Τεύχος #08 Πένες γυναικών, ιστορίες (α)ορατότητας

Έμφυλες ταυτότητες, σώματα και επιθυμίες: από τα reality shows στον άρρητο σεξισμό της πραγματικότητας

«Εγώ το μόνο που είδα ήταν δύο στήθη», ήταν η «κυνικά» ειλικρινής απόφανση γυναίκας-κριτή δημοφιλούς τηλεοπτικού reality του περασμένου χειμώνα, όταν κλήθηκε να κρίνει το επίδοξο μοντέλο που την κοιτούσε με μάτια έτοιμα να βουρκώσουν παρακαλώντας για τη θετική της ψήφο και για ένα εισιτήριο στον φαινομενικά φαντασμαγορικό κόσμο της μόδας, των φωτογραφίσεων και των défilés· έναν από τους κατ’ εξοχήν χώρους αντικειμενοποίησης και εμπορευματοποίησης του γυναικείου σώματος, όπως, άλλωστε, αναδείχθηκε γλαφυρά στο εν λόγω reality, όπου τέσσερα ζευγάρια μάτια ήταν καρφωμένα στο σώμα των διαγωνιζόμενων, μιλώντας ενώπιόν τους γι’ αυτές στο γ’ ενικό πρόσωπο –σαν να ήταν απούσες, ενώ ήταν παρούσες– και χρησιμοποιώντας ενίοτε υποτιμητικές και απαξιωτικές εκφράσεις για την εμφάνιση ή και την προσωπικότητά τους. Η επίκληση του παραδείγματος αυτού, όμως, δεν στοχεύει σε άλλη μία κριτική, όπως αυτές που έχουν ήδη γραφτεί περί «τηλεοπτικών σκουπιδιών», «trash tv», κ.λπ. Το ζητούμενο είναι να προχωρήσουμε πέρα από τον προφανή, και πολιτικά «ανώδυνο», χαρακτήρα τέτοιων συμπερασμάτων –που ανάγουν ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα στο «απόλυτο κακό» το οποίο, εάν τάχα απουσίαζε, θα εξαλειφόταν μεμιάς ο σεξισμός, η ομοφοβία και ο ρατσισμός της ελληνικής κοινωνίας– ώστε να θέσουμε μία σειρά ερωτημάτων για το ζήτημα της συγκρότησης της έμφυλης ταυτότητας των υποκειμένων στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες.

Με δεδομένο ότι το «φύλο» συνιστά «μία από τις νόρμες που καθιστούν εξαρχής βιώσιμο το “υποκείμενο”»[1], μία ρυθμιστική πρακτική που κανονικοποιεί, ποιες είναι οι κυρίαρχες αναπαραστάσεις της «γυναίκας», όπως αυτές αναπαράγονται όχι μόνο στην τηλεόραση, αλλά και στον πολιτικό λόγο ή στον λόγο εντός εκπαιδευτικών θεσμών; Εάν, μάλιστα, λάβουμε υπ’ όψιν ότι η γυναίκα «προσδιορισμένη όσον αφορά την ορατότητά της, κουβαλάει μαζί της το δικό της Πανοπτικό οπουδήποτε πηγαίνει», ότι «[η] υποκειμενικότητα που αποδίδεται στη θηλυκότητα εντός των πατριαρχικών συστημάτων είναι αναπόφευκτα συνδεδεμένη με τη δομή του βλέμματος και τον εντοπισμό του ματιού σαν εξουσίας»[2], πώς συγκροτείται, εν τέλει, αυτό που καλούμε «γυναικεία ταυτότητα» και «γυναικεία επιθυμία»; Και ποιες εναλλακτικές μπορούμε να προτάξουμε απέναντι στα κυρίαρχα στερεότυπα περί της «γυναίκας» και της ουσιοκρατικής και μονοδιάστατης αναπαράστασής της, και, κατ’ επέκταση, απέναντι στο κυρίαρχο αφήγημα του διπολικού φύλου και της ετεροκανονικότητας;

Αναμφίβολα, το τηλεοπτικό τοπίο συνιστά πρόσφορο έδαφος για τη διερεύνηση των παραπάνω. Χαρακτηριστικά, σε γνωστό reality που υπόσχεται στις διαγωνιζόμενες και στους διαγωνιζόμενους να βρουν την «αληθινή αγάπη» στο τηλεοπτικό σπίτι όπου διαμένουν, το τηλεοπτικό κοινό παρακολουθεί τις γυναίκες του παιχνιδιού να εμφανίζονται κάθε ώρα της ημέρας ακριβώς όπως επιτάσσει το κυρίαρχο πρότυπο «γυναίκας» και η κυρίαρχη επιθυμία ενός αχόρταγου ανδρικού βλέμματος – μίνι φορέματα και δωδεκάποντα τακούνια, αψεγάδιαστο μακιγιάζ, επαγγελματικές κομμώσεις. Αντίστοιχα, και οι άνδρες διαγωνιζόμενοι – με καλογυμνασμένα σώματα, μοδάτα ρούχα και επιμελημένα χτενίσματα – πασχίζουν να ανταποκριθούν στο κυρίαρχο αφήγημα περί «μοντέρνας αρρενωπότητας», με γυναίκα συμπαίκτριά τους να τους ξεκαθαρίζει ρητά και κατηγορηματικά εν είδει ταυτολογίας ότι το βασικό χαρακτηριστικό του ιδανικού άνδρα είναι… «να είναι άνδρας». Μία επίκληση αρρενωπότητας που δεν απουσιάζει ούτε και από δημοφιλές reality μαγειρικής, όπου οι αντιδεοντολογικές συμπεριφορές κρίνονται και αξιολογούνται από τους άνδρες και από τις γυναίκες διαγωνιζόμενες με φράσεις όπως «δεν τιμάει τα παντελόνια που φοράει», ωσάν μόνο οι άνδρες να έχουν το αποκλειστικό προνόμιο να συμπεριφερθούν «τίμια» και «σωστά»…

Κι αν κάποιος/α σπεύσει να ανταπαντήσει ότι τα reality shows είναι απλώς μία κακής ποιότητας αναπαράσταση και μία διαστρέβλωση της πραγματικότητας, μία έκφανση απλώς της υπό-κουλτούρας της εποχής μας, τότε μάλλον απωθεί ότι η ίδια η ονομασία τους, αλλά και η ίδια η πραγματικότητα, μας υπενθυμίζουν ότι, δυστυχώς, είναι μάλλον το ακριβώς αντίθετο· μία τηλεοπτική αντανάκλαση –αν και, σίγουρα, κακέκτυπη και ακραία– της κοινωνικής πραγματικότητας. Άλλωστε, πόσο απέχει τελικά η επίκληση αρρενωπότητας και η ανάδειξη της ευθύτητας και της ντομπροσύνης ως κατ’ εξοχήν στοιχεία του «ανδρικού» χαρακτήρα στο πλαίσιο αυτών των εκπομπών από την πραγματικότητα των αποφάνσεων και δηλώσεων μερίδας ανδρών πολιτικών; Πόσο απέχει η προαναφερθείσα αναπαράσταση των γυναικών στα τηλεοπτικά προγράμματα από τα σεξιστικά σχόλια για γυναίκες πολιτικούς μέσω αναφορών, όπως υπογραμμίζει εύστοχα η Sara Mills, σε «ένα σύνολο αρνητικών χαρακτηριστικών που στερεοτυπικά συνδέονται με τις γυναίκες σαν ομάδα, όπως η μέριμνα για την εξωτερική ομορφιά ή οι συναισθηματικές κρίσεις, προκειμένου να υπονομευθούν [οι γυναίκες αυτές] πολιτικά ή επαγγελματικά»[3]; Πόσο απέχουν τα κυρίαρχα τηλεοπτικά στερεότυπα από άκρως προσβλητικά και ομοφοβικά σχόλια που, κατά καιρούς, έχουν ακουστεί στο ελληνικό κοινοβούλιο ή στα τηλεοπτικά πάνελ, ή από την macho επίδειξη (έμφυλης) ισχύος και (ταξικής) ανωτερότητας ανδρών πολιτικών, όταν καλούνται να απολογηθούν δημόσια για τις πολιτικές επιλογές τους;

Μάλιστα, το ενδιαφέρον στοιχείο που θα πρέπει να τονιστεί είναι ότι οι παραπάνω δηλώσεις και συμπεριφορές όχι μόνο εντοπίζονται σε όλο το φάσμα του πολιτικού πεδίου, αλλά συχνά αναπαράγονται και από εκείνα τα τμήματά του που την ίδια στιγμή πασχίζουν να παραμένουν πιστά στην «πολιτική ορθότητα» σε επίπεδο διακηρύξεων και λόγου (π.χ., μέσω της χρήσης και του αρσενικού και του θηλυκού γένους κατά την απεύθυνση σε ένα ακροατήριο, κ.ο.κ.)· μία, εκ πρώτης όψεως, αντίφαση που μας φέρνει στον νου την Τζούντιθ Μπάτλερ που αναρωτιέται «Ποιος μιλάει όταν μιλάει η σύμβαση;», για να καταλήξει ότι «[υ]πό μία έννοια, είναι ένα κληρονομημένο σύνολο φωνών, μία ηχώ άλλων που μιλάει ως το “Εγώ”»(J. Butler, (1997). Excitable Speech. A politics of the performative. New York; London: Routledge, σ. 25.)). Παρά, δηλαδή, την τεράστια σημασία της υιοθέτησης ενός μη-σεξιστικού λόγου και της εγκατάλειψης των γλωσσικών αποκλεισμών που οι περισσότεροι και οι περισσότερες, εν είδει αυτοματισμού, αναπαράγουμε, η παραπάνω αντίφαση αναδεικνύει, όπως και το ερώτημα της Μπάτλερ, την αναγκαιότητα του να προχωρήσουμε ένα βήμα παραπέρα· διότι «το ζητούμενο της μη-σεξιστικής γλώσσας δεν είναι να αλλάξει τις μορφές των λέξεων απλώς σαν αυτοσκοπό, αλλά να αλλάξει το ρεπερτόριο των νοημάτων που μία γλώσσα εκφράζει. Έχει να κάνει με τον επανακαθορισμό, παρά απλώς με τη μετονομασία, του κόσμου».[4]

Εξάλλου, σε αρκετές περιπτώσεις, ο άρρητος και λανθάνων σεξισμός και ρατσισμός αποδεικνύεται πιο επικίνδυνος και, αναμφίβολα, πιο βαθιά ριζωμένος από τον ρητό σεξισμό συγκεκριμένων εκφορών του λόγου. Αρκεί, πράγματι, μία ματιά σε πληθώρα παραδειγμάτων για να καταδειχθεί η επίμονη, αλλά ταυτόχρονα έμμεση και δυσδιάκριτη, κυριαρχία των έμφυλων στερεοτύπων, ακόμα και στον θεωρούμενο ως αντίποδα της «τηλεόρασης», στην ίδια την εκπαίδευση· από τα σχολικά εγχειρίδια και τη στερεοτυπική αναπαράσταση των δύο φύλων και των δραστηριοτήτων τους (π.χ., τα αγόρια που διαγωνίζονται μεταξύ τους στα άλματα, τα κορίτσια που φτιάχνουν γλυκά), καθώς και τα λεξικά και τα βιβλία γραμματικής, μέχρι τις επιστημονικές μελέτες[5] που επισημαίνουν, υποτίθεται «αντικειμενικά» και «αμερόληπτα», τον κίνδυνο κατάθλιψης για τις γυναίκες που δουλεύουν περισσότερες ώρες δείχνοντάς τους άρρητα τον δρόμο της επιστροφής στο νοικοκυριό τους, αλλά και τις διάφορες διαφημίσεις που αναπαράγουν στερεοτυπικές εικόνες για τη σχέση των δύο φύλων, ενίοτε συγκεκαλυμμένες με αρκετή δόση χιούμορ –ας θυμηθούμε, όμως, εδώ τη φροϋδική ανάλυση για το χιούμορ ως τη «νικηφόρο επιβεβαίωση του γεγονότος ότι το Εγώ είναι απρόσβλητο»[6] και για την άρρηκτη και άρρητη σχέση του με το ασυνείδητο.

Όμως, ακόμη και στον ακαδημαϊκό χώρο, έναν χώρο που, τουλάχιστον σε επίπεδο λόγου, φαντάζει ιδανικός, η πραγματικότητα για τα υποκείμενα που δεν έχουν την «τύχη» να ανήκουν στο «ισχυρό» φύλο απέχει πολύ από τη θεωρία και τον λόγο του αντισεξισμού που αναπαράγει. Διότι, εν τέλει, αν ρίξουμε μία ματιά στην ελληνική, αλλά και στη διεθνή πραγματικότητα, θα δούμε ότι οι όποιες πολιτικές για την καταπολέμηση του σεξισμού και της ομοφοβίας εξαντλούνται σε επίπεδο λόγου ή «ποσόστωσης» –αν και οι αριθμοί για την αναλογία ανδρών-γυναικών εργαζομένων (αλλά και φοιτητών/τριών) εξακολουθούν να είναι, σε ορισμένες περιπτώσεις, αποκαρδιωτικοί, με τις γυναίκες διδάσκουσες να υπερισχύουν, παραδείγματος χάριν, στις λεγόμενες «καθηγητικές» σχολές (Φιλοσοφική, Παιδαγωγικά τμήματα) που κρίνονται πάντα ως εγγύτερες στη γυναικεία «ταυτότητα» και αντιπροσωπευτικότερες της πραγματικής «κλίσης» τους, και να καταποντίζονται στις πολυτεχνικές και ιατρικές σχολές που θεωρούνται ότι προσιδιάζουν περισσότερο στα χαρακτηριστικά και στις ιδιότητες του «άνδρα».[7] Αυτό, άλλωστε, δείχνουν και οι διαμαρτυρίες για την κατάσταση της νεοφιλελεύθερης ακαδημαϊκής πραγματικότητας ακόμα και στις Η.Π.Α., όπου «[η] κριτική σκέψη προωθήθηκε μόνο στον βαθμό που δεν αμφισβήτησε προκαταλήψεις και μισαλλοδοξίες εντός του τμήματος, της αίθουσας ή του πανεπιστημίου»[8], αλλά και της κοινωνίας γενικότερα, θα μπορούσαμε να συμπληρώσουμε.

Ως εκ τούτου, πόρρω απέχει από την πραγματικότητα η ουσιαστική καταπολέμηση της υποτίμησης της γυναίκας και της εργασίας της, καθώς και της θέσης της και του ρόλου της στη λήψη αποφάσεων, ενώ, φυσικά, δεν λείπουν και τα κρούσματα σεξουαλικής παρενόχλησης όπως, δυστυχώς, αποδεικνύει η διεθνής και η εγχώρια εμπειρία. Εν τέλει, όπως επισημαίνεται σε συλλογή κειμένων για την κατάσταση στα αμερικανικά πανεπιστήμια, γυναίκες, ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα, αλλά και άτομα που δεν προέρχονται από κάποιο κράτος του δυτικού κόσμου, προσλαμβάνονται στα πανεπιστήμια «σαν διακόσμηση, για να εκπληρώσουν κάποιου είδους απαίτηση για ποικιλία [diversity], ή για να παράσχουν αποδείξεις ότι ένα τμήμα προσπάθησε να είναι καλό. […]. Σαν αποτέλεσμα, το μεγαλύτερο μέρος του διδακτικού προσωπικού που ανήκει σε κάποια μειονοτική [minority] ομάδα προσλαμβάνεται και αναγκάζεται να “αναπαριστά” την ποικιλία σαν ένας αριθμός στα στατιστικά δεδομένα του πανεπιστημίου και σαν ένα σώμα προς επίδειξη»[9]. Επομένως, η υπό όρους αποδοχή μεμονωμένων ατομικών περιπτώσεων δημιουργεί μία επίφαση ισότητας και αποδοχής, αποσπώντας, όμως, την ίδια στιγμή την προσοχή από τις ανισότητες, τις διακρίσεις και τον διάχυτο ρατσισμό απέναντι σε οτιδήποτε «διαφορετικό» όχι μόνο στην ανώτατη εκπαίδευση, αλλά και στην κοινωνία εν γένει.

Με βάση τα παραπάνω, λοιπόν, αναδεικνύονται οι πολυδιάστατες συνεπαγωγές και προεκτάσεις των κυρίαρχων αναπαραστάσεων της «γυναίκας» και, συνακόλουθα, της στερεοτυπικής απεικόνισης αυτού που καλούμε «γυναικεία ταυτότητα» και «γυναικεία επιθυμία», που δεν μπορούν να ιδωθούν αποκομμένες από το κυρίαρχο πατριαρχικό πλαίσιο που τις συγκροτεί και τις αναπαράγει ως τέτοιες, προσδίδοντας έτσι στην κατηγορία της «γυναίκας» μία ουσιοκρατική και μονοδιάστατη υπόσταση, με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και ιδιότητες. Για να μπορέσει, όμως, να κατανικηθεί ουσιαστικά και έμπρακτα ο διάχυτος σεξισμός της κοινωνικής πραγματικότητας, δεν αρκεί να εκλείψουν απλώς τα reality shows από τους τηλεοπτικούς δέκτες, αλλά θα πρέπει να εκλείψει η ίδια η πραγματικότητα που τα παράγει και τα αναπαράγει. Συνεπώς, είναι αναγκαίο να εγκύψουμε στο «κατάστικτο από τα αποτυπώματα της ιστορίας σώμα»[10], στο ίδιο το ανθρώπινο σώμα που έχει αναδειχθεί σε προνομιακό πεδίο άσκησης της βιοπολιτικής εξουσίας, σε κατ’ εξοχήν φορέα συνόρων, ορίων και διχοτομήσεων εντός των δυτικών κοινωνιών. Και, στο πλαίσιο αυτής της βιοπολιτικής εξουσίας που, μέσω της ρητορικής και πρακτικής του ρατσισμού, μετατρέπεται σε θανατοπολιτική για όσους και όσες κριθούν ως σώματα «χωρίς σημασία», το ζητούμενο είναι να εγγράψουμε την ιστορική διαδρομή και λειτουργία της κατηγορίας του «φύλου» ως μίας ακόμη ρυθμιστικής νόρμας, ως ενός ακόμη μέσου κανονικοποίησης και αποκλεισμού των υποκειμένων μέσα από την επιβολή του πατριαρχικού, κανονιστικού μοντέλου του διπολικού φύλου και της ετεροκανονικότητας.

Εν κατακλείδι, η συζήτηση για τον σεξισμό, για τις ανισότητες εις βάρος των γυναικών, για τις οδυνηρές επιπτώσεις της πατριαρχίας στα ίδια τα σώματα των γυναικών δεν μπορεί –και δεν πρέπει– να ιδωθεί αποκομμένη από τη συζήτηση για την ομοφοβία και τις διακρίσεις εις βάρος των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων, για τον ρατσισμό εις βάρος των μεταναστών και μεταναστριών, για τις ανισότητες της ταξικής κοινωνίας εντός της οποίας ζούμε, μιλάμε και εργαζόμαστε· με άλλα λόγια, δεν μπορεί –και δεν πρέπει– να ιδωθεί αποκομμένη από τη συζήτηση για τα σώματα που πειθαρχεί και ελέγχει η βιοπολιτική εξουσία, και αλέθει καθημερινά η καπιταλιστική μηχανή για να λειτουργεί απρόσκοπτα. Ας θυμηθούμε εδώ την Ρόζα Λούξεμπουργκ, η οποία ήδη στα 1912, έγραφε ότι «[ο] σύγχρονος μαζικός αγώνας για την πολιτική ισότητα των γυναικών είναι μόνο μία έκφραση και ένα τμήμα του γενικού αγώνα για την απελευθέρωση του προλεταριάτου, και εκεί έγκειται η δύναμη και το μέλλον του».[11]

Επομένως, η απάντηση στον σεξισμό δεν μπορεί να αναζητηθεί στην οδό μίας νέας ουσιοκρατίας του όποιου φύλου και της όποιας ταυτότητας, ή στην –δια της ποσόστωσης και της ταυτόχρονης χρήσης των δύο φύλων «στα λόγια»– προσχηματική και «από τα πάνω» εγγραφή του φύλου στο πολιτικό θέαμα, αλλά στην καθημερινή και «από τα κάτω» διεκδίκηση της έμφυλης και σεξουαλικής διαφοράς σε όλο το κοινωνικό πεδίο, για να καταστεί το φύλο «αντικείμενο ενός ελεύθερου παιχνιδιού, που μέσα του οι μορφές (πολύσημες) και οι πράξεις (αισθησιακές), ελευθερωμένες από τη δυαδική φυλακή, θα περιέλθουν σε κατάσταση ατέρμονης εξάπλωσης».[12] Εν ολίγοις, εντός των σύγχρονων καπιταλιστικών κοινωνιών, που δεν διστάζουν να αποκλείσουν, να περιθωριοποιήσουν, ακόμη και να θανατώσουν συμβολικά ή και κυριολεκτικά, καθέναν και καθεμία που βλέπει και βιώνει διαφορετικά την πραγματικότητα από τις νόρμες της αγοράς και καθίσταται, άρα, «επικίνδυνη/ος» για την ασφάλεια και την κανονικότητά τους, η ανατροπή του κυρίαρχου θα μπορέσει να ξεκινήσει μόνο μέσα από τη συνολικότερη αμφισβήτηση παγιωμένων ταυτοτήτων, ρόλων και μορφών υποκειμενοποίησης, μόνο μέσα από την κατάρρευση των υπαρχουσών δομών και σχέσεων εξουσίας, μόνο μέσα από τους «Άλλους» και τις «Άλλες» της «παράδοσης των καταπιεσμένων» στην οποία, εν τέλει, κι εμείς οι ίδιες/οι ανήκουμε…

 

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις[+]

Σχετικά με τον συντάκτη

Βάσια Λέκκα

Η Βάσια Λέκκα είναι διδάκτωρ Ευρωπαϊκής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και Editor-in-Chief στο European Journal for the History of Medicine and Health. Έχει διδάξει επί σειρά ετών, σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. Το τελευταίο της βιβλίο, μαζί με τους Θ. Λάγιο και Γ. Πανουτσόπουλο, είναι το Borders, Bodies and Narratives of Crisis in Europe (New York: Palgrave Macmillan, 2018).

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε

Secured By miniOrange