Επίκαιρα Τεύχος #02

33087: Minima memorialia, η ομηρία του παππού μου

Israel Alfred Glueck, Η πορεία Θανάτου (the Death March). Από το Άλμπουμ Το Ολοκαύτωμά μου (My Holocaust), Μπέργκεν-Μπέλσεν (Bergen-Belsen DP Camp), 1945

Βαθιά
στὴ ρωγμὴ τοῦ Χρόνου
μέσα
στὴν παγοκερήθρα
περιμένει, ἕνα κρύσταλλο Ἀνάσας,
ἡ δικιά σου ἀδιάψευστη
Μαρτυρία.
Paul Celan, Atemwende/Breathturn

Όταν προς τα τέλη Γενάρη αποφασίσαμε ότι λόγω επικαιρότητας το αφιέρωμα του επόμενου τεύχους δεν θα αφορά τελικά τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, αλλά το μακεδονικό, σκέφτηκα να αφήσω αυτή τη μαρτυρία κατά μέρος.[1] Λίγα λεπτά αργότερα όμως η πραγματικότητα μου υπενθύμισε ότι η 27η Ιανουαρίου ήταν η διεθνής ημέρα μνήμης του Ολοκαυτώματος, ενώ μόλις λίγες ημέρες πριν, στις 21 Ιανουαρίου, στο συλλαλητήριο που είχε πραγματοποιηθεί στη Θεσσαλονίκη, κάποιοι βεβήλωσαν το μνημείο του Ολοκαυτώματος.

Τι σχέση μπορεί να έχει τελικά ένα συλλαλητήριο για το όνομα της γείτονος χώρας με τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης; Παρόλο που φαινομενικά μπορεί να μοιάζουν δυο ασύνδετα πράγματα, κάποιοι έχουν ήδη τολμήσει να εξερευνήσουν τη σχέση του Zeitgeist αυτών των συλλαλητηρίων, αλλά και των ίδιων των διοργανωτών τους, με την ακροδεξιά και το φασισμό. Μια σχέση ριζωμένη στο βάθος του ιστορικού χρόνου. Στη Θεσσαλονίκη οπαδοί του νεοναζιστικού κόμματος της Χρυσής Αυγής έφτασαν στην τοποθεσία του συλλαλητηρίου αλαλάζοντας «Εθνική Αντίσταση». Στην Αθήνα ο Μίκης τους έχρισε πατριώτες που «αγαπούν εριστικά», δικαιώνοντας πανηγυρικά την ιδιοποίηση της «εθνικότητας» και της «αντίστασης» από τη Xρυσή Αυγή και τις παραφυάδες της.

Ο παππούς μου, ο Άγγελος, λοιπόν, που δεν ήταν Εβραίος, ούτε καν κομμουνιστής ή ομοφυλόφιλος, αλλά επέλεξε να καταταγεί στο ΕΑΜ, βρέθηκε σε κάποια στροφή της τύχης σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας και εξόντωσης στη Γερμανία, μαζί με άλλους παράταιρους ομήρους, αντιστασιακούς, Ρομά. Δεν μπορώ να ξέρω τι θα έλεγε για όλα αυτά· δεν θα έλεγε κατ’ ανάγκη κάτι σοφό. Κανένας παππούς δεν λέει κατ’ ανάγκη κάτι σοφό. Ξέρω όμως τι είπε και τι έγραψε για τους προκατόχους της Χρυσής Αυγής και για αυτούς που διέσχισαν στοιβαγμένοι σε τρένα την ανατολική και κεντρική Ευρώπη μέχρι να φτάσουν στις πύλες εκείνες όπου «η εργασία απελευθερώνει» και η ανθρώπινη μνήμη χάνεται.

 

Σκίτσο του κρατούμενου Άγγελου Γιαννακίτσα
από Αυστριακό φρουρό στις φυλακές της Λιβαδειάς, 1944

 

«…Συνεχίζοντας τὴν ἄλλη μέρα τὸ μεσημέρι φθάσαμε στὴ Θεσσαλονίκη, μείναμε ὡς τὸ ἀπόγευμα καὶ ὅπως μάθαμε ἀργότερα πήραμε καὶ ἀπὸ κει 500 ἄτομα, Ἕλληνες καὶ Ἰσραηλίτες. Τὴν ἄλλη μέρα φθάσαμε στὴ Γιουγκοσλαβία. Τὸ μεσημέρι ἤμαστε στὰ Σκόπια. Δὲν ξέρω πὼς μεταδόθηκε ἡ πληροφορία ὅτι οἱ Παρτιζάνοι θὰ μᾶς κτυπήσουν τὸ τρένο γιὰ νὰ μᾶς ἀπελευθερώσουν. Μετὰ ἀπὸ 4-5 ὦρες φύγαμε ἀπὸ τὰ Σκόπια καὶ πηγαμε γιὰ τὸ Βελιγράδι ἀπὸ βουνὰ καὶ δάση, χωρὶς ὅμως νὰ συμβεῖ τίποτα. Τὴν ἄλλη μέρα φθάσαμε στὸ Βελιγράδι μεσημέρι. Γιὰ πρώτη φορᾶ ἐκεῖ μας ἄνοιξαν τὶς πόρτες. Ὁ σταθμὸς φρούριο ἀπὸ πάνοπλους Γερμανούς. Ἐκεῖ ἀδειάσαμε τοὺς κουβάδες ποὺ εἴχαμε γιὰ τὶς πρῶτες ἀνάγκες μας. Πήραμε νερὸ καὶ καθίσαμε ὡς τὸ βραδάκι. Γύρω ἀπὸ τὰ βαγόνια εἶχαν μαζευτεῖ πολλὰ παιδάκια καὶ μᾶς ζητούσανε νὰ τοὺς δώσουμε βοήθεια. Ἀπὸ τὰ παράθυρα τοὺς ρίχναμε κανένα λεμόνι καὶ χαρούπια.

Τὸ βράδυ ἤμαστε στὸ Ζάγκρεμπ. Ἐκεῖ παραμείναμε μέχρι τὸ πρωί. Ἔπειτα φύγαμε καὶ πήραμε τὴ γραμμὴ πρὸς τὴν Οὐγγαρία. Στὸ δρόμο πρὸς τὴ Βουδαπέστη σὲ ἕνα ἀεροδρόμιο εἴχανε βομβαρδίσει τὸ προηγούμενο βράδυ καὶ τὰ ἀποκαΐδια καπνίζανε ἀκόμη στὴν πόλη. Ὅταν φθάσαμε ἦταν μεσημέρι, ἀπὸ τὰ παράθυρα βλέπαμε τὴ Βουδαπέστη. Τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωὶ φύγαμε καὶ πηγαμε παραδουνάβια καὶ βλέπαμε ἀπὸ τὴ μία τη Βούδα καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τὴν Πέστη μὲ τὰ κόκκινα κεραμίδια καὶ τὸ πολὺ πράσινο. Τὸ βράδυ φθάσαμε στὴ Βιέννη. Μείναμε δὲν ξέρω πόσες ὧρες καὶ τὴν ἄλλη μέρα μεσημέρι φθάσαμε στὸ Μόναχο. Ἐκεῖ μας ἄνοιξαν τὶς πόρτες χωρὶς νὰ φρουροῦν στρατιῶτες. Ἤτανε παιδάκια ἀπὸ 10 ἐτῶν ἕως 15, μὲ ἕνα σῆμα στὸ ἀριστερό τους χέρι, τὸν ἀγκυλωτὸ σταυρὸ καὶ μὲ ροῦχα προσκοπικά. Ὅποιους κι ἂν ρωτούσαμε ποὺ βρισκόμαστε, ὅλοι μας ἀπαντοῦσαν μὲ τρεῖς λέξεις: Ich weiss nicht (δὲν ξέρω). Ἐκεῖ μας δώσανε ψωμὶ καὶ νερό. Μείναμε ἀρκετὲς ὧρες καὶ φύγαμε τὸ ἀπόγευμα τὴν ἄλλη μέρα.

Φθάσαμε στὸ στρατόπεδο τοῦ Νόιενγκαμμε (Neuengamme) ποὺ εἶναι γύρω στὰ 12 χιλιόμετρα ἀπὸ τὸ Ἀμβοῦργο. Ἐκεῖ ἦταν στρατόπεδο ἐμπέδων. Κάτεργα. Μᾶς κράτησαν ἐκεῖ ἕνα μήνα σὲ πολὺ βαρειὲς δουλειὲς καὶ βάναυση συμπεριφορὰ καὶ ὅσους ἄντεχαν τοὺς μετέθεταν σὲ στρατόπεδα ἐργασίας καὶ ὅσους δὲν ἄντεχαν τοὺς προωθοῦσαν γιὰ τὰ στρατόπεδα-κρεματόρια τοῦ Ἄουσβιτς, τοῦ Νταχάου κ.ἅ. Ὅταν φθάσαμε δὲν ὑπῆρχε οὐσιαστικὰ σταθμός. Τὸ τρένο ἔμπαινε μέσα στὸ στρατόπεδο ποὺ εἶχε ἀρκετὲς χιλιάδες κρατουμένους. Μᾶς κατέβασαν καὶ μᾶς ἔβαλαν κατὰ πεντάδες ξεχωριστά τους ἄνδρες ἀπὸ τὶς γυναῖκες. Μᾶς κράτησαν ἐκεῖ ἀρκετὴ ὥρα. Δὲν ξέρω πὼς εἶχε διαδοθεῖ ὅτι ἔρχονται Ἕλληνες καὶ μᾶς ὑποδέχτηκαν σὰν ηρωες. Μᾶς κοιτοῦσαν μὲ θαυμασμό, ἴσως καὶ ἐξαιτίας τῆς ἐποποιίας 1940-1941, μὲ τὸν πόλεμο ἐναντίον τοῦ Ἄξονα. Ἀμέσως μας μοίρασαν σὲ διάφορα παραπήγματα.

 Ξαφνικὰ βλέπω μπροστά μου τὸ Γιῶργο τὸ Διαμαντόπουλο ἀπὸ τὴ Λιβαδειὰ μαζὶ μὲ τὸ Γιῶργο Σκλάβο καὶ τὸν Παναγιώτη Καπερώνη, ποὺ ἦταν καὶ αὐτοὶ μὲ τὴν ἴδια ἀποστολὴ ἀλλὰ σὲ ἄλλο βαγόνι, καὶ τοὺς τρεῖς τους εἶχαν πιάσει στὴν Ἀθήνα στὴν ὁδὸ Σατωβριάνδου 18 ποὺ ἦταν τὸ πρακτορεῖο τῆς Λιβαδειᾶς. Ἤμαστε ὅλοι μαζὶ στὸ στρατόπεδο, ἔχοντας προϊσταμένους Γερμανοὺς φυλακισμένους τοῦ ποινικοῦ νόμου. Μᾶς παίρνει ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς καὶ μᾶς πάει νὰ ἀλλάξουμε τὰ ροῦχα μας. Μᾶς πῆραν τὰ δικά μας καὶ μᾶς ἔδωσαν τὶς ριγὲ στολὲς τῶν κρατουμένων. Μᾶς πῆγαν σὲ ἕνα θάλαμο καὶ μᾶς εἶπαν νὰ δώσουμε ὅσα τιμαλφῆ εἴχαμε. Δακτυλίδια, ρολόγια, βέρες καὶ ὅ,τι ἄλλο εἴχαμε, τὰ ρίχναμε μέσα σὲ μία μεγάλη σκάφη.

Μετά μας πῆγαν σὲ ἕνα θάλαμο, μᾶς κούρεψαν καὶ μὲ τὸ ξυράφι μας ἔκαναν ἕνα διάδρομο στὸ κεφάλι ἀπὸ τὸ μέτωπο μέχρι τὸ λαιμὸ γιὰ νὰ γνωριζόμαστε καὶ νὰ μὴ μποροῦμε νὰ δραπετεύσουμε. Ἔπειτά μας ξύρισαν τὶς μασχάλες, τὰ γεννητικά μας ὄργανα καὶ ὅποιον εἶχε τρίχες στὸ στῆθος, νὰ μὴν πιάνουμε ψεῖρες. Ἔπειτά μας ἔβαλαν στὰ λουτρὰ νὰ κάνουμε μπάνιο καὶ ὅταν τελείωσαν αὐτά, περνούσαμε ἀπὸ ἕνα μέρος ποὺ ἦταν σὰν γραφεῖο καὶ μᾶς ἔδωσαν τὸ νούμερο τοῦ καθενὸς καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἔπειτα ἀκούγαμε μόνο στὸ νούμερο καὶ ὄχι στὸ ὄνομα. Τὸ δικό μου νούμερο ἦταν 33087 καὶ μ΄ αὐτὸ τὸ νούμερο ἐργάστηκα, μέχρι ποὺ ἀπελευθερώθηκα. Ἔπειτά μας μοίρασαν κατὰ μπλόκ. Ἐγὼ καὶ ὁ Διαμαντόπουλος δὲν χωρίσαμε καθόλου. Τοὺς ἄλλους δυό τους χάσαμε.

Κατὰ τὶς δυό μας ἔδωσαν γιὰ φαγητὸ μία λαχανόσουπα καὶ τὸ ἀπόγευμά μας μάζεψαν ὅλους τους νεόφερτους στὴν πλατεία τοῦ στρατοπέδου. Ἦταν μία πλατεία ἀπὸ τὴν Ἑρμοῦ μέχρι τὴ Βουλή, τόσο μεγάλη. Μᾶς ἔβαλαν κατὰ πεντάδες καὶ ἔκαναν ἕνα Πῖ. Ἀμέσως φέρανε μία ἀγχόνη μὲ τρεῖς θηλιές. Ἐγὼ ἤμουν στὴν πρώτη πεντάδα. Ἀμέσως ἦρθε ὁ κομμαντὰντ στρατοπεδάρχης καὶ φώναξε οἱ διερμηνεῖς νὰ πᾶνε στὴν ἐξέδρα τῆς ἀγχόνης. Ἕνας-ἕνας ὁ κάθε διερμηνέας φώναζε στὴ γλώσσα τοῦ αὐτοὺς ποὺ θὰ κρεμάσουν. Εἶναι τρεῖς Ρῶσοι ποὺ τὴν ὥρα τοῦ συναγερμοῦ προσπάθησαν νὰ δραπετεύσουν. Κατὰ τὴ γνώμη μου αὐτὸ τὸ ἔκαναν μᾶλλον γιὰ νὰ μᾶς τρομοκρατήσουν, ὅσους ἤρθαμε αὐτὴ τὴ μέρα. Ἔφεραν τοὺς τρεῖς Ρώσους, ἀνέβασαν τὸν ἕνα σὲ ἕνα σκαμπὸ καὶ τοὺς ἄλλους δυό τους εἶχαν κάτω. Καὶ στοὺς τρεῖς τους εἶχαν δεμένα τὰ μάτια καὶ τὰ χέρια πίσω. Τότε ὁ ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς πάτησε κάτι καὶ ἔφυγε τὸ σκαμπό. Τὸ σῶμα τοῦ κρεμασμένου ἔμεινε στὸν ἀέρα, τὰ πόδια τοῦ κάνανε δυό-τρεῖς κινήσεις καὶ μετὰ ἔμεινε ἀκίνητος. Στὸ δὲ λαιμὸ τοῦ εἶχε πεταχτεῖ ἕνας ὄγκος σὰν ἕνα πορτοκάλι μεγάλο. Ἡ ἴδια σκηνὴ ἐπαναλήφθηκε καὶ στοὺς ἄλλους δυό. Ὅταν τελείωσε τὸ μακάβριο αὐτὸ θέαμα, μᾶς πῆγαν στοὺς θαλάμους. Ἐγὼ ὅλη τη νύχτα δὲν κοιμήθηκα. Εἶχα στὸ μυαλό μου αὐτὴ τὴν εἰκόνα.

Κάρτα που στάλθηκε από το στρατόπεδο Στόκεν στην οικογένεια του κρατουμένου στην Ελλάδα, χωρίς εκείνος να γνωρίζει τι έγραφε. Το κείμενο της κάρτας είναι στα γερμανικά: «Liebe Eltern, Ich bin gesund und es geht mir gut. Ich hoffe das selbe von die[?] sowie von der ganzen Familie. Postkarten kann ich unbeschränkt emfangen.» («Αγαπητοί γονείς, είμαι υγιής και περνάω καλά. Ελπίζω το ίδιο και εσείς[;], όπως και ολόκληρη η οικογένεια. Μπορώ να λαμβάνω ταχυδρομικές κάρτες χωρίς περιορισμούς.»)

Τὸ πρωί μας σήκωσαν πολὺ νωρίς, μας δώσανε ἕνα νερόζουμο γιὰ καφὲ καὶ μᾶς ἔβγαλαν κατὰ πεντάδες στὴν πλατεία. Ἕνας-ἕνας οἱ Fuehrarbeitern (οἱ συντονιστὲς τῶν ἐργατῶν) παίρνανε ἀπὸ μία ὁμάδα μεγάλη καὶ μᾶς πηγαίνανε γιὰ δουλειά. Ἐγὼ καὶ ὁ Διαμαντόπουλος πάντα μαζί, πήγαμε νὰ ξεφορτώσουμε ποταμόπλοια. Ἐρχόντουσαν οἱ μαοῦνες φορτωμένες μὲ τοῦβλα, τσιμέντα καὶ διάφορα ὑλικὰ οἰκοδομῶν καὶ τὰ ξεφορτώναμε. Ἐμεῖς μέσα στὴ βροχὴ καὶ τὶς λάσπες καὶ ἀπὸ πάνω οἱ Γερμανοὶ νὰ μᾶς κλωτσοῦν καὶ νὰ μᾶς χτυποῦν μὲ βούρδουλα, γιὰ νὰ κάνουμε γρήγορα, χωρὶς φαγητὸ τὸ μεσημέρι. Τὸ βράδυ γυρίζαμε, τρώγαμε μία φέτα ψωμὶ μὲ μαργαρίνη, μία σούπα ζεστή, καὶ ἔπειτα ὕπνος, ἂν λεγόταν ὕπνος αὐτός. Τὴν ἄλλη μέρα μας πηγαίνανε σὲ ἄλλη δουλειὰ μέσα στὸ στρατόπεδο. Ἐκεῖ ἦταν πολὺ βάναυση ἡ συμπεριφορὰ τῶν Γερμανῶν. Μᾶς γρονθοκοποῦσαν, μᾶς κλωτσοῦσαν, κι ὅπου σὲ ἔπαιρνε. Αὐτοὶ οἱ συντονιστὲς ἐργασίας ἦταν ὅλοι κατάδικοι καὶ ἐγκληματίες. Προσπαθοῦσαν νὰ ξεσπάσουν ἐπάνω μας. Θυμᾶμαι ἕνας ἀπὸ αὐτοὺς ἅρπαξε τὸ φτυάρι ἀπὸ ἕναν Γάλλο καὶ τὸν κτύπησε στὸ κεφάλι. Αὐτὸ γινόταν ὅλη μέρα. Τὸ βράδυ πηγαίναμε στὰ μπλὸκ κατάκοποι γιὰ νὰ μὴ φᾶμε καὶ νὰ κοιμηθοῦμε στὰ κρεβάτια μας, ἂν λέγονται κρεβάτια αὐτά.

Μία ἑβδομάδα καὶ πλέον μας παίρνανε τὸ πρωϊ καὶ πηγαίναμε στὴν ἄλλη πλευρὰ τοῦ καναλιοῦ. Εἶχε γραμμὴ μὲ σιδηροτροχιὲς καὶ βαγονάκια, τὰ ὁποῖα τὰ φορτώναμε μὲ διάφορα ὑλικὰ οἰκοδομῶν καὶ τρεῖς ἀπό μας τὰ σπρώχναμε καὶ τὰ πηγαίναμε σὲ ἀρκετὴ ἀπόσταση, τὰ ξεφορτώναμε καὶ ξανὰ γυρίζαμε μὲ κλωτσιὲς καὶ μπουνιές. Τὴ δουλειὰ αὐτή τὴν κάνανε καὶ οἱ γυναῖκες τὸ βράδυ ἀργά, γιατί ὁ ἥλιος στὸ Ἀμβοῦργο τὸ καλοκαίρι βασιλεύει 10-11 ἡ ὥρα καὶ μᾶς γύριζαν ἀργὰ στὰ μπλόκ.

Μᾶς δίνανε νὰ φᾶμε λίγο, ἴσια νὰ κρατηθοῦμε στὴ ζωὴ γιὰ νὰ δουλεύουμε. Μερικὲς φορές μας ἔδιναν λαχανόσουπα μὲ ἀρκετὲς πατάτες και μία φέτα ψωμὶ μὲ βούτυρο. Αὐτὸ κράτησε ἕνα μήνα, γί΄ αὐτὸ εἶπα ὅτι ἦταν στρατόπεδο ἐμπέδων, ὅπως εἶναι στὸ στρατό. Ἐκπαιδεύεσαι ἕνα μήνα καὶ μετὰ ἀποσπᾶσαι, μὲ τὴ διαφορὰ ότι ὅσοι δὲν ἄντεχαν τοὺς πηγαίνανε στὰ κρεματόρια καὶ στοὺς φούρνους καὶ τοὺς ἔκαναν σαπούνι. Κράτησε λίγες μέρες ἀκόμη καὶ ἔπειτα ἕνα πρωϊνὸ ἀρχές Ἰουλίου σηκωνόμαστε καὶ μᾶς λένε «δὲν θὰ πᾶτε στὴ δουλειά, θὰ φύγετε γιὰ νὰ πᾶτε ἀλλοῦ». Μᾶς φώναζαν μὲ τὰ νούμερα καὶ ὅταν τελείωσαν μας πῆγαν στὸ σταθμό, μᾶς βάλανε στὸ τρένο, ἀλλὰ μὲ τὰ παράθυρα χωρὶς συρματοπλέγματα.

Φύγαμε 11 ἡ ὥρα καὶ σὲ τρεῖς-τέσσερις ὧρες φθάσαμε στὸ νέο μας στρατόπεδο, ἦταν ἕνα μικρότερο στρατόπεδο καὶ μὲ πιὸ λίγα μπλόκ. Τὸ στρατόπεδο αὐτὸ τὸ ἔλεγαν Στόκεν Τζβάϊ (KZ Hannover-Stoecken) καὶ βρισκόταν 20 χιλιόμετρα ἀπὸ τὸ Ἀννόβερο. Εἶχε μία πλατεία ἀρκετὰ μεγάλη καὶ εἶχε 12 μπλὸκ γύρω-γύρω συρματοπλεγμένα. Ὅπως ὅλα τὰ στρατόπεδα καὶ τὸ προηγούμενο τοῦ Νόιενγκαμμε, ἦταν δίπλα σὲ ἕνα λόφο. Κατεβήκαμε ἐκεῖ καὶ ἐγὼ μὲ τὸ Γιῶργο πήγαμε μαζὶ στὸ ἴδιο μπλὸκ καὶ στὸ ἴδιο κρεβάτι. Στὸ κάτω ἐγώ, στὸ μεσαῖο ὁ Γιῶργος καὶ στὸ ἐπάνω ἕνας ἄλλος Ἕλληνας ποὺ ἤμαστε μαζὶ καὶ στὸ ἄλλο στρατόπεδο. Μᾶς τακτοποίησαν ὅλους. Ἔπειτά μας ἔδωσαν νὰ φᾶμε καὶ ὕστερα ἀπὸ λίγο πέσαμε στὰ κρεβάτια γιὰ νὰ κοιμηθοῦμε. Τὸ στρατόπεδο αὐτὸ ἦταν πιὸ συμμαζεμένο ἀπὸ τὸ ἄλλο. Ἐκεῖ ἐργαζόμαστε μὲ βάρδιες, ὅλο τὸ 24ωρο τρεῖς βάρδιες: μία ἀπὸ τὶς ἕξι τὸ πρωὶ ἕως τὶς δυὸ τὸ μεσημέρι, ἡ ἄλλη ἀπὸ τὶς δυὸ τὸ μεσημέρι μέχρι τὶς δέκα τὸ βράδυ καὶ ἡ ἄλλη ἀπὸ τὶς δέκα τὸ βράδυ ἕως τὶς ἕξι τὸ πρωὶ καὶ κάθε ἑβδομάδα ἀλλάζαμε τὴ μία πρωινή, τὴν ἄλλη ἀπογευματινὴ καὶ τὴν ἄλλη νυκτερινή.

Τὸ ἐργοστάσιο αὐτὸ ἔβγαζε στοιχεῖα μπαταριῶν καὶ εἶχε δυὸ ὑπηρεσίες. Μία εἶχε φούρνους καὶ ἔβγαζε τὰ στοιχεῖα καὶ τὴν ἔλεγαν Γκισεράϊ (χυτήριο) καὶ τὴν ἄλλη τὴν ἔλεγαν Παστεράϊ καὶ εἶχε σὰν ὑλικὸ μία λάσπη. Ήταν πολὺ ἀνθυγιεινὰ τὰ ἐργοστάσια αὐτά. Νομίζω εἶχαν μία ἐπιγραφὴ στὴν σκεπὴ A.F.A. Δὲν εἶμαι βέβαιος, ὅμως ἐμένα μὲ τὸ Γιῶργο μας πῆγαν στοὺς φούρνους. Εἴχαμε ἕναν φοῦρνο μὲ τέσσερις μηχανές, δυὸ ἀπὸ τὴ μία πλευρὰ καὶ δυὸ ἀπὸ τὴν ἄλλη. Μέσα ὁ φοῦρνος εἶχε πάρα πολὺ μεγάλη θερμοκρασία καὶ ἔλιωνε τὸ καλάϊ καὶ ἀπὸ μία ὀπὴ ἔτρεχε στὸ καλούπι νὰ γίνει τὸ στοιχεῖο. Ἐμεῖς ἀνάμεσα στὶς μηχανὲς ἀνοίγαμε τὴ μία καὶ μετὰ ἀνοίγαμε τὴν ἄλλη. Ἤμαστε δὲ ὑποχρεωμένοι νὰ βγάζουμε 700 τεμάχια στὴ βάρδια τῶν 8 ὠρῶν. Ὅταν δὲν τὶς βγάζαμε, ἔπρεπε νὰ πιστοποιήσει ὁ ἀρχιεργάτης γιὰ ποιὸ λόγο δὲν φτάσαμε τὸ καθορισμένο ὅριο παραγωγῆς καὶ ὅταν δὲν ἤσουν δικαιολογημένος ἔπεφταν βουρδουλιές. Εἴχαμε γάντια χοντρὰ καὶ μία σπάτουλα μεγάλη διότι καίγανε τὰ στοιχειὰ καὶ δὲν μπορούσαμε νὰ τὰ πιάσουμε μὲ γυμνὰ χέρια καὶ τὰ βάζαμε 100-100.

Τὸ πρωὶ περνοῦσε ὁ ἔλεγχος καὶ μετροῦσε τὴν παραγωγή μας καὶ στὸ στρατόπεδο καὶ στὴν ἐργασία οἱ συνθῆκες ἦταν πιὸ καλές. Στὴ δουλειὰ ποὺ πηγαίναμε ὑπῆρχε ζέστη, ἀλλὰ καὶ τὸ φαγητὸ ἦταν περισσότερο ἀπὸ ὅτι στὸ Νόιενγκαμμε. Ἡ δουλειὰ ἦταν σκληρὴ καὶ ἰδίως στὴ βραδινὴ βάρδια. Ὁ δρόμος ἀπὸ τὸ στρατόπεδο μέχρι τὸ ἐργοστάσιο ἦταν-δὲν ἦταν δυὸ χιλιόμετρα, ἀλλὰ ὅλος ὁ δρόμος ἦταν ἕνα τοῦνελ ἀπὸ συρματόπλεγμα. Παρότι πάντα εἴχαμε ΕΣ-ΕΣ συνοδεία καὶ ἐνῶ ἡ δουλειὰ ἄρχιζε στὶς 10, μᾶς ξυπνοῦσαν στὶς 8, μᾶς βγάζανε στὴν πλατεία καὶ ἄρχιζε τὸ μέτρημα. Αὐτὸ γινόταν ἐπὶ μία ὥρα καὶ τὸ χειμώνα μὲ τὸ κρύο καὶ τὸ χιόνι παγώναμε. Τὰ ροῦχα μας, μία πιζάμα, ἕνα πουκάμισο καὶ ἕνα σώβρακο, ὅλα ἦταν ψιλὰ καὶ δὲν κρατοῦσαν τὸ κρύο. Γιὰ παπούτσια φορούσαμε τσόκαρα κι ὥσπου νὰ φθάσουμε στὸ ἐργοστάσιο ξεπαγιάζαμε, κι ἂν δὲν περπατούσαμε γρήγορα τρώγαμε καὶ καμιὰ κλωτσιὰ.

Πάρα πολλὲς φορὲς εἶχε βομβαρδισμούς, χτυποῦσε πρώτη ἡ σειρήνα γιὰ προειδοποίηση καὶ ἔπειτα ἂν ἐρχόντουσαν πρὸς τὸ μέρος μας σήμαινε μεγάλος συναγερμὸς καὶ ἔπρεπε νὰ σβήσουμε τὶς μηχανὲς καὶ νὰ πᾶμε ὅλοι στὰ καταφύγια. Ἕνα ἀπόγευμα στὸ στρατόπεδο, ὄχι στὸ ἐργοστάσιο, εἶχε κτυπήσει συναγερμός. Ἐμεῖς κοιμόμαστε γιατί ἡ βάρδιά μας ἦταν νυκτερινή. Περνοῦσαν τὰ ἀεροπλάνα ἀπὸ πάνω μας καὶ μία βόμβα ἔπεσε κοντά μας. Κατὰ τύχη, δὲν ξέρω, ἀλλὰ χωρὶς νὰ τραυματιστεῖ κανεὶς. Καὶ μία ἄλλη μέρα πάλι στὸ στρατόπεδο μία βόμβα ἔπεσε κοντὰ στὰ παραπήγματα, ἀλλὰ ἤμαστε τυχεροὶ καὶ δὲν ἔσκασε.
[…]

Ἔνα βράδυ ποὺ γυρίσαμε, θυμᾶμαι ἔκανε ἕνα κρύο τρομερό. Στὸ κρεβάτι ὅπου κοιμόμουνα τὸ στρῶμα ἦταν γεμισμένο μὲ ἄχυρο καὶ μᾶς ἔδιναν καὶ μία κουβέρτα. Σεντόνι καὶ μαξιλάρι δὲν ὑπῆρχαν. Μία σόμπα στὸ μέσον του μπλὸκ ἔκαιγε, ἀλλὰ τί μποροῦσε νὰ ζεστάνει σὲ ἕνα μπλὸκ 110 μέτρων. Ἔτσι περνοῦσε μέρα μὲ τὴ μέρα ὁ καιρὸς καὶ ἀπὸ ὅ,τι μας ἔλεγαν στὸ ἐργοστάσιο ποὺ καὶ ποὺ ὅσοι γνώριζαν λατινικὰ καὶ διάβαζαν κρυφὰ ἀπὸ καμιὰ ἐφημερίδα ποὺ βρίσκαμε πεταμένη, πλησίαζε ὁ καιρὸς ποὺ θὰ εἴμαστε ἐλεύθεροι καὶ κάναμε κουράγιο νὰ ἀντέξουμε τὰ βασανιστήρια.

Μία φορά μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες εἴχαμε βγεῖ μὲ τὸ Γιῶργο στὴν πλατεία τοῦ στρατοπέδου καὶ βλέπαμε ἀπὸ μακριὰ τὰ ἀεροπλάνα ποὺ βομβάρδιζαν τὸ Ἀννόβερο, ἐπειδὴ ἐκείνη τὴν ἡμέρα δὲν εἶχε σύννεφα ὁ οὐρανὸς καὶ βλέπαμε τὸν καπνὸ καὶ τὶς φωτιὲς ποὺ ὑψώνονταν πολλὰ μέτρα πάνω ψηλά. Ἦταν μία Κυριακὴ τοῦ Νοεμβρίου. Ὅταν καθίσαμε στὸ τραπέζι νὰ φᾶμε τὸ φαγητό μας μίλησε ὁ σέφ, ἕνας τσεχοσλοβάκος κρατούμενος πολὺ μορφωμένος, που μας ἀπήγγειλε ἀπέξω μαζὶ μὲ τὸν Κώστα Κατσανιώτη τὸν Ὅμηρο καὶ τὴν Ἰλιάδα. Τὸ τραπέζι μας ἦταν μακρόστενο καὶ καθόμασταν δέκα ἄτομα, ὅλοι Ἕλληνες, καὶ εἴχαμε τὸν Τσέχο προϊστάμενο τοῦ τραπεζιοῦ καὶ μᾶς μοίραζε τὸ ψωμὶ ποὺ ἐρχόταν ἄκοπο. Μᾶς ἔδωσε δυὸ φρατζόλες μαζὶ μὲ κάτι τυποποιημένα δελτάρια γιὰ νὰ γράψουμε γράμμα στοὺς δικούς μας. Μᾶς ἔγραψαν τὴ διεύθυνση καὶ ὑπογράψαμε. Τὸ τί ἔγραφε δὲν ξέραμε. Τὸ ἔστειλα καὶ τὸ ἔλαβαν στὸ σπίτι μου. Ἡ μάννα μου μαζὶ καὶ μὲ κάτι ἄλλα μου φύλαξε κι αὐτό (βλ. φώτο).

Μετὰ ἀπὸ λίγες μέρες ἦρθαν τὰ Χριστούγεννα καὶ ἦταν ἡ μόνη μέρα ποὺ δὲν εἴχαμε δουλειὰ καὶ μᾶς ἔδωσαν λίγο φαγητὸ τῆς προκοπῆς καὶ μᾶς μοίρασαν ἀπὸ μία φέτα κέϊκ στὸν καθένα. Ὅταν πέρασαν οἱ γιορτὲς καὶ μπήκαμε στὸ 1945, ἄλλαξαν κάπως τὰ πράγματα. Ὄχι βέβαια στὴ δουλειά, οὔτε στὴν τυραννία, ἀλλὰ στὴ συμπεριφορὰ τῶν ἁρμοδίων στὸ ἐργοστάσιο. Δὲν κάνανε τὸν ἔλεγχο μετὰ τὴν ἐργασία. Ὅπως πρῶτα, τοὺς βλέπαμε νὰ μαζεύονται μαζὶ μὲ τὰ ΕΣ-ΕΣ καὶ ὅλο νὰ συζητοῦν. Ἐντωμεταξὺ οἱ Γάλλοι ποὺ ἦταν καὶ αὐτοὶ κρατούμενοι μάθαιναν νέα γιὰ τὸ μέτωπο, ποὺ εἶχαν κάνει ἀπόβαση τὰ συμμαχικὰ στρατεύματα στὴ Νορμανδία, καὶ μᾶς ἔλεγαν ὅτι οι σύμμαχοι προχωροῦν καὶ φθάνουν μὲς στὴ Γερμανία. Τοὺς ἔβλεπες ὅλους τους Γάλλους γελαστοὺς καὶ χαρούμενους.

Μία μέρα, γιὰ ἀσήμαντη ἀφορμὴ μέσα στὸ θάλαμο μου δώσανε ξύλο πολύ. Εἴχανε ἕνα σκαμπό, μᾶς δένανε τὰ χέρια ἐκεῖ ποὺ πατοῦσε τὸ σκαμπὸ καὶ τὰ πόδια ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ καὶ μὲ ἕνα βούρδουλά μας ἔδιναν τόσες βουρδουλιὲς ἀνάλογα μὲ τὴν ποινὴ πού σου εἶχαν ἐπιβάλει. Ἔφαγα ἀρκετές, οἱ μόνες ποὺ πονοῦσαν ἦταν οἱ ἀρχικές. Ἔπειτα δὲν κατάλαβα πόσες μου ἔδωσαν, 15-20, δὲν ξέρω. Ἔτσι κύλησε ὁ Ἰανουάριος καὶ ὁ Φεβρουάριος, μὲ σκληρὴ δουλειὰ καὶ μὲ τυραννία μεγαλύτερη, γιατί τὴ μία βάρδια κάθε μέρα τὴν ἔκαναν ἐναλλάξ. Ἡ δουλειὰ αὐτὴ ἦταν ἔξω στὸ ὕπαιθρο μὲ καιρικὲς συνθῆκες ἄσχημες καὶ μὲ πολλοὺς φρουρούς. Ἡ δουλειὰ στὸ ἐργοστάσιο εἶχε μειωθεῖ καὶ πότε-πότε κάναμε καὶ δουλειὲς στὸν περίβολο τοῦ ἐργοστασίου. Αὐτὸ συνεχίστηκε ἕως 20 μὲ 25 Μαρτίου, ὁπόταν τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωί μας μάζεψαν ὅλους στὴν πλατεία τοῦ στρατοπέδου καὶ μᾶς εἶπαν πως θὰ μᾶς πᾶνε σὲ ἕνα ἄλλο στρατόπεδο γιατί ὁ πόλεμος πλησιάζει. Φύγαμε μετὰ ἀπὸ δυὸ μέρες πρωί-πρωί, καὶ ἀπὸ ἐδῶ κι ἔπειτα ἀρχίζει τὸ δράμα μας.

Μᾶς ἔβαλαν σὲ πεντάδες καὶ ἀρχίσαμε τὴν πεζοπορία. Ἄρχισε ἔτσι ὁ Γολγοθάς μας. Ὅταν προχωρήσαμε 10-15 χιλιόμετρα μερικοὶ ἀπὸ ἐμᾶς πέφτανε στὸ δρόμο ἀπὸ ἐξάντληση καὶ κούραση. Ἀμέσως ἐκτελοῦνταν ἀπὸ τὰ ΕΣ-ΕΣ. Τὸ βράδυ ὅσοι γλιτώσαμε, πήγαμε στὸ στρατόπεδο τοῦ Μπέργκεν-Μπέλσεν (KZ Bergen-Belsen). Ἦταν ἕνα στρατόπεδο κρεματόριο καὶ ἐκεῖ μας πῆγαν γιὰ θάνατο. Μόλις περάσαμε τὴν πύλη τῆς εἰσόδου καὶ προχωρήσαμε λίγο δὲν μπορῶ νὰ σᾶς περιγράψω αὐτὸ ποὺ ἀντικρίσαμε. Στὴν πλατεία τοῦ στρατοπέδου ἦταν στοιβαγμένα ἀρκετὲς ἑκατοντάδες πτώματα. Τὶς πρῶτες μέρες τὰ ΕΣ-ΕΣ μᾶς ἔβαζαν νὰ τὰ κουβαλᾶμε, σέρνοντας τὰ ἔξω ἀπὸ τὸ στρατόπεδο, ὅπου ἄνοιγαν μεγάλους λάκκους οἱ ἐκσκαφεῖς καὶ τὰ πετούσαμε μέσα.

Τὶς πρῶτες μέρες ἀκόμη βαστοῦσαν τὰ πόδια μας. Μετὰ ὅμως ἀπὸ τὴν πείνα τὰ κουβαλούσαμε, γιατί δὲν μᾶς ἔδιναν οὔτε ψωμὶ οὔτε φαγητό, τίποτα. Ἀπὸ τὴν ἐξάντληση ἄρχισαν καὶ ἀπὸ ἐμᾶς νὰ πεθαίνουν τὸ βράδυ. Μᾶς ἔβαλαν νὰ κοιμηθοῦμε σὲ κάτι μπλόκ, ὅπου μερικὰ κρεβάτια ἦταν γεμάτα μὲ πτώματα. Μετὰ ἀπὸ τρεῖς μέρες ἐγὼ μαζὶ μὲ ἄλλους τρεῖς πήραμε ἕνα πτῶμα γιὰ νὰ τὸ πᾶμε στὸ λάκκο ποὺ ἦταν 700 μὲ 800 μέτρα ἀπὸ τὴν πλατεία. Ὅταν τὸ πήγαμε ἐκεῖ τὸ πετάξαμε μέσα. Δὲν ὑπῆρχε κανεὶς ἐκεῖ ἀπὸ τὰ ΕΣ-ΕΣ. Εἶχαν φύγει καὶ ἄφησαν στὸ πόδι τοὺς στρατιῶτες ἀπὸ τὴν Οὐγγαρία ποὺ ἦταν πιὸ μαλακοί. Στὸ γυρισμὸ ἔπεσα σὲ ἕνα χαντάκι καὶ ἔκανα τὸν πεθαμένο γιὰ νὰ μὴν σπαταλάω δυνάμεις, νὰ ἀντέξω λίγες μέρες ἀκόμη, γιατί ἀκούγαμε ὅτι σκάζανε ὀβίδες καὶ βόμβες, ἐνῶ παράλληλα προχωροῦσαν τὰ συμμαχικὰ στρατεύματα. Ἦταν πολὺ κοντά μας. Θυμᾶμαι δυὸ ἀδέρφια ἀπὸ τὸν Πειραιά, ὁ Γιῶργος καὶ ὁ Στέργιος Τσαγκαράκης, πέθαναν τὸ ἴδιο βράδυ στὸ ἴδιο κρεβάτι. Ἕνα βράδυ ἦρθε ἕνας δίπλα μου γιὰ νὰ κοιμηθεῖ καὶ τὸ πρωὶ τὸν ἔσπρωχνα καὶ δὲν κουνιόταν, ἦταν πεθαμένος. Ἔτσι γιὰ 18 μέρες ποὺ μείναμε ἐκεῖ, ἀρκετὲς ἑκατοντάδες ἑλληνικὰ νιάτα ἄφησαν τὰ κόκαλά τους ἐκεῖ μέσα.

Τὸ πρωὶ τῆς 15ης Ἀπριλίου τοῦ 1945 σηκωθήκαμε καὶ δὲν εἴδαμε κανένα φύλακα. Κανένας στρατιώτης. Εἶχαν φύγει ὅλοι. Στὶς 10 τὸ πρωὶ ἦρθε ἕνα ἀγγλικὸ τάνκ, σπάζει τὴν εἴσοδο καὶ μπαίνει μέσα στὸ στρατόπεδο. Τὸ τί ἔγινε ἐκείνη τὴ στιγμὴ δὲν περιγράφεται. Μπορούσαμε- δὲ μπορούσαμε, ὅλοι ποὺ εἶχαμε γλιτώσει ἀπὸ τὸ χάρο, καὶ ἦταν ἀρκετὲς χιλιάδες, βγήκαμε λοιπὸν στὴν πλατεία ἐπάνω στὰ πτώματα καὶ φωνάζαμε «ἐλεύθεροι». Ὁ Κώστας ὁ Κατσανιώτης, δικηγόρος ἀπὸ τὴν Ἀθήνα, πέθανε ἐκείνη τὴ στιγμὴ ποὺ φώναζε…»»

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Κλεονίκη Αλεξοπούλου

Κλεονίκη Αλεξοπούλου

Η Κλεονίκη Αλεξοπούλου είναι μεταδιδάκτορας στην οικονομική ιστορία της αποικιακής Αφρικής και Μέσης Ανατολής στο Πανεπιστήμιο του Τύμπινγκεν στη Γερμανία. Ολοκλήρωσε το διδακτορικό της για τα κράτη και τα δημοσιονομικά καθεστώτα στις Πορτογαλικές αποικίες (1850–1975) στο Πανεπιστήμιο του Wageningen στην Ολλανδία. Έχει σπουδάσει Πολιτικές Επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Διεθνή Ανάπτυξη στο Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης. Έχει κάνει επιτόπια και αρχειακή έρευνα σε χώρες της Ευρώπης και της Αφρικής. Τη διετία 2008-2009 ήταν μέλος της συντακτικής ομάδας του ένθετου «Παιδεία και Κοινωνία» στην Αυγή. Άρθρα της έχουν δημοσιευτεί σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά, συλλογικούς τόμους, στο Red Notebook και στο K-Lab.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε