Τεύχος #10 Μουσική

Δίσκοι, πίπες και κόκα κόλα: Σκιαγραφώντας εμμονές νουάρ χαρακτήρων

Υπό μία οπτική, αν υπάρχει κάτι πέρα από το καθαρά διαισθητικό που μπορεί να ξεχωρίσει το νουάρ από το, με την ευρύτερη έννοια, αστυνομικό μυθιστόρημα είναι το κεντρικό πρόσωπο (ή πρόσωπα) γύρω από το οποίο στήνεται η ιστορία και ταυτόχρονα ο τόπος και ο χρόνος στον οποίο κινείται. Ο ήρωας (αν θέλουμε να κρατήσουμε τις ομολογουμένως ανδροκρατούμενες καταβολές) ή η ηρωίδα της ιστορίας είναι συνήθως ένα άτομο γέννημα της εποχής του, αλλά σε διαρκή πόλεμο με αυτή. Ένας άνθρωπος με ανελαστική προσήλωση σε ένα δικό του σύστημα αξιών, μία δική του αντίληψη δικαίου, την οποία και προσπαθεί να ακολουθήσει ακόμα και αν (αν όχι κυρίως όταν) αυτή τον φέρει αντιμέτωπο με την όποια καθεστηκυία τάξη και έχει άμεσες επιπτώσεις στη ζωή του. Μια ζωή που έτσι κι αλλιώς φαίνεται να συγχέεται διαρκώς με την κεντρική πλοκή και ποτέ δε διατηρεί κάποια προσωπική ανεξαρτησία. Αυτό το δίπολο οδηγεί εν πολλοίς την ιστορία και είναι το πραγματικό διακύβευμα αυτής, πολύ περισσότερο από ότι το όποιο έγκλημα, η αποκάλυψη των ενόχων, η σωτηρία των αθώων ή ακόμα και το προσωπικό όφελος.

Αυτή η μυστική συμφωνία συγγραφέα και αναγνώστη εκφράζεται μέσα από κάποια λογοτεχνικά σχήματα. Ίσως το πιο γνωστό και πολυσυζητημένο από αυτά να είναι η απομόνωση του ήρωα, η απομάκρυνσή του από μια κοινωνικότητα με όποιους όρους μπορεί αυτή να νοείται στον τόπο και το χρόνο που ο ίδιος δρα. Η προσπάθεια του ήρωα να διατηρήσει ένα συγκροτημένο εξωτερικό προφίλ, ενώ ο προσωπικός του κόσμος απειλείται, παίρνει τη μορφή οικογενειακών ή οικονομικών προβλημάτων, διαφόρων παθών, όπως εθισμοί σε ουσίες ή στον τζόγο και φυσικά μια βαθιά μοναξιά. Πολλές φορές τα στοιχεία αυτά μοιάζουν να είναι σχεδόν αφετηρίες για να δημιουργηθεί ένας «νουάρ χαρακτήρας». Αν όμως αυτά καταδεικνύουν τις συνέπειες της αντίφασης να προσπαθεί να οριοθετήσει τα ιδανικά του σε έναν κόσμο στα οποία δε φαίνεται να χωράνε, δεν υπάρχει καλύτερο σχήμα για τον συγγραφέα να εξηγήσει έμμεσα την, εξωπραγματική σε πρώτη ανάγνωση, προσήλωση του ήρωα του σε αυτά τα ιδανικά, από το να  περιγράφει και να χρησιμοποιεί σχεδόν κοσμητικά στην υπόθεση ένα χαρακτηριστικό του που φτάνει στα επίπεδα της εμμονής.

Δεν υπάρχει περιορισμός στο τι θα επιλέξει ο συγγραφέας για τον ήρωά του. Η μουσική, ο κινηματογράφος και η λογοτεχνία έχουν την πρωτοκαθεδρία. Αλλά έχουν χρησιμοποιηθεί επίσης το σκάκι ή το φαγητό, το κομψό ντύσιμο, ακόμα και η πίπα του Μεγκρέ (του Ζωρζ Σιμενόν) ή το ντόμινο και η coca cola του Μπελασκοαράν (του Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ).

Όταν μάλιστα ο εν λόγω ήρωας επανεμφανίζεται σε μια σειρά βιβλίων, το χαρακτηριστικό αυτό επιτελεί έναν επιπλέον σημαντικό ρόλο. Δίνει ουσία στον ήρωα, τον δένει από το ένα βιβλίο στο άλλο, αποτελεί διαρκή υπενθύμιση ποιου την ιστορία διαβάζει ο αναγνώστης. Σε ένα είδος (ή μήπως ύφος;) λογοτεχνίας τόσο στυλιζαρισμένο όσο το νουάρ μυθιστόρημα, είναι αυτές οι λεπτομέρειες που μπορούν να δημιουργήσουν την αίσθηση της συνέχειας, να διαφοροποιήσουν την ιστορία από τη διπλανή της στο ράφι του βιβλιοπωλείου, αλλά και να αυξήσουν το συναισθηματικό δέσιμο και την αφοσίωση του αναγνώστη δίνοντας μία ανθρώπινη υπόσταση σε έναν χαρακτήρα που ισορροπεί διαρκώς ανάμεσα  στο ανθρώπινο και το υπεράνθρωπο. Αν όμως αυτό ακούγεται κάπως μηχανιστικό, υπάρχει κάτι πιο βαθύ που κάνει πολλούς συγγραφείς νουάρ μυθιστορημάτων να επανέρχονται ξανά και ξανά στις εμμονές των χαρακτήρων τους. Είναι ένας τρόπος να πετυχαίνουν να περιγράψουν έμμεσα δύο βασικές συνθήκες των βιβλίων τους.

Αρχικά, η μικρή αυτή λεπτομέρεια της ζωής του πρωταγωνιστή, ένα συμπεριφορικό τικ σχεδόν, που επανέρχεται ξανά και ξανά στην ιστορία, περιγράφει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο την ψυχολογική ή συναισθηματική κατάστασή του. Σε μια πλοκή που συχνά πρέπει να ευνοεί τη δράση και το ρυθμό, αντί να χρειαστεί ο συγγραφέας να δημιουργήσει στατικές περιγραφικές συνθήκες μπορεί να επαναφέρει το γνώρισμα που έχει αποδώσει στον ήρωά του. Έτσι, όταν ο Μαιγκρέ ανάβει την πίπα του ξέρουμε ότι έχει μπει σε μια διαδικασία συλλογισμών ή προσεκτικής ακρόασης, όταν ο Πέπε Καρβάλιο (του Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν) κάνει διάλειμμα για φαγητό καταλαβαίνουμε ότι έχει έρθει η ώρα να αποτραβηχτεί από την υπόθεση για να επιστρέψει με καθαρότερο μυαλό, όταν ο Φίλιπ Μάρλοου (του Ρέημοντ Τσάντλερ) στήσει την σκακιέρα μπροστά του είναι η στιγμή που θέλει από πιόνι του παιχνιδιού να αναδειχτεί σε οδηγό των εξελίξεων. Φυσικά αυτό το γνωρίζουν και το χρησιμοποιούν πάνω από όλα οι συγγραφείς των βιβλίων. Γι’ αυτό και τα στοιχεία αυτά τοποθετούνται με αυτόν τον συγκεκριμένο τρόπο στο βιβλίο, γι’ αυτό και άτσαλες προσπάθειες απομίμησης (ή η πρόσφατη μόδα υιοθέτησης των ηρώων από νεότερους συγγραφείς) συχνά αποτυγχάνουν όταν απλώς αναπαράγουν τα στοιχεία αυτά, χωρίς να τα δένουν οργανικά στην υπόθεση.

Αν όμως τα στοιχεία αυτά είναι μία φορά αποκαλυπτικά σε προσωπικό επίπεδο, δρουν ακόμα περισσότερο ως τέτοια περιγράφοντας το περιβάλλον στο οποίο κινείται ο χαρακτήρας του βιβλίου, εντάσσοντάς τον σε έναν συγκεκριμένο κύκλο ή αντιθέτως φέροντας τον απέναντι από κάποιον. Η κουλτούρα αποτελεί το λευκό χαρτί πάνω στο οποίο γράφεται το κείμενο και περιγράφει πολύ πιο εύκολα και άμεσα τον κόσμο που δημιουργεί ο συγγραφέας. Για παράδειγμα ο Ρόμπερτ Τέηλορ στο Τισομίνγκο Μπλουζ του Έλμορ Λέοναρντ είναι ένας μαύρος παράνομος, που τον ενδιαφέρουν τα ακριβά κοστούμια, έχει καταγωγή από το Ντιτρόιτ και μία βαθιά γνώση της τοπικής μπλουζ μουσικής την οποία επαναφέρει με κάθε ευκαιρία, σε κάθε του συζήτηση. Με μια τόσο απλή περιγραφή ο χαρακτήρας αυτός έχει ήδη ορίσει τη βαθιά σχέση του με τις ρίζες του μαύρου πληθυσμού τις οποίες ενστερνίζεται αντί να απαρνείται, αλλά ταυτόχρονα ανταγωνίζεται σε στάτους και χρήμα τους λευκούς που βρίσκονται στο δρόμο του. Αντίστοιχα, οι διαρκείς αναφορές του Μωρίς Αττιά σε κινηματογραφικές ταινίες μέσα από το στόμα του αστυνόμου Πάκο Μαρτίνεθ, πέρα από τις καταβολές του ήρωα και το φίλτρο μέσα από το οποίο βλέπει τον κόσμο, υπενθυμίζουν στον αναγνώστη ποια ήταν τα πρότυπα της ομορφιάς, της πρόκλησης, της βίας στις δεκαετίες που έζησε ο αστυνόμος και πώς αυτά συνδέονται στην πράξη με τις εμπειρίες που βιώνει.

Η μουσική ειδικά έχει πολλές φορές βρεθεί στο επίκεντρο της ιστορίας, αν όχι είναι η ίδια η ιστορία. Θα είναι ίσως άδικο να χαρακτηρίσει κάποιος μονοδιάστατους τους πρωταγωνιστές των νουάρ, αλλά είναι δεδομένο ότι ταυτίζονται κάθε φορά με ένα και μόνο είδος μουσικής, συνήθως χωρίς παρεκκλίσεις, όπως χωρίς παρεκκλίσεις ζουν και τη ζωή τους. Πολλές φορές, όταν οι μουσικές τους προτιμήσεις δεν συμβαδίζουν με την εποχή τους, αυτό θα χρησιμοποιηθεί ως ένδειξη ότι δεν μπορούν να ακολουθήσουν τον κόσμο συνολικά, δεν τον καταλαβαίνουν, δεν ανήκουν στη σύγχρονη κοινωνία, όπως αυτή μπορεί να οριστεί σε κάθε περίπτωση. Στο Όνειρα Από Χρώμιο Και Βινύλιο, ο DJ πρωταγωνιστής έχει φυσικά, όχι μόνο εμμονή με τη μουσική των ‘60s, αλλά και τον ανάλογο σνομπισμό, και αυτό, μαζί με την πλαστική ‘80s οπτική πάνω σε εκείνη τη δεκαετία, είναι που αποτελεί τον πυρήνα του μυθιστορήματος. Άλλοτε πάλι συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Η μουσική είναι αυτή που φέρνει τον νεωτερισμό, μια κουλτούρα που βράζει, συχνά κάτω από τα φώτα της δημοσιότητας και η ταύτιση του ήρωα με αυτή του δίνει μία επαναστατική ιδιότητα. Η τζαζ έχει φυσικά κατά κόρον χρησιμοποιηθεί με αυτό το σκοπό, τόσο γιατί συνδέει το νουάρ μυθιστόρημα με τις ρίζες του, όσο και γιατί το τριπλό χαρακτηριστικό των τζαζ κλαμπ ως πεδίο δράσης του υπόκοσμου (συμμορίες, ναρκωτικά, ξέπλυμα χρήματος), ως αμαρτωλή διασκέδαση εύπορων λευκών και ως όχημα κοινωνικής απελευθέρωσης των μαύρων, υπήρξε πάντα μια αστείρευτη πηγή εκμετάλλευσης από πολλούς συγγραφείς.

Η τελευταία ανάγνωση στο θέμα αυτό φυσικά θα πρέπει να μας βγάλει από το βιβλίο καθεαυτό και να στρέψουμε το βλέμμα μας και στους συγγραφείς. Είναι άξιο ενός ξεχωριστού κειμένου το να αναλύσουμε γιατί γενικώς στο νουάρ μυθιστόρημα υπάρχει μία έντονη, όσο και μερική φυσικά, ταύτιση του συγγραφέα με το δημιούργημά του. Όμως είναι αξιομνημόνευτο ότι, όσο κι αν απέχουν από το να αποτελούν alter ego της πένας που τους δημιούργησε, οι πρωταγωνιστές των νουάρ αποκαλύπτουν συχνά προτιμήσεις, πάθη και βιώματα των συγγραφέων. Αναζητώντας λοιπόν τον ήρωα του νουάρ αστυνομικού μυθιστορήματος πίσω από τις λέξεις που περιγράφουν τις συνήθειές του και πέρα από τον κόσμο που τους περιβάλλει μπορεί τελικά να ανακαλύψουμε τα ενδιαφέροντα του ανθρώπου που πρώτος από όλους συνομίλησε, νοητά, μαζί του.


Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Σχετικά με τον συντάκτη

Κώστας Σακκαλής

Κώστας Σακκαλής

Γεννήθηκε τη χρονιά που πέθανε ο Charles Mingus και κυκλοφόρησε το The Wall. Κατάφερε να σπουδάσει χημικός μηχανικός και να ζει από αυτό, ενώ ζει για να ακούει μουσική, να διαβάζει βιβλία και να βλέπει ταινίες. Υπήρξε συντάκτης στο ηλεκτρονικό περιοδικό Rocking.gr από 2007 έως και το 2017 και έκτοτε καλύπτει την ανάγκη του να γράφει είτε με σποραδικές δημοσιεύσεις σε διάφορα μέσα, είτε ιδιωτικά, κάτι που παραμένει μέχρι στιγμής ανάμεσα σε αυτόν και το καλάθι των αχρήστων του.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε