Τεύχος #3 Παλαιοβιβλιοπωλείο

Omnia sunt communia: Μυθ-ιστορία της επίγειας σωτηρίας

Haywain, Hieronymus Bosch

Εκκλησιαστής
Luther Blissett
μετάφραση: Χρύσα Κακατσάκη
Αθήνα: Τραυλός 2001 | 840 σελίδες

Το 2017 σημαδεύτηκε από δύο επετείους. Η μία ήταν η εκατονταετία από την Οκτωβριανή Επανάσταση στη Ρωσία· η άλλη η μισή χιλιετία από τη δημοσίευση των 95 θέσεων του Μαρτίνου Λούθηρου, που έδωσε το έναυσμα για το κίνημα της Μεταρρύθμισης. Τα κινήματα της Μεταρρύθμισης (και η αντίδραση της καθολικής Αντιμεταρρύθμισης) κλόνισαν τις κοινωνικές και πολιτικές ιεραρχίες και ξαναχάραξαν το γεωπολιτικό και τον ιδεολογικό χάρτη της ηπείρου για πάνω από έναν αιώνα, μέχρι και την ειρήνη της Βεστφαλίας (1648), που σφράγισε το τέλος του Τριακονταετούς Πολέμου και συγκρότησε το πλαίσιο του ευρωπαϊκού διεθνούς δικαίου για τους επόμενους τρεις αιώνες.

Αν τα παλιά βιβλία έχουν συνήθως την όψη ενός κιτρινισμένου, με φαγωμένες σελίδες, πιθανά ίχνη από καφέ και άμμο, ξεχασμένου σε κάποιο ράφι ή απλά χαμένου για καιρό, τούτο εδώ είχε άλλη τύχη. Γραμμένο στις αρχές της εποχής του διαδικτύου, ο Εκκλησιαστής εκδόθηκε πρώτα σε έντυπη κι έπειτα σε ηλεκτρονική μορφή, που είναι διαθέσιμη ελεύθερα από πολύ νωρίς, σε μια πρώτη πρώιμη εκδοχή του ψηφιακού copyleft.

Η δράση τοποθετείται στην καρδιά της σύγκρουσης που σημάδεψε την έλευση του καπιταλισμού στην Ευρώπη. Η πλοκή εκτυλίσσεται μέσα από την αφήγηση των δύο βασικών πρωταγωνιστών: ο ένας είναι φοιτητής θεολογίας, θιασώτης και ενσάρκωση της ριζοσπαστικής πτέρυγας του κινήματος που παλεύει για την εναρμόνιση της χριστιανικής διδασκαλίας με την επίγεια ζωή, εμφανίζεται με διάφορα ονόματα να συμμετέχει σε όλες τις μείζονες λαϊκές εξεγέρσεις από τον «πόλεμο των χωρικών» (1524–1526) ως την κομμούνα των αναβαπτιστών στο Μύνστερ (1534–1535) –για να μοιραστεί στη συνέχεια το πεπρωμένο όσων επιβίωσαν από τις αιματηρές σφαγές των αυτοκρατορικών στρατών, την προσφυγιά, την καταδίωξη, την προσπάθεια να ξεκινήσουν και πάλι. Ο έτερος είναι ένας ορκισμένος εχθρός του, ο μυστηριώδης πράκτορας του καρδινάλιου Καράφα, ενός εκ των μελών της Ρωμαϊκής Ιεράς Εξέτασης και μετέπειτα πάπα, που υπογράφει τις αναφορές του στη Ρώμη με το αρχικό Q, που παραπέμπει στον Qoheleth, όνομα (και ιδιότητα) του αφηγητή στο εβραϊκό πρωτότυπο του βιβλίου που μεταφράστηκε από τους Εβδομήκοντα (και από εκεί σε όλες τις δυτικές γλώσσες) ως Εκκλησιαστής. Μεταφέροντας τον αναγνώστη από τις γερμανικές πόλεις και πεδιάδες του 16ου αιώνα στις ολλανδικές ακτές, από εκεί στη Βενετία και, τελικά, στην οθωμανική Κωνσταντινούπολη, στις παρυφές της τότε «πολιτισμένης Δύσης», οι συγγραφείς ανασυνθέτουν την εμπειρία των πρώτων κοινωνικών επαναστατών της ευρωπαϊκής νεωτερικότητας, περιγράφοντας ταυτόχρονα την ανάδυση του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου, των μηχανισμών ελέγχου και αστυνόμευσης του απολυταρχικού κράτους και μαζικής προπαγάνδας.

Δημιουργός του μυθιστορήματος μια συγγραφική κολεκτίβα με έδρα την Μπολόνια, που το έγραψε στα πλαίσια ενός πενταετούς πλάνου που εκπονήθηκε την επαύριο της κατάρρευσης των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού. Πολλοί εντόπισαν στο συγγραφικό εγχείρημα μια αλληγορία ή απόπειρα προβολής της συνθήκης υποχώρησης και ήττας του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος στο παρελθόν μιας άλλης μεταβατικής περιόδου, εκείνης του περάσματος στην εποχή της τυπογραφίας, του εκδημοκρατισμού της γνώσης και της διαδικασίας παραγωγής και μεταβίβασης της. Ταυτόχρονα όμως και σε μια εποχή υποχώρησης της επαναστατικής παλίρροιας. Η αφήγηση αρχινά στο έτος 1525, δεύτερο της μεγάλης αγροτικής εξέγερσης που περιγράφεται ως «πόλεμος των χωρικών» ή «εξέγερση του κοινού ανθρώπου», χρονιά της βάρβαρης, μαζικής σφαγής δεκάδων χιλιάδων εξεγερμένων μετά τη μάχη του Φρανκενχάουζεν. Τελειώνει δε τριάντα χρόνια αργότερα στα 1555, χρονιά του τέλους των συγκρούσεων ανάμεσα σε καθολικούς και προτεστάντες ηγεμόνες, υπογραφής της ειρήνης του Άουγκσμπουργκ και ανάδειξης του Καράφα στο παπικό αξίωμα ως Παύλου του Δ´.

Η συγγραφική κολεκτίβα δανείστηκε το όνομα ενός πραγματικού ζώντος ανθρώπου, του Luther Blissett,  αγγλοτζαμαϊκάνου διεθνούς ποδοσφαιριστή, που είχε περάσει το 1983–84 από το Καμπιονάτο παίζοντας με τα χρώματα της Μίλαν. Το Luther Blissett έγινε όνομα για το συλλογικό σχέδιο και για καθένα και καθεμία που ήθελε να συμμετάσχει σε αυτή τη μεταβατική, υβριδική μορφή πολιτιστικής πρωτοπορίας που συγκροτήθηκε μεταξύ άλλων και ως δίκτυο πολιτιστικού σαμποτάζ που διέδιδε ψευδείς ειδήσεις και σκάρωνε φάρσες που ξεσκέπαζαν την απάτη της «εναλλακτικής πραγματικότητας» των κυρίαρχων ΜΜΕ και την κενότητα της εμπορευματικής τέχνης.[1] Ιδωμένη από αυτή τη σκοπιά, η ίδια η διαδικασία συγγραφής του μυθιστορήματος δεν μπορεί παρά να γίνει αντιληπτή ως ανατρεπτική πράξη, με την έννοια  που της έδινε ο Μαρξ στις θέσεις για τον Φόυερμπαχ, ως σύμπτωση δηλαδή της αλλαγής των συνθηκών με την αλλαγή της ανθρώπινης δράσης. Στον αντίποδα της ιστορικής διαδικασίας υποχώρησης και διάλυσης του οργανωμένου εργατικού κινήματος και των πολιτικών του εκφράσεων, κρίσης των ταξικών συλλογικοτήτων και ταυτοτήτων ένθεν κακείθεν των παλιών και των νέων συνόρων, οι Λούθερ Μπλίσετ ανίχνευσαν τους δρόμους ανασύνθεσης της κοινότητας των ελεύθερων παραγωγών στο σήμερα, στη βάση μιας πολιτικής ηθικής της κοινοκτημοσύνης (omnia sunt comunia κατά το παροιμιώδες σύνθημα-παρακαταθήκη του Τόμας Μύντσερ [Thomas Müntzer]).

Οι Λούθερ Μπλίσετ αυτοκτόνησαν μεν σε μια τελετή συμβολικού συλλογικού χαρακίρι το 1999, για να επανεμφανιστούν όμως λίγο αργότερα ως Wu Ming (Χωρίς Όνομα στα κινέζικα) στα πλαίσια ενός νέου κατεξοχήν λογοτεχνικού συλλογικού σχεδίου, που παρήγαγε πολλά λογοτεχνικά βιβλία στα χρόνια που μεσολάβησαν έκτοτε υπηρέτησε και υπερασπίστηκε στην πράξη το ρόλο του αφηγητή ως εκείνου « που διηγείται ιστορίες και επανεπεξεργάζεται μύθους, δηλαδή σύνολα συμβολικών αναφορών –που τα μοιράζεται, ή τουλάχιστον τα γνωρίζει και τα συζητά μια κοινότητα».  Μετά την πρώτη του έκδοση από τον Einaudi, το βιβλίο μεταφράστηκε σε δεκαέξι γλώσσες, και διαβάστηκε από χιλιάδες στην έντυπη ή στην ηλεκτρονική του μορφή. Διασκευασμένα αποσπάσματα έγιναν υλικό για θεατρικές παραστάσεις, αναγνώσεις επί σκηνής -πρόσφατα μάλιστα, ξεκίνησε μια συζήτηση για πιθανή μεταφορά του βιβλίου στον κινηματογράφο.  Ο Εκκλησιαστής διαβάζεται και συζητιέται ακόμα γιατί, όντας στον αντίποδα της απώλειας ή της απαλλοτρίωσης της συλλογικής μνήμης από μηχανισμούς ελέγχου της ιστορικής συνείδησης, το βιβλίο ανοίγεται στη μακρά διάρκεια της ιστορίας, εξερευνά το παρελθόν της ιδέας της κοινωνικής επανάστασης με στόχο την κοινοκτημοσύνη των υλικών αγαθών (μια πρώιμη μορφή κομμουνισμού avant la lettre), συγκροτώντας μια συλλογική υπόθεση εργασίας που συμβάλλει στον απεγκλωβισμό μας από την τυραννία του παρόντος, στην ανανέωση της ιστορικής γνώσης και φαντασίας των καταπιεσμένων, την αναζήτηση των πολλαπλών παραδειγμάτων επαναστατικής δράσης και την έμπρακτη δημιουργία νέων.

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Δημήτρης Κουσουρής

Δημήτρης Κουσουρής

Ο Δημήτρης Κουσουρής δουλεύει ως ιστορικός στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης. Μεταξύ άλλων, έχει γράψει το βιβλίο Δίκες των Δοσιλόγων, 1944–1949 (Πόλις 2014).

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε