Επίκαιρα Τεύχος #14

Εστίες λογοκρισίας: Η περίπτωση του Γιώργου Γαβριήλ

Το περιστατικό λογοκρισίας του εικαστικού καλλιτέχνη Γιώργου Γαβριήλ στην Κύπρο υπό το πρίσμα εστιών εξουσίας οι οποίες αποτελούν συχνά και πηγές λογοκρισίας.

Το παρόν άρθρο επιδιώκει να εξετάσει περιπτωσιολογικά ένα από τα φαινόμενα που προκύπτουν από τη σχέση εξουσίας μεταξύ κράτους και πολιτών. Αυτό δεν είναι άλλο από το φαινόμενο της Λογοκρισίας. Πιο συγκεκριμένα, θα αναλυθεί το περιστατικό λογοκρισίας του εικαστικού καλλιτέχνη Γιώργου Γαβριήλ υπό το πρίσμα εστιών εξουσίας οι οποίες αποτελούν συχνά και πηγές λογοκρισίας. Η περίπτωση αυτή έχει εξαιρετικό ερευνητικό ενδιαφέρον με όρους Λογοκριτικών Σπουδών για τον λόγο ότι καλύπτει-αν όχι όλες- αρκετές εκφάνσεις μιας λογοκριτικής εμπειρίας που δύναται ένας εικαστικός καλλιτέχνης να βιώσει. Η έρευνα διακρίνεται σε φάσεις κατά τις οποίες θα εξεταστούν μεμονωμένα οι αντιδράσεις Κράτους-Εκκλησίας-Κοινωνίας και αποδομείται ο τρόπος με τον οποίο ένα τέτοιο καινοφανές και άνευ προηγουμένου κριτικών διαστάσεων περιστατικό αντιμετωπίστηκε στην ολότητά του από τη μικρή κοινωνία της Κύπρου.[1]


 

«Η εκκλησία επειδή δεν είναι θεσμός μόνο θεϊκός, αλλά και ανθρώπινος, στο ανθρώπινό της σκέλος, όχι μόνο φλερτάρει με τον σκοταδισμό, αλλά, πολλές φορές γίνεται το ίδιο το σκοτάδι (Ησαΐας, 2021)

Μητροπολίτης Ταμασού και Ορεινής κ. Ησαΐας

Εισαγωγή

Ένα καθοριστικό γνώρισμα των σύγχρονων κοινωνιών, είναι η ελευθερία που απολαμβάνουν οι άνθρωποι να εκφράζονται όπως οι ίδιοι επιθυμούν και νιώθουν. Στις φιλελεύθερες δημοκρατίες, εν αντιθέσει με τα μοναρχικά ή θεοκρατικά πολιτεύματα,  οι πολίτες εκφέρουν την άποψή τους χωρίς να ανησυχούν ότι θα υποστούν οποιεσδήποτε επιπτώσεις. Τουλάχιστον αυτό ευαγγελίζονται τα δυτικότροπα κράτη. Το Σύνταγμα είναι ο κώδικας που εγγυάται βασικές ατομικές ελευθερίες και θεσπίστηκε αφετέρου για να περιοριστεί η εξουσία που ασκεί το κράτος πάνω στους ανθρώπους. Η ελευθερία συνείδησης, σκέψης και λόγου, είναι αυτά που συναποτελούν την κοινωνική ελευθερία ενός εκάστου (Mill, 1859), και σκόπιμο είναι να γίνει η συνειδητοποίηση ότι, πέραν της κρατικής εξουσίας, πάντα εγκυμονεί ο κίνδυνος να περιοριστούν και να καταπιεστούν τα δικαιώματα αυτά, από κοινωνικά υψηλά δομημένες κάστες-είτε οργανωμένες είτε όχι- οι οποίες επίσης αποτελούν πηγές εξουσίας.

Αφορμή για την συγγραφή αυτής της εργασίας υπήρξε ένα συμβάν το οποίο έσπειρε  διχογνωμία στην κυπριακή κοινωνία: Μετά από δημοσίευση εικαστικών του έργων στον διαδικτυακό χώρο, ο εικαστικός καλλιτέχνης Γιώργος Γαβριήλ, κυρίως λόγω της διπλής ιδιότητάς του, πυροδοτεί σειρά αντιδράσεων οι οποίες κλιμακούμενες, ξεκινούν από το Κοινοτικό Συμβούλιο της κοινότητας του σχολείου όπου εργάζεται ως διευθυντής, οξύνονται με τις δηλώσεις της Αρχιεπισκοπή Κύπρου η οποία αποστέλλει επιστολή προς τον Υπουργό Παιδείας ζητώντας αποπομπή του από τον χώρο της εκπαίδευσης, και, τέλος, κορυφώνονται με την έναρξη πειθαρχικής εξέτασης από το Υπουργείο Παιδείας. Με τον καλλιτέχνη να βρίσκεται ουσιαστικά απειλούμενος μέχρι και με άμεση παύση καθηκόντων.

Η παρούσα έρευνα επιδιώκει να εξετάσει περιπτωσιολογικά το φαινόμενο που προκύπτει από αυτήν ακριβώς την σχέση εξουσίας (Πετσίνη & Χριστόπουλος, 2016) και αυτό δεν είναι άλλο από το φαινόμενο της Λογοκρισίας (Δημούλης, 2016). Θα αναλυθεί τo περιστατικό λογοκρισίας του εικαστικού καλλιτέχνη Γιώργου Γαβριήλ υπό το πρίσμα εστιών εξουσίας οι οποίες αποτελούν συχνά και πηγές λογοκρισίας. Η περίπτωση αυτή έχει εξαιρετικό ερευνητικό ενδιαφέρον με όρους Λογοκριτικών Σπουδών για το λόγο ότι καλύπτει-αν όχι όλες- αρκετές εκφάνσεις της λογοκριτικής εμπειρίας που δύναται ένας εικαστικός καλλιτέχνης να βιώσει. Η έρευνα διασπάται σε φάσεις κατά τις οποίες θα εξεταστούν μεμονωμένα οι αντιδράσεις Κράτους-Εκκλησίας-Κοινωνίας και αποδομείται ο τρόπος με τον οποίο ένα τέτοιο καινοφανές και άνευ προηγουμένου κριτικών διαστάσεων περιστατικό αντιμετωπίστηκε στην ολότητά του από τη μικρή κοινωνία της Κύπρου.

Η αντίδραση της Εκκλησίας ως λογοκριτική εστία

Ο δεύτερος τη τάξει μεγαλύτερος κοινωνικός μηχανισμός πειθάρχησης που λειτουργεί ως εστία λογοκρισίας μέσα σε ένα κράτος είναι ο θεσμός της Εκκλησίας. Και ο λόγος που τόσο εμφατικά τονίζεται το γεγονός αυτό είναι διότι η μονάδα μέτρησης του όγκου μιας λογοκριτικής εστίας επαφίεται στο κατά πόσον αυτή επηρεάζει την κοινή γνώμη και τη στρέφει επιτυχώς κατά του έργου ή λόγου που την ενοχλεί. Ο θεσμός της Εκκλησίας της Κύπρου, ως μια κοινωνικό-πολιτική οντότητα η οποία συνειδητά σμιλεύει απόψεις για ζητήματα που αναδύονται στην επικαιρότητα, είναι μια εδραιωμένη πραγματικότητα. Και είτε αρέσει είτε όχι, αυτή η πραγματικότητα έρχεται αντιμέτωπη με την πραγματικότητα της τέχνης στην οποία το ιερό συχνά αποτελεί σημείο αναφοράς με τρόπο που δυσαρεστεί τους πιστούς (Soraya, et al., 2010), και μάλιστα με ιδιαίτερη ένταση αρκετές φορές.

Λίγες μέρες μετά τη δημοσίευση των εικαστικών έργων από τον καλλιτέχνη, ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Χρυσόστομος Β΄, απέστειλε ανοικτή επιστολή προς τον Υπουργό Παιδείας Πρόδρομο Προδρόμου, στην οποία με εφτά σημεία επιχειρηματολογεί τον λόγο για τον οποίο ο εν λόγω διευθυντής μέσης εκπαίδευσης πρέπει να απομακρυνθεί άμεσα από τον σχολικό χώρο. Μέσα στην επιστολή παρατηρούνται κλασικά ζητήματα που αναδύονται σε τέτοιες περιπτώσεις. Το ζήτημα της υπέρβασης των ορίων του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, η  επαναλαμβανόμενη προσβολή των θείων και η βλασφημίας μέσω της σάτιρας, η προσβολή των κρατικών και θεολογικών εκπροσώπων, φαίνεται να σκανδαλίζουν και να προσβάλλουν σε τέτοιο βαθμό, ώστε να είναι θεμιτό να χάσει κανείς τη δουλειά του. Ωστόσο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το πέμπτο σημείο της επιστολής το οποίο προδήλως μας επιτρέπει να κατανοήσουμε πως αντιλαμβάνεται η ίδια η Εκκλησία τη σχέση της με το Κράτος: «Για αυτό, κ. Υπουργέ, πιστεύουμε ταπεινά ότι ο συγκεκριμένος καλλιτέχνης, έθεσε από μόνος του, συνειδητά, τον εαυτό του εκτός Παιδείας. Είναι ανεπίτρεπτο να εξακολουθεί να ασκεί το λειτούργημα του εκπαιδευτικού-παιδαγωγού(…)»

Με αίσθηση φροντίδας και πατερναλισμού, φαίνεται η Εκκλησία να υπενθυμίζει στον εργοδότη του καλλιτέχνη, δηλαδή το κράτος, ότι δεν είναι δυνατόν κάποιος ο οποίος βλασφημεί και προσβάλλει, να αποτελεί γρανάζι της δημόσιας εκπαίδευσης. Επιπλέον, στο πιο πάνω παράθεμα υποδηλώνεται ότι στη δυναμική σχέση μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας υπάρχει και ένα τρίτο μέλος: το Θεϊκό, το οποίο επιβάλλει την κοινωνική ηθική (Δημούλης, 2016). Το «συνειδητά αυτονοήτως» είναι αυτό που μας αφήνει να καταλάβουμε ότι  εν προκειμένω η Εκκλησία προσπαθεί να παρουσιάσει τον εαυτό της σαν έναν ερμηνευτή ηθικού κώδικα και όχι ως αυτόν που «βιαίως» τον επιβάλλει. Το ζήτημα του σφιχτού εναγκαλισμού μεταξύ Κράτους και Εκκλησίας (Χριστόπουλος, 2018), ωστόσο, θα απασχολήσει την έρευνα στην τελευταία ενότητα. Σε πρώτο χρόνο, θα εξεταστεί η βλασφημία ως μία ανυπέρθετη ηθικό-πολιτική εγκάρσια ράβδος.

Το ζήτημα της βλασφημίας  

Το πιο συχνό κίνητρο που διαχρονικά παρατηρείται να αποτελεί το ευαίσθητο όριο και ταυτοχρόνως το εφαλτήριο για έναν νέο κύκλο λογοκριτικού παροξυσμού, είναι η πράξη της βλασφημίας. Μέσα από τα εικαστικά του έργα, ο καλλιτέχνης Γιώργος Γαβριήλ, αναπαριστά τον Ιησού Χριστό και την Παναγία σε διάφορα πλαίσια τα οποία παραπέμπουν σε στιγμές σύγχρονης ζωής, κάτι το οποίο σκανδαλίζει αμελλητί, όχι μόνο τον κλήρο, αλλά και ένα αρκετά μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Ο σχολιασμός σε τηλεοπτικούς δέκτες και στο διαδίκτυο καταδεικνύει την ένταση του σκανδαλισμού που υπέστη αυτό το κοινό, αφού το πιο ήπιο που απαιτούσαν ως τιμωρία ήταν το κάψιμο του καλλιτέχνη στην πυρά.

Η αγανάκτηση αυτή, σύμφωνα με τη βιβλιογραφία που εξετάζει την Λογοκρισία, έγκειται σε δύο λόγους (Χριστόπουλος, 2013). Ο πρώτος λόγος έχει να κάνει με τον παραδοσιακό πατερναλισμό κατά τον οποίον αρκετοί αναλαμβάνουν το ρόλο κάποιου κοινωνικού φύλακα, ο οποίος προσπαθεί να προστατεύσει τον κόσμο από τα δηλητηριώδη αυτά εικαστικά έργα, τα οποία άπαξ και τα δει κανείς ανυποψίαστος, αυτομάτως θα ενστερνιστεί το καλλιτεχνικό νόημα του βλάσφημου καλλιτέχνη. Ο δεύτερος λόγος αφορά τη δικαιολόγηση της απαξίας που επιδεικνύεται μπροστά στο δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης. Επειδή το αποστρέφονται, τότε δεν είναι τέχνη, και αφού δεν αποτελεί τέχνη, τότε αυτό μεταφράζεται στο ότι έχουν κάθε δικαίωμα να απαιτούν τον περιορισμό ή ακόμη και την καταστολή του έργου. Σε αυτή την επικίνδυνα υπεραπλουστευμένη ερμηνεία του ζητήματος της λογοκρισίας στο χώρο της τέχνης αναδύονται  κάποια κρίσιμα, πλην όμως, ρητορικά ερωτήματα όπως τι αποκαλούμε τέχνη και τι όχι, και ποιοι θα χρίζονται ως αρμόδιοι να υποδείξουν σε μια κοινωνία τι ορίζεται ως Τέχνη. 

Πέραν των δύο εγγενών παραμέτρων που αναφέρθηκαν ως πυροκροτητές λογοκριτικών κρουσμάτων με πρόσημο τη βλασφημία, παρατηρείται και μια πιο σύγχρονη αιτία που δικαιολογεί την περιστολή του να ζωγραφίζει κανείς ό,τι θέλει. Η «πολιτικά ορθή» λογοκρισία (Γαζή, 2015) η οποία αυθαίρετα βάζει στη ζυγαριά από τη μία τη θρησκευτική ελευθερία και από την άλλη την ελευθερία της τέχνης και της σάτιρας. Αυτό φάνηκε και στη συζήτηση που εξελίχθηκε στη  δημόσια σφαίρα όπου διάφορες πολιτικές μερίδες, στην προσπάθειά τους να κρατήσουν ίσες αποστάσεις, επικαλούνταν τον αμοιβαίο σεβασμό αμφότερων δικαιωμάτων. Φάνηκε ακόμη και στην ανακοίνωση που εξέδωσε η Επίτροπος Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, όταν κλήθηκε να πάρει θέση για την περίπτωση της δίωξης του καλλιτέχνη Γιώργου Γαβριήλ, με χαρακτηριστικά σημεία τα οποία προκάλεσαν ιδιαίτερο προβληματισμό: «Αναμφίβολα με τη χωρίς όρια τέχνη του καθηγητή, τα δικαιώματα τρίτων όπως εκφράζονται μέσα από τα θρησκευτικά τους αισθήματα, έχουν πληγεί, όπως ταυτόχρονα έχει πληγεί και η ελευθερία της έκφρασης με την κατάχρησή της(…) όσο παραβιάζουμε τα όρια στην άσκηση των δικαιωμάτων μας, τόσο δημιουργούμε ευκαιρίες στο κράτος για παρέμβαση και συρρίκνωσή τους (Λοττίδη, 2020).

Το γεγονός ότι η απολυτότητα του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης είναι κάτι το οποίο δεν ισχύει, πρέπει να γίνει σαφές, ιδιαίτερα στον χώρο του νομικού φιλελευθερισμού ο οποίος δεν νιώθει την ανάγκη θέσπισης ορίων (Δημούλης, 2008). Ωστόσο, ο ισχυρισμός ότι το ένα δικαίωμα ακυρώνει το άλλο στην προκειμένη περίπτωση κρίνεται ως άτοπος. Η πράξη βλασφημίας δεν αναιρεί το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας και ούτε είναι εμπόδιο οποιουδήποτε ανθρώπου να πιστεύει σε όποιον Θεό θέλει να πιστεύει. Επιπλέον, θα ήταν οδυνηρά ανορθολογικό να υποστηριχθεί ότι γίνεται λόγος για περιστολή μιας θρησκείας αν με κάποιο τρόπο αυτή προσβάλλεται. Η επικρατέστερη θέση που έλαβαν, με δηλώσεις και ανακοινώσεις διάφορες οργανώσεις, κόμματα και λοιποί φορείς είναι με λίγα λόγια ότι «ο ζωγράφος το παρατράβηξε..». Η θέση αυτή ανάγεται σε μία απερίσκεπτη μεγαλοψυχία της βλασφημίας (Χριστόπουλος, 2015) κατά την οποία ο δυτικότροπος κοινωνικοπολιτικός λόγος φάνηκε να παραχωρεί (ή να υπαναχωρεί) κομμάτι του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης για χάρη του σεβασμού προς το «Ιερό». Αν όμως δεχθούμε το γεγονός ότι επειδή μπροστά στα σατιρικά εικαστικά έργα ενός καλλιτέχνη, κάποιοι σκανδαλίζονται, θίγονται, και άρα τα έργα αυτά πρέπει να περιοριστούν, τότε θα πρέπει να δεχθούμε ότι όλοι είμαστε δικαιούχοι ενός γενικευμένου δικαιώματος «μη προσβολής» με αποτέλεσμα να ζούμε σε ένα διευρυμένο καθεστώς λογοκρισίας (Γαζή, 2015, pp. 35-36).

Ο γόρδιος δεσμός μεταξύ κράτους και Εκκλησίας

Αν και η επιστολή του Αρχιεπισκόπου Κύπρου έπεται της απόφασης για πειθαρχική εξέταση του Διευθυντή Γιώργου Γαβριήλ από το Υπουργείο Παιδείας της Κύπρου λίγες μόνο ημέρες, οι δημόσιες δηλώσεις του πρώτου, όσον αφορά το ζήτημα των εικαστικών έργων -από την πρώτη κιόλας μέρα της δημοσίευσής τους- ίσως μας επιτρέπουν να καταλάβουμε «ποιος δίνει τη διαταγή» και «ποιος την εκτελεί». Είναι γεγονός ότι διάφοροι κληρικοί προκαλούν αρκετή εντύπωση με τον ισχυρό τρόπο που αρκετές φορές ερμηνεύουν κοινωνικοπολιτικά ζητήματα. Η εκκλησία, ως ένας ζωντανός οργανισμός με πολιτικό πρόσημο, ενεργεί χωρίς κανένα φίλτρο λόγου. Η ουσιαστική σχέση μεταξύ κράτους και εκκλησίας οφείλεται στο παρελθόν (Σακελλαρίου, 2014). Η στενή αυτή σχέση είναι ιστορικής υφής, και έχει ως αφετηρία την ίδια την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας,  η οποία (σχέση) συνεχίζει ακόμη και μετά το 1960 με τον ίδιο δυναμισμό, αφού τα πρώτα δεκαέξι χρόνια ζωής του κράτους επανεκλέγεται για τρεις συναπτές προεδρικές εκλογές, ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Μακάριος Γ΄. Η δυσκολία του θεσμού της Αρχιεπισκοπής Κύπρου να χωνέψει το γεγονός ότι, εξήντα δύο χρόνια μετά την ίδρυση του κράτους δεν είναι θεμιτό να έχει λόγο στα πολιτικά δρώμενα του τόπου, αποτυπώνεται στην έντονη παρεμβατικότητα που επιδεικνύει κατά καιρούς σε πολιτικά κρίσιμα ζητήματα. Φυσικό επακόλουθο της διατήρησης αυτού του δυναμικού δεσμού (Χριστόπουλος, 2014) είναι το φαινόμενο που παρατηρείται σε  αρκετούς ναούς, όπου με το πέρας της λειτουργίας, αντί αποχαιρετιστήριων ευχών, κληρικοί αγορεύουν στο ποίμνιο για ευαίσθητα ζητήματα που αφορούν την κοινωνία ή ακόμη και την ίδια την πολιτεία.   

Το μεγαλύτερο ωστόσο ποσοστό ευθύνης για τη συντήρηση του δεσμού αυτού έχει η Πολιτεία. Είναι γνωστόν τοις πάσι ότι εφαλτήριο για την έναρξη της διαδικασίας δίωξης  του καλλιτέχνη, αποτέλεσε ο ηθικός πανικός που υπέστη η Εκκλησία της Κύπρου. Το ζήτημα όμως που κάποτε θα πρέπει να εξεταστεί, είναι η ανταπόκριση από πλευράς κράτους μπροστά σε τέτοια παραληρήματα. Το γεγονός ότι η Εκκλησία αποτελεί έναν κατεξοχήν συντηρητικό θεσμό μέσα στη κοινωνία δεν είναι κάτι το καινοφανές. Είναι σκόπιμο λοιπόν, να εστιάσει κανείς στις συντηρητικές καταβολές του κυπριακού κράτους και δη στο Υπουργείο Παιδείας, ούτως ώστε να αποκωδικοποιήσει την ιδιαίτερη σχέση που έχει με την Εκκλησία. Με πολύ ζόρι μπορεί να γίνει μια εικασία όπου το κράτος δεν θα εκπληρώσει απαίτηση η οποία προέρχεται από την Αρχιεπισκοπή, ιδιαιτέρως αν αυτή η απαίτηση, συνιστά μια παρέμβαση ή υπόδειξη στον τρόπο διαπαιδαγώγησης των μαθητών και μαθητριών στα δημόσια σχολεία της Κύπρου. Έτσι λοιπόν δεν θα ήταν καθόλου αμελητέο να σημειωθεί ότι ο θεσμικός λόγος της Εκκλησίας αυτονομήθηκε (Σακελλαρίου, 2014, p. 287), δημιουργώντας μάλιστα όχι μόνο κοινωνικά τετελεσμένα, αλλά και κώδικες επικοινωνίας τόσο ισχυρά εδραιωμένους μέσα στον κρατικό μηχανισμό, ώστε να υπάρχει δυνατότητα αναμόχλευσης πρακτικών προ ιδρύσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η αντίδραση του Κράτους ως λογοκριτική εστία

Μέσα στη συζήτηση που εκτυλίσσεται σε ιδιωτικούς και δημόσιους χώρους όσον αφορά φαινόμενα λογοκρισίας, η ουσιαστικότερη στιγμή δεν βρίσκεται ούτε στα χέρια της Εκκλησίας, ούτε της κοινωνίας, αλλά στα χέρια του κράτους. Είναι η στιγμή εκείνη που ο κρατικός μηχανισμός θα κοντοσταθεί μπροστά στην πρόκληση της περίπτωσης και θα αποφασίσει, δημιουργώντας σημαντικά ένα κοινωνικό αλλά και εκκλησιαστικό προηγούμενο. «Εκκλησιαστικό» εννοώντας το βάρος του λόγου που τελεολογικά θα δέχεται να έχει ένα κράτος, η πλειοψηφούσα θρησκεία στις αποφάσεις του.  Η λογοκρισία ευλόγως θεωρείται μια στιγμή εξουσίας (Πετσίνη & Χριστόπουλος, 2016) κατά τη διάρκεια της οποίας, κόβεται, φιλτράρεται ή ακόμη και προληπτικά αποσιωπάται ένας λόγος ή ένα έργο. Σε συζήτηση του γράφοντος με τον καλλιτέχνη του οποίου η περίπτωση εξετάζεται στο κείμενο αυτό, ο δεύτερος ισχυρίζεται ότι ακόμη και σήμερα, λίγους μήνες μετά την τρόπον τινά δικαίωσή του, προβληματίζεται σοβαρά για μελλοντικές δημοσιεύσεις οι οποίες ενδεχομένως να αναθερμάνουν κρατικές αντιδράσεις. 

Το στοιχείο της εξουσίας είναι εγγενές στη λογοκρισία. Ωστόσο, στην παρούσα ενότητα δεν γίνεται λόγος για τη στοιχειώδη μορφή λογοκρισίας που κουβαλούμε όλοι μέσα μας ούτως ώστε να εξασφαλιστεί μια τυπικά ισορροπημένη και σχετικά πολιτισμένη συζήτηση με τον συνομιλητή μας. Συζητάμε για τα σημεία εκείνα που η ευαισθησία ενός πλαισίου προκαλεί ένα σύγχρονο και φιλελεύθερα δημοκρατικό κράτος να θέσει κόκκινες γραμμές με αποτέλεσμα την εκδήλωση λογοκριτικής πράξης στο όνομα κάποιων αξιών.  Ενώ στην πραγματικότητα θα έπρεπε να εξετάζεται πολύ πιο έντονα, ποιοι και με ποια κριτήρια οριοθετούν αυτές τις γραμμές. Διότι μόλις επιβληθεί, η λογοκρισία δεν γνωρίζει όρια, καθότι η ηθική κάθαρση τρέφεται από τη διαφθορά που καταγγέλλει (Βανεγκέμ, 2005). Τα κριτήρια με τα οποία ο ερευνών λειτουργός εξετάζει τον διευθυντή Γιώργο Γαβριήλ και το πόρισμα της εξέτασης αυτής, αποτυπώνουν το πως αντιλαμβάνεται το κράτος τη σχέση του με τους εργαζόμενούς του. Σημειώνεται εδώ ότι, στο πλαίσιο της συγκεκριμένης περίπτωσης, συχνότερα θα χρησιμοποιείται το Υπουργείο Παιδείας, Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας καθώς και ο Υπουργός του, δι’ αντιπροσώπευσης της κρατικής εξουσίας, για τον λόγο ότι η πειθαρχική εξέταση ενεργοποιήθηκε επίσημα με υπουργική εντολή.

Καλλιτέχνης, Κρατικός Υπάλληλος μα το χειρότερο …Παιδαγωγός.

Η ιδιαιτερότητα της συγκεκριμένης περίπτωσης είναι η διπλή ιδιότητα που φέρει το υποκείμενο ως λογοκριτικός αποδέκτης. Ο Γιώργος Γαβριήλ δεν είναι απλά ένα αποκλεισμένος καλλιτέχνης ο οποίος δημιουργεί κλεισμένος σε ένα γκαράζ. Είναι εκπαιδευτικός της Μέσης Εκπαίδευσης, διορισμένος από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, που σήμερα βρίσκεται στη θέση του Διευθυντή Μέσης Εκπαίδευσης Κύπρου, ο οποίος ταυτοχρόνως, εμφανίζει έντονη καλλιτεχνική δράση με συμμετοχές σε γκαλερί και εκθέσεις, εκπροσωπώντας ακόμη και την ίδια την Κυπριακή Δημοκρατία σε διεθνείς διαγωνισμούς. Μια εκτίμηση είναι πως ίσως αυτή η διπλή ιδιότητα, του Παιδαγωγού-Καλλιτέχνη να είναι η αιτία της θεσμικής έκτασης, αλλά και των κοινωνικών αντιδράσεων που έλαβε το όλο περιστατικό. Κοντολογίς, έχουμε αρκετά παραδείγματα όπου διώκονται καλλιτέχνες, καλλιτέχνες οι οποίοι είναι δημόσιοι υπάλληλοι και δη εκπαιδευτικοί, όχι.

Κατόπιν λοιπόν αρκετών τηλεφωνημάτων και μερικών αγανακτισμένων επιστολών που απέστειλαν κόμματα και οργανώσεις[2] του δεξιού-μέχρι ακροδεξιού- πολιτικού χώρου, αλλά και το κοινοτικό συμβούλιο της κοινότητας της οποίας το εκπαιδευτικό ίδρυμα προΐσταται ο Γ. Γαβριήλ, το Υπουργείο Παιδείας δημοσιεύει ανακοίνωση λίγες μέρες μετά, στις 16 Σεπτεμβρίου του 2020, με την οποία ανακοινώνει και την έναρξη της πειθαρχικής δίωξης του διευθυντή: «Αλγεινή εντύπωση προκαλούν ζωγραφιές που δημοσιοποιεί σε Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, διευθυντής σχολείου, οι οποίες έχουν δημιουργήσει μεγάλη αναστάτωση μεταξύ γονέων και συναδέλφων του και ευρύτερα στην  κοινή γνώμη, καθώς και έντονη αντίδραση και διαμαρτυρίες της κοινότητας στην οποία βρίσκεται το σχολείο (…)». Ήδη, από την πρώτη λέξη της ανακοίνωσης του Υπουργείου, παρατηρείται εξόφθαλμα μια αυταρχική ρητορική η οποία έρχεται πατερναλιστικά να καθορίσει στο κοινό πώς πρέπει να κρίνει τα εικαστικά έργα που δημοσιεύθηκαν και τι εντύπωση θα πρέπει «φυσιολογικά» να του αφήσει. Έρχεται δηλαδή το Υπουργείο, ως βράχος ηθικής, ο οποίος εξέθεσε τον εαυτό του στα έργα, αλλά διόλου δεν αναστατώθηκε, να υπαγορεύσει την καταστολή (Δημούλης & Χριστόπουλος, 2013) ως απαραίτητο μέρος της συνείδησης των απλών πολιτών.

Η ανακοίνωση συνεχίζει ως εξής «(…)Ούτε η ελευθερία της έκφρασης ούτε η ελευθερία της καλλιτεχνικής δημιουργίας μπορεί, όταν πρόκειται για αξιωματούχο στον χώρο της εκπαίδευσης και ιδιαίτερα μέσα σε σχολείο, να δικαιολογήσουν την προσβολή του δημόσιου αισθήματος και την προαγωγή μηνυμάτων που καλλιεργούν λογική περιφρόνησης ή και ενδεχομένως κλίμα μισαλλοδοξίας μέσα στην μαθητική κοινότητα». Στο σημείο αυτό υπεισερχόμαστε αναπόδραστα στην αποδόμηση της λογικής που βλέπει το Υπουργείο Παιδείας ως έναν αυστηρό κριτή εικαστικών έργων με ιδιαίτερες καλλιτεχνικές ανησυχίες. Θα πρέπει να διερωτηθεί κανείς για ποιο λόγο θεωρεί ο Υπουργός ότι έχει το δικαίωμα να ελέγχει, να καταδικάζει λεκτικά, και τελικώς, να διώκει εκπαιδευτικούς για ασχολίες που αφορούν στην εξωσχολική τους ζωή. 

Κάνοντας λόγο για εξωσχολική ζωή, για ιδιωτικό χρόνο δηλαδή, δίνεται η ευκαιρία να ξεκαθαριστεί το πεδίο όσον αφορά το πλαίσιο στο οποίο συντελείται το λογοκριτικό κρούσμα. Το πλαίσιο είναι αυτό που θα ορίσει μέχρι πού μπορεί να φτάσει η ελευθερία λόγου κάποιου και πού σταματά. Συχνά το όριο αυτό είναι αμυδρό, ιδιαίτερα αν δεν καταβάλλεται κάποια προσπάθεια εξατομικευμένης εξέτασης από τον λογοκριτή. Οι δύο διαστάσεις της ύλης του λόγου λοιπόν (Χριστόπουλος, 2016), είναι αυτές που επιτρέπουν ή απαγορεύουν κάτι να λογοκριθεί. Ο χώρος και ο χρόνος, ως κριτήρια φιλτραρίσματος και του λόγου μας, εγκρίνουν ή περιορίζουν τι θα ειπωθεί. Ο Λόγος ως μέσο έκφρασης φυσικά αφορά εκτός από μια απλή συζήτηση και άλλες διαστάσεις. Ο τρόπος έκφρασης του κάθε ανθρώπου δύναται να εκδηλωθεί σε διάφορες μορφές, με κάποιον χορό ίσως, τραγουδώντας ή γράφοντας ποιήματα ή, όπως στην περίπτωσή μας, μέσω της ζωγραφικής. Όλες τους ανεξαιρέτως είναι μορφές έκφρασης οι οποίες προστατεύονται από τη συνταγματική τάξη και μάλιστα υπάρχει μια έντονη άποψη που ισχυρίζεται ότι η προστασία της ελευθερίας της έκφρασης θεωρείται συστατικό στοιχείο μιας δημοκρατίας (Φωτιάδου, 2018). Ωστόσο, θα ήταν φυσικά αθέμιτο ο Γιώργος Γαβριήλ να κρεμάσει τον καμβά ζωγραφικής μέσα στο γραφείο του διευθυντή, στο σχολείο όπου εργάζεται, και να εκφραστεί υπό την ιδιότητα του καλλιτέχνη σε χώρο και χρόνο σχολικής ώρας. Το προβληματικό στο σενάριο αυτό δεν θα ήταν τι ζωγράφισε πάνω στον καμβά, αλλά το γεγονός καθαυτό της πράξης της ίδιας της ζωγραφικής. Υπό την έννοια λοιπόν της θεμιτής και αθέμιτης λογοκρισίας βάσει πλαισίου, τα πραγματικά γεγονότα δηλώνουν ότι η πειθαρχική δίωξη που διέταξε το Υπουργείο Παιδείας εις βάρος του καθηγητή υπολείπεται συνετών επιχειρημάτων. Ο καθηγητής δημιούργησε τα εικαστικά του έργα εκτός σχολικού χρόνου και τα δημοσίευσε εκτός σχολικού χώρου. Η συζήτηση που γίνεται για το περιεχόμενο των έργων, είναι ένα άλλο ζήτημα, το οποίο υπό τη συγκεκριμένη θέαση των πραγμάτων δεν έχει σημαντικό ρόλο.  

Η ανακοίνωση κλείνει με την τρίτη και τελευταία παράγραφο στην οποία σημειώνονται τα εξής. «(…)Εφόσον πρόκειται για διευθυντή σχολείου, οι αρμόδιες Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας, Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας έχουν ξεκινήσει διαδικασία πειθαρχικής έρευνας σύμφωνα με τους ισχύοντες κανονισμούς»[3]τα οποία μας επιτρέπουν να περάσουμε στην επόμενη ενότητα.

Ο έλεγχος του φρονήματος

Λίγες ημέρες μετά την ανακοίνωση του Υπουργείου Παιδείας και αφού η πειθαρχική εξέταση αποτελεί ένα οδυνηρό προηγούμενο για τον κόσμο των ατομικών δικαιωμάτων, αποστέλλεται ερευνών λειτουργός στο εκπαιδευτικό ίδρυμα όπου ο Γιώργος Γαβριήλ εργάζεται, για να «εξετάσει την υπόθεση». Ο ερευνών λειτουργός με την άφιξή του στη σχολική μονάδα παρέδωσε στον διευθυντή την εντολή του υπουργείου και ξεκίνησε την έρευνά του παίρνοντας συνεντεύξεις από την πρόεδρο του συνδέσμου γονέων του σχολείου και τον κοινοτάρχη της περιφέρειας[4]. Οι ερωτήσεις περιλάμβαναν απορίες σχετικά με τα εικαστικά έργα. Τους ζητήθηκε δηλαδή να σχολιάσουν αισθητικά, να πουν αν τα έργα τους καλύπτουν ή όχι καλλιτεχνικά. Και αν όχι, γιατί. Σε πρώτο χρόνο, υπάρχουν δύο σενάρια για το τι ενδεχομένως συμβαίνει. Το πρώτο είναι πως θα χρειαστεί να γίνει μια παραδοχή ότι το Υπουργείο Παιδείας διοικείται από παράφρων άτομα τα οποία ειλικρινώς,  δυσκολεύονται να κατανοήσουν το πολύ απλό γεγονός ότι: το γούστο του κάθε ανθρώπου είναι κάτι το αναπόδραστα υποκειμενικό, και συνεπώς οι απόψεις για καλλιτεχνικά έργα διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο. Και το δεύτερο ακολουθεί τη λογική που ισχυρίζεται ότι, η επίσκεψη του λειτουργού έγινε περισσότερο συμβολικά και για λόγους κατεξοχήν εκφοβισμού προς τον διευθυντή Γαβριήλ αλλά και γενικότερα(ως μήνυμα). Για λόγους αρχής, στην παρούσα εργασία επιλέγεται η δεύτερη σκέψη. Και για αυτόν τον λόγο ερμηνεύεται το Υπουργείο Παιδείας ως μακρύ χέρι ενός συντηρητικού κρατικού μηχανισμού, ο οποίος κατά βάθος φοβάται όταν βλέπει απόπειρες καταρράκωσης «αξιών» και «αρχών» που για το ίδιο είναι αδιαπραγμάτευτα ιερές. Φοβάται επίσης διότι αναγνωρίζει ότι στη ζυγαριά όπου από τη μία θα είναι η ελευθερία της τέχνης και στο άλλο άκρο αυτή της θρησκείας, η ζυγαριά πάντα θα ρέπει στη πλευρά της τέχνης, διότι η τελευταία ανέκαθεν διεκδικούσε μια ευρύτερη ελευθερία (Lunardi, et al., 2010).  

 Σε δεύτερο χρόνο, και όταν κατάλαβαν ότι δύο κριτικές καλλιτεχνικών έργων από τρίτους δεν αρκούν για να ικανοποιήσουν τις κατηγορίες περί «(..)κλονισμού της εμπιστοσύνης του κοινού στην εκπαιδευτική υπηρεσία» και «παράλειψη να συμπεριφέρεται πρεπόντως προς το κοινό»[5], ο ερευνών λειτουργός επιστρέφει εκ νέου στον χώρο του διευθυντή, έξι μήνες αργότερα, για συμπληρωματική έρευνα[6]. Κατά τη διάρκεια της νέας αυτής εξέτασης, το Υπουργείο εξετάζει απροκάλυπτα πλέον το εθνικό φρόνημα του διευθυντή, βρίσκοντας ως πρόφαση τον έλεγχο των διοικητικών του καθηκόντων. Έτσι λοιπόν, ο ερευνών λειτουργός εξετάζει στενά αν ακολουθούνται όλες οι οδηγίες όσον αφορά τις εθνικές εορτές και αν τηρούνται πιστά τα πρωτόκολλα για τους εκκλησιασμούς και τη διεξαγωγή τελετής αγιασμού στο συγκεκριμένο σχολείο.

Η έκβαση ως κοινωνική κατάκτηση 

Καθ’ όλη τη διάρκεια της δίωξης του εικαστικού καλλιτέχνη, και μετά το πρώτο μούδιασμα, τα στρατόπεδα απόψεων χωρίστηκαν στα δύο, όπως άλλωστε παραδοσιακά σε τέτοια λογοκριτικά φαινόμενα συμβαίνει. Ωστόσο, εν προκειμένω, φαίνεται πως αυτά τα στρατόπεδα απόψεων περιχαρακώνονται από λαστιχένια συρματοπλέγματα και παρατηρούνται μεταβολές απόψεων, οι οποίες σημειώνουν ικανοποιητικές ενδείξεις σύνεσης όσον αφορά το στρατόπεδο του νομικού πατερναλισμού, κυρίως λόγω της μακροημέρευσης της δίωξης του καλλιτέχνη. Με λίγα λόγια, όσο το «ζήτημα Γαβριήλ» προχωρά, αρκετός κόσμος αναγκάστηκε να ψάξει πιο σοβαρά έννοιες όπως ελευθερία έκφρασης, λόγου και σκέψης· τι πάει να πει βλασφημία και τι σημαίνει ελευθερία τέχνης· τι σημαίνει θα πρέπει να δέχομαι και να αντιμετωπίζω με ωριμότητα μια προσβολή η οποία ναι μεν αφορά μέρος της ταυτότητάς μου, αλλά όχι τον πυρήνα της προσωπικότητάς μου.

Οι κοινωνικές αντιδράσεις εναντίων της δίωξης κορυφώθηκαν όταν, ακριβώς έναν χρόνο μετά την έναρξη της πειθαρχικής δίωξης -14 Σεπτεμβρίου του 2021- δημοσιεύθηκε στον τύπο απόκομμα της επιστολής[7] που έλαβε ο καλλιτέχνης από την Εκπαιδευτική Υπηρεσία η οποία τον καλούσε να παρουσιαστεί ενώπιων της Επιτροπής της, για ακρόαση των πειθαρχικών κατηγοριών που έχουν διατυπωθεί εναντίον του. Στο άκουσμα της είδησης αυτής, ότι δηλαδή υπάρχει πιθανότητα ένας εκπαιδευτικός να χάσει τη δουλειά του επειδή ζωγράφισε κάτι στο σπίτι του, κλυδωνίστηκε συθέμελα, όχι μόνο ολόκληρη η εξωθεσμική κυπριακή κοινωνία, αλλά και μέλη του κυβερνώντος κόμματος, καθώς και της ίδιας της κυβέρνησης.  

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα μεταβολής στάσης, είναι αυτή  της ΠτΒ Αννίτας Δημητρίου καθώς στις 16 Σεπτεμβρίου του 2020 δήλωνε: «σεβαστή η ελευθερία έκφρασης και πόσο μάλλον το δικαίωμα έκφρασης ενός καλλιτέχνη. Το δικαίωμα όμως αυτό δεν πρέπει να επεκτείνεται εκεί που προσβάλλονται σύμβολα, θεσμοί, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και επιδεικνύεται έλλειψη σεβασμού προς θρησκευτικές αντιλήψεις ενός ολόκληρου λαού(…)»[8], ενώ έναν χρόνο αργότερα, με ανάρτηση σε προσωπικό λογαριασμό στο διαδίκτυο έγινε η εξής δήλωση: «Ένα είναι η κριτική και οι αντίθετες αισθητικές απόψεις απέναντι στην Τέχνη κ άλλο είναι να διώκεσαι για το πως εκφράζεσαι καλλιτεχνικά. Η Δημοκρατία και η Παιδεία δεν απειλούνται από οποιαδήποτε μορφή τέχνης και κανένας δεν νοείται να διώκεται για την καλλιτεχνική του έκφραση»[9]. 

Επιπλέον, κόμματα, οργανώσεις και συλλογικότητες οι οποίες αμφιταλαντεύονταν αρχικά να πάρουν ξεκάθαρη θέση επί του θέματος, τάχθηκαν πλέον στο πλευρό του διευθυντή. Σημαίνοντα ρόλο είχε φυσικά, η κομβική ανακοίνωση της Συγκλήτου του Πανεπιστημίου Κύπρου που έλαβε θέση από την πρώτη στιγμή: «Η Σύγκλητος του Πανεπιστημίου Κύπρου εκφράζει τη διαμαρτυρία της για την ενεργοποίηση της διαδικασίας πειθαρχικής δίωξης του ζωγράφου, δημόσιου εκπαιδευτικού κ. Γιώργου Γαβριήλ (…)Η δημοκρατία είναι το πολίτευμα που θεσπίζει τη διαφωνία, καλλιεργεί την αναστοχαστικότητα, και ενθαρρύνει την ετερόδοξη άποψη. Η ώριμη δημοκρατία συζητά και προβληματίζεται, δεν διώκει»[10].

Το αποτέλεσμα αυτής της κοινωνικής αντίδρασης ήταν, μια ημέρα μετά τη δημοσιοποίηση της επιστολής στον τύπο, να τεθεί η πειθαρχική δίωξη σε άμεσο τερματισμό με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου.

Συμπεράσματα

Αν και η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου δικαίωσε τον Γιώργο Γαβριήλ και όλους όσους τον στήριξαν, η επικεφαλίδα «Δεν είναι αθώος, όμως οι αντιδράσεις είναι πάρα πολλές» άφησε μια γλυκόξινη επίγευση σε όσους παλεύουν για ένα πιο σύγχρονο και δίκαιο κράτος. Ξινή, διότι αφενός το κράτος ουδέποτε αποδέχθηκε το σφάλμα της δίωξης κάποιου ανθρώπου για τα καλλιτεχνικά του έργα, κάτι που θα ήταν μια σημαντική κατάκτηση. Και γλυκιά, αφετέρου διότι μέσα σε έναν χώρο όπου επικρατεί το πολιτικό χάος και τα ατομικά δικαιώματα συρρικνώνονται διαρκώς, η κοινωνία κατάφερε συλλογικά να κατακτήσει ένα κοινωνικό-πολιτικό προηγούμενο αναφορικά με  την ελεύθερη τέχνη και το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης. Η δημιουργία ενός σημείου αναφοράς που στην όψη του αμφισβητείται ο αέναος δεσμός μεταξύ κράτους και Εκκλησίας, καθώς και το ηθικό βάρος της βλασφημίας ως αποτρόπαια πράξη, είναι κάτι το οποίο αφήνει ψήγματα αισιοδοξίας για το μέλλον.

Το κουβάρι της λογοκρισίας είναι από μόνο του ήδη αρκετά μπλεγμένο. Πόσο μάλλον όταν εφαρμόζεται περιπτωσιολογικά ως ερμηνευτικός μηχανισμός. Εκτός από περίπλοκο, είναι και αρκετά ευαίσθητο, όχι τόσο διότι έχουμε να κάνουμε με κρίσιμα ζητήματα που αφορούν ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά διότι οι λογοκριτικές σπουδές αγγίζουν τα κοινωνικώς επιβεβλημένα άβατα, τα θρησκευτικώς ιερά και τα εθνικώς θέσφατα. Αυτά τόλμησε να αγγίξει και ο εικαστικός καλλιτέχνης Γιώργος Γαβριήλ, ο οποίος μέσα από τα έργα του αποτυπώνει τις σκέψεις και ανησυχίες του για την πορεία της κοινωνίας μας. Συνοπτικά, αν και ενεργοποιήθηκαν οι ισχυρότεροι μηχανισμοί λογοκρισίας που δύνανται να ενεργοποιηθούν ως αντίδραση σε κάποια εικαστικά έργα, τελικός κριτής για την έκβαση της όλης υπόθεσης ήταν η αντίδραση της κοινωνίας στη θεσμική αυτή αντίδραση. Άρα αυτό που αξίζει να κρατήσουμε είναι ότι σε τέτοιου είδους κρούσματα λογοκρισίας πρέπει μπροστά στην κρατική αντίδραση να αντιδρούμε… Να αντιδρούμε στην αντίδραση.


Παραπομπές – Βιβλιογραφία

Lunardi, S., Χριστόπουλος, Δ. & Δημούλης, Δ., 2010. Όρια της ελευθερίας της τέχνης και του φιλελευθερισμού. Θέσεις, 113(Οκτώβριος-Δεκέμβριος), pp. 3-4.

Mill, J. S., 1859. On Liberty. London: John W. Parker and Son.

Soraya, L., Χριστόπουλος, Δ. & Δημούλης, Δ., 2010. Όρια της ελευθερίας της τέχνης και του φιλελευθερισμού. Θέσεις, Τόμος 113, p. 2.

Αρχιεπίσκοπος προς Πρoδρόμου: Δεν έχει θέση στην Παιδεία ο Γαβριήλ, 2020. Η Καθημερινή. [Πρόσβαση 11 Νοέμβριος 2021].

Βανεγκέμ, Ρ., 2005. Γιατί θέλουμε να καταργήσουμε τη δίωξη λόγω του φρονήματος. Στο: Τίποτα δεν είναι ιερό, όλα μπορούν να λεχθούν – Σκέψεις για την ελεύθερη έκφραση. Αθήνα: Σαββαλάς, p. 27.

Γαζή, Φ., 2015. Όλα μπορούν να λεχθούν ή υπάρχουν και αυτά που δεν λέγονται;. Στο: Δ. Χριστόπουλος, επιμ. Charlie Hebdo, Τζιχαντ και Βλάσφημος Λόγος. Αθήνα: Βιβλιόραμα, pp. 34-37.

Δημούλης, Δ., 2008. Λογοκρισίες της Θειολογίας και σχέσεις κοινωνικής εξουσίας. Στο: Λ. Κ. Γ. Σ. Δ. Χ. Γιάννης Ζώγας, επιμ. Όψεις Λογοκρισίας στην Ελλάδα. Αθήνα: Νεφέλη, pp. 122-123.

Δημούλης, Δ., 2016. Welcome to Dismaland: Εξουσία με μορφή ελευθερίας στο παράδειγμα της ελευθερίας της τέχνης*. Στο: Π. Πετσίνη & Δ. Χριστόπουλος, επιμ. Η λογοκρισία στην Ελλάδα. Αθήνα: Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ – Παράρτημα Ελλάδας, pp. 55-56.

Δημούλης, Δ. & Χριστόπουλος, Δ., 2013. Από την καταστολή στην αυτολογοκρισία. Στο: Ο Θεός δεν έχει ανάγκη εισαγγελέα. Αθήνα: Νεφέλη, pp. 164-165.

Ησαΐας, Μ. Τ. κ. Ο. κ., 2021. Lunch Break Challenge SO2EP26 [Συνέντευξη] (26 Νοέμβριος 2021).

Λοττίδη, Μ. Σ.-., 2020. Επίτροπος Διοικήσεως και Προστασία Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. [Πρόσβαση 11 Γενάρης 2022].

Πετσίνη, Π. & Χριστόπουλος, Δ., 2016. Η λογοκρισία στην Ελλάδα. Αθήνα: Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ-Παράρτημα Ελλάδας.

Σακελλαρίου, Α., 2014. Η Εκκλησία της Ελλάδος. Στο: Δ. Χριστόπουλος, επιμ. Το Βαθύ Κράτος στη σημερινή Ελλάδα και η Ακροδεξιά. Αθήνα: Νήσος, pp. 281-282.

Φωτιάδου, Α., 2018. Υπάρχει νομική κουλτούρα ελευθερίας της έκφρασης στην Ελλάδα;. Στο: Π. Πετσίνη & Χριστόπουλος Δημήτρης, επιμ. Λεξικό Λογοκρισίας στην Ελλάδα. Αθήνα: Καστανιώτη, p. 49.

Χριστόπουλος, Δ., 2013. Ο Θεος δεν έχει ανάγκη εισαγγελέα. Αθήνα: Νεφέλη.

Χριστόπουλος, Δ., 2014. Πρόλογος του επιμελητή. In: Δ. Χριστόπουλος, ed. Το Βαθύ Κράτος στη σημερινή Ελλάδα και η Ακροδεξιά. Δημήτρης Χριστόπουλος ed. Αθήνα: Νήσος, pp. 14-15.

Χριστόπουλος, Δ., 2015. Η κρίση των δικαιωμάτων. Δημήτρης Χριστόπουλος επιμ. Αθήνα: Νεφέλη.

Χριστόπουλος, Δ., 2016. Η λογοκρισία ως στιγμή εξουσίας. Στο: Π. Π. &. Δ. Χριστόπουλος, επιμ. Η λογοκρισία στην Ελλάδα. Αθήνα: Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ-Παράρτημα Ελλάδας, p. 49.

Χριστόπουλος, Δ., 2018. Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕλΕΔΑ). [Πρόσβαση 2 Μαίου 2022]


Το κείμενο επιμελήθηκε ο Άγγελος Κοντογιάννης-Μάνδρος

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις[+]

Σχετικά με τον συντάκτη

Ορέστης Νικολάου

Είναι απόφοιτος του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Μεταπτυχιακός φοιτητής στο ΠΜΣ Πολιτική Επιστήμη και Νεότερη Ιστορία με κατεύθυνση την πολιτική επιστήμη και με ειδίκευση στην Πολιτική Κοινωνιολογία και Συγκριτική Πολιτική. Η Διπλωματική Εργασία του ασχολείται με τη Λογοκρισία ως επίδικο στην πολιτική φιλοσοφία. Είναι τακτικό μέλος του Ελληνικού Τμήματος της Διεθνούς Αμνηστίας και ασχολείται με το δίκτυο που αφορά το μεταναστευτικό/προσφυγικό φαινόμενο.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε

Secured By miniOrange