Λογοτεχνία Τεύχος #14

Χωρίς Γραμματόσημο

Μια επιστολή στον Αμερικανό συγγραφέα Χέρμαν Μέλβιλ (1819-1891) η οποία σίγουρα δε θα χρειαστεί γραμματόσημο για να αποσταλεί.

Αγαπητέ κύριε Μέλβιλ,

        Ακόμη κι αν είχα τη δυνατότητα να σας φωνάξω με το μικρό σας όνομα, να μπορούσα, λόγου χάρη, να πω «Χέρμαν μου» ή «Γλυκέ μου Χέρμαν», θα προτιμούσα να μείνω συνεπής στην πιο αυστηρή προσφώνηση. Κι αυτό όχι γιατί θέλω να συντηρήσω μια απόσταση μεταξύ μας (την οποία, ούτως ή άλλως, έχουμε, αφού εσείς είστε νεκρός τα τελευταία εκατόν τριάντα ένα χρόνια, ενώ εγώ φαίνεται πως ζω τα τελευταία τριάντα ένα), αλλά γιατί θέλω να γίνει απολύτως ξεκάθαρο, ακόμη και μέσω της φροντίδας των τύπων, πόσο σας θαυμάζω και σας σέβομαι. 

Σας θαυμάζω για διάφορους λόγους, αλλά κυρίως γιατί κάθε λέξη που έχετε γράψει –το ξέρω γιατί το νιώθω ή το ξέρω αφού το νιώθω– δεν έχει ξεπηδήσει υπό ασηπτικές συνθήκες, δεν έχει υπάρξει –ούτε μέχρι να στεγνώσει το μελάνι στο χαρτί– προστατευμένη από μικρόβια και κινδύνους, δεν έχει προέλθει από έναν μαλθακό διανοούμενο ο οποίος μυρίζει κλεισούρα κι απομόνωση. Σταμάτησα για λίγο να σας γράφω και παρατήρησα τα χέρια μου. Δεν είμαι καλύτερη απ’ όσους, μάλλον απαξιωτικά, σχολιάζω. Είναι τόσο μαλακά τα χέρια μου, κύριε Μέλβιλ, ειδικά αυτή την εποχή, που δεν έχουν πιάσει ακόμη τα κρύα του χειμώνα. Χέρια γραφείου, κύριε Μέλβιλ, δηλαδή εν πολλοίς άμαθα χέρια. Δε λερώνονται, δεν πληγιάζουν, δε «σκάνε», δεν τσιμπάνε σαν να έχουν φυτρώσει πάνω τους αγκάθια. Αντιθέτως τα δικά σας ήταν πιο έμπειρα χέρια, πιο εκτεθειμένα. Έχουν κάνει βάρδιες πάνω στην κουπαστή, έχουν περάσει μέσα απ’ την ομίχλη και τους αντικατοπτρισμούς, έχουν απομυθοποιήσει τους κάβους, έχουν αναμετρηθεί με κατάρτια, και πανιά, και φανταστικά χάδια. 

Κάπου εδώ αποφασίζω, εντελώς ξαφνικά και ταυτόχρονα διακόπτοντας τη ροή της παρούσας επιστολής, να είμαι ειλικρινής ακόμη και για πράγματα που δεν μπορείτε να διαπιστώσετε, γι’ αυτό και οφείλω να παραδεχτώ ότι, τα τελευταία λεπτά, ενώ σας γράφω, το μυαλό μου πηγαίνει σε διάφορες χαζές, δηλαδή άνευ σημασίας, απορίες. Για παράδειγμα, εκείνη την ημέρα που πηδήξατε από το Acushnet, πώς κολυμπήσατε; Θέλω να πω, προτιμήσατε το ελεύθερο στιλ κολύμβησης; Απορρίπτω σίγουρα το ύπτιο, αν και τολμώ να σημειώσω ότι θα είχε μια κάποια ειρωνεία να το σκάγατε από το φαλαινοθηρικό όπου δουλεύατε ως ναύτης απομακρυνόμενος από αυτό με μια ανεμελιά κινήσεων και αναπνοών. Κλίνω περισσότερο προς το ελεύθερο, ενώ εντυπωσιάζομαι ακόμη και με την υποψία ότι ξέρατε γενικά να κολυμπάτε σε στιλ πεταλούδα, έστω κι αν δεν την προτιμήσατε εκείνη την ημέρα. Εγώ κολυμπώ σε ύπτια θέση. Κουνάω τα χέρια και τα πόδια σαν υπάκουο βατράχι. Δε βαριέστε· τουλάχιστον επιπλέω. Και δεν κοάζω. 

Κι αν στη θάλασσα δεν αντιμετωπίζω ιδιαίτερες δυσκολίες, στη ζωή δεν τα καταφέρνω πάντα καλά. Γι’ αυτόν τον λόγο θα αφήσω τον καπετάν Αχαάβ και τον κητώδη εχθρό του να αναπαύονται στην αλμύρα τους, τουλάχιστον προσώρας, και θα ρίξω το πιο γενναίο μου βλέμμα στον Μπάρτλμπυ, στον περίφημο γραφέα σας. Γιατί συχνά αισθάνομαι ότι είναι εκείνος που θα μπορούσε όχι μόνο να ψηλαφίσει κάθε χιλιοστό των αδιεξόδων μου, αλλά να κάνει κι ένα ηρωικό βήμα παραπέρα, ως την απόρριψή τους. Ο-δύσκολος-να-τον-προφέρεις Μπάρτλμπυ! Ο πιο θαρραλέος, συνεπής και ουσιαστικός αρνητής. «I would prefer not to», «Θα προτιμούσα όχι»1, λέει και ξαναλέει, όποιο κι αν είναι το αίτημα, ακόμη κι όταν το αφεντικό του (και αφηγητής της ιστορίας) τον ρωτάει πού γεννήθηκε, ο Μπάρτλμπυ δεν του κάνει το χατίρι, όχι, απέχει απ’ όλες τις φάρσες που συνιστούν τον «πολιτισμένο» μας κόσμο – δε θα τις κατονομάσω· έννοια σας και τις ξέρουμε καλά, κύριε Μέλβιλ, κι ας κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας βαφτίζοντας το κρέας, ψάρι. Φαντάζομαι, κύριε Μέλβιλ, ότι και τα φαντάσματα δυσανασχετούν με τις λογοτεχνικές ερμηνείες, πόσο μάλλον όταν είναι εκείνα, προτού γίνουν φαντάσματα βεβαίως, που έχουν γράψει το λογοτέχνημα. Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται να σας εξηγήσω εγώ το βιβλίο σας. Το μόνο που επιθυμώ είναι να σας ευχαριστήσω με κάθε ειλικρίνεια για τον Μπάρτλμπυ. Και να συμφωνήσω μαζί σας στο εξής: αν όντως υπήρξε υπάλληλος στην Υπηρεσία Ανεπίδοτων Επιστολών, δε γινόταν να έχει άλλο πεπρωμένο. «Ανεπίδοτη επιστολή! Σαν να λέμε, νεκρό γράμμα. Δεν θυμίζει νεκρό άνθρωπο;»,[1] γράφετε στο τέλος του βιβλίου. «Καμιά φορά ο χλομός υπάλληλος ξετρυπώνει μέσα από το διπλωμένο χαρτί ένα δαχτυλίδι – το δάχτυλο για το οποίο προοριζόταν μπορεί να λιώνει στον τάφο· […] τη συγγνώμη για εκείνους οι οποίοι πέθαναν συντετριμμένοι· […] τα χαρμόσυνα νέα για εκείνους τους οποίους έπνιξαν οι αβάσταχτες συμφορές»1, συμπληρώνετε. 

Ό,τι παραμένει ανεπίδοτο μοιάζει σαν να μην υπάρχει, σαν να μην υπήρξε ποτέ κατά κάποιον τρόπο, έτσι δεν είναι; Ή, ακόμη χειρότερα, σαν να μην έχει κανένα νόημα ακόμη κι αν υπάρχει· λειτουργεί μόνο ως μια τρανή επιβεβαίωση άλλοτε της ανοησίας κι άλλοτε της τραγικότητας της ζωής, αν όντως θεωρήσουμε ότι η ανοησία και η τραγικότητα είναι δύο διαφορετικά πράγματα.

Όμως, δεν έχω πρόθεση να σας βαρύνω, κύριε Μέλβιλ. Αρκετό βάρος ρίχνει πάνω σας η αιωνιότητα. Θα κλείσω αυτό το γράμμα διασκεδάζοντάς σας – ή τουλάχιστον υποθέτοντας ότι πράγματι θα διασκεδάσετε, ή θα καγχάσετε. Αγνοώ αν έχετε λάβει άλλη μεταθανάτια επιστολή όλα αυτά τα χρόνια. Σε περίπτωση που είμαι η πρώτη που σας γράφει από την πρώτη φτυαριά και μετά, είμαι στην ευχάριστη θέση να σας ενημερώσω ότι o Μόμπυ Ντικ θεωρείται πλέον «το πιο εμβληματικό έργο της αμερικανικής λογοτεχνίας», διδάσκεται στα σχολεία, έχει διαβαστεί σε όλο τον κόσμο, έχουν γίνει αναλύσεις επί αναλύσεων για το περιεχόμενο και τη δομή του, έχει «ανέβει» στο θέατρο, έχει γυριστεί σε κινηματογραφική ταινία, έχει γίνει τίτλος τραγουδιού, αφίσα, t-shirt, κούπα, σελιδοδείκτης. Για να μην τα πολυλογώ, η καλλιτεχνική δικαίωση ήρθε, αλλά εσείς λείπατε. Αλίμονο, είχατε την πιο σοβαρή εκ των δικαιολογιών, αν όντως θεωρήσουμε ότι ο θάνατος είναι κάτι σοβαρό. Χρησιμοποιώντας τους δικούς σας όρους, θα λέγαμε ότι η επιστολή της αναγνώρισής σας έμεινε ανεπίδοτη.

 

Η σελίδα 36 του βιβλίου του Σοπενάουερ Counsels and Maxims με τη φράση που έχει βάλει σε αγκύλες ο Μέλβιλ

 

Ωστόσο, εντελώς εγωιστικά, με ανακουφίζει το γεγονός ότι, έστω και μετά θάνατον, δεν μείνατε στην αφάνεια και μπορέσαμε εμείς, οι θαυμαστές σας πια, να σας διαβάσουμε και να σας απολαύσουμε. Δηλώνω σίγουρη ότι δεν θα διαφωνήσετε μαζί μου, διότι υπήρξατε (σπουδαίος) αναγνώστης και συνεπώς είστε σε θέση να καταλάβετε. Λόγου χάρη, είχατε υπογραμμίσει (με μολύβι) τη φράση prose of nature στον πρώτο τόμο των Δοκιμίων του Έμερσον, αλλά και τη διαπίστωση του Σοπενχάουερ περί του βασικού λόγου που μας ωθεί στο να έχουμε κοινωνικές επαφές,[2] έχετε βάλει «τικ» ή μια κάθετη γραμμή στα χωρία που ξεχωρίζετε στα βιβλία του αγαπημένου σας Χόθορν, έχετε κρατήσει σημειώσεις στα ποιήματα του Μίλτον, έχετε μελετήσει τον Μάρλοου και την αυτοβιογραφία του Γκαίτε και πολλά άλλα. Φαντάζομαι ότι ίσως έχετε ελαφρώς τρομάξει που γνωρίζω ακόμη και τα σημεία τα οποία έχετε επισημάνει. Υπάρχει, που λέτε, μια διαδικτυακή σελίδα (ενδεχομένως να σας εξηγήσω σε ένα άλλο γράμμα τι σημαίνει αυτό) όπου βρίσκει κανείς ορισμένα από τα βιβλία που έχετε διαβάσει μαζί με τις διάφορες σημειώσεις σας μέσα σε αυτά. Δεν είναι εκπληκτικό; Φτιάχνω την εικόνα με εσάς καθισμένο σε ένα γραφείο, τις σελίδες ανοιγμένες μπροστά σας κι ένα μισοξυσμένο μολύβι στο πλάι. Κι εγώ σημειώνω πάνω στα βιβλία, κύριε Μέλβιλ. Απαραιτήτως με μολύβι. Τον τελευταίο καιρό, εκτός από τις υπογραμμίσεις και τις παρενθέσεις/αγκύλες, συνηθίζω να χρησιμοποιώ πολύ το θαυμαστικό. Σε χωρία που με κάνουν να γελάω ή να σαστίζω από την ευφυΐα του συγγραφέα ή να απορώ για την ακρότητα μιας άποψης. 

Όση ώρα βάζω αυτές τις λέξεις στη σειρά, ακούω μουσική. Θεώρησα ότι θα σας ταίριαζε η κλασική κι όχι κομμάτια τύπου κάντρι ή τζαζ –εντούτοις, κάποιο λεπτό ξεπήδησε μέσα από τον Φωρέ και τον Σούμπερτ, ένα Bird’s lament, γιατί, μεταξύ μας, το έχω προσθέσει στη λίστα με τα κλασικά. Αν έγινα, λοιπόν, λίγο πιο συναισθηματική απ’ όσο αντέχετε, χρεώστε γι’ αυτό τις νότες. Αρκετά καταχράστηκα την άχρονη υπομονή σας. Σας ευχαριστώ που φτάσατε μέχρι το τέλος· γενικά και ειδικά, κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Ειλικρινά και συνειδητά δική σας

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις[+]

Σχετικά με τον συντάκτη

Ευθυμία Γιώσα

Η Ευθυμία Γιώσα σπούδασε βιολογία και βιοπληροφορική. Άρθρα της έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα. Είναι συγγραφέας δύο βιβλίων (Σώματα πτερόεντα, Εκδόσεις Σοκόλη, 2016 και Οι αναχωρητές έχουν κιόλας βαρεθεί στην Εδέμ, Εκδόσεις Κέδρος, 2020).

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε

Secured By miniOrange