Λογοτεχνία Τεύχος #7

Ιορδανία,
Το Ημερολόγιο των χαμένων παραισθήσεων

Ένα μεγάλο χωνευτήρι πολιτισμών τούτος ο τόπος,
  τόσο που δεν μπορεί παρά να αφήσει τυφλό το γυμνό σου
  μάτι
.
Ασσύριοι, Πέρσες, Βαβυλώνιοι, Έλληνες,
Ρωμαίοι, Βυζαντινοί, Οθωμανοί κι Άραβες.
Όλοι τους κάλπασαν τα μέρη της Ιορδανίας. O ένας μετά τον άλλον.
Θέλοντας, βλέπεις, ο καθένας να σκεπάσει τη χώρα απ’ άκρη σ’ άκρη
  με τη δική του σκιά.
Αρχέγονα υπνωτική, σα τις δεσποινίδες της Αβινιόν,
μαγνήτισε το βλέμμα όλων όσων τόλμησαν να περάσουν το ποθητό
της κατώφλι.
Από τους λόφους της Jerash και της Αμμάν,
μέχρι τα διψασμένα βουνά της Madaba, του Wadi Rum και τα νερά
της Aqaba,
η γη εκπνέει παντού μία ιερή μελαγχολία.

Τα ζαρωμένα δάχτυλα του Ηρακλή
παρατημένα εκεί πάνω, στο ψηλό λόφο της Αμμάν,
  αν θα προσέξεις,
ψιθυρίζουν ακόμη κάτι εις εαυτόν.
Καλοσμιλεμένα σε μάρμαρο νυφικό,
η λεπτομέρεια του Ημίθεου
πώς να μην καμαρώνει πως σπουδάχθηκε με κόπο στα υπόγεια της
αρχαιοελληνικής σκέψης;
Λίγο πιο βόρεια, όμως
Εκεί στα σύνορα με την τρομαγμένη Συρία,
  που άχνα δεν θ’ ακούσεις και άλλα δάκρυα της πια δεν θα δεις
Εκεί κρύβεται πίσω ένα ακόμη απομεινάρι.
Είναι η πόλη της Jerash.
H Ρώμη εκτός Ρώμης κατακλύζει την όλη σου διάσταση, προτού το
καταλάβεις!
Ξαπλωμένη έτσι λάγνα πάνω στην καταπράσινη πλαγιά,
  θέα που θα κράταγε ξύπνια ακόμη και την Αφροδίτη του
  Velazquez τα βράδια
,
η αρχαία αυτή πόλη σου αφήνει παράμερα την μικρή σκυθρωπή
αδελφή της,
προκαλώντας σου αυτόματα μια βαθιά αμηχανία.
Ως μία καλοντυμένη γηραιά κυρία,
περιμένει καρτερικά τον κάθε επισκέπτη για να του ανοίξει τις πόρτες
της
και να του επιδείξει τις δόξες της αέναης νιότης. Αχ, νιότη..!
Πρώτος στο ξωτικό κρεβάτι της έπεσε, άλλωστε, ο γερό-Αδριανός
Που δεν συγκρατήθηκε
Και γεύτηκε σαν λίγους μετέπειτα τα τρυφερά της κάλλη.
Ο καρπός τέτοιου έρωτα δεν άντεξε παρά να φυτρώσει
  βαθιά στη Γη
μεγαλόπρεπους ναούς, να! σαν κι αυτόν του Δία και της θεάς
Αρτέμιδος, λίγο πιο πέρα.
Αλλά και μια Καρδιά στην μέση της πόλης,
φυσικά, για να δώσει παλμό.
Και από τότε, δύο χιλιάδες χρόνια κοντά τώρα,
ολόκληρη η πόλη χορεύει σύσσωμη ασταμάτητα
σε όποιο ρυθμό της χτυπήσεις,
  Κορινθιακό, Ιωνικό…
Ένα γάμο που θα γιορτάζει για πάντα!

Συνεχίζοντας,
και κατηφορίζοντας παράλληλα με την Νεκρά Θάλασσα,
εκεί που το αλμυρό νερό εκτοξεύει το πληγωμένο πνεύμα σου ίσα με
το ζεστό ήλιο,
Εκεί να προσέξεις διπλά, ξένε!
Γιατί το μάτι σου, που μέχρι τώρα δεν στεκόταν πουθενά,
Θα βρει τώρα καταφύγιο.
Είναι το βουνό Νεμπό.
Στην κορυφή του οποίου καταλάγιασε, πια, για τα καλά
ο προφήτης των τριών ονείρων και των πέντε θαλασσών.
Ο Musa, Μωυσής ή Μοσέ
  αυτός ο πρωτομάστορας της ανθρώπινης αγωνίας και θλίψης,
άφησε εδώ, ψηλά, μία από τις πιο ασήκωτες κληρονομιές που
γνώρισε ποτέ του ο άνθρωπος.
Μπροστά στη γαλήνια θέα της Γης της Επαγγελίας κοντοστάθηκε
ευθύς
και επέλεξε να ξεψυχήσει.
Μόνος και ήσυχος.
Μετά από μισό αιώνα χαμού.

Διασχίζοντας νότια, για τα καλά πλέον, το χάρτη,
και πριν τη ξακουστή Πέτρα,
η μικρή βουκολική μουσουλμανική κοινότητα της Madaba κάνει
  – σαν από λάθος –
την εμφάνισή της.
Ντροπαλή και εύθραυστη στο ανθρώπινο φώς,
η Madaba φυλάει, καλά, μυστικό χρυσό.
Το εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου κοντά στο κέντρο της πόλης είναι
σίγουρα πολύ μεγαλύτερο απ’ όσο του μοιάζει.
Αν θα νοιαστείς και μπεις μέσα,
θα δεις στο πάτωμά του να λαμπιρίζει ολοκάθαρα όλη η αρχαία
Ιερουσαλήμ!
Εκατομμύρια ψηφίδων στήθηκαν εκεί με τον καιρό για να σου
φανερώσουν, Εσένα, σήμερα ένα κρυφό χθες.
Αχάριστοι Ρωμιοί! Όλα μπορούν να τα διαβάσουν. Κι όμως!
Το κάνουν πάντα πρώτα οι άλλοι, πριν από ‘μας.
Πώς γίνεται;
Μου λες;

Και με αυτές τις μυρωδιές κατά νου,
Ζαλισμένος και μεθυσμένος από τόσα σταυροδρόμια,
Εκεί ανάμεσα στο θυμάρι και το κάρδαμο, μεταξύ Ρώμης και Πόλης,
Εκεί ήρθε η στιγμή να κουτουλήσω σε ό, τι πιο ατίθασο έχουν
γνωρίσει οι αισθήσεις μου μέχρι τώρα.
Γυμνός και μικρός απέναντι στα θεόρατα μοναστήρια,
Τις πλατιές κατακόμβες και τα στενά θησαυροφυλάκια που έραψαν οι Ναβατιανοί
πάνω στον άψυχο βράχο της Πέτρας
Εκεί γνώρισα – σίγουρα – έργα ελεύθερων ανθρώπων.
Πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς τέτοια σύνθεση;!
Αιγυπτιακές θεότητες να φιγουράρουν
  πλάι-πλάι
με τους αδελφούς Διόσκουρους και τη θεά Τύχη;!
Ασσυριακές μετώπες στηριζόμενες σε Κορινθιακούς κίονες;!
Αμ, οι γυμνόστηθες Αμαζόνες που αναδύονται πολεμοχαρείς μέσα
από την καυτή κόκκινη πέτρα;!
Πόση γύμνια Θεέ μου σε τόσο δέος!
Πράγματι. Μόνη η ελευθερία έχει το προνόμιο τόσης τέχνης.
Ναβατιανοί λοιπόν,
αυτά τα παιδιά του Ξέρξη, του Μεγαλέξανδρου και όλης της Ρώμης.
Αθάνατο το όνομά τους, εις τους αιώνας των αιώνων.

Προχωρώντας τον δρόμο
και συνεχίζοντας ερπυστής στα σκοτεινά μονοπάτια που άφησε πίσω
του ο χρόνος,
Σταματώ.
και υποχωρώ στην αμέριστη γενναιοδωρία Του.
Το μητρώο ετούτης εδώ της γης είναι πραγματικά γεμάτο με πράξεις
και έργα τόσων ανθρώπων.
Όπως ελάχιστα μέρη στον κόσμο είχαν την τιμή μέχρι στιγμής να
μαρτυρήσουν.
Τόση ζωή πέρασε. Μα τι φρίκη!
Κι όλη της νεκρή.
Τίποτα.
παρά απλός περίγελος η ανθρώπινη ύπαρξη στη δίνη της αβύσσου.
Μια σιγοτρεμάμενη σιλουέτα πάνω στον τοίχο,
που σαν τολμήσει και ζωντανέψει;
Να σβήσει απότομα να γκρεμιστεί, καταραμένη! στο βαθύ πηγάδι του
χρόνου.
Κανείς μας εν τέλει δεν θα γλιτώσει· όλοι θα απολογηθούμε μία μέρα
μπροστά Του.
Εκτός από δαύτους!
Αυτά τα ξεχασμένα παιδιά του Κρόνου.
Περπατώντας τυφλωμένος στην πύρινη κοιλάδα,
Και μεθυσμένος από τη μακρινή ραστώνη του τσαγιού,
Ψιλόλιγνες μακρές οπτασίες
  – θολές σαν από όνειρο
φανερώνονται ευθύς μπροστά μου!
Οι Άγγελοι της κοιλάδας του Wadi Rum!
H μαύρη διάφανη ματιά τους και ο παιχνιδιάρικος χορός τους μόνο
τον θεό Πάνα μπορούν να θυμίσουν
  έτσι όπως τον τραγούδησε ένα απόγευμα ο Debussy στην
  ανθρώπινη μνήμη
.
Σέρνοντας χορό μαζί τους από βράχο σε βράχο,
κι από χαράδρα σε χαράδρα,
δύο ολόκληρα φεγγάρια χρειάστηκαν να αλλάξουν για να με
καλογνωρίσουν.
Μα μόλις το ‘καναν, την επομένη κιόλας το πρωί με ‘φεραν μπροστά
του:
Στο θρόνο του Αρχαγγέλου τους.
Στη μέση της απέραντης ερήμου, εκεί μαζί με όλους του άλλους,
Εκεί βρήκα να κάθεται απαρηγόρητος, ο Βράχος του Λόρενς.
Παρά τα μιλιούνια των ανθρώπων που τον αγγίξαν,
είναι φανερό ότι νιώθει ακόμα κρύα μοναξιά.
Ακόμα κι όλη η ανθρωπότητα να καθόταν σ’ αυτόν μονομιάς,
το βάρος της τέτοιο μόνο θα ήταν σαν της πρώτης φθινοπωρινής
ψιχάλας.
Γιατί στοίβες σωμάτων πάντα θα χάνουν στο ιστορικό ισοζύγιο από
ένα δράμι ελευθερίας.
Τούτος ήταν ο Λόρενς.
Ορίστε, ρώτα τη! Όλη η Αραβία το ξέρει! μονάχα η Δύση ξέχασε…

Τελευταίος σταθμός.
Και φθάνοντας στην άλλη άκρη της κλωστής, μία ύπουλη νηνεμία
γαργαλάει ξαφνικά τα αυτιά.
Τα κοράλλια της Aqaba εργάζονται βουβά για να βάψουν το τοπίο
πορφυρό
  και τη ψυχή σου άσπρο.
Την πλαδαρή της ζωή μην αφήσεις να σε μπερδέψει.
Κάτω από την γυαλιστερή της επιφάνεια, αν ξύσεις,
γρήγορα θα ανταμειφτείς.
Στην μία της άκρη θα βρεις ζεστή όλη την απαρχή του Χριστού:
Στριμωγμένη και ξεχασμένη σε τρία-τέσσερα ερείπια,
στο κέντρο τους θα ακούσεις να ανασταίνεται παρθενικά ο Κύριος,
κάθε μέρα.
Στην άλλη, η μεγάλη Αυτού Εξοχότης, Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Η μεγαλοφυΐα του Μωάμεθ δεν θα μπορούσε να παραγνωρίσει τη φυσιογνωμία
τέτοιας πόλης.
Και έχτισε κι αυτός γειτονιές, μοίρασε άφθονη ζωή
Και ένα ακράδαντο μέλλον για όλους.

Τόση, λοιπόν, είναι η Ιορδανία.
Πέρασμα περασμάτων.
Μάρτυράς της, η Ιστορία.

Εάν θελήσεις να γυρίσεις, λοιπόν, σε ρίζες που ξέχασες πως έχεις
και μυρωδιές που έχεις για ελληνικές,
Φτάσε ‘δω. Απέναντι της Μεσογείου.

Αχ! αυτό το μέγα πλυντήριο πολιτισμών.

Μια καλοπαρεξηγημένη παραίσθηση, ολόκληρη.
Μια ακόμα παραίσθηση μπερδεμένη όμορφα στις ξωτικές νότες του
Ignacio Cervantes.


Σχετικά με τον συντάκτη

Λεωνίδας Ρήγας

Λεωνίδας Ρήγας

Ο Λεωνίδας Ρήγας είναι νομικός και δουλεύει ως δικηγόρος με ειδίκευση σε θέματα IP και competition law. Ζει στο Μόναχο της Γερμανίας.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε