Επίκαιρα Τεύχος #01

Tο «Ισλαμικό Κράτος» και η Χεζμπολά

ISIS. Νέβι Κανίνια 2018

Η κρίση του αραβικού έθνους-κράτους σε συνδυασμό με την αμερικανική επέμβαση στο Ιράκ αμφισβήτησαν εκ βάθρων τις συνοριακές διευθετήσεις των ευρωπαϊκών Εντολών του 1922 και την εδαφική οριοθέτηση της κρατικής κυριαρχίας των αραβικών κρατών που μετέπειτα προέκυψαν από αυτές.

Το φαινόμενο αυτό λαμβάνει ιδιαίτερη σημασία στη σημερινή παγκόσμια συγκυρία. Ενώ στις αρχές της δεκαετίας του 2000 οι ένοπλες συγκρούσεις, διακρατικές και εμφύλιες, παρουσιάζουν ραγδαία μείωση και πέφτουν στις 35 παγκοσμίως, εδώ και λίγα χρόνια έχουν αρχίσει να αυξάνονται ξανά και το 2015 έφτασαν τις 52. Πρόκειται για τον μεγαλύτερο αριθμό συγκρούσεων στη σύγχρονη εποχή. Το 2016 είχαμε 12 εμφύλιους πολέμους, τους περισσότερους από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ένα επιπλέον στοιχείο που διαφοροποιεί τις εμφύλιες διαμάχες στο τέλος του 20ου αιώνα είναι ο υψηλός δείκτης διεθνοποίησής τους, δηλαδή της μετατροπής από εμφύλιες σε περιφερειακές ή ακόμη και διεθνείς συγκρούσεις, με τη συμμετοχή περιφερειακών δυνάμεων ή μεγάλων διεθνών δυνάμεων. Ενώ το 1991 μόλις 4% των εμφύλιων συγκρούσεων είχαν διεθνοποιηθεί, το 2015 αυτές έφτασαν το 40%.[1]

Την ίδια στιγμή στις συγκρούσεις αυτές τα αντιμαχόμενα μέρη δεν αντιστοιχούν σε συγκεκριμένες οριοθετημένες περιοχές, όπως συμβαίνει με τα κράτη ή τα απελευθερωτικά κινήματα, αλλά είναι διεσπαρμένα σε περισσότερες από μια περιοχές χωρίς συγκεκριμένα σύνορα. Ο συριακός εμφύλιος είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η κατάσταση αυτή σε συνδυασμό με την εμπλοκή εξωτερικών δυνάμεων δεν επιτρέπει την επίλυση της σύγκρουσης ή την καθαρή νίκη με εδαφικό συμβιβασμό και οδηγεί σε μακροχρόνιες συρράξεις. Ενώ το 1950 οι εμφύλιοι διαρκούσαν πέντε χρόνια κατά μέσο όρο, στη δεκαετία του 2000 η μέση διάρκειά τους ανέβηκε στα δεκαπέντε χρόνια.[2]

Σε αυτό το διεθνές πλαίσιο δύο βασικά ζητήματα έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην περιφερειακή ασφάλεια στην Μέση Ανατολή. Πρώτον, η διαδικασία οικοδόμησης έθνους-κράτους προσπάθησε να ξεριζώσει ή να ισοπεδώσει γηγενείς παραδόσεις οργάνωσης και αντίληψης του κόσμου και να εισάγει δυτικούς, κοσμικούς και «ορθολογικούς» κανόνες και τρόπους διοίκησης, εκπαίδευσης και οικονομίας. Ασκήθηκε ιδιαίτερη πίεση στη θρησκεία να μετακινηθεί στην ιδιωτική σφαίρα ενώ οι θρησκευτικοί θεσμοί τέθηκαν υπό τον άμεσο έλεγχο του κράτους. Ακόμη και τα εθνικο-απελευθερωτικά και αντιιμπεριαλιστικά κινήματα αναδόμησαν τον κόσμο του Ισλάμ προκειμένου αυτός να προσαρμοστεί στις ιδεολογίες τους και όχι το αντίστροφο. Η αδυναμία όμως συγκρότησης κοινωνικού συμβολαίου, η διαφθορά και η αναποτελεσματικότητα των καθεστώτων, όπως και η αποτυχία των διαδικασιών συγκρότησης εθνών-κρατών, ιδιαίτερα στη Συρία και το Ιράκ, οδήγησε στην έντονη αμφισβήτηση ολόκληρου του μοντέλου του κοσμικού δυτικού έθνους-κράτους και του «ορθολογισμού» του και στην ανάδυση πολυσχιδών κινημάτων του ισλαμικού πολιτικού ακτιβισμού και «υβριδικών» κρατικών οντοτήτων ως απάντηση αντίστασης στο χρεωκοπημένο μοντέλο.

Δεύτερον, λόγω του τρόπου συγκρότησης των αραβικών εθνών-κρατών οι σιίτες μουσουλμάνοι παρέμειναν στο περιθώριο της πολιτικής εξουσίας. Αντιλαμβανόμενοι τον εαυτό τους ως υποτελή ομάδα, οι σιίτες προσπαθούσαν να ανατρέψουν αυτήν την ανισότητα είτε με την αποποίηση της θρησκευτικής σιιτικής ταυτότητας είτε με την ένταξη στα κομμουνιστικά κόμματα (Ιράκ) ή στο εθνικιστικό Μπάαθ (Αλαουίτες στη Συρία). Η ιρανική επανάσταση άνοιξε έναν δρόμο χειραφέτησης για τους σιίτες με λάβαρο τον σιιτισμό ως επαναστατική ιδεολογία.

Τα παραδείγματα των συγκρούσεων στη Συρία, το Ιράκ, την Λιβύη, την Υεμένη μας οδήγησαν σε μια άλλη, πολύ πιο πρακτική και χειροπιαστή αμφισβήτηση του έθνους-κράτους. Εδώ τα κράτη κονιορτοποιούνται σε επάλληλα μεγαλύτερα ή μικρότερα κρατικά και πολιτικο-στρατιωτικά υβρίδια, συνδετικό στοιχείο των οποίων είναι είτε πρωταρχικοί θρησκευτικοί δεσμοί (Συρία, Ιράκ) είτε η νομή πλουτοπαραγωγικών πηγών (Λιβύη). Η αμφισβήτηση εδώ γίνεται εντονότερη, γιατί είχαμε ως δεδομένο και αυτονόητο ότι τα περισσότερα κράτη της Μέσης Ανατολής, ιδιαίτερα τα κράτη στον πυρήνα του αραβικού περιφερειακού συστήματος όπως η Συρία και το Ιράκ, χαρακτηρίζονταν από πανίσχυρη και εμπεδωμένη ιδεολογικά εσωτερική κυριαρχία. Ακόμη και η Αίγυπτος βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με μια ισχυρή και δύσκολη στην αντιμετώπισή της τζιχαντιστική εξέγερση στο Σινά, κάτι αδιανόητο για το πανίσχυρο αιγυπτιακό κράτος πριν από μια δεκαετία.

Η μελέτη του νέου αυτού φαινομένου θα βασιστεί σε δύο θεωρητικές προσεγγίσεις. Πρώτον, στο θεωρητικό σχήμα των περιφερειακών σχηματισμών σύγκρουσης το οποίο αναπτύχθηκε από την Μαίρη Κάλντορ (Mary Kaldor) και σύμφωνα με το οποίο οι νέοι πόλεμοι λαμβάνουν χώρα σε μια κατάσταση αποσύνθεσης των κρατών, διεξάγονται από δίκτυα κρατικών και μη κρατικών δρώντων, και στοχεύουν κυρίως αμάχους. Στο πεδίο των μαχών η κύρια επιδίωξη δεν είναι η αποφασιστική νίκη με όρους εδαφικής κυριαρχίας, όσο η συγκρότηση νέων πολιτικών ταυτοτήτων φυλετικών, εθνοτικών ή θρησκευτικών στην βάση του φόβου και της εχθρότητας.[3] Η προσέγγιση αυτή εστιάζει περισσότερο στη συγκρότηση νέων ταυτοτήτων και στον ρόλο πολλών και διαφορετικών μη κρατικών δρώντων, εθνο-θρησκευτικών ομάδων, οργανωμένου εγκλήματος και οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών αλλά δεν δίνει έμφαση στην νέα σχέση πολιτικής κυριαρχίας και εδαφικότητας.

Δεύτερον, στο σχήμα ασυμμετρίας δηλαδή μη σύμπτωσης/ταύτισης κράτους και έθνους που δημιουργεί απειλές εντός και εκτός των κρατών από υπερεθνικούς δρώντες και ιδεολογίες. Σύμφωνα με το σχήμα αυτό τα κράτη της Μέσης Ανατολής αντιμετωπίζουν συχνά απειλή από υπερεθνικές ιδεολογίες (παναραβισμός και πολιτικό Ισλάμ) που αμφισβητούν τη σκοπιμότητα των μετα-αποικιακών κρατικών συγκροτήσεων και ευαγγελίζονται κρατικές μορφές που θα αντιστοιχούν στο αραβικό έθνος ή την μουσουλμανική κοινότητα των πιστών.[4]

 

Η «κινούμενη» εδαφική κυριαρχία του «Ισλαμικού Κράτους»

Στην περίπτωση του «Ισλαμικού Κράτους» έχουμε μια κρίσιμη αλλαγή στη στρατηγική των τζιχαντιστικών οργανώσεων. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 2000 αυτές οι οργανώσεις είχαν επιλέξει τη δημιουργία μικρών πυρήνων σε όλο τον κόσμο με σκοπό χτυπήματα σε οποιοδήποτε τρωτό σημείο των μεγάλων δυτικών δυνάμεων και ιδιαίτερα των ΗΠΑ. Με πρώτη την αλ-Κάιντα στην Αραβική Χερσόνησο, οι τζιχαντιστικές οργανώσεις εγκαταλείπουν το νομαδικό τζιχάντ ανά τον κόσμο και προτιμούν την κατάκτηση περιορισμένων περιοχών, στις οποίες εγκαθίστανται και τις οποίες ελέγχουν και διοικούν. Σκοπός τους είναι, σε καταστάσεις χάους και διάλυσης των εθνικών κρατών, να ενώσουν αυτούς τους εδαφικούς πυρήνες σε ένα μεγάλο «εμιράτο» του ακραία συντηρητικού Ισλάμ. Αυτοί οι εδαφικοί πυρήνες λειτουργούν ως μαγνήτης για βετεράνους άλλων πολέμων από το Ιράκ, τη Λιβύη και την Υεμένη. Από το 2014 και για δύο χρόνια, το «Ισλαμικό Κράτος» ήλεγχε μια τεράστια ζώνη από τη Μοσούλη μέχρι τα ανατολικά της Δαμασκού, η οποία αποτελεί ακόμη και σήμερα ένα χαώδες «εργαστήριο» για τις συγκρούσεις του μέλλοντος και πιθανώς υβριδικών κρατικών οντοτήτων στην περιοχή, με τρόπο παρόμοιο όπως ο χαώδης εμφύλιος του Λιβάνου μέχρι το 1989 αποτέλεσε το «εργαστήριο» για τη δημιουργία σχυρότατων πολιτικο-στρατιωτικών μη κρατικών δρώντων.

Η συγκρότηση του υβριδικού κράτους του « Ισλαμικού Κράτους» αποτελεί το πρώτο ίσως υπόδειγμα εδαφοποιημένης πολιτικής οργάνωσης για το τζιχαντιστικό κίνημα. Το « Ισλαμικού Κράτος» ορίζει την πολιτική κυριαρχία του σε τρεις κύκλους: στο έδαφος που έχει καταλάβει στη Συρία και στο Ιράκ, στις οργανώσεις που δηλώνουν «αφοσίωση» στην κυριαρχία του και βρίσκονται σε άλλες περιοχές της Μέσης Ανατολής ή της Αφρικής (Λιβύη, Σινά, Υεμένη, Νιγηρία) και ελέγχουν μια εδαφική περιοχή, και τέλος στους μεμονωμένους πυρήνες ή μαχητές που επιτίθενται στο όνομά του στην Τουρκία και τα κράτη της Δύσης.[5]

Αυτή η «κινούμενη» κυριαρχία χαρακτηρίζει την υβριδικότητα του «Ισλαμικού Κράτους», πρότυπο της τζιχαντιστικής μετανεωτερικότητας. Το «Ισλαμικό Κράτος» θεωρούσε ότι το τζιχάντ μπορεί να έχει εδαφική αναφορά και να επιτυγχάνει τον έλεγχο και τη διοίκηση μιας επικράτειας. Συνδυάζει το σαλαφικό Ισλάμ –δηλαδή την επιστροφή στις ρίζες της «φωτισμένης» και κατά γράμμα ερμηνείας του Κορανίου και της ιερής παράδοσης μακριά από ιστορικο-κοινωνικές εξηγήσεις και αναλογίες– με μορφές διακυβέρνησης του νεωτερικού κράτους, για παράδειγμα όσον αφορά στη φορολογία και τις κοινωνικές υποδομές και υπηρεσίες.
Συγχρόνως όμως το «Ισλαμικό Κράτος» αμφισβητεί το έθνος-κράτος. Το πιο σοβαρό στοιχείο αυτής της αμφισβήτησης είναι η εμπέδωση της κυριαρχίας του με υβριδικές κρατικές δομές για ένα αξιόλογο χρονικό διάστημα. Ο τρόπος συγκρότησής του χαρακτηρίζεται από ενδιαφέροντα νέα στοιχεία. Είναι ίσως η πρώτη φορά που ένα κράτος συγκροτείται από ένα πολυεθνικό πολιτικό σώμα χωρίς κυρίαρχη εθνοτική ομάδα. Επίσης πρόκειται για ένα κράτος που εμπεδώνει τη νεο-μεσαιωνική οργάνωση του κόσμου, όσον αφορά τα σύνορα και την κυριαρχία υπερβαίνοντας τις σταθερές των εθνών-κρατών.

 

Η Χεζμπολά και η ανασυγκρότηση της σιιτικής εδαφικότητας

Η Χεζμπολά προέρχεται από τη σιιτική ιδεολογική άνθηση στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και στη δεκαετία του 1970. Η σύνδεση του σιιτικού δόγματος με τα εθνικοαπελευθερωτικά και κοινωνικά κινήματα από διανοητές όπως οι Αλί Σαριατί και Τζαλάλ Αλ-ε-Αχμάντ μετέτρεψε το σιιτισμό από ένα δόγμα παθητικής αποδοχής της εξουσίας σε κίνημα αντίστασης.[6] Είναι επίσης αποτέλεσμα του επαναστατικού «κύματος» που δημιούργησε η ισλαμική επανάσταση στο Ιράν, η οποία αποτέλεσε παράδειγμα, το μοναδικό στην περιοχή, επιτυχημένης λαϊκής εξέγερσης που κατέλαβε την εξουσία και συγκρότησε μια εναλλακτική μορφή κρατικής οργάνωσης. Ας μην ξεχνάμε ότι μέχρι τότε οι «επαναστάσεις» στην Μέση Ανατολή δεν ήταν τίποτε άλλο από τυπικά πραξικοπήματα με ελάχιστη συμμετοχή των μαζών.

Η Χεζμπολά απέκτησε αποφασιστική ισχύ όταν η λήξη του λιβανικού εμφυλίου με την συμφωνία του Τά’εφ το 1989 βρήκε το κράτος αποδυναμωμένο και υπό συριακό έλεγχο. Ο σιιτικός πληθυσμός του νότιου Λιβάνουβρίσκεται υπό ισραηλινή κατοχή. Το θεμελιώδες και αναντίρρητο πρόταγμα που συγκροτεί και καθορίζει την Χεζμπολά είναι η κήρυξη τζιχάντ εναντίον του Ισραήλ για την απελευθέρωση του νοτίου Λιβάνου. Από το 1985 μια συμφωνία μεταξύ Συρίας και Ιράν επιτρέπει στο δεύτερο να στηρίξει στρατιωτικά την οργάνωση, η οποία επιτυγχάνει να περιορίσει τους Ισραηλινούς σε μια ζώνη ασφαλείας στα σύνορα Λιβάνου-Ισραήλ. Η πρώτη αυτή στρατιωτική νίκη της έδωσε τεράστια επιρροή στη σιιτική κοινότητα και έθεσε σε δεύτερο ρόλο τη σιιτική οργάνωση Αμάλ που μέχρι τότε κυριαρχούσε. Ο σαφής και άρτια διατυπωμένος στόχος του πατριωτικού τζιχάντ και η αποτελεσματικότητα της μάχης εναντίον του Ισραήλ δίνει στην Χεζμπολά πρωταγωνιστικό ρόλο στη λιβανική κοινωνία.[7]

Σύμφωνα με τον Γιοέλ Μιγκντάλ (Yoel Migdal), η λειτουργία της Χεζμπολά σε σχέση με το κράτος του Λιβάνου μπορεί να ερμηνευτεί με το σχήμα του «κράτους εντός της κοινωνίας» (state in society). Στην περίπτωση αυτή το κράτος χαρακτηρίζεται από δύο είδη συνόρων. Ένα εδαφικό σύνορο ορίζει την γεωγραφική περιοχή στην οποία το κράτος ασκεί την κυριαρχία του ενώ ένα δεύτερο, κοινωνικο-πολιτικό, συμβολίζει τα όρια της αποδοχής από τους πολίτες της κρατικής κυριαρχίας σε ανταπόδοση της ασφάλειας και των υπηρεσιών που τους παρέχει. Όταν τα σύνορα αυτά είναι ασταθή ή ασαφή, τότε το κράτος θεωρείται απλά ένας ακόμη παίκτης εντός της κοινωνίας. Ως αποτέλεσμα αναπτύσσεται έντονο αίσθημα ανασφάλειας που παράγει εθνοτικούς και θρησκευτικούς αυτοκαθορισμούς και συγκρούσεις.

Η άνοδος της Χεζμπολά οφείλεται βέβαια στην ιρανική βοήθεια και παρουσία στον Λίβανο αλλά κυρίως στην αδυναμία του λιβανικού κράτους να απελευθερώσει τα υπό ισραηλινή κατοχή εδάφη. Η οριστική εκδίωξη των Ισραηλινών από τον νότιο Λίβανο το 2000 έδωσε στην οργάνωση κυρίαρχο ρόλο στην περιοχή. Παράλληλα η οργάνωση δημιουργεί ένα εκτεταμένο και αποτελεσματικό δίκτυο εκπαίδευσης, κοινωνικής πρόνοιας και αλληλεγγύης για τους σιίτες αλλά και όλα τα υποτελή στρώματα της λιβανικής κοινωνίας. Είναι σαφές όμως ότι η λιβανική εδαφικότητα αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της συγκρότησης του πατριωτικού τζιχάντ της οργάνωσης. Αυτό έγινε σαφέστερο στον τελευταίο πόλεμο μεταξύ του Ισραήλ και της Χεζμπολά το 2006.
Ο τρόπος δράσης της οργάνωσης εγκαινίασε, σύμφωνα με τον Μάτι Φρίντμαν, ένα νέο είδος πολέμου που τον είδαμε να αναπτύσσεται στη συνέχεια σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Περιλαμβάνει παγιδεύσεις δρόμων, ενέδρες με γρήγορη διαφυγή και το κυριότερο ίσως από πλευράς προπαγάνδας, βιντεοσκόπηση και δημοσίευση επιθέσεων στη δορυφορική τηλεόραση και στο διαδίκτυο.

Από το 2008 η Χεζμπολά άνοιξε το μέτωπο της αντίστασης πέρα από τους σιίτες του Νοτίου Λιβάνου, τα σιιτικά προάστια της Βαγδάτης και την Χαμάς στην Γάζα. Σε ομιλία του ο Γενικός Γραμματέας της οργάνωσης, Χασάν Νασράλα, θέτει ως στόχο τη διεύρυνση του πολιτικού σώματος που θα συγκροτείται από την ταυτότητα της αντίστασης και θα περιλαμβάνει σιίτες, σουνίτες και κοσμικούς που ζητούν τη ριζική αλλαγή του status quo στη Μέση Ανατολή. Η κίνηση αυτή βέβαια θα στηριχθεί στην χειραφέτηση του σιιιτικού στοιχείου. Συνήθως ξεχνάμε πως η κυρίως Μέση Ανατολή, αυτό που Βρετανοί ιστορικοί αποκαλούσαν Δυτική Ασία, είναι μια σιιτική περιοχή. Από τα σύνορα του Πακιστάν ως τον Λίβανο ζουν σήμερα περίπου 100 εκατομμύρια σιίτες και μόνο 30 εκατομμύρια σουνίτες μουσουλμάνοι.

Σήμερα η Χεζμπολά ανασυγκροτεί την σιιτική εδαφικότητα σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή αλλά με ένα μοντέλο διαφορετικό από εκείνο της ιρανικής επανάστασης. Ήδη στον Λίβανο η οργάνωση δεν ακολούθησε το δόγμα της εγκαθίδρυσης ενός ισλαμικού κράτους. Μια ισλαμική οργάνωση, σύμφωνα με την Χεζμπολά, δεν είναι δίκαιο να επιβάλλει με καταναγκασμό τον ισλαμικό νόμο σε μια εθνοθρησκευτικά πλουραλιστική κοινωνία. Αυτή είναι η γεωπολιτική και ιδεολογική πλατφόρμα στην οποία θέλει να στηρίξει τον νέο περιφερειακό ρόλο της και την διευρυμένη επιρροή της με μεγάλο βαθμό αυτονομίας από την Τεχεράνη.

Η εδαφικότητα ως το γεωγραφικό και συμβολικό όριο της πολιτικής κυριαρχίας των κρατών βρίσκεται σε μια διαδικασία ανασημασιοδότησης και επανακαθορισμού. Η ανθεκτικότητα των σημερινών κρατικών δομών παραμένει ισχυρή. Όμως οφείλουμε να παρατηρήσουμε την ανάδειξη ένοπλων μη κρατικών δρώντων ως περιφερειακών δυνάμεων και ως υποδειγμάτων κρατικής συγκρότησης είτε με τη μορφή γεωπολιτικής και ιδεολογικής επιρροής (Χεζμπολά) είτε με υβριδική μορφή που περιλαμβάνει χαρακτηριστικά κρατικής κυριαρχίας, διεθνικής οργάνωσης και ιδεολογικού ρεύματος («Ισλαμικό Κράτος»).

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Σωτήρης Ρούσσος

Σωτήρης Ρούσσος

Ο Σωτήρης Ρούσσος είναι Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και επιστημονικός υπεύθυνος του Κέντρου Μεσογειακών, Μεσανατολικών και Ισλαμικών Σπουδών (www.cemmis.edu.gr) στο ίδιο πανεπιστήμιο.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε