του εγώ είναι δυνατή, εφόσον υπάρχουν στον κόσμο χωριστές υποστάσεις. Επίσης, είναι η χριστιανική θεολογία της υπερβατικότητας του Θεού εκείνη που τροφοδοτεί την ανανεωτική δύναμη της Δύσης, την ικανότητά της να εκθρονίζει τυράννους. Η ενδοκοσμικότητα του Θεού, όπως τη συναντάμε σε ασιατικά θρησκεύματα και στον πανθεϊσμό, συνδέεται με την ατομική απομόνωση κι ενδοσκόπηση, τον ησυχασμό και την κοινωνική αδιαφορία. «Αντίθετα, επιμένοντας στην υπερβατικότητα, έχουμε θαυμασμό, περιέργεια, ηθικά και πολιτικά κατορθώματα, δίκαιη αγανάκτηση» (257). Στην πρώτη περίπτωση, η δεδομένη τάξη πραγμάτων καθαγιάζεται, αφού ταυτίζεται με τον Θεό, ενώ, στη δεύτερη, υπόκειται σε κριτική, καθώς η Κτίση και τα εν αυτή συμβαίνοντα διακρίνονται σαφώς από τον Κτίστη. Τέλος, ο σύνθετος τριαδικός Θεός του Συμβόλου της Νικαίας ικανοποιεί πολύ περισσότερο την καρδιά του ευρωπαϊκού ανθρωπισμού από τον απλό, μοναχικό Θεό του Μωάμεθ. Γιατί είναι αγάπη και κοινωνία προσώπων, κοινότητα.
Για τον Λονδρέζο δοκιμιογράφο, ο μοναδικά και ανεπανάληπτα επαναστατικός χαρακτήρας του χριστιανισμού θεμελιώνεται δίχως άλλο στο πρόσωπο του Ιησού. Με απαράμιλλη ευθυκρισία και γλαφυρότητα, γράφει: «Το να στέκεται κάποιος καλός άνθρωπος με την πλάτη στον τοίχο δεν είναι κάτι καινούργιο. Το να στέκεται όμως ένας Θεός με την πλάτη στον τοίχο είναι καύχημα για τους αντάρτες όλων των αιώνων. Ο χριστιανισμός είναι η μόνη θρησκεία στον κόσμο που διαισθάνθηκε ότι κάτι λείπει από έναν παντοδύναμο Θεό. Μόνο ο χριστιανισμός διαισθάνθηκε ότι ο Θεός, για να είναι θεός, πρέπει να είναι τόσο βασιλιάς όσο κι επαναστάτης» (264). Στην τρομερή ιστορία των Παθών, «ο Δημιουργός όλου του κόσμου, κατ’ ένα αδιανόητο τρόπο, πέρασε όχι μόνο μέσα από την αγωνία, αλλά και απ’ αυτήν την αμφιβολία» (ό.π.), έβαλε σε πειρασμό τον ίδιο Του τον Εαυτό! «Ας ψάξουν οι επαναστάτες ανάμεσα σ’ όλες τις άλλες θρησκείες και τους άλλους θεούς […]. Δεν θα βρουν κανένα που ο ίδιος να είναι επαναστάτης. […] ας αφήσουμε τους αθεϊστές να ψάξουν για έναν θεό. Θα βρουν μόνο έναν που θα εκφράζει τη μοναξιά τους, μια θρησκεία στην οποία ο Θεός φάνηκε για μια στιγμή να είναι άθεος» (265).
Και βέβαια, ένας απολογητής δεν θα μπορούσε να μην αναφερθεί και στα θαύματα. Για τον Τσέστερτον, δογματικός δεν είναι αυτός που τα πιστεύει, αλλά αυτός που τα αμφισβητεί. Διότι ο πρώτος βασίζεται, σωστά ή λανθασμένα, σε εμπειρικές μαρτυρίες και είναι ανοιχτός σε όλες τις δυνατές αποδείξεις, ενώ ο δεύτερος τα απορρίπτει εκ προοιμίου επί τη βάσει των θεωρητικών, υλιστικών ή ορθολογιστικών, αρχών του. Ωσαύτως, ο αμφισβητίας είθισται να υποτιμά σαν αναξιόπιστο και να μην εμπιστεύεται τον κοινό άνθρωπο, τον χωρικό ή τη γριούλα, που διηγείται ένα θαύμα, κάτι βαθύτατα αντιδημοκρατικό.
Εν κατακλείδι, η Ορθοδοξία δεν είναι απλώς ένα βιβλίο Απολογητικής. Είναι ένα έργο γεμάτο βαθείς στοχασμούς, που άπτονται πλειάδας πτυχών της ανθρώπινης κατάστασης και του σύμπαντος, και οι οποίοι εκφράζονται σε ένα αυστηρό κι ακριβόλογο, αλλά συνάμα ανάλαφρο κι ενίοτε χιουμοριστικό ύφος. Προπάντων, είναι η αποτύπωση του πνευματικού ταξιδιού ενός φύσει ανήσυχου ανθρώπου, μέχρι να αγκυροβολήσει στα ήρεμα νερά της πίστης.
Το κείμενο του Γιώργου Κρανιδιώτη επιμελήθηκε ο Αντώνης Γαζάκης
Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)
Υποσημειώσεις








