Κριτική Τεύχος #14

«Ο γοργόνος και άλλα πλάσματα», του Σπύρου Χαιρέτη: Το queer ποιητικό ύφος της αποτυχίας

Παρρησία, γενναιοδωρία, φροντίδα, μοίρασμα, αίσθηση κοινότητας, χιούμορ, ποιητικά μέσα μη μεγαλειώδη, να τα υλικά με τα οποία ο Χαιρέτης πλάθει τον γοργόνο του.

Ο γοργόνος και άλλα πλάσματα
Σπύρος Χαιρέτης
Εκδόσεις Θράκα, 2023 | 55 σελίδες

 

[1]Ο/Η γοργόνος/α, μορφή υβριδική, μισή άνθρωπος μισή ψάρι, queer πλάσμα κατεξοχήν, άλλοτε θαυμαστό άλλοτε δαιμονικό, αφθονεί στις μυθολογίες (Τρίτων, Σειρήνες, Μέδουσα) και τις λαογραφίες (αδελφή του Μεγαλέξανδρου) των χωρών. Στην ποπ κουλτούρα θα μπορούσε να γενεαλογηθεί από το παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν το 1837 «Η μικρή γοργόνα»,[2] στο οποίο  η γοργόνα περνά σκληρές δοκιμασίες προκειμένου να ικανοποιήσει την επιθυμία της να αποκτήσει ανθρώπινη ψυχή και να βρεθεί κοντά στον αγαπημένο της πρίγκηπα. Με το παραμύθι του Άντερσεν συνομιλεί το παραμύθι του Όσκαρ Ουάιλντ «Ο ψαράς και η ψυχή του»[3] το 1891, στο οποίο οι όροι αντιστρέφονται: ο ψαράς ζητά να απαλλαχθεί από την ανθρώπινη ψυχή του, αφού αυτή είναι η προϋπόθεση να βρεθεί κοντά στην αγαπημένη του γοργόνα στα βάθη της θάλασσας. Στο παραμύθι του Άντερσεν «Η μικρή γοργόνα» βασίστηκε η ομότιτλη ταινία της Disney το 1989 και τα prequel αυτής το 2000 και 2008 «Η μικρή γοργόνα ΙΙ: Επιστροφή στη θάλασσα» και «Η μικρή γοργόνα ΙΙΙ: Τα πρώτα χρόνια της Άριελ» αντίστοιχα. 

Στη συλλογή του Σπύρου Χαιρέτη Ο γοργόνος και άλλα πλάσματα τη μορφή του γοργόνου συναντάμε στο ομώνυμο ποίημα, όπου το ποιητικό υποκείμενο, που σε προηγούμενο ποίημα εμφανίζεται να μαζεύει αυτοκόλλητα Άριελ, απολαμβάνοντας τις αποκλειστικά κοριτσίστικες παρέες του, προσπαθεί να πιάσει στα δίχτυα του το πλάσμα αυτό, την «κοτζάμ ψαρούκλα», όμως αυτό του ξεγλιστράει. Τα πολυσέλιδα παραμύθια των Άντερσεν και Ουάιλντ για τον αταίριαστο έρωτα ανθρώπου – γοργόνας συμπυκνώνονται στο εξής δίστιχο του γοργόνου: «Ο έρωτάς μας ήταν χαμένος από φύση/ αλλοειδής για να κρατήσει». Το ποιητικό υποκείμενο αποδέχεται αυτό που είναι και προχωρά: «Ποιος ξέρει/ Μπορεί ένα κάποιο καλοκαίρι/ να ανταμώσουμε ξανά στα Λιμανάκια».

Αποδοχή και προχώρημα, να ήδη μια διαχείριση αποτυχίας. Στο μότο του πρώτου ποιήματος της συλλογής διαβάζουμε: «Και τι είδους ανταμοιβές μπορεί να μας προσφέρει η αποτυχία; Ορισμένες φορές η αποτυχία οδηγεί σε δημιουργικότερους, συλλογικότερους και περισσότερο απρόσμενους τρόπους διαβίωσης στον κόσμο. […] μας επιτρέπει να ξεφύγουμε από […] [το] να μας παραδώσουν από την απείθαρχη παιδική ηλικία σε μια τακτική και προβλέψιμη ενηλικίωση».[4] Η επιλογή αυτού του μότο από τον ποιητή μπορεί να λειτουργήσει ως αναγνωστικό κλειδί, ώστε να αναζητήσουμε τρόπους με τους οποίους διατρέχει τη συλλογή η αποτυχία. Ένας από αυτούς είναι η μη καθήλωση στο τραύμα. Στο ποίημα «Ερμηνεύοντας αμφίβια» διαβάζουμε: «Ετοιμάστηκα/ έφτασες/ είχε εξαφανιστεί το άλλο από καιρό/ Το κάναμε/ οι φίλοι είπατε:/ είναι πλασμένοι για το μαζί// Έπειτα έφυγες/ έφαγα μια μύγα και ετοιμάστηκα για τον επόμενο βάτραχο».

Το χιούμορ αποτελεί μια υφολογική δεσπόζουσα της συλλογής. Δεν είναι επικριτικό ή σκωπτικό όπως στη σάτιρα, δεν είναι πικρό ή οργισμένο, όπως ο βίαιος σαρκασμός του Κώστα Καρυωτάκη ή του Ντίνου Χριστιανόπουλου, δεν καυτηριάζει, δεν απορρίπτει, αλλά αποδέχεται τη δύσκολη κατάσταση έτσι όπως αυτή είναι. Το χιούμορ στην ποίηση του Χαιρέτη δεν στοχεύει τόσο το έξω και τους απ’έξω, όσο επιζητά να απαλύνει το εντός του ποιητικού υποκειμένου και να μοιραστεί την κατάστασή του με τα αναγνωστικά υποκείμενα. Ο (αυτο)σαρκασμός στη συλλογή είναι ήπιος, έτσι ώστε να μη μειώνει το ποιητικό υποκείμενο για να στρέψει επάνω του την προσοχή, αλλά αντίθετα να λειτουργεί ως στρατηγική επιβίωσης. Το χιούμορ του Χαιρέτη αποτελεί μια επιτελεστική διακωμώδηση των δύσκολων καταστάσεων, μια καρναβαλική ποπ αντίσταση, μέσα από την οποία παράγεται ποιητικό ύφος. 

Τα μέσα που επιστρατεύονται για να απαλύνουν τη δυσφορία της ντροπής, του φόβου, του τρόμου είναι συχνά τα πιο ευτελή, τα πιο μικρά, τα πιο άσχετα, είναι ακόμη και οι ψηφίδες των λέξεων, αυτά τα ίδια τα γράμματα. Παράδειγμα το ποίημα που πραγματεύεται διάφορες πτυχές της χονδροφοβίας και μια του στροφή αποτελεί ένα ανατρεπτικό παιχνίδι με τα γράμματα της λέξης χοντρός. Κωμικό αποτέλεσμα φέρνει επίσης η χρήση των υποκοριστικών, όπως στο ποίημα «Η γιαγιά μου η λεσβία»: «γιαγιάκα/ χήρα είσαι/ βρες βρε κάποιον με πολλά πολλά λεφτάκια». Η γκροτέσκα, αριστοφάνεια απάντηση της γιαγιάς στο ερώτημα του εγγονού γιατί δεν ξαναπαντρεύεται παραπέμπει στη θεωρία του Μπαχτίν για τη λαϊκή γελαστική κουλτούρα και τη δύναμη του απελευθερωτικού γέλιου: «κρεμασμένες να τις έχω/ τις ψωλές σ’ έναν κορμό/ μήτε να τις βλέπω θέλω/ μήτε να τις ακουμπώ». Άλλος γλωσσοκεντρικός τρόπος να παραχθεί χιούμορ είναι η παρωδιακή χρήση αρχαιοπρεπών λεκτικών τύπων. Παράδειγμα ο καταληκτικός στίχος του ποιήματος «Υποκρισίες»: «Λυχνίας σβεσθείσης εις το πάρκο του Ζαππείου/ πας ανήρ όμοι(ρ)ος».

Έναν εκρηκτικό συνδυασμό ποιητικών μέσων όπως παρωδιακή χρήση της ομοιοκαταληξίας, παράδοξη κατασκευή νοήματος μέσω λεξιπλασίας με χρήση αγγλικών και ελληνικών χαρακτήρων σε μια λέξη, παραλλαγή στίχων ποπ τραγουδιού τηλεοπτικής σειράς συναντάμε στο ποίημα με τον ειρωνικό τίτλο «Φιλική Υπενθύμιση προς το Υπουργείο Υγείας»: «Τι PRePει τι δεν PRePει στιγμή δε σκέφτηκα/ Με μια ματιά μονάχα σε ερωτεύτηκα/ Σε σένα με τραβάνε η γκάβλα κι οι καημοί/ κι ας είναι να περάσω όλα τα ες-τ-ντι». Το PReP με αγγλικούς χαρακτήρες στη λέξη PRePει παραπέμπει στη φαρμακευτική αγωγή προστασίας από τον ιό HIV, η οποία ακόμη δεν είναι διαθέσιμη στην Ελλάδα, παρότι η χορήγησή της έχει εγκριθεί νομοθετικά. 

Στον γοργόνο θεματοποιείται όχι τόσο το ίδιο το τραύμα, το queer τραύμα, η ομοφοβία, η χονδροφοβία, το bulling, η αυτολογοκρισία, όσο η διεργασία του, η επιστροφή σε αυτό μέσα από διαδικασίες αυτοφροντίδας, μία από τις οποίες είναι η ψυχοθεραπεία. Έτσι, έξι από τα ποιήματα, διάσπαρτα στη συλλογή, τιτλοφορούνται [Συνεδρία Ι, ΙΙ, ΙΙΙ,] κ.ο.κ. και περιλαμβάνουν αναστοχαστικά θραύσματα της ψυχοθεραπευτικής διαδικασίας. Το ποίημα «Προνόμια [Συνεδρία ΧΙ]» αποτελεί μια ενσυναισθητική, διαθεματική αναφορά στο ταξικό προνόμιο, το οποίο δίνει τη δυνατότητα πραγματοποίησης ψυχοθεραπευτικών συνεδριών:  «υποχρεωτική εβδομαδιαία φλυαρία αξίας 40€ (με έκπτωση)/ ακριβό το μικροκλίμα εδώ/ ωστόσο ακόμα μπορώ και το πληρώνω/ οπότε το βουλώνω». Οι διαγεγραμμένοι στίχοι στο τέλος τριών από τα ποιήματα παραπέμπουν σε αυτά που δεν λέγονται και δεν γράφονται. Πραγματώνουν υλικά, μέσω της διακριτής διαγραφής, τη στιχουργική αποτυχία.  Η διατήρηση, ωστόσο, στο σώμα της συλλογής των σβησμένων στίχων ενεργοποιεί εκ νέου το μότο του βιβλίου: «Πιστεύω […] στα μικρά, τα ασήμαντα, τα μη μεγαλειώδη, τα απειροελάχιστα, τα άσχετα. […] μπορούμε να κάνουμε τη διαφορά μέσα από μικρές σκέψεις τις οποίες μοιραζόμαστε ευρέως».[5] Με την πρώτη ποιητική του χειρονομία ο Χαιρέτης υπονομεύει τις ταξινομήσεις σε μικρά και μεγάλα, τις ιεραρχήσεις σε κλίμακες αξιακές. Τα άχρηστα, τα άσχετα, τα απορρίμματα (μπορούν να) παράγουν ποίηση. Η ταπεινή τέχνη που επικαλέστηκε ο Κώστας Καρυωτάκης στις Σάτιρές του είναι ήδη εδώ.[6]

Ο ελεύθερος στίχος είναι μετρημένος, γεγονός που παραπέμπει όχι μόνο στην αφομοιωμένη γνώση του Χαιρέτη για τα μέτρα της ποίησης μέσα από τις μεταπτυχιακές του σπουδές δημιουργικής γραφής στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας. Πολύ περισσότερο παραπέμπει, κατά τη δική μου αίσθηση, στη φροντίδα του ποιητή για το προσληπτικό αποτέλεσμα, στην έγνοια ο ποιητικός λόγος να ακουμπήσει μέσα μας σε προ-οργανωμένα ρυθμικά σχήματα για πιο αποτελεσματική πρόσληψη. Γίνεται εδώ, όπως  φαίνεται, η φροντίδα για εύληπτο ρυθμό, μαζί με το χιούμορ που αναφέραμε παραπάνω, το όχημα για την πρόσληψη ενός περιεχομένου συχνά σε δυσφορία.

Ένα διακειμενικό νήμα συνδέει τον γοργόνο με την πρώιμα κουήρ πεζογραφία του Γιώργου Ιωάννου. Η δευτεροπρόσωπη αφήγηση στο ποίημα «[Συνεδρία ΙΙ]», οι αναφορές σε χώρους εγκλεισμού όπως το μπάνιο και η ντουλάπα ανασύρουν την πρωτοποριακή γραφή του Ιωάννου στο «Για ένα φιλότιμο».[7] Ωστόσο στον γοργόνο δεν υπάρχουν υπαινιγμοί, δεν υπάρχουν υπονοούμενα. Ο γοργόνος γράφεται με παρρησία. Αντιστέκεται σε κάθε απόπειρα λογοκρισίας, ακόμη κι αν αυτή προέρχεται από την ίδια την κουήρ κοινότητα. Το ποίημα «Συγγνώμη (Το πλάσμα της ντροπής)» προλογίζεται ως εξής: «Όσοι διαβάσαν περασμένες εκδοχές αυτού του ποιήματος / Μου είπαν “Μην τυχόν και το δημοσιεύσεις, αυτό δεν είναι κουήρ και θα γίνεις η ντροπή του κουήρ”».

Όσον αφορά άλλα, εκτός του μότο, περικειμενικά στοιχεία, η συλλογή, γενναιόδωρη στο να μοιραστεί διακείμενα, θεματικές συνομιλίες με άλλα ποιήματα, παραπομπές με εξηγήσεις ορολογιών που ενδεχομένως δεν είναι ευρέως γνωστές, ευχαριστίες σε πλήθος προσώπων που συνήθως αποσιωπούνται, ορίζει έναν τόπο που κατοικείται από πρόσωπα πολλά και που αισθάνομαι ότι χωράει, χωρίς καμιά περιχαράκωση, πολύ περισσότερα άλλα πλάσματα: όλες εμάς που τη διαβάζουμε.

Παρρησία, γενναιοδωρία, φροντίδα, μοίρασμα, αίσθηση κοινότητας, χιούμορ, ποιητικά μέσα μη μεγαλειώδη, να τα υλικά με τα οποία ο Χαιρέτης πλάθει τον γοργόνο του.

Τα γοργονοπαραμύθια των Άντερσεν και Ουάιλντ happy end δεν έχουν. Στο πρώτο η γοργόνα γίνεται αφρός στη θάλασσα όταν ο πρίγκηπας παντρεύεται μια άλλη. Στο δεύτερο η μικρή γοργόνα πεθαίνει. Οι ταινίες της Disney, αντίθετα, έχουν happy end. Το τέλος που επιφυλάσσει ο Σπύρος Χαιρέτης στον γοργόνο του, δεν είναι θλιβερό, αντιστεκόμενος μ’ αυτόν τον τρόπο στην συντριβή που -εκ των πραγμάτων- συναντούμε συχνά στις queer καλλιτεχνικές αναπαραστάσεις. Το τέλος του γοργόνου δεν θα μπορούσε όμως και να είναι ευτυχισμένο, αποσιωπώντας τις ανυπέρβλητες εντάσεις που δημιουργεί το σύστημα της ετεροκανονικότητας σε ένα υποκείμενο που του αντιστέκεται. Καταλήγει, λοιπόν, το τελευταίο ποίημα της συλλογής: «Πρόπερσι γνωριστήκαμε σε ένα συνέδριο/ Κάναμε βόλτα στο κέντρο της πόλης/ Ένας μεθυσμένος μας κοίταζε και φώναζε επίμονα faggots/ έκανα πως δεν άκουσα κάτι/ συνεχίσαμε το περπάτημα// Αυτό το ποίημα το έγραψα το έσβησα/ το ξανάγραψα πολλές φορές/ κι ακόμα δεν έχω βρει πώς να το τελειώσω».


Το κείμενο της Ανδρονίκης Τασιούλα επιμελήθηκε ο Αντώνης Γαζάκης

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις[+]

Σχετικά με τον συντάκτη

Ανδρονίκη Τασιούλα

Η Ανδρονίκη Τασιούλα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1970. Σπούδασε Ηλεκτρολόγος Μηχανικός στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και εργάστηκε ως μηχανικός. Είναι απόφοιτη του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών και του Μεταπτυχιακού Προγράμματος Νεοελληνικής Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Άρθρα και κριτικές της έχουν δημοσιευθεί σε πρακτικά συνεδρίων και περιοδικά.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε