Λογοτεχνία Τεύχος #12

Έτσι

Φωτογραφία της Αναστασίας Δεληγιάννη

«Άιρε φικ μπι σακλάκ», είπε ο Ατίφ.

Ήταν ένα ψηλόλιγνο αγόρι με μια ουλή που ξεκινούσε ψηλά από το δεξί ξυρισμένο μελίγγι κι έφτανε μέχρι χαμηλά στο κάτω σαγόνι απ’ την αριστερή μεριά, κόβοντας στην πορεία στα δύο το αριστερό φρύδι, σταματώντας στην τρύπα αποκάτω, κει που στη θέση του ματιού υπήρχε ένας κρεάτινος κρατήρας, και συνεχίζοντας από την κάτω μεριά της τρύπας, για ν’ αυλακώσει την άκρη των αισθησιακών χειλιών του αγοριού και να σβήσει παρακάτω στο πιγούνι. Τ’ άρεσε να βάζει στην τρύπα κάθε λογής πράματα, μπορεί μια τυλιγμένη πρέζα μουχαντίρι ή μια καπότα, ή μισό σκουριασμένο ξυραφάκι, ήταν η μαγική του κρυψώνα τούτη η κόγχη· ο Ατίφ ήταν ο Αλαντίν και η τρύπα ήταν η σπηλιά του· αλλά με τ’ άλλο του μάτι, το μοναδικό, σε κάρφωνε έτσι, που ’λεγες πως δεν ανοιγόκλεινε ποτέ τα βλέφαρα, πως ό,τι του ’χε κάνει την ουλή και του είχε βγάλει το μάτι, του ’κοψε κι ένα νεύρο, έτσι δεν βλεφάριζε ποτέ, παρά μόνο κοιτούσε και κοιτούσε με το βλέμμα του αδάκρυτο, από γυαλί.

Τώρα κοίταγε την όψη του στο βρόμικο γυαλί πάνω απ’ το νιπτήρα. Όταν είχε ανοίξει τη βρύση, λίγο σκουριασμένο νερό έτρεξε, πέντε στάλες, κι έπειτα σταμάτησε μ’ ένα ρόγχο βαθιά μέσ’ από τους σωλήνες. Αλλά θα ’χε περάσει η υδροφόρα.

Από την κάμαρα της μάνας του ακουγόταν μια φωνή να λέει για τη δεύτερη αποικία στον Άρη. Τούτες οι φωνές ήταν η συντροφιά της. Έτσι ’ναι – οι μοναχικοί άνθρωποι έχουν τη μεγαλύτερη συντροφιά, γιατί ακούν όλες τις φωνές από τ’ αλχά-σουμπ και τις προσέχουν, μπορεί κιόλας να τους μιλάνε, να πιάνουν μαζί τους το κουσκούς· και προσέχουν επίσης καθετί άλλο: τα γουργουρητά από τους άδειους σωλήνες, ένα ALV που περνάει αποπάνω, τις φωνές κάποιου που τον μαχαίρωσαν στο δρόμο έξω. Έτσι είναι οι μοναχικοί άνθρωποι κι έτσι ήταν η μητέρα του.

Ανέβηκε να πάρει το μπότι. Η υδροφόρα είχε αφήσει πίσω της μια σκούρα υγρή γραμμή. Το είδε τ’ αγόρι και λυπήθηκε. Τόσο νερό να πάει χαμένο. Αντίκρυ στο δρόμο, στην Υμηττού, ήταν το κουφάρι ενός χτίσματος, ένα γκρέμισμα γεμάτο λόφους από μπάζα μέσα, κι εκεί είχε μεγαλώσει ο εικοσάχρονος, παίζοντας με τους φίλους του μέσα στα ξύλα και στους σοβάδες και στα τούβλα, κι είχε πατήσει το πρώτο σκουριασμένο του καρφί. Στην πρόσοψη απέμενε μια μαρκίζα με τ’ όνομα Παλλάς – ήταν παλιά αυτό που το ’λεγαν σάλατ αλσίναμα κι είχε μια ημερομηνία, εκατό σαράντα εφτά χρόνια πριν: 1925.

Έπειτα κατέβηκε ξανά απ’ την αφώτιστη σκάλα, κουβαλώντας το δεκάλιτρο μπότι. Πήγε ένα ποτήρι νερό στη μάνα του. Ήταν ξαπλωμένη, και του φάνηκε ότι δεν άκουγε, αλλά πως κοιμόταν με μισόκλειστα τα μάτια· όμως τα άνοιξε με το που ένιωσε το υγρό χείλος του ποτηριού στα δικά της ξεραμένα χείλια. Ανασήκωσε το κεφάλι κι ήπιε όλο το νερό.

«Θα φύγεις;» τον ρώτησε.

«Ναι».

«Πού να πας; Είπαν, θα ’χει σαράντα έξι βαθμούς σήμερα».

Άλλα κοίταζε ήδη τα πρόσωπα στην οθόνη του αλχά-σουμπ κι άκουγε τις φωνές τους να λένε πράγματα που το ένα με τ’ άλλο μπλέκονταν σ’ ένα ποτάμι ήχου που ήτανε φιλικός και δίχως νόημα. Θύμωναν, γελούσαν, καβγάδιζαν· έφτιαχναν γύρω της μιαν ολόκληρη ζωή και της έφερναν όλον τον ακατανόητο κόσμο – ήταν πιο πραγματικές απ’ τον Ατίφ, κι ας μην μπορούσαν να της φέρουν σαν το αγόρι ένα ποτήρι νερό και να της δροσίσουν τα χείλη.

Βγήκε στον ήλιο, που στις οχτώ το πρωί ήταν εκτυφλωτικός ήδη· με τα φωτεινά του δόντια έτρωγε τις γραμμές των κτηρίων, και τύλιγε σε κουκούλια τις ανθρώπινες φιγούρες, που χωρίς πρόσωπο, με μέλη λεπτά σαν κλαράκια και με κορμί άυλο σχεδόν, αιωρούνταν μες στο φως· τα πόδια τους ψαλίδιζαν τη λαμπερή αχλή καθώς διέσχιζαν το δρόμο, και πίσω τους ή πλάι τους στην άσφαλτο έσερναν λίμνες πίσσας καμωμένες από σκιά. Τούτες οι σκιές ήταν πιο υλικές από τους ίδιους· οι άνθρωποι τις έσερναν με κόπο, σαν αβάσταχτο βάρος δεμένο στις φτέρνες τους. Μια φιγούρα τυλιγμένη στο ηλιόφως στάθηκε για μία στιγμή στη γωνία Υμηττού κι Ευτυχίδου και τον κοίταξε. Το αγόρι ήξερε πως το βαθούλωμα που έχασκε στο πρόσωπό του ήταν μια μαύρη τρύπα που ρουφούσε το φως. Μέσα είχε κρύψει το ξυραφάκι του και δυο πρέζες μουχαντίρι. Στάθηκε όλο κι όλο μία στιγμή κοιτώντας τον, γιατί οι άνθρωποι πάντοτε τραβούσαν αποπάνω του το βλέμμα τους που το ’χε μαγνητίσει φευγαλέα η άδεια κόχη. Έπειτα ο εξαϋλωμένος άνθρωπος έσυρε αντίκρυ τη σκιά του, προς το Παλλάς, κι ο Ατίφ κατηφόρισε την Ευτυχίδου.

Στη γωνία με τη Σπύρου Μερκούρη ήταν ακόμα ο κρατήρας που ’χε μείνει να χάσκει από τον πόλεμο, και πάντα όταν τον έβλεπε το αγόρι, κι ας τον αντίκριζε κάθε μέρα, έφερνε ασυναίσθητα το χέρι του στην αριστερή του κόχη, θαρρείς και ψαύοντάς την ψηλαφούσε ταυτόχρονα την τρύπα που ’χε αφήσει ο πύραυλος στην όψη της πόλης· σαν να τη χαρτογραφούσε με τ’ ακροδάχτυλα, να σχεδίαζε το τοπογραφικό της διάγραμμα, και χάρη στον κρατήρα να μάθαινε κάτι για το πρόσωπό του· να το ’βλεπε καλύτερα απ’ όσο όταν κοιτιόταν στο βρόμικο γυαλί πάνω απ’ το νιπτήρα.

Παρακάτω στάθηκε.

Πέρασαν πολλοί, άμορφοι μέσα στο εκτυφλωτικό φως, αλλ’ αυτός που περίμενε δεν είχε φανεί ακόμα. Του ’χε πει ότι τον έλεγαν Στράτο, όταν πρωτοσυναντήθηκαν. Μπορεί να τον έλεγαν έτσι και μπορεί όχι.

Φάνηκαν όμως δυο σουρτγιούνηδες. Ο Ατίφ δεν σάλεψε. Άμα κουνιόταν, θα τον υποπτεύονταν. Στάθηκαν μπροστά του· ο ένας τον έψαξε, ο άλλος έπειτα τον χτύπησε, αλλά δεν πήγε ο νους τους στην κρυψώνα. Του ’παν τι θα του έκαναν άμα γυρνούσαν και τον έβρισκαν ακόμα εκεί, κι έφυγαν.

Ύστερα περίμενε, ώσπου φάνηκε ο Στράτος. Έσκυψε λίγο το κεφάλι κι έβγαλε τις δυο πρέζες. Μετά τσέπωσε το μπακουί.

Τώρα πήγε να βρει τη Στέλλα. Έμενε στα βομβαρδισμένα στη Ριζάρη. Τρύπες έχασκαν στους τοίχους τους, κι άμα δεν είχες τι άλλο να κάνεις, στεκόσουν αντίκρυ κι έβλεπες κομμάτια από τη ζωή μέσα, καμιά φορά και σκηνές ολόκληρες· γιατί όσοι έμεναν εκεί είχαν συνηθίσει τόσο αυτές τις τρύπες, που μπορεί να ’καναν οτιδήποτε σε κοινή θέα: έτρωγαν, ντύνονταν ή γδύνονταν, καβγάδιζαν, αλλά πιο πολύ κάθονταν απλώς σε μια καρέκλα και κοιτούσαν έξω, και μπορεί χάρη σε τούτα τα χάσματα που ’χε ανοίξει στη σπιτίσια τους ζωή ο πόλεμος να ένιωθαν ότι το σπίτι τους είχε απλωθεί παραέξω στο δρόμο, ως εκεί που ’φτανε το μάτι, κι ό,τι έβλεπαν, έτσι, ήταν γι’ αυτούς το σπιτικό τους.

Αφού ’χε τελειώσει με τη Στέλλα και την είχε πληρώσει, τη σκεφτόταν κατόπιν. Το βλέμμα της και την όψη της, που τ’ άρεσαν γιατί ήταν ολότελα ανέκφραστα, άψυχα σαν μιας κούκλας – αν υπήρχε κάτι θερμό πάνω της, το πιο ανθρώπινο πράγμα στο κορμί της, αυτό ήταν οι πληγές της: κείνη η μεγάλη στ’ αριστερό μπούτι και η άλλη στο δεξί πλευρό.

Γύρισε, άλλαξε ρούχα στη μητέρα του που ’χε βρομιστεί, κι έφαγαν.

Όταν βγήκε ξανά το απομεσήμερο, έξω στο δρόμο ήταν ένας γάτος με λερωμένη και μαδημένη άσπρη γούνα. Οι γάτες ήταν ελάχιστες πια. Οι σκύλοι επίσης. Τον πρόσεξε κι είδε πως του έλειπε το ένα μάτι. Τότε κατέβηκε ξανά, έβαλε νερό σ’ ένα κύπελλο και φαΐ σ’ ένα άλλο, κι ανέβηκε πάλι. Ο γάτος ήταν εκεί. Του άφησε το φαγητό και το νερό, και το ζώο έφαγε λαίμαργα κι ήπιε ως και την τελευταία σταγόνα· έγλειψε τα δυο κύπελλα να μη μείνει τίποτα. Όσο έτρωγε κι έπινε, το αγόρι τον είχε πλησιάσει, κι άπλωσε τώρα το χέρι να τον αγγίξει· αλλά ο γάτος τίναξε τότε το πόδι και τον γρατσούνισε βαθιά. Δεν τον πείραξε· δεν κάκισε το ζώο, και μπορεί μάλιστα γι’ αυτή του την αντίδραση να το συμπάθησε πιο πολύ· κι αν ο γάτος κατάφερνε να ζήσει κι ερχόταν ξανά, σίγουρα θα τον τάιζε πάλι και θα του ’δινε νερό να πιει.

Πήγε έπειτα στο Συσσίτιο. Το μοίραζαν παραπάνω σε μια παλιά κανίσα. Στάθηκε στην ουρά. Ο υπεύθυνος ήταν ο Σαλμάν. Είχε πράα φωνή και μίλαγε καλοσυνάτα σ’ όλους, όσο κι αν φώναζαν εκείνοι. Όταν ήρθε η σειρά του πήρε το φαΐ του, αλλά ύστερα δεν έφυγε – στάθηκε παρακεί και περίμενε, πίσω από τη γωνία της κανίσα. Περίμενε υπομονετικά, κι όταν πήρε κι ο τελευταίος τη μερίδα του κι έφυγαν όλοι οι εθελοντές, και τώρα είχε μείνει μόνο ο Σαλμάν, ξεπρόβαλε από τη γωνία, ζύγωσε, έβγαλε το ξυραφάκι και του ζήτησε ό,τι μπακουί είχε. Κείνος είπε ότι δεν είχε πάνω του τίποτα, αλλά μίλησε χωρίς η φωνή του να χάσει τον καλοσυνάτο τόνο της, και τότε ο Ατίφ τίναξε το χέρι και τον έκοψε με το ξυράφι.

Όταν τον έπιασαν αργότερα κι αφού τον χτύπησαν τον ρώτησε ένας σουρτγιούνης γιατί το ’χε κάνει, ο Ατίφ είπε:

«Έτσι».


 

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Σχετικά με τον συντάκτη

Μιχάλης Μακρόπουλος

Μιχάλης Μακρόπουλος

Ο Μιχάλης Μακρόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1965 και σπούδασε βιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έζησε εννέα χρόνια στη Θεσσαλονίκη. Πλέον κατοικεί στη Λευκάδα με τη σύζυγό του και με τα δυο τους παιδιά, και περνά μεγάλα διαστήματα στο Δελβινάκι Πωγωνίου στην Ήπειρο. Εργάζεται ως μεταφραστής λογοτεχνίας από τα αγγλικά και τα γαλλικά (έχοντας μεταφράσει αρκετά έργα των Ernest Hemingway, Truman Capote, F.S. Fitzgerald, John Steinbeck, Ray Bradbury, Stephen King, Saul Bellow, Richard Powers, Michel Faber, Antoine de Saint-Exupery, Martin Amis, κ.ά.). Έχει εκδώσει έντεκα βιβλία μυθοπλασίας για ενήλικες (τα τέσσερα τελευταία στις εκδόσεις Κίχλη: Το δέντρο του Ιούδα, 2014· Τσότσηγια & Ω’μ, 2017· Μαύρο νερό, 2019· Η θάλασσα, 2020), πέντε για παιδιά, και το Οδοιπορικό στο Πωγώνι (Fagotto2013). Διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά (Φρέαρ, Εντευκτήριο, Πόρφυρας, Νησίδες, The Books’ Journal) και στο διαδίκτυο.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε