Επίκαιρα Τεύχος #11

Κατασκευάζοντας αρρενωπότητες στη δίνη του Μακεδονικού ζητήματος

Το παρόν άρθρο επικεντρώνεται στις διαδηλώσεις που έλαβαν χώρα το 2018-2019, με αφορμή την επίλυση του ονοματολογικού ζητήματος της Βόρειας Μακεδονίας, αναζητώντας τις αναπαραστάσεις του έθνους στις έμφυλες αρρενωπές ταυτότητες, τόσο μέσα από τον λόγο των συμμετεχόντων, όσο και από τον κυρίαρχο λόγο των ΜΜΕ. Εξετάζεται ο τρόπος με τον οποίο οι διαδηλώσεις αποτέλεσαν προνομιακό πεδίο για την ανασύνταξη της εθνικής ταυτότητας και ιδιαίτερα της ελληνικής ηγεμονικής αρρενωπότητας στο πλαίσιο της προσπάθειας εθνικής ανασύνταξης της Ελλάδας, ως ηγεμονεύουσα δύναμη στα Βαλκάνια.


Στην Ελλάδα του 2018, τον δέκατο χρόνο της οικονομικής κρίσης και εν μέσω διαψεύσεων για βελτίωση της καθημερινότητας, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ επιχείρησε να λύσει το ονοματολογικό ζήτημα της γειτονικής χώρας μέσω της Συμφωνίας των Πρεσπών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να πραγματοποιηθούν μαζικά συλλαλητήρια, κυρίως το διάστημα από τον Ιανουάριο 2018 έως και τον Ιανουάριο του 2019, σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και άλλες πόλεις, με βασικό αίτημα να μην συμπεριλαμβάνεται το όνομα «Μακεδονία» στην ονομασία του γειτονικού κράτους.[1] Στις 21/1/2018 στη Θεσσαλονίκη, πραγματοποιήθηκε το πρώτο συλλαλητήριο μετά από 26 χρόνια, με κύριο σύνθημα «Η Μακεδονία είναι μία και είναι Ελληνική». Ακολούθησε συλλαλητήριο στην Αθήνα (4/2/2018), όπου οι οργανωτικές επιτροπές ναύλωσαν πούλμαν για τη συμμετοχή θρησκευτικών και πολιτιστικών συλλόγων και «προδομένων» πολιτών, ενώ στο συλλαλητήριο μετείχαν και βουλευτές της –τότε- κεντροδεξιάς αντιπολίτευσης (ΝΔ) και νυν κυβέρνησης. Ως κορύφωση των συλλαλητηρίων, στις 15 και 16 Ιουνίου 2018 στην Αθήνα, τα πιο ριζοσπαστικά κομμάτια των δεξιών συμμετεχόντων επιδόθηκαν σε συγκρούσεις με τα ΜΑΤ, επιχειρώντας να εισέλθουν στο χώρο της Βουλής. Παράλληλα με τις κινητοποιήσεις, πραγματοποιήθηκαν μαθητικές καταλήψεις σε σχολεία κυρίως της βόρειας Ελλάδας για το Μακεδονικό ζήτημα, με την υποκίνηση και συμμετοχή του ακροδεξιού χώρου.

Τα συλλαλητήρια για το Μακεδονικό ζήτημα αποτελούν μια πλούσια κοινωνική επιφάνεια στην οποία συναντιούνται οι κόμβοι του έθνους, του φύλου, της τάξης και της σεξουαλικότητας και εμπλέκονται σε σχέσεις εξουσίας. Ζητούμενο αυτής της έρευνας είναι ακριβώς αυτοί οι λόγοι και αναπαραστάσεις της ηγεμονικής ελληνικής αρρενωπότητας. Μέσα από τα ρεπερτόρια δράσης τους, τα υποκείμενα επιτελούν την έμφυλη ταυτότητα, όχι μόνο τη δική τους αλλά και ολόκληρου του έθνους. Αναζητούμε τα χαρακτηριστικά της σημασίας του να είσαι «Έλληνας», αντιμετωπίζοντάς τα ως μια διαδικασία που διαδραματίζεται «σε ένα πεδίο λόγου κάθε άλλο παρά ειρηνικό αλλά μόνιμα φορτισμένο μεταξύ διαπραγμάτευσης και σύγκρουσης» [2]

Μια χώρα ηρώων

Στο Μακεδονικό ζήτημα βλέπουμε να εκφράζεται η κορυφή του παγόβουνου ενός συστημικού θεσμικού ρατσισμού και εθνικισμού, που κατασκευάζει Έλληνες άρρενες πολίτες ως τους μοναδικούς κληρονόμους ένδοξων ηρώων-σφαγέων πολιτισμών. Γιατί «είναι ο εθνικισμός εκείνος που εμφυλοποιεί τα έθνη και όχι αντίστροφα»,[3] όπως αναφέρει ο Γκέλνερ και είναι αυτή η «ιερή» ελληνική γη, μόνιμα εκθηλυμένη και «υπό απειλή» που καλούνται να προστατέψουν οι Έλληνες. Στο θηλυκοποιημένο σώμα της «μητέρας πατρίδας» φυλάσσεται η «αιδώς» της Μακεδονίας, που κινδυνεύει από την αρπαγή-σπίλωσή της από τον Βαλκάνιο, κατά το εθνικιστικό αφήγημα.[4] Έτσι αρθρώνεται ένας ιδιαίτερα σεξουαλικοποιημένος λόγος[5] γύρω από τη σύναψη της Συνθήκης των Πρεσπών, ως «Νύχτα οργίων στα Σκόπια» (20/10/2018) [6], ως μια ταπεινωτική σεξουαλική πράξη όπου χάνεται η «τιμή», «παραδίδεται» το όνομα της Μακεδονίας.[7] Η παράδοση του ονόματος ως εθνική και έμφυλη ταπείνωση,[8] ολοκληρώνεται με τη συνεπαγωγή της εκθήλυνσης του εθνικού αντιπροσώπου της, καθώς ο εθνικιστικός λόγος καταδεικνύει τη γραβάτα (δώρο του πρωθυπουργού της Β. Μακεδονίας στον Έλληνα πρωθυπουργό κατά τη σύναψη της Συμφωνίας) ως τεκμήριο υποταγής και προδοσίας-εκθήλυνσης.[9] Στα πλαίσια του ελληνικού έθνους, ο καταμερισμός ρόλων για την αναπαραγωγή και προστασία του εθνικού φαντασιακού είναι βαθύτατα και θεσμικά έμφυλος.

Σκίτσο του ΚΥΡ για τη Συμφωνία των Πρεσπών, βλ. υποσημείωση 9.

                                           

Ας δούμε σ’ αυτό το σημείο ορισμένα ποσοτικά στοιχεία:

Σύμφωνα με έρευνα της KAΠΑ Research[10] στο συλλαλητήριο της Αθήνας την 4η Φεβρουαρίου του 2018, οι συμμετέχοντες ήταν άντρες κατά 77% και ηλικίας κυρίως από 45 έως 65 χρονών. Το 54% των συμμετεχόντων δήλωσε ότι τοποθετείται πολιτικά προς τα δεξιά, ενώ το 21% και το 15% δήλωσαν ότι τοποθετούνται στο χώρο του κέντρου και της αριστεράς αντίστοιχα. Στην ερώτηση «πόσο εμπιστεύεστε κάθε έναν από τους παρακάτω θεσμούς;», οι απαντήσεις είχαν πρώτο το Στρατό, σε ποσοστό 64%, δεύτερη την Εκκλησία σε ποσοστό 55% και έπειτα, το Κοινοβούλιο και τα πολιτικά κόμματα, με ποσοστά 15% και 7% αντίστοιχα. Τα παραπάνω αποτελέσματα σκιαγραφούν το κυρίαρχο υποκείμενο των συλλαλητηρίων: Έλληνας άντρας, μεσήλικας, δεξιός και συντηρητικός.

Στα συλλαλητήρια, στις αναπαραστάσεις και στους λόγους που αρθρώνονται γύρω από αυτά, εντοπίζεται κεντρικά ο θεματικός τόπος του ηρωισμού και της υπεράσπισης της εθνικής τιμής. Οι θεσμοί-θεματοφύλακες της ελληνικής ετεροκανονικής κυρίαρχης αρρενωπότητας βρέθηκαν στα συλλαλητήρια για να διαμαρτυρηθούν για την «προδοσία», το «ξεπούλημα» της Μακεδονίας ως ακόμη μια κρίση της χώρας και του έθνους, μια απώλεια εθνικής ισχύος και εντέλει, μια εκθήλυνση της εθνικής κοινότητας των Ελλήνων. «Σε επίπεδο κοινωνίας (…), κυκλοφορούν μοντέλα μιας επιβεβαιωμένης αρρενωπής συμπεριφοράς, που εκθειάζονται από τις εκκλησίες, κυκλοφορούν μέσα από τα ΜΜΕ ή δοξάζονται από το κράτος».[11] Ανάλογα, ως θεσμικές κοινότητες αρρενωπής ηγεμονίας, ο στρατός και η Ορθόδοξη Ελληνική Εκκλησία βρέθηκαν στα συλλαλητήρια, κάθε άλλο παρά μειοψηφικά.

Πλήθος γεγονότων και αναφορών υποδεικνύουν τη θέση και συμμετοχή του στρατού στο δημόσιο λόγο για το μακεδονικό. Τους βλέπουμε στα συλλαλητήρια, στην παρέλαση του Στρατού στην εθνική επέτειο της 28ης Οκτώβρη όπου τραγουδούν δημόσια, ενάντια στις διαταγές των ανωτέρων τους, την «Ξακουστή Μακεδονία», σε παρεμβάσεις πιλότων και αλεξιπτωτιστών που προβλήθηκαν από τα μέσα ως πραγματικοί πατριώτες – σε αντιπαραβολή με τους «προδότες πολιτικούς». Στην Ελλάδα της υποχρεωτικής στράτευσης, ο ελληνικός αντρικός πληθυσμός άνω των 18 χρονών φοράει παραλλαγή για 9 με 12 μήνες, κρατάει όπλο και κοινωνικοποιείται σε ένα κυριαρχικό αρρενωπό περιβάλλον ως προστάτης της απόλυτης ελληνικής ιερής τριάδας: Πατρίς – Θρησκεία – Οικογένεια. Οπότε, απέναντι στη φερόμενη ως παραχώρηση του ονόματος της Μακεδονίας και τη συμβολική εκθήλυνση του έθνους, οι στρατιώτες, ως ο πιο τιμημένος τρόπος να είναι κανείς άντρας στην Ελλάδα, αγωνίζονται για την επαναφορά της εθνικής ηγεμονίας, ως την κατεξοχήν αρρενωπή ηγεμονία που, για αυτούς, διαταράζεται από τη συμφωνία των Πρεσπών. 

Από το πεδίο λόγου του ηρωισμού που αποτελεί βασική αρένα διαπραγμάτευσης της εξουσίας μεταξύ εθνικών και έμφυλων υποκειμένων, δεν θα μπορούσε να λείπει η Ορθόδοξη Ελληνική Εκκλησία. Ιστορικά κεντρικός θεματοφύλακας της εθνικής κοινότητας των Ελλήνων και της «ιερότητας» εδαφών και ανθρώπων, παρεμβαίνει με επιστολές, δημόσιες παρεμβάσεις, συνομιλίες με τον Πρωθυπουργό και έντονη παρουσία στα συλλαλητήρια. Στη διαπραγμάτευση αυτή λοιπόν, έρχεται να επικολληθεί μία ακόμη βασική έννοια που συναρθρώνει την ελληνική ηγεμονική αρρενωπότητα: η χριστιανορθόδοξη θρησκευτική ταυτότητα. Η προστασία της ελληνικής γης και ονομασίας, πέρα από εθνικό καθήκον, αποτελεί και ιερό καθήκον των Ελληνορθόδοξων, με απόλυτους όρους όπως δηλώνουν οι σημαίες: «Ορθοδοξία ή θάνατος», οι εικόνες της Παναγίας ως λαϊκά προσκυνήματα και σημεία αναφοράς της εθνικής ενότητας. Έτσι, η φαντασίωση της εδαφικής εισβολής και απειλής δεν θεμελιώνεται μόνο πάνω σε μια ανισότιμη εθνική διαφοροποίηση αλλά και σε μία ανισότιμη θρησκευτική διαφοροποίηση, ολοένα αυξανόμενη με αφορμή την εγκατάσταση προσφύγων και μεταναστών στη χώρα: οι Έλληνες και οι Μουσουλμάνοι.                       

Στο ίδιο πλαίσιο λόγου εντοπίζουμε την παρουσία και την υποστήριξη των συλλαλητηρίων από φιλάθλους ποδοσφαιρικών ομάδων και αθλητικούς συλλόγους. Το μακεδονικό ζήτημα απασχόλησε όλες τις αθλητικές εφημερίδες με πρωτοσέλιδα αρκετά γραφικά όπως του Πρωταθλητή: «Η Μακεδονία είναι ελληνική και η Ελλάδα είναι κόκκινη» (22/1/2018)[12] με κεντρική και ηρωικά τοποθετημένη τη φιγούρα ποδοσφαιριστή ελληνικής ομάδας, δοξάζοντας την ηγεμονική αρρενωπότητα του νικητή και συνδέοντάς την με την εθνική ηγεμονική αρρενωπότητα ως εξής: Η Μακεδονία είναι Ελλάδα και έχει το κόκκινο χρώμα των νικητών Ελλήνων. Επίσης, την περιφρούρηση των συλλαλητηρίων ανέλαβαν σύλλογοι πυγμάχων, ένας εκ των οποίων, πρωταθλητής Ευρώπης στο taekwondo, παρουσιάζεται σε δημοσίευμα της ακροδεξιάς Hellas Voice (2/9/2019),[13] καθώς «παρέδωσε συμβολικά το μετάλλιό του στο σύλλογο Απογόνων Μακεδονομάχων “Παύλος Μελάς” μέχρι τη δικαίωση του ελληνισμού», όπως αναφέρει το δημοσίευμα.  Το σύμπλεγμα της κυρίαρχης εθνικο-θρησκευτικής αρρενωπότητας αποκτά σιγά-σιγά ένα σώμα: αυτό του νικητή ποδοσφαιριστή, του ρωμαλέου μαχητή ο οποίος παλεύει και νικά στο όνομα του έθνους, υπογραμμίζοντας την κοινοτοπία ότι ο αθλητισμός δεν συνιστά έναν ουδέτερο τόπο υπέρβασης της πολιτικής και αυτοματισμών ευγενούς άμιλλας.                           

Στα συλλαλητήρια βλέπουμε άτομα ντυμένα με παραδοσιακές τοπικές φορεσιές και στολές της επανάστασης του 1821. Οι στρατιώτες του σήμερα επιτελούν ένστολα το αφήγημα της ιστορική τους συνέχειας στους παλαιότερους τιμημένους άντρες, πολεμιστές της αμαρτωλής ελληνικής ιστορίας στα πλαίσια του φαντασιακού που αναπαράγει την ελληνική εθνική αφήγηση. Θεωρούμε κοινή αφετηρία όλων αυτών τον πρώτο ήρωα – αρχέτυπο της ελληνικής αρρενωπότητας και κομβικό σημείο αντιπαράθεσης στο μακεδονικό ζήτημα: τον μέγα Αλέξανδρο. Οι διαδηλωτές μαζεύονται στη σκιά του αγάλματος του Αλέξανδρου στη Θεσσαλονίκη και αντίστοιχα, στο άγαλμα του Άγνωστου Στρατιώτη στην Αθήνα, κεντρικά τοποθετημένα και τα δύο ως διαρκή μνημονικά  σημεία εθνικής αναφοράς και ως ιδανικά της ηγεμονικής αρρενωπότητας, της υψηλότερης δηλαδή βαθμίδας του να είναι κανείς Έλληνας.                                    

Σύνταγμα, Παμμακεδονική Ένωση Μακεδονικού Αγώνα Ελλάδας – Αυστραλίας, copyright Nick Paleologos/SOOC

 

Αυτήν τη βαθμίδα ήρωα φαίνεται να διεκδίκησε ο Κωνσταντίνος Κατσίφας, Έλληνας εξτρεμιστής εθνικιστής ο οποίος, με παραλλαγή και καλάσνικοφ, άνοιξε πυρ στην πλατεία του χωριού Βουλιαράτες στη νότια Αλβανία, στις 28 Οκτώβρη 2018, ημέρα της ελληνικής εθνικής επετείου και ο οποίος εξουδετερώθηκε από την αλβανική αστυνομία. Ο Κατσίφας δοξάστηκε ως ήρωας στην Ελλάδα, κυρίως από τον ακροδεξιό/νεοναζιστικό χώρο και στη Βουλή κρατήθηκε ενός λεπτού σιγή στη μνήμη του. Στα συλλαλητήρια περιφερόταν η τεράστια σημαία που έφτιαξε ο ίδιος, όπου αναγράφεται ότι η «Μακεδονία και η Βόρεια Ήπειρος είναι ελληνικές». Επίσης, η αδερφή του κρατά σημαία με το πρόσωπό του καθώς ακούγεται το σύνθημα: «Κατσίφα ζεις, εσύ μας οδηγείς». Στην επιφάνεια του νεκρού σώματος του Κατσίφα, το εθνικο-αρρενωπό ηγεμονικό σύμπλεγμα ολοκληρώνεται, φετιχοποιώντας τα υλικά στοιχεία του σώματος προς τον σκοπό της ιδεολογικής του πραγμάτωσης: στο πρωτοσέλιδο της εφημερίδας Δημοκρατία (30/10/2018), σε μια κορώνα εθνικιστικής νεκροφιλίας, απεικονίζεται ο τόπος θανάτου του Κατσίφα και βελάκια δείχνουν τους λεκέδες αίμα στη γη, γράφοντας: «το αίμα του ήρωα».

Οι «Προδότες» και οι «Ανύπαρκτοι»

Εισηγούμαστε λοιπόν, ότι η ιδιότητα του Έλληνα κατασκευάζεται ως μια εθνικά ορθή αρρενωπότητα, ένας τίτλος τιμής που θεωρείται φυσικός, που οριοθετεί ταυτότητες και σώματα ανάμεσα σε Έλληνες και μη, όπου οι πρώτοι ονομάζονται  «προδότες» για τους ντόπιους εκθηλυμένους εχθρούς της και οι δεύτεροι  ως εντελώς «ανύπαρκτοι», όπως θεωρούνται οι Μακεδόνες. 

Έτσι, στις πορείες των μαθητών για το Μακεδονικό, ακούγεται το σύνθημα: «Δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ, Σκοπιανέ», ένα παλιό σύνθημα που αρχικά αναφερόταν  στους Αλβανούς. Γιατί όπως είπαμε, το να είναι κανείς Έλληνας είναι αξιολογική ιδιότητα, είναι η άυλη ουσία της εθνικής ηγεμονικής αρρενωπότητας, σε αντιδιαστολή με τις «κατώτερες» αρρενωπότητες των Αλβανών και των Μακεδόνων [14]

Στις 22 Ιούνη του 2019, ημέρα διεξαγωγής του 8ου Thessaloniki Pride, η πολιτική οργάνωση «Ενωμένοι Μακεδόνες» καλεί στη διεξαγωγή ενός Straight Pride Parade, ως αντίδραση στο Pride. Ευτυχώς, η εκδήλωση ματαιώθηκε από αντισυγκεντρώσεις του προοδευτικού-ριζοσπαστικού κινήματος. Δύο μήνες πριν, στις 7 Απριλίου, άλλο ένα κάλεσμα σε Makedonian Pride, ματαιώθηκε με αντίστοιχο τρόπο Η εθνική «προδοσία» συναντά την έμφυλη «προδοσία», ως μια ανέκαθεν συνώνυμη έννοια στα ελληνικά της υβριστικής λέξης «πούστης».[15] Ως ανάχωμα στην εκπούστευση του έθνους και άλλα δεινά, το κάλεσμα του  Straight Pride Parade αναφέρει: «Στηρίζουμε την Ελληνική οικογένεια. Θέλουμε λύσεις για το δημογραφικό, την υπογεννητικότητα και τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η μέση Ελληνική οικογένεια. Στηρίζουμε επίσης τις παραδόσεις, τις διαχρονικές αξίες και το κλασικό πρότυπο της οικογένειας».[16] Είναι σαφής η ευθυγράμμιση της ορθής εθνικής αρρενωπότητας με την ετεροκανονικότητα σε όλα τα παραπάνω. Αυτή η περιχαράκωση της ηγεμονικής αρρενωπότητας, του «σωστού» Έλληνα άντρα, που ξεπηδά μέσα από την σκιαγράφηση του μη-σωστού, του πούστη-προδότη, αποτελεί μια πολιτική στρατηγική συνυφασμένη με την εθνικιστική ιδεολογία για την θωράκιση του ηγεμονικού, αρρενωπού, ετεροκανονικού σώματος του έθνους-κράτους. 

Κάλεσμα σε Straight Pride Parade Θεσσαλονίκης

 

Το κάλεσμα στο Straight Pride συνοδεύεται από την εικόνα ενός ετεροφυλόφιλου ζευγαριού με τρία παιδιά. Αυτή η εικονοποιία έχει σημασία καθώς επανέρχεται εμμονικά το μοτίβο των παιδιών στον εθνικιστικό λόγο. Σχεδόν ομόφωνα ο Τύπος τονίζει τη συμμετοχή παιδιών και εφήβων στα συλλαλητήρια, τις σχολικές καταλήψεις και πορείες. Μάλιστα, το εξώφυλλο αθλητικής εφημερίδας όπου απεικονίζεται ένα χέρι να κρατά ένα μωρό φασκιωμένο στην ελληνική σημαία (!) με λεζάντα: «Συγγνώμη για όλα»,[17] μιλά για το ματαιωμένο καθήκον προς τη νέα γενιά Ελλήνων που θα παραλάβουν μια χώρα «ατιμασμένη». Το εν λόγω κάλεσμα, μαζί με όλα τα ΜΜΕ και τους διοργανωτές των συλλαλητηρίων μιλούν διαρκώς για την υπογεννητικότητα και το «έθνος που χάνεται», καθώς το «δημογραφικό (…) συγκροτείται ως εθνικό δράμα, στο οποίο κεντρικό ρόλο διαδραματίζει το κοινωνικό φύλο».[18] Ο λόγος γύρω από την γεννητικότητα των Ελλήνων συνιστά μια τεχνολογία επιτήρησης των ετεροκανονικών, ορθο-σεξουαλικών σωμάτων και περιφρούρησης των συνόρων του έθνους. Άλλωστε, στην έρευνα της Χαλκιά «Το Άδειο Λίκνο της Δημοκρατίας. Σεξ, έκτρωση και Εθνικισμός στη Σύγχρονη Ελλάδα», βρίσκουμε ότι το δημογραφικό ζήτημα και η υπογεννητικότητα, η οποία είναι εξαιρετικά επίκαιρη στο δημόσιο λόγο και τα ΜΜΕ της χώρας τα τελευταία χρόνια, ήταν στο επίκεντρο του δημόσιου λόγου και τη δεκαετία του ’90, κατά τα πρώτα δηλαδή συλλαλητήρια για το Μακεδονικό (2007:46) [19]. Ποιός είναι ο προδότης εδώ; Οι Ελληνίδες φυσικά, που δεν επιτελούν ορθά το ρόλο τους και σκοτώνουν τρόπον τινά το έθνος, όπως υπαινίσσεται το άρθρο στo News247, με τίτλο «Δημογραφικό, το «σιωπηλό έγκλημα» των τελευταίων 30 χρόνων» (19/12/2018) [20]. Στο έμφυλο έδαφος της διαμάχης για τη Μακεδονία, ο ελληνικός συστημικός ρατσισμός και εθνικισμός δεν διστάζει να στρέψει τα πυρά του και εντός της χώρας: στις γυναίκες, τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα, τους Έλληνες που έφυγαν στο εξωτερικό (brain drain), διαμελίζοντας τα σώματα σε «προδοτικές μήτρες» και μυαλά που εγκαταλείπουν το έθνος και έτσι συντάσσονται με τους εχθρούς του[21].

Ο θεματικός τόπος της προδοσίας, την οποία διασχίσαμε από την ρηματική μέχρι την πιο σωματική έκφρασή του, κορυφώνεται στην ύστατη έκφραση της νεκροπολιτικής του εθνικισμού: το δικαίωμα εξουδετέρωσης του προδότη. Ο Αλβανός εργάτης Πέτριτ Ζίφλε, δολοφονήθηκε από έναν Έλληνα, εκλογικό αντιπρόσωπο του νεοναζιστικού κόμματος της Χρυσής Αυγής, στις 25 Νοέμβρη 2018, επειδή αντιμίλησε στο ρατσιστικό παραλήρημα του νεοναζί, με αφορμή το μακεδονικό και το θάνατο του Κατσίφα. Λίγες ώρες αργότερα, ο νεοναζί πυροβολεί πισώπλατα σε ενέδρα τον Ζίφλε και πετάει το πτώμα του σε χαντάκι. Απέναντι στο νεκρό σώμα του Κατσίφα, το οποίο είναι ηρωικό και πολύτιμο στο εθνικιστικό πλαίσιο λόγου, το σώμα του Ζίφλε είναι «ανάξιο θρήνου» (ungrievable[22] ), αναλώσιμο. Τοποθετείται ως όριο, σωματικό και χωρικό της εθνικής ηγεμονικής αρρενωπότητας, η οποία ξεκινά από την Ελλάδα και εκτείνεται μέχρι τα Βαλκάνια, τη νότια Αλβανία και τη Βόρεια Μακεδονία, αποκαθιστώντας την Ελλάδα ως κυρίαρχη, ηγετική δύναμη και ως «συλλογική έκφραση της ισχύος των Ελλήνων».[23]

Επίλογος

Ολοκληρώνοντας, εισηγούμαστε ότι το μακεδονικό ζήτημα αποτελεί ένα προνομιακό πεδίο ανασύστασης της ελληνικής ηγεμονικής αρρενωπότητας και του πατριαρχικού έθνους-κράτους που βρέθηκε εκθηλυμένο στην ιστορική συγκυρία της οικονομικής κρίσης. Εν μέσω οξύνσεων των ταξικών, εθνικών και έμφυλων ανταγωνισμών, σε μια ήδη προειλειμένη επιφάνεια θεσμικού ρατσισμού και ετεροπατριαρχικής παράδοσης του ελληνικού κράτους, το Μακεδονικό ζήτημα έρχεται ως «δώρο». Διότι, η Συμφωνία των Πρεσπών επικυρώνει την ηγεμονική διεκδίκηση της Ελλάδας να αποφασίζει για το όνομα μιας άλλης χώρας, να επιτηρεί τα σύνορα της και να επεκτείνει κυριαρχικά το ντόπιο της κεφάλαιο. Απέναντι σ’ αυτήν την πατερναλιστική ηγεμονική σχέση που εμπεδώνει η Συμφωνία, τα συλλαλητήρια από την άλλη διεκδικούν μια πολεμική κυριαρχία. Κάπως έτσι, η συμφωνία των Πρεσπών, τα συλλαλητήρια και η εργαλειοποιήσή τους από τα ΜΜΕ και το χώρο της δεξιάς και ακροδεξιάς, δημιούργησαν το ιδανικό πλαίσιο για την επαναχάραξη της ηγεμονικής αρρενωπότητας των Ελλήνων, ως συλλογικής έκφρασης της εθνικής ηγεμονίας της Ελλάδας. Σε κάθε περίπτωση, η Ελλάδα και οι Έλληνες δεν έπαψαν ποτέ, ακόμη και εν μέσω κρίσης, να είναι η «ηγέτιδα» δύναμη στα Βαλκάνια, ο χωροφύλακας του ΝΑΤΟ στη Μεσόγειο και να παρουσιάζονται ως η κυρίαρχη αρρενωπότητα σε σχέση με τους Βαλκάνιους. 


Το κείμενο επιμελήθηκε η Κατερίνα Σεργίδου.


 

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Νεφέλη Γιαννάκη

Νεφέλη Γιαννάκη

H Νεφέλη Γιαννάκη είναι νομικός, απόφοιτη του μεταπτυχιακού προγράμματος Κοινωνικής και Πολιτικής Θεωρίας του τμήματος Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα κινούνται ανάμεσα στην μαρξιστική και μετά-μαρξιστική θεωρία, τις θεωρίες του κράτους,τα σύγχρονα κοινωνικά κινήματα, τις θεωρίες φύλου και εσχάτως τη μεταδομιστική θεωρία. Ασχολείται με το να βρίσκει τις παραλίες που ύπαρχουν κάτω από τα πεζοδρόμια.

Σχετικά με τον συντάκτη

Σοφία Κρατίδου

Σοφία Κρατίδου

Η Σοφία Κρατίδου είναι κοινωνιολόγος, απόφοιτη του μεταπτυχιακού προγράμματος Κοινωνικής και Πολιτικής Θεωρίας του τμήματος Κοινωνιολογίας Παντείου Πανεπιστημίου. Στα ερευνητικά της ενδιαφέροντα περιλαμβάνεται η μεταδομιστική και μεταμοντέρνα θεωρία, τα σύγχρονα θρησκευτικά και κοινωνικά κινήματα, οι θεωρίες του πολιτικού υποκειμένου και οι θεωρίες φύλου. Ασχολείται με τις πολεμικές και άλλες σκοτεινές τέχνες.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε