Το έπος του Νόλαν: Πολέμιοι και υπερασπιστές
Ερωτήσεις και απαντήσεις
Στο πρώτο μέρος αυτού του άρθρου είδαμε μέσα από κάποια παραδείγματα του παρελθόντος πώς η ελληνική αρχαιότητα υπήρξε ερέθισμα για πολύ διαφορετικές ερμηνείες, προκαλώντας συζητήσεις εμφανώς πολιτικές, που αφορούσαν επίδικα της εποχής στην οποία κάθε φορά διεξάγονταν. Είχαν, μπορούμε να πούμε, επικαιρότητα και συγχρόνως ιστορικό βάθος.
Μια τέτοια αναζήτηση θα ακολουθήσει στη συνέχεια σχετικά με τις σφοδρές αντιδράσεις που προκάλεσε το έργο του Νόλαν. Θα δούμε συνοπτικά εκείνες που προέρχονται εμφανώς από τη διεθνή και ελληνική ακροδεξιά αφενός, αλλά και από ένα μέρος του ακαδημαϊκού κόσμου αφετέρου. Στην αντίπερα όχθη, παρόλο που μπορεί φαίνεται λίγο μανιχαϊστικό και απλοϊκό ίσως κάτι τέτοιο, θα σταχυολογήσουμε κάποιες απόψεις σημαντικών διανοούμενων της Αριστεράς, που ενδιαφέρθηκαν για το έργο του Νόλαν και ανέδειξαν ιδιαίτερες πτυχές του, είτε αξιακά ανήκουν στην Αριστερά είτε προκαλούν ενδιαφέρουσες συζητήσεις εντός της.
Α. Οι κατηγορίες και οι κατήγοροι
Μια πρώτη καταγραφή
Ας επιχειρήσουμε να κάνουμε μια πρώτη επισκόπηση όσων πολύ διαφορετικών έχουν ειπωθεί εναντίον του έργου (πράγμα όχι εύκολο, όπως θα δούμε πιο κάτω, γιατί προέρχονται από πολλούς και διαφορετικούς επικριτές, για πολλούς και διαφορετικούς λόγους).
Καταρχάς, πολύ πριν βγει η ταινία στις αίθουσες, είχε ακουστεί και είχε γίνει θέμα συζήτησης και ισχυρών επιθέσεων το ίδιο το καστ της. Τρεις από τους συντελεστές της ταινίας, τρεις ηθοποιοί που υποδύονται πολύ διαφορετικούς ρόλους. Η Λουπίτα Νιόνγκ’ο [Lupita Nyong’o], κενυατομεξικανικής καταγωγής, που υποδύεται τους δύο ρόλους, της Ελένης και της αδελφής της, Κλυταιμνήστρας, αποτέλεσε το πρώτο «κόκκινο πανί». Ο τρανς άντρας Έλιοτ Πέιτζ [Elliot Page], στον ρόλο του Σίνωνα, και ο ράπερ Τράβις Σκοτ [Travis Scott], που εμφανίζεται ως βάρδος σε συμπόσιο στην Ιθάκη, συμπληρώνουν τις «προκλητικές επιλογές» που δημιούργησαν αντιδράσεις από την αρχή.
Μια δεύτερη κατηγορία αντιδράσεων αφορούσε το σενάριο και την πιστότητάν του στο ομηρικό κείμενο και αναφερόταν σε παρεμβάσεις τόσο στην ίδια την ιστορία όσο και στο πνεύμα του κειμένου και στην ηθογράφηση των ηρώων. Ενώ οι πρώτες ενστάσεις προέρχονταν κυρίως από την ελληνική, αλλά και τη διεθνή ακροδεξιά, οι δεύτερες ανευρίσκονται κατεξοχήν στον ακαδημαϊκό κόσμο.
Κι εδώ τα πράγματα είναι πιο σύνθετα, οι οπτικές πολύ πιο διαφορετικές μεταξύ τους και οι λόγοι απόρριψης ή αποδοχής εξίσου πιο σύνθετοι από την χοντροκομμένη και εν πολλοίς κοινή και προβλέψιμη αντίδραση των ακροδεξιών. Χοντρικά, πρόκειται για ενστάσεις σε παρεμβάσεις που αφορούν το γράμμα, αλλά και το πνεύμα του κειμένου, αλλαγές στην πλοκή, αλλά και στα μηνύματά του και τους χαρακτήρες των ηρώων. Κάποιες από τις παρατηρήσεις αυτές είναι πιο απλοϊκές, ενώ άλλες πιο βαθιές και επεξεργασμένες (και εξ αυτού πιο ενδιαφέρουσες), αλλά και πιο δύσκολο να καταγραφούν. Ξεκινούν λοιπόν από τα απλά, τα «πραγματολογικά» ας πούμε, όπως η πανοπλία του Αγαμέμνονα ή το καράβι του Οδυσσέα και το παλάτι της Ιθάκης ή το ταξίδι και οι τόποι που περιγράφει και τη συνέχεια της περιπλάνησης μετά τον «νόστο», προς τη Δύση, μέχρι πολύ πιο σύνθετα, όπως την ηθογράφηση και την ψυχολογία των ηρώων, του ίδιου του Οδυσσέα κυρίως, αλλά και της Πηνελόπης ή της Καλυψώς. Κι ακόμη περισσότερο εντέλει για το μήνυμα ή τα μηνύματα του ίδιου του κειμένου.
Ο Μασκ και η διεθνής άκρα δεξιά
Ο Μασκ είναι ο πιο «πολιτικός» από τους ολιγάρχες που υποστήριξαν τον πρόεδρο Τραμπ και εκείνος που διεξάγει με περισσότερη επιμονή τον ιδεολογικό αγώνα της άκρας δεξιάς. Με συνεχείς δημόσιες παρεμβάσεις από το X έχει αναλάβει σταυροφορίες εναντίον της «παράνομης» μετανάστευσης, έχει υπερασπιστεί τον «χριστιανικό πολιτισμό», την υπεροχή της λευκής φυλής, ενώ έχει κατηγορηθεί για αντισημιτισμό και τρανσφοβικές δηλώσεις.
Είναι από εκείνους που ξεκίνησαν τις επιθέσεις εναντίον της ταινίας με απανωτά tweet, όπου κατηγορούσε για «παραποίηση της ιστορίας των Ελλήνων», ισχυριζόμενος ότι «ο Νόλαν έχασε την ακεραιότητά του για να κερδίσει ένα Όσκαρ, υποτασσόμενος στις απαιτήσεις του Χόλιγουντ». Τον κατηγόρησε επίσης για αντι-λευκή προκατάληψη και προπαγάνδα και ότι «κατουράει στον τάφο του Ομήρου»(“pissing on Homer’s grave”). Χαρακτήρισε αηδιαστική την επιλογή της Νιόνγκ’ο (“absolutely disgusting”), συμφωνώντας με τον ακροδεξιό σχολιαστή Ματ Γουόλς [Matt Walsh] –που κατηγόρησε το Νόλαν ότι «ευνουχίζει» τον Όμηρο– ότι δεν είναι δυνατό να είναι η πιο όμορφη γυναίκα στον κόσμο.[1]
Αναμασώντας πάνω κάτω τις ίδιες επιθέσεις εναντίον της woke ατζέντας, η ελληνική ακροδεξιά αναπαρήγαγε τις ίδιες κατηγορίες και φοβίες για τη φυλετική ανάμειξη και την ρευστότητα των έμφυλων ρόλων. Μάλιστα, η προπαγάνδα ήθελε αρχικά να υποδύεται τον Αχιλλέα ο Elliot Page και η σαμαρική «Δημοκρατία» σε άρθρο του Μαΐου διαπίστωνε με οργή ότι «τίποτα δε μένει άθικτο». Αλλά και ο Νατσιός της ορθόδοξης «Νίκης» επιτίθεται στη «λεγόμενη πατριωτική κυβέρνηση της Ελλάδας που συνεχίζει να υποστηρίζει κάθε έκφραση του κινήματος “woke” και να φιμώνει κάθε πρωτοβουλία που αναδεικνύει την εθνική μας ταυτότητα». Από κοντά κι ο εθνικός σκηνοθέτης-βιογράφος (και προσωπικός φίλος του Αντώνη Σαμαρά), Γιάννης Σμαραγδής, τα έβαζε κι εκείνος με την Ακαδημία των Όσκαρ, λέγοντας πως «ο κανονισμός των Όσκαρ για να πάρεις βραβείο είναι να υπάρχουν μέσα στην ταινία δυο κατηγορίες: ΛΟΑΤΚΙ ή στοιχείο μετανάστευσης». Ο Νόλαν φαίνεται ότι φρόντισε και για τα δύο!
Όσο κι αν ακούγονται αφελή και λίγο γραφικά όλα αυτά, δεν είναι στην πραγματικότητα ούτε περιθωριακά ούτε αθώα. Αυτές οι διαμάχες για τη φυλή, το φύλο, τον σεξουαλικό προσανατολισμό, την αρτιμέλεια, όπως έχουν υποστηρίξει πολλοί σημαντικοί σύγχρονοι μαρξιστές, όπως ο Άλεξ Καλλίνικος [Alex Callinicos] ή ο Ντέιβιντ Χάρβεϊ [David Harvey], μπορεί να είναι πολύ πιο σημαντικές από μια κλασική ατζέντα οικονομικών διεκδικήσεων. Κι αυτό η διεθνής ακροδεξιά, από τον Τραμπ ως τη Μελόνι, το γνωρίζει καλά, όπως και μια σημαντική ομάδα από ολιγάρχες που ενώ βρίσκονταν παραδοσιακά στο στρατόπεδο των δημοκρατικών, στοιχήθηκαν όμως πίσω από τον Τραμπ στις τελευταίες εκλογές.
Ίσως περισσότερο ακόμη κι από τις woke «παραφωνίες» όμως, αυτό που ενόχλησε τους συντηρητικούς, υπογραμμίζει ο καθηγητής Ματ ΜακΜάνους [Matt McManus], είναι, όπως το έθεσε ο προαναφερθείς Ματ Γουόλς, «η απώλεια της αίσθησης του μυστικισμού», ότι δηλαδή το φιλμ δεν μπορεί να συλλάβει την αίσθηση των αρχαίων για το υπερβατικό και τη μαγεία μέσα από το μπαστάρδεμα με τον εκμοντερνισμό. Οτιδήποτε, από το να βλέπεις μια μαύρη ηθοποιό να υποδύεται την Ελένη μέχρι να ακούς τον Τομ Χόλαντ [Tom Holland] να αποκαλεί τον Οδυσσέα «μπαμπάκα» [“daddy”], γι’ αυτούς προσβάλλει και καταστρέφει την ιεροπρέπεια ενός θεμελιακού μύθου του δυτικού πολιτισμού.[2] Και αυτό δεν αφορά μόνο την πολύ περιορισμένη στην ταινία παρουσία των θεών (που ακόμη κι εκεί που εμφανίζονται συγχέονται με τις εσωτερικές φωνές του ήρωα).
Είναι επίσης το ίδιο το πνεύμα της ταινίας και η ανάπτυξη του χαρακτήρα του ήρωα ή των δευτερευόντων προσώπων που τους ενοχλεί. Ο Οδυσσέας εμφανίζεται πράγματι ως ένας τραυματισμένος από τον πόλεμο ήρωας, κυνηγημένος από τις τύψεις για την καταστροφή που προκάλεσε με το τέχνασμά του, δεν είναι ο δαιμόνιος πολυμήχανος που έχουν μάθει να εξυμνούν παραδοσιακά οι συντηρητικοί. Στην πραγματικότητα αυτό που αρνούνται πεισματικά να δουν είναι ότι, πέρα από τις διαφορές από την ταινία, το ίδιο το ομηρικό κείμενο είναι ένα μεταπολεμικό έπος και άρα μεταηρωικό, όπως το χαρακτηρίζει ο Δ. Μαρωνίτης, ενώ εκείνοι αναζητούν έναν πολεμικό και ηρωικό Οδυσσέα.
Και σε αυτό το σημείο η απλοϊκή οπτική των ακροδεξιών έρχεται να συναντήσει, κατά κάποιον τρόπο, την εμμονή στο γράμμα και το πνεύμα του κειμένου των ειδικών, με πρώτη την Έμιλι Γουίλσον [Emily Wilson].
Η Έμιλι Γουίλσον και οι ειδικοί των κλασικών σπουδών
Από άλλη αφετηρία και κίνητρα κινούνται και άλλους στόχους στοχεύουν οι κριτικές των ειδικών, ελληνιστών καθηγητών κυρίως, με προεξάρχουσα την Έμιλι Γουίλσον, στη σημαντική μετάφραση της οποίας βασίζεται το σενάριο της ταινίας του Νόλαν. Η Γουίλσον δυσφορεί για μια σειρά επιλογές/ερμηνείες του Νόλαν με τις οποίες διαφωνεί και οι οποίες ξεκινούν από περισσότερο «φιλολογικές» διαφωνίες, που εξελίσσονται όμως και σε ιδεολογικές επιλογές.
Συνοπτικά λοιπόν επισημαίνει:
-
Τους αδύναμους (εν αντιθέσει με το ομηρικό κείμενο) γυναικείους χαρακτήρες, όπως της Πηνελόπης, της Καλυψώς, ακόμη και της Αθηνάς. Ως προς αυτό, ωστόσο, υπάρχουν σοβαρές αντίθετες απόψεις, που θα δούμε παρακάτω.
-
Την απουσία θεοτήτων: «δεν είναι αρκετά μεγάλη η οπτική του κόσμου του, για να περιλαμβάνει αληθινούς θεούς ή αληθινούς ανθρώπους που μπορεί να είναι διαφορετικοί από μας».
Πραγματικά, στο έργο είναι εκκωφαντική η απουσία των θεών. Εντούτοις, η σκηνή με την Κίρκη, που, σύμφωνα με τη Γουίλσον, δεν είναι παρά μια Μπάμπα Γιάγκα που χρησιμοποιεί ένα «είδος επίπονης πλαστικής χειρουργικής» για να κάνει τους λαίμαργους συντρόφους γουρούνια, μου φάνηκε από τις πιο εντυπωσιακές και αντίστοιχες με το πνεύμα της ταινίας σκηνές. Δεν φτάνει μια μάγισσα με το ραβδάκι της για να μετατρέψει τους ανθρώπους σε γουρούνια. Πρόκειται για μια μεταμόρφωση μέσα από μια βρώμικη και μακρά διαδικασία, αυτό έχω την εντύπωση ότι είναι το μήνυμα αυτής της εντυπωσιακής σκηνής.
Αντίστοιχη, κατά τη γνώμη μου, είναι και η σημειολογία της σκηνής με τον Δούρειο Ίππο. Ο Νόλαν, πραγματικά, όπως επισημαίνει η Wilson, δεν επιμένει στον τεχνίτη και πολυμήχανο Οδυσσέα, αντίθετα, το δημιούργημά του που βλέπουμε, είναι ένα κιτς, φτωχά σχεδιασμένο άλογο, που εμφανίζεται στην ανεμοδαρμένη θάλασσα. Νομίζω ότι η σκηνή με τους στρατιώτες μέσα στο Δούρειο Ίππο είναι από τις σημαντικότερες αντιπολεμικές του έργου. Ο Ίππος δεν είναι ένα φανταχτερό δώρο· στην κοιλιά του βρίσκονται στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλον, ταλαιπωρημένοι, βρώμικοι, εξαντλημένοι στρατιώτες που θυμίζουν εικόνες από τα χαρακώματα του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου.
Σε αυτόν τον σκοτεινό κόσμο δεν υπάρχει χώρος για οτιδήποτε γοητευτικό και καθημερινό, όπως η μπουγάδα της Ναυσικάς και τα παρθενικά της σκιρτήματα στη θέα του Οδυσσέα, παρατηρεί η Wilson, και, πράγματι, στον δυστοπικό κόσμο της ταινίας δεν έχει θέση η ουτοπία των Φαιάκων.
Ήσσονος σημασίας είναι οι παρατηρήσεις για τη χρήση μιας σύγχρονης γλώσσας (που και η ίδια θεωρεί θεμιτή, αν και εξόργισε άλλους -άλλωστε και η δική της, σημαντική μετάφραση, επικρίθηκε γι΄ αυτό), τα κοστούμια και τα σπίτια με τη σκευή τους ή τα πλοία (ο εκλεκτικισμός αυτός είναι συνηθισμένος, μην ξεχνάμε, άλλωστε ότι ολόκληρη η δυτική ζωγραφική ήδη από την Αναγέννηση παρουσιάζει τους αρχαίους ήρωες ντυμένους σαν Βενετσιάνους ευγενείς μέσα στα παλάτια τους).
Πιο σημαντικές και αποκαλυπτικές ίσως των ενστάσεών της είναι δυο άλλες παρατηρήσεις. Πρώτη, η παρουσία του Σίνωνα, ενός προσώπου που δεν ανήκει στην ομηρική Οδύσσεια, αλλά βρίσκεται μόνο στην Αινειάδα του Βιργίλιου. Η Γουίλσον δείχνει να ενοχλείται για τον «διδακτισμό» που μεταφέρει η παρουσία του σχετικά με το σύγχρονο αγγλόφωνο (sic!) κόσμο: την άποψη δηλαδή ότι τα ψέματα και η επακόλουθη ξενοφοβία του πολέμου κατά της τρομοκρατίας κατέστρεψε την εικόνα που είχε η Δύση για τον εαυτό της.
Η δεύτερη διαφωνία αφορά τους «λαούς της θάλασσας», που, όπως λέει η ίδια, αποτελούν το δίδαγμα του Νόλαν για το σύγχρονο κόσμο. Ένας κόσμος σε παρακμή ο οδυσσειακός, όπως παρουσιάζεται από το Νόλαν, ένας κόσμος που τελειώνει, κάτω από την επέλαση των λαών της θάλασσας. Μία ακόμη σεναριακή παρέμβαση στην ομηρική Οδύσσεια, που συζητήθηκε πολύ, τόσο για την ιστορική της ακρίβεια (μια διαδεδομένη αντίληψη παλιότερα για την καταστροφή του μυκηναϊκού κόσμου, που έχει πλέον εγκαταλειφθεί) όσο και για τις σύγχρονες συμπαραδηλώσεις της, που εκφράστηκαν τόσο από δεξιά όσο και από αριστερά. Ποιοι είναι αυτοί οι λαοί της θάλασσας; Είναι μια κριτική στον εκβαρβαρισμό της σύγχρονης Δύσης και τους πολέμους της; Είναι η Δύση-φρούριο που πολιορκείται από τους σύγχρονους βαρβάρους που συνωθούνται μπροστά στα σύνορα-τείχη της; Δεν είναι εύκολο να πούμε. Οι ιδεολογίες στις ταινίες του Νόλαν δεν είναι ποτέ απλές. Κάνει ταινίες στις οποίες μπορεί την ίδια στιγμή να βρει ιδεολογική ταύτιση τόσο η αριστερά όσο και η δεξιά, έχει παρατηρήσει ένας σχολιαστής του BBC (έτσι συνέβη με την τριλογία του Batman). Σε μένα πάντως θύμισε μια σκηνή από τις αγαπημένες μου ταινίες, την αρκετά παλιότερη Επέλαση των βαρβάρων του Καναδού Ντενί Αρκάν, στην οποία, σε εντελώς διαφορετικό πλαίσιο, μια παρέα εξηντάρηδων πανεπιστημιακών της γενιάς του ’60 συζητούν με χιούμορ και θλίψη για το τέλος μιας εποχής που χάνεται κάτω από την «επέλαση των βαρβάρων».
Μέρος αυτού του κόσμου είναι ο «σκοτεινός» ήρωας του Νόλαν, που αποτελεί ίσως το πιο αμφιλεγόμενο σημείο της ταινίας. Ένας Οδυσσέας που μάλλον θυμίζει περισσότερο τον σιωπηλό κάπταιν Άχαμπ παρά τον πολύτροπο ομηρικό ήρωα. Το ίδιο σιωπηλός, το ίδιο εμμονικός, έτοιμος να θυσιάσει τους συντρόφους του, ταυτόχρονα όμως και κατεστραμμένος από τις τύψεις που νιώθει, τόσο για τον χαμό εκείνων όσο και για την καταστροφή που προκάλεσε ο πόλεμος. Είναι προσβολή προς τον ομηρικό Οδυσσέα αυτή η προσωπογραφία του ήρωα; Με μια στενή οπτική, ναι, ίσως. Όμως ο Νόλαν δεν κάνει μια απλή μεταφορά του ομηρικού έπους. Έχει διαβάσει και λαμβάνει υπόψη του ό,τι έχει γραφτεί δυο χιλιάδες χρόνια γι’ αυτόν. Από τον Βιργίλιο, τον Δάντη (που συναντά τον Οδυσσέα στον όγδοο κύκλο της Κόλασης όπου βρίσκεται εξαιτίας της απάτης του), τον Τζόις, μέχρι και αρχαίους Έλληνες ποιητές, που δεν εκτιμούσαν την τέχνη του να εξαπατά, όπως ο Πίνδαρος ή ο Ευριπίδης. Ούτως ή άλλως, από την αρχαιότητα ήδη οι μυθολογικοί ήρωες προσαρμόζονταν στο έργο και υπηρετούσαν τους σκοπούς του. Και ίσως εδώ να είναι η κατάλληλη στιγμή να δούμε πώς υποδέχτηκε η Αριστερά, ή τουλάχιστον ένα τμήμα της, την ταινία του Νόλαν.
Β. Οι υπέρμαχοι της ταινίας και η Αριστερά
Στην αρχή του πρώτου μέρους αυτού του άρθρου είχα διαπιστώσει ότι δεν είναι συνηθισμένο να γίνεται αντικείμενο της δεξιάς πολεμικής μια χολυγουντιανή υπερπαραγωγή. Ίσως ακόμη πιο ασυνήθιστο είναι να απασχολεί -και μάλιστα να γίνεται αντικείμενο θετικών έως και εγκωμιαστικών κριτικών της- την Αριστερά. Το ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι βγήκαν μπροστά για να την υπερασπιστούν όχι μόνο κάποιοι ειδικοί του πολιτιστικού ρεπορτάζ, αλλά και ορισμένοι από τους πιο σημαντικούς αριστερούς διανοούμενους των οποίων ο κινηματογράφος δεν είναι το κύριο πεδίο των ενδιαφερόντων τους.
Ο Peter Swallow των Άγγλων Εργατικών και ο David Walsh από το WSWC
Ο Πίτερ Σουάλοου [Peter Swallow], βουλευτής των Άγγλων Εργατικών και πρόεδρος της διακομματικής επιτροπής για τις κλασικές σπουδές, με άρθρο του στον Guardian έδωσε τη δική του ερμηνεία και μια διαφορετική διάσταση στις επιθέσεις των συντηρητικών. Ο Σουάλοου γράφει ως ένας δάσκαλος που δίδαξε επί πολλά χρόνια το oμηρικό κείμενο και απορρίπτει καταρχάς τις κατηγορίες για ιστορικές ανακρίβειες ως ανόητες. Ως ιστορικός συμφωνώ, αναφέρει χαρακτηριστικά, όμως ως κάποιος που έχει στοιχειώδη κατανόηση για την καλλιτεχνική ελευθερία δεν με νοιάζει. Εκείνο που επισημαίνει είναι ότι αν (θα έπρεπε να) ενοχλεί κάτι (ιδεολογικά πλέον, και όχι επιστημονικά ή καλλιτεχνικά) τον Mασκ και λοιπούς δεν είναι η woke ιδεολογία του αλλά ό,τι λέει για το πολύ ομηρικό (δικά του λόγια) θέμα της ξενίας. Ο νόμος του Δία, που αναφέρεται στην ταινία, είναι απολύτως σύμφωνος με τον Όμηρο και ένα θεμελιώδες στοιχείο του έπους. Ο Κύκλωπας και οι μνηστήρες που τον παραβαίνουν τιμωρούνται, ο Τηλέμαχος που τον τηρεί, ανταμείβεται. Και η προσέγγιση του Νόλαν στο θέμα είναι απολύτως σύγχρονη. Είναι μια αλληγορία για την κατάρρευση ενός διεθνούς συστήματος που βασίζεται σε κανόνες και το μήνυμά του είναι ότι η κοινωνία θα κατεδαφιστεί αν εγκαταλείψουμε τη διεθνή τάξη. Γι’ αυτόν τον λόγο θα έπρεπε όντως να μισεί το φιλμ η διεθνής άκρα δεξιά, η οποία επενδύει σε έναν κόσμο όπου οι εθνικισμοί ολοένα και κερδίζουν έδαφος. Υπάρχουν όλοι αυτοί οι προβληματισμοί μέσα στο αρχαίο κείμενο; Όχι, απαντά ο Σουάλοου, αλλά αυτή είναι η δύναμη των κλασικών κειμένων, ότι μπορούν να ξαναειπωθούν, να ιδωθούν μέσα από μια άλλη οπτική κάθε φορά, να αποκτήσουν νέες σημασίες για τον σήμερα. Και κανείς δεν είναι ο αποκλειστικός κάτοχός τους. Πολύ περισσότερο ο Ίλον Μασκ, καταλήγει.
Ένας ακόμη αριστερός καλλιτεχνικός συντάκτης, ο Ντέιβιντ Γουόλς [David Walsh], που αρθρογραφεί στο World Socialist Web Site (WSWS) της Διεθνούς Επιτροπής της Τέταρτης Διεθνούς (ICFI), ασχολείται επισταμένως με την Οδύσσεια και την υποδοχή της από το παγκόσμιο κοινό, χαρακτηρίζοντάς την (στον τίτλο του ενός από τα δύο άρθρα που της αφιερώνει) ένα κοινωνικό και πολιτιστικό φαινόμενο. Ο ίδιος βέβαια θα πει εξαρχής πως δεν πρόκειται βέβαια για μια μεγάλη, αλλά πάντως σίγουρα για μια αξιοπρεπή, ταινία, θα διαφωνήσει σε πολλά σημεία με την οπτική του Νόλαν, ωστόσο σημειώνει ότι αυτό που προκάλεσε τους φασίστες είναι οι ενοχές που αποδίδει στον Οδυσσέα για την καταστροφή που προξένησε, κι αυτό γιατί ο σύγχρονος ιμπεριαλισμός απαιτεί έναν στρατιώτη που δεν σκέφτεται ούτε αισθάνεται. Τα μεγάλα θέματα που θίγει, η φρίκη του πολέμου, οι καταστροφικές συνέπειες της αδιαφορίας για τους ξένους ή όσους ζητούν προστασία, η βία του πλούτου (τα εγωκεντρικά πριγκιπόπουλα στην Ιθάκη απέναντι στο ζητιάνο-Οδυσσέα), η απειλή της κατάρρευσης του πολιτισμού, όλα αυτά, ανεξάρτητα από τις προθέσεις του Νόλαν, δεν γίνεται να μην τα συσχετίσουμε με τη σύγχρονη ζωή, παρατηρεί. Και καταλήγει πως η μεγάλη επιτυχία μιας ταινίας που αναφέρεται σε υψηλά ζητήματα αποδεικνύει πως οι άνθρωποι αναζητούν κάτι υψηλό και απαιτητικό, που να αντιτάσσεται, μέσα από την απεικόνιση του κόσμου του Ομήρου, στην έκπτωση και τη βαναυσότητα της σύγχρονης κοινωνίας. Μια ταινία που δεν επιχειρεί να παραπλανήσει το κοινό, αλλά μπορεί να αποτελέσει ελπίδα για μια στροφή προς το κλασικό και προς εκείνα που έχουν διάρκεια και νόημα.[3]
Ο Σλαβόι Ζίζεκ και ο Άλεξ Καλλίνικος
Και ερχόμαστε τώρα σε δύο από τους πιο επιδραστικούς σύγχρονους διανοούμενους της Αριστεράς, τον Σλαβόι Ζίζεκ και τον Άλεξ Καλλίνικος. Πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους, ριζοσπαστικοί στην πολιτική τους σκέψη και οι δύο, έντονα κριτικοί προς τη σημερινή τάξη, των έσχατων καιρών, κατά τον Ζίζεκ, του καπιταλισμού της καταστροφής, σύμφωνα με τον Καλλίνικος. Και οι δύο ασχολήθηκαν εκτενώς με άρθρα τους με την Οδύσσεια, αποτιμώντας την θετικά, τόσο ως μια αξιόλογη κινηματογραφική ταινία όσο και για τον πολιτικοκοινωνικό της αντίκτυπο.
Ο Ζίζεκ στο άρθρο του, ήδη με τον προκλητικό τίτλο «Οδύσσεια: επιτέλους ένα καλό δράμα δωματίου» δηλώνει ήδη την πρόθεσή του να διαφοροποιηθεί από τους συνήθεις ύμνους για την εντυπωσιακή χρήση της τεχνολογίας σε μια υπερπαραγωγή, όπως η ταινία του Νόλαν (για την οποία δεν είπαμε κι εμείς τίποτε, μπορεί να βρει ο αναγνώστης πάρα πολλά σχετικά με μια απλή αναζήτηση στο διαδίκτυο). Αντίθετα, παρατηρεί, πρόκειται για ένα μάλλον λιτό, σχεδόν δράμα δωματίου, χωρίς χιλιάδες στρατιώτες, εκατοντάδες πολεμικά πλοία, μαζικές σκηνές μάχης. Οι (πανέμορφες) ηθοποιοί που κρατούν τους γυναικείους ρόλους εμφανίζονται απο-σεξουαλικοποιημένες, με πλάνα που δείχνουν την ηλικία τους, ειδικά η Κίρκη (μια μοιραία γυναίκα που στο ποίημα κρατά αρκετό καιρό τον Οδυσσέα για εραστή της), η οποία στην ταινία παρουσιάζεται αηδιασμένη από τους άνδρες και τη λαιμαργία τους, μετατρέποντάς τους σε γουρούνια (όπως πραγματικά είναι;).
Η ταινία εστιάζει στη βρώμικη, αντιηρωική όψη του πολέμου και σηματοδοτεί το τέλος της εποχής της τιμής (με το επεισόδιο του Σίνωνα), όταν οι άνθρωποι άρχισαν πια να χρησιμοποιούν τις μηχανές για να ελέγξουν ανθρώπους. Ο Ζίζεκ παρατηρεί ότι στο επεισόδιο με τον Δούρειο Ίππο (ένα από τα πιο εντυπωσιακά πράγματι επεισόδια της ταινίας, κατά την άποψή μου, κάτι που δεν υπάρχει σε καμία άλλη μεταφορά της Οδύσσειας στον κινηματογράφο, όπου ο Ίππος απεικονίζεται μάλλον σαν ένα υπερμέγεθες παιδικό παιχνίδι) ο Νόλαν δείχνει με αηδιαστικές, κλειστοφοβικές λεπτομέρειες τις ζωές των ηρώων καθώς περίμεναν για μέρες, ουρώντας και αφοδεύοντας ο ένας πάνω στον άλλον.
Επιπλέον, όπως η ηρωική Εποχή του Χαλκού τερματίζεται με τα ψέματα και τα τεχνάσματα του Οδυσσέα, σήμερα βρισκόμαστε στο κατώφλι μιας νέας εποχής, που χαρακτηρίζεται από την κυριαρχία της τεχνητής νοημοσύνης και την κουλτούρα της μετ-αλήθειας. Γι’ αυτό και ακούμε (όπως και βλέπουμε στην Οδύσσεια) για το τέλος του πολιτισμού. Τι πρόκειται να ακολουθήσει; Ένας νέος ανώτερος πολιτισμός ή η βαρβαρότητα;
Ο Ζίζεκ επιλέγει να κλείσει με τον ίδιο προβοκατόρικο τρόπο με τον οποίο ξεκίνησε: Η σατανική μου ιδέα, λέει, είναι να προστεθεί στην ταινία μια τελική σκηνή, όπου ο Οδυσσέας κι η Πηνελόπη, φτάνοντας στην Αμερική, σφαγιάζονται από τους ιθαγενείς που αναγνωρίζουν ότι αποτελούν μια δύναμη καταστροφής. Προσθέτει όμως πως η Οδύσσεια αποτελεί ένα ελπιδοφόρο προάγγελμα για ένα αυριανό Χόλιγουντ που θα πάψει να ασχολείται με τις συνήθεις ανοησίες των τελευταίων χρόνων.
Αυτή την αισιόδοξη διαπίστωση συμμερίζεται και ο Άλεξ Καλλίνικος, που κλείνει το ένα από τα δύο άρθρα που αφιερώνει στην Οδύσσεια[4] με το συμπέρασμα ότι ο πολιτισμός επιμένει, καθώς μια σκοτεινή ταινία σαν την Οδύσσεια έγινε τεράστια επιτυχία παρ’ όλη την δυσφημιστική εκστρατεία και την ανελέητη πολεμική που της ασκήθηκε. Και αυτό από μόνο του είναι θετικό. Επισημαίνει στη συνέχεια (και ορθά) ότι το σενάριο μένει αρκετά πιστό στο πρωτότυπο και εντοπίζει τις διαφορές στο πνεύμα της ταινίας, όπως την περιορισμένη ανάμειξη των θεών, τη φεμινιστική οπτική μέσα από την κριτική που ασκούν οι γυναίκες (η Πηνελόπη, η Ελένη, η Κίρκη), τις ενοχές που νιώθει ο Οδυσσέας ή την αίσθηση του τέλους του πολιτισμού. Όμως, τίποτα απ’ αυτά δεν αποτιμάται αρνητικά. Αντίθετα, ισχυρίζεται ο Καλλίνικος, μια ιστορία είναι ζωντανή όταν την υιοθετούν οι άνθρωποι σε διαφορετικές εποχές. Οι ενοχές του Οδυσσέα για την καταστροφή της Τροίας, παρότι δεν υπάρχουν στο ομηρικό κείμενο είναι ταιριαστές με το κλίμα της ταινίας και η αίσθηση του τέλους του πολιτισμού, εντελώς απούσα στον Όμηρο, είναι η έκφραση των φόβων που προέρχονται από την κρίση του σύγχρονου ιμπεριαλισμού. Ο Καλλίνικος λοιπόν, παρ’ όλο που ρητά λέει ότι προτιμάει τον Όμηρο, αποτιμά θετικά τόσο το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα όσο και τον πολιτικό αντίκτυπο του φιλμ.
Επιλογικά: Είμαστε ακόμα ζωντανοί…
Γράφτηκαν τόσα πολλά γι’ αυτήν την ταινία. Επέλεξα κάποια ανάμεσα στα πιο ενδιαφέροντα. Εκείνο που δεν έθιξα καθόλου ωστόσο, και που ξεπερνάει κατά πολύ τα όρια και τις δυνατότητες αυτού του κειμένου, είναι ο πόλεμος που διεξήχθη στο διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Κάτω από κάθε άρθρο, κάτω από κάθε ανάρτηση, μια πραγματική ιδεολογική σύγκρουση. Κι αυτό επιβεβαιώνει ακόμα μια φορά ότι η αρχαιότητα εξακολουθεί να αποτελεί ένα πεδίο μάχης.
Το κείμενο του Ψαλιδάκου Πούλου επιμελήθηκε ο Αντώνης Γαζάκης
Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)
Υποσημειώσεις








