Λογοτεχνία Τεύχος #7

«Διακοπές» και άλλα ποιήματα

Φωτογραφία: gato-gato-gato, BCN: upwards. Barcelona, Spain, April 2011
Διακοπές

Οι τρελοί δεν κάνουν διακοπές το καλοκαίρι
λιώνουν μονάχα ακίνητοι καταμεσής
στην πίσσα της ασφάλτου που ζέχνει
λιώνουν βλέποντας τους λύκους να τρέχουν κατά πάνω τους
μετά μαζεύουν το σιτάρι από τα πάρκα
βρίζονται με τους περαστικούς
και τα βράδια αλυχτάνε
-για τα κοράκια που θα έρθουν για το πτώμα τους-
αλλά εμείς δεν τους ακούμε
παρά μονάχα στο γέμισμα του φεγγαριού τον Αύγουστο
και τότε τους μπερδεύουμε όμως
με τις τυπικές εκδηλώσεις του Υπουργείου Πολιτισμού
οι τρελοί δεν έχουνε φωνή για τα δικά μας αυτιά
οι κουφοί δεν τους ακούνε.
Οι εραστές δεν πάνε διακοπές
δεν υπάρχει τέτοια ανάγκη
μόνο σταθμεύουν παράνομα στις μέσες ώρες της νύχτας
ελπίζοντας
μην τους πετύχουν
των κεφαλιών οι κυνηγοί
που φυλακίζουν τους ανέμους
και σταυρώνουν τις γυναίκες
πριν από αυτό λοιπόν
ερωμένοι κι ερωμένες
ακροβατούν
πεταμένοι στον απόπατο της πόλης
ουρλιάζοντας ο ένας μέσα στον άλλο
από πόθο
από φόβο
από συνήθεια της γύμνιας
και χάνονται με το πέρας του θέρους
απ’ τις ταράτσες των ματιών.
Οι κλόουν δεν κάνουν διακοπές
δε βρίσκουνε το λόγο
να αφήσουν το κοινό τους άναυδο
από παλιάτσους και τυχάρπαστους
απλώς
όταν η δουλειά τελειώνει
και το τσίρκο μαζεύει την τέντα του
στέκονται με την καραμούζα τους ακίνητοι
κι ενώ πολύ θέλουνε
ν’ απευθύνουν στους θεατές τους
ένα σάλιο από μέσα τους
το καταπίνουν τελικά
δεν έχουν σχέσεις καλές με τον ουρανίσκο και τη γλώσσα
έπειτα καταριούνται τη στιγμή που δε γίναν μάγοι ή ακροβάτες
και τελειώνουν το ντεμακιγιάζ τους το πρωί
ένα άγνωστο πρόσωπο τους περιμένει.

Εσείς οι εραστές

Ω, εσείς οι εραστές
οι φωτεινοί, οι ευγενικοί
που λούζεστε με τα κρίνα της βροχής
μέσα στο σκοτάδι
που είστε το σκοτάδι
και το πέπλο που βαδίζει επάνω του η νυχτιά.
Ω, εσείς οι εραστές οι πιο τρανοί,
οι τόσο μόνοι
που ζείτε στην ανάσα
που είστε η ανάσα
που είστε ο άλλος
ο βαθιά μέσα σας βυθισμένος άλλος
που αλλάζετε τις εποχές με δάκρυα στα μάτια
που είστε τα μάτια
κι η ίδια η όραση που ο Θεός κοιτά τον κόσμο.
Ω, εσείς οι εραστές οι πονεμένοι
που γερνάτε ολότελα μαζί
που είστε το γήρας
που είστε ο χρόνος ο ανείπωτος
και το αλάτι που καρπίζει ευωδιές
και μυρωδιές και σύννεφα
τούτο της μάνας γης το αλάτι είστε
εσείς οι εραστές
οι ταπεινοί, οι μόνοι,
οι θλιμμένοι στο πέρασμα του τρένου
που σφυρίζει και σας αφήνει πίσω του
για πάντα
μέσα στο πάντα
και στο πάντοτε.
Ω, εσείς οι εραστές
που καπηλεύεστε την αιωνιότητα
και ζείτε μαύρες μέρες στο βυθό με τα κοράλλια
και αγαπιέστε
και αγαπιέστε ξανά και ξανά και ξανά
κι έπειτα πεθαίνετε
φύλλα που σας σκόρπισε ο άνεμος
στο χώμα σαπισμένα
στο χώμα πια θαμμένα
γιατί εσείς είστε το χώμα
που θαμμένοι κείτονται
τόσων εραστών οι αγάπες
και η τέφρα
και η στάχτη
και η παγωμένη λαβα
και ο άδειος έρωτας
που μέσα στα κορμιά σας έζησε και χάθηκε
εσείς είστε ο έρωτας
που μας γνέφει
και μας τραγουδά και μας μεθάει.
Ω, εσείς εραστές
μια ανάσα το φεγγάρι.

Λαθραίοι

Transit
μου είπες και με ταξίδεψες
πρώτη θέση λαθρεπιβάτη σε βαγόνι δίχως εισιτήριο,
είναι εύκολες οι θάλασσες
οι άνθρωποι είναι που πνίγονται όχι οι προκηρύξεις
είπες
και φύγαμε κλεισμένοι στα αδιάβροχα μυαλά μας
να ζήσουμε το όνειρο κάθε άστεγου που στέκεται
στην ουρά για την χριστιανική σούπα
στην ουρά για τους σκουπιδοτενεκέδες
με τα ψαροκόκαλα, τις σερβιέτες, τα φθηνά ρεβίθια
στην ουρά με τους Πακιστανούς σαν Πακιστανοί
και συντροφιά τις αλητόγατες της Ροτόντα,
το ταξίδι για το ταξίδι
μου είχες πει, χωρίς προορισμό
κι ας βρέχει παράνομους και λακέδες,
δεν παρκάρεις εύκολα στην χώρα των ρουφιάνων
δεν παίρνεις με τη μία στολή χαφιέ ή σκύλου
πρέπει να τα δουλέψεις πρώτα τα κέρδη στο παζάρι
πρέπει να τους γλύψεις υποτακτικά
γι’ αυτό, είπες , πάμε,
πριν μας κρεμάσουνε κι εμάς στα γουναράδικα
γδαρμένα κύτταρα και σάπια έντερα,
τα όνειρα πρώτα, να το ξέρεις,
τα όνειρα πρώτα σκοτώνουν στο μαχαίρι,
πάμε,
ας ταξιδέψουμε λαθραία
Transit,
ας νιώσουμε για λίγο γυναίκες Ουκρανίας
μελαμψοί άμοιροι του Μπάγκλα Ντες
λαθραίοι Αλβανοί στην αγορά
μνήμες ξεθωριασμένες της Καμπούλ
σκόνη αφρικανικής ερήμου,
φίλε,
δεν έχουν μείνει και πολλοί τόποι
για να πάμε,
έχουν βάλει σύνορα παντού
και φύλακες ,
βλάχους lone rangers,
μπάτσους με κοιλιές και βυζιά που πουλάν την κοκαΐνη,
έλα να φύγουμε,
πεταλούδες ψυχεδελικές, μόνες στη βιτρίνα με τα βαλσαμωμένα έντομα.
Transit,
τρέλα,
τρεμούλα.
Δεν είναι όλα δρόμος
είναι όλα τρόμος.

Παραλλαγή ΙΙΙ

Εγώ σκευοφύλαξ ξεπερασμένων ιδεών,
λαμπαδηδρόμος ανάερος μεταξύ των θερμών εραστών
που προβαίνουν γιομάτοι ελπίδες
κι οι σαύρες τηγανίζουν τη ζέστη στα πόδια τους
(τότε που) οι λίθοι κοχλάζουν όπως το ζεστό σπέρμα στην κοιλιά
που στάζει και ξεραίνεται
αμετανόητο και πείσμων.
Εγώ ο Αύγουστος μήνας των κρεμασμένων αιρετικών της ηδονής,
ο δήμιος του τίποτα,
μοναχική φαλτσέτα,
χαμένος χαμαιλέων,
θήραμα-δηλητήριο,
τροφή για τα κοράκια των άλλων,
το τίποτε στη γενική κλίση του τίποτε
που είναι άκλιτο γενικά
κι επίρρημα φυσικά.
Εγώ σας χλευάζω στα σαλόνια σας
με τα αστικά κλιματιστικά,
τις μισές φράσεις και το μέτριο κυριακάτικο σεξ,
σας επιρρίπτω στο πουθενά
σας ευλογώ με το χαλάζι του είναι μου,
θερμαστής άεργος σε καράβι με κατάρτια,
η προπέλα σας εγώ,
ο γελωτοποιός σας, κλόουν αδρανής
όπως το λίπος σε μια κοιλιά αδειανή από ζωή, πεθαμένη,
σας δαχτυλοδείχνω,
σας ορίζω με τρόπο ασαφή,
δεν έχω σύνταξη να σας εντάξω μέσα,
σας κρύβω το χαμόγελο και σας κερνάω τρόμο,
όπως τον τρόμο της σαρδέλας που σπαρταρά
καθώς το τηγάνι (της) τσιρτσιρίζει,
το λάδι καίει,
οι χαμάληδες τραγουδάνε αμανέδες στο λιμάνι
μια αγέλη πεινασμένη για σαρκία θλιβερά των γυναικών,
έχουμε εκπτώσεις φέτος ξανά,
οι έμποροι όπως- ακριβώς και-οι νεκροί
δεν περιμένουν.
Ξεπουλάνε (σ)τον καιρό που πρέπει.

3η παραλλαγή, Ιούλιος-Αύγουστος, 2013

Σαράκια

Έρχεσαι και φεύγεις
σε μια πόλη ερείπιο
και σ’ ακολουθούν βαστάζοι
οι πρόσφυγες, οι ζητιάνοι
και τ‘ αγάλματα της ρωμαϊκής αγοράς
κι αγοράζεις με τ’ αδειανό σου βλέμμα
την ερημιά του πελάγους,
ολοένα έρχεσαι και φεύγεις
και μετράς κάθε φορά τους γλάρους,
τις ψυχές και τα ερείπια,
το εγώ σου αναζητάς
μα εκεί που είναι κλειδωμένο
το σκοτάδι δεν τ’ αγγίζει
μήτε η απανεμιά,
έρχεσαι και φεύγεις
και θέλεις ν’ αγοράσεις χαϊμαλιά
από το Μπιτ Παζάρ
που να ξορκίζουν έρωτες
κι είναι τα βήματά σου έρμαιο
στην χθεσινή σκουριά των δρόμων
απελπισμένη είσαι
βαπτισμένη στην ωχρά κηλίδα της καρδιάς σου,
σε βλέπω
που ολοένα έρχεσαι και φεύγεις
έρχεσαι
και
φεύγεις…

 

 

 

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Σχετικά με τον συντάκτη

Γιάννης Τσιτσίμης

Γιάννης Τσιτσίμης

Ο Γιάννης Τσιτσίμης γεννήθηκε στο Κιλκίς το 1966 και ζει στη Θεσσαλονίκη. Κείμενα άρθρα και διηγήματά του δημοσιεύτηκαν κατά καιρούς σε πολλές εφημερίδες, λογοτεχνικά έντυπα και περιοδικά. Από το 1997 ασχολείται με την παραγωγή ταινιών μικρού και μεσαίου μήκους. Το 2000 προβλήθηκε από την ΕΤ3 η τηλεταινία (σε σενάριο και σκηνοθεσία του ) «Ένα πτώμα χορεύει στο σεληνόφως». Υπήρξε πολλά χρόνια μέλος της οργανωτικής επιτροπής των περιφερειακών εκδηλώσεων του διεθνούς φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για το Κιλκίς. Οι περισσότερες ταινίες του κυκλοφόρησαν συνολικά σε DVD με τίτλο «εφιάλτες από την κόλαση». Έχει γυρίσει 8 μικρού μήκους φιλμ και έχει εκδώσει 4 μυθιστορήματα και μία συλλογή διηγημάτων με θέμα την εξερεύνηση ακραίων καταστάσεων της ανθρώπινης σεξουαλικότητας. Για το θεατρικό του έργο «Αυτοί και ο Χίτλερ» κέρδισε το 2ο βραβείο στον πανελλαδικό διαγωνισμό της Ένωσης Ελλήνων Συγγραφέων το 2015. Είναι τακτικός συνεργάτης της λογοτεχνικής επιθεώρησης πολιτισμού της Θεσσαλονίκης «Ένεκεν». Εργάζεται στην Πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Βραβεύτηκε με το βραβείο «Δεμερτζή» για την προώθηση της λογοτεχνίας στο σχολείο από το ΙΒΒΥ για το 2017

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε