Κριτική Τεύχος #13

Νεωτερική επιστήμη και πραγμοποίηση κατά Λούκατς …και δύο επίκαιρες σημειώσεις

Η βασική θέση του Λούκατς είναι ότι η νεωτερική φιλοσοφία και επιστήμη δεν είναι αυτόνομες, αλλά συνιστούν διανοητική έκφραση της μοντέρνας κοινωνικής κατάστασης και προκύπτουν από τη συνείδηση που της αντιστοιχεί: την «πραγμοποιημένη συνείδηση».
Επιστήμη και πραγμοποιημένη συνείδηση

Στο κεφαλαιώδες έργο του Γκέοργκ Λούκατς Ιστορία και ταξική συνείδηση (1923), περιλαμβάνεται και το δοκίμιο Η πραγμοποίηση και η συνείδηση του προλεταριάτου, το δεύτερο μέρος του οποίου φέρει τον τίτλο: «Οι αντινομίες της αστικής σκέψης».[1] Στο μέρος αυτό, ο σπουδαίος μαρξιστής φιλόσοφος, μεταξύ άλλων, εξετάζει τη σχέση της νεωτερικής φιλοσοφίας και επιστήμης με την καπιταλιστική κοινωνία· μάλιστα, ως επιστέγασμα της μοντέρνας σκέψης, λαμβάνει την κριτική φιλοσοφία του Καντ, ο οποίος προσάρμοσε τη γνωσιοθεωρία του στην πλέον εξελιγμένη στην εποχή του φυσική επιστήμη, την αστρονομία του Νεύτωνος.

Η βασική θέση του Λούκατς είναι ότι η νεωτερική φιλοσοφία και επιστήμη δεν είναι αυτόνομες, αλλά συνιστούν διανοητική έκφραση, λογική-μεθοδολογική αποτύπωση, της μοντέρνας κοινωνικής κατάστασης και προκύπτουν από τη συνείδηση που της αντιστοιχεί: την «πραγμοποιημένη συνείδηση». Πραγμοποιημένη συνείδηση είναι η ιδεολογία υπό το πρίσμα της οποίας η εξάλειψη των ποιοτήτων χάριν της μέτρησης και του υπολογισμού αντιμετωπίζεται σαν μια δεδομένη, υπερ-ιστορική, μη-πεπερασμένη πραγματικότητα, που δεν είναι δυνατό να αλλάξει.

Το αρχέτυπο όλων των «μορφών αντικειμενικότητας» της αστικής κοινωνίας, τουτέστιν όλων των ιστορικά συγκεκριμένων τύπων διαμεσολάβησης υποκειμένου-αντικειμένου που τη χαρακτηρίζουν, είναι η εμπορευματική δομή. Η ολοκληρωτική της κυριαρχία κονιορτοποιεί την κοινωνική ζωή σε πράξεις ανταλλαγής εμπορευμάτων· το εμπόρευμα καθίσταται η «καθολική κατηγορία του συνολικού κοινωνικού είναι». 

Η «πραγμοποίηση», που προκαλείται από την εμπορευματική σχέση, συνίσταται στο ότι μια συνάφεια μεταξύ προσώπων αποκτά τον χαρακτήρα του πράγματος, ώστε συγκαλύπτεται κάθε ίχνος της θεμελιώδους ουσίας της, της σχέσης μεταξύ ανθρώπων. Συγχρόνως, καθώς όλες ανεξαιρέτως οι αξίες χρήσης εμφανίζονται ως εμπορεύματα, ο άμεσος, αυθεντικός, ποιοτικός χαρακτήρας των πραγμάτων ως πραγμάτων εξαλείφεται· οι ποιότητες μετατρέπονται-ανάγονται σε ποσότητες.

Οι «φυσικοί νόμοι» της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής κυριεύουν όλες τις εκδηλώσεις της ζωής και καθορίζουν τη μοίρα όλων των μελών της κοινωνίας, η οποία υπάγεται σε μια ενιαία οικονομική διαδικασία. Ο άνθρωπος της καπιταλιστικής κοινωνίας βρίσκεται να περισφίγγεται από μια αμείλικτη νομοτελειακότητα, από αδάμαστες και ακυριάρχητες δυνάμεις, από μια κίνηση πραγμάτων η οποία τον ελέγχει, αντί να την ελέγχει· εκτίθεται χωρίς αντίσταση στους «νόμους» μιας πραγματικότητας αποξενωμένης από αυτόν, καίτοι φτιαγμένης από τον ίδιο· καταντά να εξουσιάζεται από κάτι του οποίου είναι ο αυτουργός. Παραμένει αντικείμενο και όχι υποκείμενο του γίγνεσθαι· δεν πράττει, αλλά πράττεται. Πρέπει δε να τονιστεί ότι οι παραπάνω «νόμοι» επιβάλλονται αναγκαστικά και στον κεφαλαιοκράτη· αποτελεί και αυτός απλώς ένα γρανάζι του κοινωνικού μηχανισμού. Όπως γράφει ο Μαρξ: «Η τάξη των εχόντων και η τάξη του προλεταριάτου παρουσιάζουν την ίδια ανθρώπινη αυτοαλλοτρίωση».[2]

Σε αυτό το πλαίσιο, η δραστηριότητα του ατόμου μετατίθεται πλήρως στο εσωτερικό του και μπορεί να συνίσταται μόνο στα εξής: πρώτον, στη συνείδηση περί των «νόμων» και στην εκ μέρους του χρησιμοποίηση-αξιοποίηση της αναγκαίας εκδίπλωσής τους προς εξυπηρέτηση των εγωιστικών του σκοπών· και δεύτερον, στη συνείδηση των εσωτερικών του αντιδράσεων έναντι των εκτυλισσόμενων συμβάντων.

Από την οικονομική δομή του καπιταλισμού, αναδύεται τώρα ο ορισμός της φύσης ως του συνόλου των νομοτελειών του γίγνεσθαι. Κατά τον Λούκατς, υφίσταται μια ιστορική-αιτιώδης αλληλουχία μεταξύ φυσικής νομοτέλειας και καπιταλισμού, όπου η εννοιολογική προτεραιότητα θα πρέπει να αποδοθεί στην κεφαλαιοκρατική οικονομική ανάπτυξη. Στην αυγή της νεωτερικότητας, οι μέθοδοι της μαθηματικής φυσικής γίνονται οι οδοδείκτες και το μέτρο της γνώσης του κόσμου ως ολότητας· η τυπική-μαθηματική, ορθολογική γνώση εξισώνεται, αφελώς και δογματικά, με τη γνώση εν γένει· οι μαθηματικές-ορθολογικές κατηγορίες εφαρμόζονται για την εξήγηση των πάντων. Η καθολική μαθηματική επιστήμη ως γνωστικό ιδεώδες εκφράζεται στην προσπάθεια να δημιουργηθεί ένα ορθολογικό σύστημα που να περιλαμβάνει όλες τις αναλογίες και σχέσεις της ύπαρξης, και μέσω του οποίου όλα τα φαινόμενα να μπορούν να καταστούν αντικείμενα ακριβούς υπολογισμού, ανεξαρτήτως της πραγματικής-υλικής τους διαφοροποίησης. Είναι προφανές πως όλα τούτα αντίκεινται στην ποιοτική φιλοσοφία της φύσης της Αναγέννησης, του Μπαίμε και του (Ρογήρου) Βάκωνος.

Ο Λούκατς αναγνωρίζει ότι ορθολογισμός εν τη ευρεία εννοία -ως ένα τυπικό σύστημα προσανατολισμένο σε εκείνη την πλευρά των φαινομένων η οποία μπορεί να συλληφθεί, παραχθεί και υπολογισθεί από τη διάνοια- υπήρξε, υπό ποικίλες μορφές, στις πιο διαφορετικές εποχές. Εν τούτοις, η ποιοτική διαφορά, το καινούριο, του μοντέρνου-αστικού ορθολογισμού είναι η αξίωσή του πως έχει ανακαλύψει την αρχή σύνδεσης όλων των φαινομένων της ανθρώπινης ζωής, της φύσης και της κοινωνίας· ότι συνιστά την καθολική μέθοδο για τη γνώση ολόκληρου του είναι. Κάθε προηγούμενος ορθολογισμός ήταν πάντα απλώς ένα μερικό σύστημα: τα έσχατα προβλήματα του όντος παρέμεναν σε μια σφαίρα ασύλληπτη από την ανθρώπινη διάνοια.

Αναφορικά με τη σχέση φιλοσοφίας και επιμέρους επιστημών, η μοντέρνα φιλοσοφία υιοθετεί μια στάση παραίτησης, αφήνοντας συνειδητά άθικτη, χωρίς διόρθωση, την εργασία των επιμέρους επιστημών, και περιοριζόμενη στην έρευνα των τυπικών προϋποθέσεων ισχύος τους. Η στοχοθεσία που καθιερώνεται είναι η κατανόηση των φαινομένων των επιμέρους, επακριβώς εξειδικευμένων πεδίων, μέσω επιμέρους, αφηρημένων, υπολογιστικών συστημάτων. Οποιαδήποτε απόπειρα να κυριαρχηθεί το όλον του επιστητού, να κατανοηθεί η πραγματικότητα ως είναι, σύμφωνα με τους τρόπους της παραδοσιακής οντολογίας, χαρακτηρίζεται «αντιεπιστημονική»· η μεταφυσική, με την έννοια της επιστήμης του όντως όντος, απορρίπτεται.

Την εποχή της ανόδου και υλικής-ιδεολογικής κυριαρχίας της αστικής τάξης, επικρατεί μια γνωσιολογία, σύμφωνα με την οποία: το μεν υποκείμενο της γνώσης μετατρέπεται σε ένα καθαρά τυπικό υποκείμενο, αποχωρισμένο από καθετί το ανθρωπόμορφο, αποστραγγισμένο από όλες τις υποκειμενικές-ανορθολογικές στιγμές της συμπεριφοράς του· το δε αντικείμενο προσλαμβάνει και αυτό μια εντελώς τυπική έννοια. Η μαθηματική συνάρτηση και η αναγκαιότητα του φυσικού νόμου καθιστούν τη γνώση ενατένιση «νόμων» που επενεργούν στην αντικειμενική πραγματικότητα χωρίς σύμπραξη του υποκειμένου.

Η νεωτερική σκέψη, καθώς προκύπτει από τις καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις και την πραγμοποιημένη συνείδηση, που τους αντιστοιχεί, αναπαράγει στο φιλοσοφικό-επιστημονικό πεδίο τη θεμελιώδη δομή αυτής της συνείδησης. Οι ανορθολογικές δυνάμεις και η τυφλή μοίρα της προνεωτερικής εποχής αντικαθίστανται από μια αναγκαία ακολουθία ορθολογικών συστημάτων νόμων, μια αναγκαιότητα, τα μέρη της οποίας -ο ζωτικός χώρος των ανθρώπων- αναλύονται, υπολογίζονται, προβλέπονται σε ολοένα αυξανόμενο βαθμό.

Στον καπιταλισμό, όλες οι ανθρώπινες σχέσεις -το κοινωνικό πράττειν- μεταφέρονται στο επίπεδο φυσικών νομοτελειών, δηλαδή αποκτούν τις μορφές αντικειμενικότητας των αφηρημένων στοιχείων της φυσικο-επιστημονικής εννοιολογίας, του αφηρημένου υποστρώματος των φυσικών νόμων. Μέσα σε αυτό το σύστημα, το υποκείμενο του πράττειν, το άτομο, αναλαμβάνει την ενατενιστική στάση του καθαρού παρατηρητή των διαδικασιών: προϋπολογίζει τα πιθανά αποτελέσματα των «νόμων» και καταλαμβάνει τη θέση που του προσφέρει τις καλύτερες ευκαιρίες ικανοποίησης των συμφερόντων του.

Αναδεικνύεται πια ευκρινώς ο κατοπτρισμός της αντίφασης που διαπερνά την αστική κοινωνία στη φιλοσοφική-επιστημονική σφαίρα· στην αστική κοινωνία η αύξηση της ατομικής ανεξαρτησίας συνδυάζεται με τη συγκρότηση ενός συστήματος που αποπροσωποποιεί και αποξενώνει τον άνθρωπο, και ομογενοποιεί τη ζωή. Κατ’ αντιστοιχία, στη νεωτερική φιλοσοφία-επιστήμη η βεβαιότητα, ότι μόνο μια πραγματικότητα που έχει αγκαλιαστεί από ένα πλέγμα μαθηματικών εννοιών μπορεί να κυριαρχηθεί πραγματικά από εμάς, συνδυάζεται με την επίγνωση πως, ακόμη κι αν προϋποτεθεί μια ολοκληρωμένη, χωρίς κενά, πραγμάτωση της καθολικής μαθηματικής επιστήμης, η κυριάρχηση της πραγματικότητας που επιτυγχάνεται δεν είναι τίποτε παραπάνω από την αντικειμενικά ορθή ενατένιση αυτού που προκύπτει αναγκαία και χωρίς τη δική μας σύμπραξη.

 

Υστερόγραφο: δύο επίκαιρες σημειώσεις
  • Επιστημονισμός και επαναστατικός σοσιαλισμός

Έχοντας υπόψη τις παραπάνω αναλύσεις του Λούκατς, είναι αξιοπερίεργο -μολονότι, συνάμα, πιστοποιεί την αδιαμφισβήτητη κυριαρχία της αστικής ιδεολογίας- πώς ένα μεγάλο κομμάτι της Αριστεράς και της Αναρχίας έχει, επί των ημερών μας, προσεταιριστεί τον επιστημονισμό, τόσο υπό την ευρεία έννοιά του -της φετιχοποίησης της επιστήμης και της απολυτοποίησης της δύναμης και του ρόλου της στην κοινωνική ζωή- όσο και υπό την στενότερη και αυστηρότερη -του εξοστρακισμού από τη γνώση οποιουδήποτε μεταφυσικού καταλοίπου και της εφαρμογής των επιστημονικών μεθόδων σε όλα τα προβλήματα, συμπεριλαμβανομένων αυτών του πνευματικού βίου.  Αριστεροί και αναρχικοί όλου του φάσματος επικαλούνται την «επιστήμη» -και δη το επικρατούν μηχανιστικό-υλιστικό παράδειγμα- κατά την πραγμάτευση ποικίλων θεμάτων: από τα μέτρα αντιμετώπισης της πανδημίας μέχρι το αν το γονιμοποιημένο ωάριο είναι άνθρωπος ή όχι! Ο θετικισμός φαίνεται να αποτελεί κοινό τόπο: τα εμπειρικά δεδομένα των επιστημών συνιστούν τη μόνη πηγή γνώσης· το θεολογικό και το μεταφυσικό στάδιο έχουν ξεπεραστεί οριστικά και είναι περιφρονητέα. 

Η κριτική στην «ουδετερότητα» της επιστήμης εξαντλείται, κατά κανόνα, σε υπαρκτές, πλην όμως επιφανειακές, πτυχές, όπως η χρηματοδότηση-χειραγώγηση της έρευνας από το Κεφάλαιο και το Κράτος, και η χρησιμοποίηση των αποτελεσμάτων της για τη μεγιστοποίηση των κερδών και την ενίσχυση της εξουσίας τους. Δεν θίγει ούτε αποκαλύπτει την ουσία του πράγματος, ότι δηλαδή η σύγχρονη επιστήμη είναι per se παράγωγο των καπιταλιστικών κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων και της πραγμοποιημένης συνείδησης. Έτσι, κατά βάθος, εξαγιάζεται το ιδεολογικό πλάσμα μιας «καθαρής», «ανόθευτης» και «αδέσποτης» επιστήμης.

  • Πραγμοποίηση, αντιεμβολιασμός και φασισμός

Η πραγμοποιημένη συνείδηση είναι μια συνείδηση ανελευθερίας. Είναι, επομένως, λογικό να υποθέσουμε ότι, ενίοτε, τα άτομα που είναι φορείς της βιώνουν μιας μορφής δυσφορία, η οποία κατ’ επέκτασιν εκφράζεται και ως αντίρρηση προς την ισχύουσα επιστήμη. Ως στρεβλή εξωτερίκευση αυτής της δυσφορίας, θα μπορούσε να ερμηνευθεί, σε κάποιο βαθμό, και η μαχητική αντι-εμβολιαστική στάση ενός σημαντικού μέρους του πληθυσμού των ανεπτυγμένων κεφαλαιοκρατικών χωρών, η οποία εκδηλώνεται εσχάτως.

Οπωσδήποτε, δεν είναι τυχαίο ότι ο αντι-εμβολιασμός συνδέθηκε εξαρχής με την Ακροδεξιά. Η Αριστερά συνηθίζει να θεωρεί τον φασισμό απλώς σαν μια ιστορική φάση του καπιταλισμού, σαν τον «πιο θρασύ και πιο δόλιο καπιταλισμό», σύμφωνα με τη διάσημη φράση του Μπρεχτ. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο μαρξιστής ιστορικός και θεωρητικός Moishe Postone,[3] ο φασισμός είναι κατ’ ουσίαν ένα «αντικαπιταλιστικό» κίνημα· για την ακρίβεια, πρεσβεύει έναν φετιχοποιημένο «αντικαπιταλισμό» που, βέβαια, αφήνει τελικά άθικτη την κεφαλαιοκρατική τάξη πραγμάτων. Παραδείγματος χάριν, στην εθνικοσοσιαλιστική εκδοχή του, επιτίθεται μονόπλευρα κατά του χρηματοπιστωτικού και τοκοφόρου κεφαλαίου -ενώ εξυμνεί το βιομηχανικό κεφάλαιο και την τεχνολογία- και βιολογικοποιεί τον καπιταλισμό, ταυτίζοντάς τον με τον διεθνή Εβραϊσμό. 

Στην αντι-εμβολιαστική του καρικατούρα, ο φασισμός στρέφει τα βέλη του εναντίον συγκεκριμένων μεγαλοκεφαλαιούχων ή πολιτικών εκπροσώπων του Κεφαλαίου, ενώ ουδόλως αμφισβητεί αυτή τούτη την εμπορευματική δομή, την ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, τη μισθωτή δουλεία κ.λπ. Και βέβαια, από ένα τέτοιο αντιδραστικό ρεύμα, δεν γινόταν να λείπει ο αντισημιτισμός: οι Εβραίοι αποτελούν ανέκαθεν το sine qua non όλων των θεωριών συνωμοσίας, αλλά, εν προκειμένω, η συκοφάντηση κατέστη ευκολότερη, επειδή ο διευθύνων σύμβουλος μιας εκ των εταιρειών παραγωγής των εμβολίων τυχαίνει να είναι Εβραίος.[4]

Σημειωτέον ότι ο Μαρξ, στο έργο του, καίτοι ζωγραφίζει με μελανά χρώματα τον κεφαλαιοκράτη, δεν τον βλέπει παρά ως απλό προσωπείο ενός τυποποιημένου χαρακτήρα, και δεν επιρρίπτει στο ξεχωριστό άτομο (τον ατομικό καπιταλιστή) την ευθύνη για συνθήκες, κοινωνικό προϊόν των οποίων παραμένει το ίδιο.[5] Δυστυχώς, όμως, ο φετιχοποιημένος «αντικαπιταλισμός», υπό τη μορφή του αντι-εμβολιασμού, έκανε τελευταία την εμφάνισή του και εντός ορισμένων ρευμάτων της Αριστεράς και της Αναρχίας.

Συμπερασματικά: τόσο ο επιστημονισμός όσο και η άκριτη απόρριψη της επιστήμης δεν συνιστούν κριτικές στάσεις έναντι της αστικής επιστήμης, απάδουν προς τον επαναστατικό σοσιαλισμό, και δεν μπορούν να συμβάλουν στη χειραφέτηση από τον καπιταλισμό και την πραγμοποιημένη συνείδηση.


Το κείμενο του Γιώργου Κρανιδιώτη επιμέλήθηκε ο Αντώνης Γαζάκης

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις[+]

Σχετικά με τον συντάκτη

Γιώργος Κρανιδιώτης

Ο Γιώργος Κρανιδιώτης σπούδασε Ιατρική και Φιλοσοφία – Παιδαγωγική – Ψυχολογία
(ειδίκευση: Φιλοσοφία) στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ). Είναι
Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ και κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος
Ειδίκευσης στην Ιστορία της Φιλοσοφίας (Φιλοσοφική Σχολή ΕΚΠΑ). Εργάζεται ως
Παθολόγος - Επιμελητής Α΄ στο Γενικό Νοσοκομείο Πειραιώς «Τζάνειο». Είναι έγγαμος και
πατέρας τριών παιδιών.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε