Κριτική Τεύχος #01

Oι μεταμορφώσεις του Winnie the Pooh: Aπό τον «κύριο Χασομερίδη» στο «καλόκαρδο αρκουδάκι»

Ο Πουφ και ο Γουρουνάκης. Σκίτσο του Ernest M. Shepard.

«Μια φορά κι έναν καιρό, έναν πολύ μακρινό καιρό, ας πούμε την περασμένη Παρασκευή, ο Λουλού-Πουφ ζούσε ολομόναχος σ’ ένα δάσος, υπό το όνομα Χασομερίδης.
–“Τι θα πει υπό το όνομα;” ρώτησε ο Ριρής.
–“Θα πει ότι είχε τ’ όνομα γραμμένο πάνω στην πόρτα του με χρυσά γράμματα, κι αυτός καθόταν από κάτω”».

O Πουφ και η συντροφιά του τού Α.Α. Μιλν, στην αξεπέραστη μετάφραση της Λίνας Κάσδαγλη (Ερμής, Αθήνα 1973), υπήρξε ένα από τα πρώτα παιδικά μου διαβάσματα – ή, ακριβέστερα, ακούσματα. Αρκετά πριν μάθω εγώ να διαβάζω, θυμάμαι τον πατέρα μου, κάθε βράδυ, να μου διαβάζει τις ιστορίες του «άρκουδα» Λουλού-Πουφ. Ο «κύριος Άρκουδας Αρκουδόπουλος» (ο «Λουλού-ο-Άρκουδας, γνωστός στους φίλους του με το όνομα Λουλού-Πουφ, και για συντομία Πουφ»), ο αχώριστος φίλος του Γουρουνάκης, ο γάιδαρος Γκριγκρής, ο Κούνελος, η Κάνγκα, ο Ρίκος, ο Ριρής – οι πρώτοι μου ήρωες, όπως και για πάρα πολλούς από εσάς, αναγνώστες και αναγνώστριές μου, νομίζω (εμένα, μαζί με «Ραϊνέκε Φουξ», την πονηρή αλεπού, από το ομότιτλο «παραμύθι» του Γκαίτε).

O κ. Λουλού-Πουφ του Α. Α. Μιλν

O Λουλού-Πουφ, στην ορίτζιναλ εκδοχή του (θα καταλαβαίνετε παρακάτω γιατί το λέω) είναι ένα απολαυστικό ανάγνωσμα, για μικρούς και μεγάλους. Ο κεντρικός ήρωας είναι ένας ατσούμπαλος, σκανταλιάρης, λαίμαργος «άρκουδας», ολίγον χαζός και ολίγον πονηρός μαζί, αντισυμβατικός όσο δεν παίρνει και, πάνω από όλα, αγαπημένος και εξαιρετικά αστείος. Μερικά δείγματα, για του λόγου το ασφαλές:

«Ο Πουφ πάντα είχε όρεξη να τσιμπήσει κάτι στις έντεκα το πρωί, και χάρηκε που είδε τον Κούνελο να βγάζει πιάτα και φλιτζάνια· κι όταν ο Κούνελος είπε: –“Μέλι ή γάλα του κουτιού θέλεις στο ψωμί σου;” ενθουσιάστηκε τόσο που είπε: –“Και από τα δύο!”. Κι ύστερα όμως, για να μη φανεί λαίμαργος, πρόσθεσε: –“Αλλά σου χαρίζω το ψωμί”» (Tο αποτέλεσμα είναι ότι, όταν πάει να φύγει, έχει φάει τόσο που σφηνώνει στην έξοδο της φωλιάς του Κούνελου. Έτσι, σφηνωμένος, μένει εκεί μία βδομάδα, μέχρι να αδυνατίσει. Ο Ριρής του διαβάζει ιστορίες, ενώ ο Κούνελος χρησιμοποιεί τα πισινά του πόδια: «Και αλήθεια, παλιόφιλε, σε πειράζει να χρησιμοποιήσω τα πισινά σου πόδια για πετσετοθήκες; Μια που βρίσκονται εδώ μέσα, λέω –και δεν κάνουν τίποτα– θα με βόλευε να κρεμάω τις πετσέτες μου απάνω»).

Άλλο δείγμα, με ήρωα τον Γουρουνάκη:

Ο Γουρουνάκης έμενε σ’ ένα σπουδαίο σπίτι, καταμεσίς σε μια οξιά, κι η οξιά ήταν καταμεσίς στο Δάσος, κι ο Γουρουνάκης έμενε καταμεσίς στο σπίτι του. Πλάι στο σπίτι του ήταν ένα κομμάτι από μια σπασμένη σανίδα που έγραφε «ΣΤΑΣΙΣ ΑΘ» [σ.σ.: βλέποντας την εικόνα, ο αναγνώστης καταλαβαίνει ότι είναι απομεινάρι μιας πινακίδας που θα έγραφε ΣΤΑΣΙΣ ΑΘΗΝΑΙ – ή κάτι ανάλογο]. Όταν ο Ριρής ρώτησε τον Γουρουνάκη τι θα πει αυτό, είπε πως ήταν τ’ όνομά του παππού του, και το είχαν στην οικογένεια από καιρό. Ο Ριρής είπε ότι δεν μπορεί να λέγεται ένας άνθρωπος, Στάσις Αθ, κι ο Γουρουνάκης είπε πως ναι, μπορεί, αφού λέγαν έτσι τον παππού του, και πως το ένα του όνομα ήταν Στάσης, δηλαδή Αναστάσιος και το άλλο του Αθ, δηλαδή Αθανασίου. Κι είχε δύο ονόματα, μην τύχει και χάσει το ένα.

Ο Λουλού Πουφ στο κελάρι του κατεβάζει ένα βάζο μέλι. Σκίτσο του Ernest M. Shepard.

Κι ένα ακόμα:

Μόλις έφτασε σπίτι του, πήγε στο κελάρι κι ανέβηκε σε μια καρέκλα και κατέβασε ένα πολύ μεγάλο βάζο μέλι από το πάνω ράφι. Έγραφε απάνω ΜΕΛΗ, αλλά για να βεβαιωθεί έβγαλε το χαρτί που το σκέπαζε και το κοίταξε, κι έμοιαζε αληθινά σα μέλι.
–«Αλλά πού ξέρεις τι γίνεται», είπε ο Πουφ, «θυμάμαι που έλεγε κάποτε ο θείος μου πως είχε δει τυρί με τέτοιο χρώμα».
Έχωσε λοιπόν μέσα τη γλώσσα του και πήρε μια καλή γλειψιά.
–«Ναι», είπε, «είναι. Το δίχως άλλο. Μέλι, μα την αλήθεια, ως τον πάτο. Εκτός βέβαια κι αν έβαλε κανείς στο πάτο τυρί, έτσι γι’ αστείο. Ίσως θα έκανα καλά να πάω λίγο πιο κάτω» … Κι έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό.
–«Δίκιο είχα. Μέλι είναι, ως κάτω κάτω».

 

Το «καλόκαρδο αρκουδάκι» της Walt Disney
Ο Πουφ και ο Γουρουνάκης. Σκίτσο του Ernest M. Shepard.

Ο ήρωάς μας, στην πολύχρονη διαδρομή του, από το 1926 που κυκλοφόρησε το πρώτο βιβλίο του Άλαν Αλεξάντερ Μιλν (Alan Alexander Milne) μέχρι σήμερα, συνάρπασε εκατομμύρια ανθρώπους, μικρούς και μεγάλους, σε όλο τον κόσμο. Γνώρισε εκατοντάδες εκδόσεις και μεταφράσεις, έγινε θεατρικό, κινούμενα σχέδια, κουκλοθέατρο, τηλεοπτική σειρά, ενέπνευσε δεκάδες παρωδίες, σίκουελ, γραμματόσημο σε πολλές χώρες, ακόμα και δρόμος – στη Βαρσοβία και τη Βουδαπέστη.

Σε όλη αυτή τη διαδρομή όμως, ο Winnie-the-Pooh είχε μια ατυχία: το 1966 τον αγόρασε η Walt Disney Company. Κι αυτό επειδή η εταιρεία δεν τον μετέτρεψε μονάχα σε έναν από τους πιο δημοφιλείς (και προσοδοφόρους) ήρωές της (τον ξεπερνάει μόνο ο Μίκυ Μάους), αλλά τον έκανε κυριολεκτικά αγνώριστο: τον κύριο Χασομερίδη διαδέχθηκε το «καλόκαρδο αρκουδάκι».

Η μετάλλαξη: ο Γουίνι το αρκουδάκι και τα άλλα ζώα, στην εκδοχή της Walt Disney.

Στον «Γουίνι το Αρκουδάκι», στις ιστορίες της Ντίσνεϊ, έχει απομείνει ελάχιστη από την πλάκα, τη σκανταλιά και την αφασία του Πουφ. Είναι πλέον ένα καλοκάγαθο ζούδι που χαίρεται να μοιράζεται τα βάζα του με τα άλλα ζωάκια. Στην ιστορία «Το καλόκαρδο Αρκουδάκι» όλα τα ζώα, με έκδηλο ενθουσιασμό που ζωγραφίζεται στα ολογέλαστα πρόσωπά τους, αποφασίζουν να δώσουν τα πράγματα που δεν τους χρειάζονται στον Κρίστοφερ Ρόμπεν (το αγόρι της ιστορίας, που πιο πάνω εμείς γνωρίσαμε ως «Ριρή») «για να τα χαρίσει σε αυτούς που τα έχουν ανάγκη». Πάνε όλοι μαζί στο σπίτι του Γουίνι, στο ντουλάπι του οποίου υπάρχουν είκοσι βάζα με μέλι, δέκα γεμάτα και δέκα άδεια. Με ποικίλες νουθεσίες, το Γουρουνάκι και ο Κρίστοφερ Ρόμπιν πείθουν τον Γουίνι να χαρίσει τα βάζα του. Ο τελικός διάλογος:

–«Για σκέψου, όμως, πόσοι ακόμα θα φυλάνε μέλι, αν τους δώσεις τα βάζα σου!», είπε ο Κρίστοφερ Ρόμπιν.
–«Kαι θα είναι τόσο χαρούμενοι, όσο κι εγώ!» συμφώνησε τελικά ο Γουίνι, αποφασίζοντας να χαρίσει δέκα από τα βάζα του.
Και η καρδούλα του Γουίνι φούσκωσε από περηφάνια!

Ο (ορίτζιναλ) Λουλού Πουφ, κυλισμένος στη λάσπη, παριστάνει το συννεφάκι για να πλησιάσει στη φωλιά των μελισσών. Σκίτσο του Ernest M. Shepard.

Ο γνήσιος Πουφ μπορεί να χάριζε τελικά τα βάζα του, αλλά όχι τόσο προβλέψιμα και έπειτα από σαχλές νουθεσίες. Μπορεί, ας πούμε, να έτρωγε πρώτα και τα δέκα γεμάτα βάζα για να αδειάσουν, και να μπορέσει να τα προσφέρει. Και μετά, όπως συμβαίνει στην ιστορία του Μιλν, θα πήγαινε να κυλιστεί στη λάσπη για να γίνει κατάμαυρος, ώστε να πιαστεί από ένα μπαλόνι και να πετάξει στον ουρανό, παριστάνοντας το … συννεφάκι, προκειμένου να ξεγελάσει τις μέλισσες. Κι έτσι να πλησιάσει τη φωλιά τους (με το ΜΕΛΙ), τραγουδώντας «Τι ωραίο συννεφάκι / στο γαλάζιον ουρανό!», για να τις πείσει ότι «είναι ένα μικρό μαύρο συννεφάκι στο γαλάζιο ουρανό», και «όχι μια αρκούδα που κρέμεται από ένα μπαλόνι». Και ο Ριρής, για τον ίδιο σκοπό, καθ’ υπόδειξιν του αγαπημένου του «άρκουδα» θα άνοιγε την ομπρέλα του, μονολογώντας: «Πωπώ, θα βρέξει μου φαίνεται», κοιτάζοντας την αρκούδα-σύννεφο.

Τη μεταμόρφωση της ιστορίας και του χαρακτήρα των ηρώων ακολουθεί και η μετάλλαξη της εικόνας. Τα υπέροχα σκίτσα του E.M. Σέπαρντ, με τη λεπτή και νευρώδη γραμμή, τα έχουν αντικαταστήσει κάτι χοντροκομμένες και στρογγυλεμένες φιγούρες: ο Γουρουνάκης, ο Πουφ, ο Γριγκρής και όλα τα ζώα, με ένα διαρκές ηλίθιο χαμόγελο· γελάνε αδιάκοπα, σαν αποβλακωμένα. Μια ματιά στις εικόνες αρκεί για να πείσει. Ολική καταστροφή: η απρόβλεπτης, αστείας, εντελώς αντισυμβατικής και διόλου διδακτικής ιστορία έχει καταντήσει ένα σαχλό ηθοπλαστικό αφήγημα, τύπου «θείας Λένας». Λίγο ακόμα και μου φάνηκε ότι ο Πουφ και ο Γουρουνάκης, αγκαζέ, θα άρχιζαν να τραγουδάνε με γλυκερή φωνή «Καλημέρα σας παιδάκια, η χρυσή ανατολή στη δουλειά μας προσκαλεί» ή «Βγαίν’ η βαρκούλα του ψαρά από το περιγιάλι…».

O μαοϊκός και ο μεταμοντέρνος Πουφ: πουφολογικές σπουδές

Υπάρχουν και πολλές άλλες μεταμορφώσεις του Πουφ. Οι περισσότερες από όσες ξέρω, ευτυχώς, είναι ευφάνταστες και διόλου διδακτικές. Σημειώνω δυο ξεχωριστές.

Πρώτον, την παρωδία «Τhe Mao οf Pooh» στο θρυλικό «Τhe voice of the turtle», ένα καταπληκτικό σάιτ, χιουμοριστικό και πλακατζίδικο, που είχαν φτιάξει αριστεροί φοιτητές κάποιου αμερικανικού πανεπιστημίου, στις αρχές του 21ου αιώνα (όπου, μεταξύ άλλων, η «θεία Ρόζα» έδινε αισθηματικο-πολιτικές συμβουλές, απαντώντας σε επιστολές αναγνωστών). Αναφέρομαι τόσο αόριστα στο σάιτ, από μνήμης, επειδή δεν υπάρχει πλέον, και δεν μπόρεσα να εντοπίσω ίχνη του. Παραθέτω ένα κομμάτι από τον μαοϊκό Πουφ, που έχει διασωθεί στον ιστό:

–«Δεν θα πάρεις», ρώτησε ο Πουφ με μελιστάλαχτη φωνή, «κάτι για πρωινό, ε, Τίγρη;»
–«Ασφαλώς», απάντησε ο Τίγρης. Και συνέχισε: –«Έχω, αλλά μην το πεις στην Κάνγκα ούτε στον Ρίκο ούτε ειδικά στον Γκριγκρή, ένα-δυο βάζα ΧΡΗΜΑ».
–«Χρήμα;» ρώτησε ο Πουφ, που διατηρούσε μια κάπως συγκεχυμένη ιδέα περί τραπεζογραμματίων.
–«Ναι! Βάζα γεμάτα χρήμα!»
–«Μμμ, και είναι το χρήμα γλυκό;»
–«Πιο γλυκό απ’ το μέλι!» αναφώνησε ο Τίγρης, γλείφοντας λαίμαργα τα χείλια του.
–«Απίστευτο!» είπε ο Πουφ, εξιταρισμένος, με τον ενθουσιασμό ο οποίο καταλαμβάνει μια αρκούδα-που-ανακαλύπτει-κάτι-πιο γλυκό-κι-από-το ίδιο-το-μέλι.
Πήραν λοιπόν τον δρόμο για το σπίτι του Τίγρη.
Η έκπληξη του Πουφ δεν περιγράφεται, όταν ο Τίγρης του παρουσίασε με υπερηφάνεια τα βάζα του με το χρήμα.
–«Δεν είναι μονάχα βάζα», εξήγησε με ανυπομονησία ο Τίγρης. –«Είναι υποσχετικές του μέλλοντος μέσα σε βάζα. Και παρόλο που μυρίζουν σα χαρτί τώρα, γρήγορα θα έχουν πολύ πιο γλυκιά μυρωδιά. Τον επόμενο μήνα, η τιμή τους θα έχει ανέβει και θα έχω περισσότερα βάζα.»
–«Πόσα βάζα θα έχεις;» ρώτησε ο Πουφ.
–«Τρία», απάντησε ο Τίγρης.
Έτσι λοιπόν ο Πουφ ανακάλυψε ότι ο φίλος του ο Τίγρης ήταν, απλούστατα, εκπρόσωπος μιας αντιδραστικής τάξης και έπρεπε να ανατραπεί.
Το δίδαγμα της ιστορίας είναι ότι, μακροπρόθεσμα, όλοι οι αντιδραστικοί είναι χάρτινες τίγρεις. Και δεν είναι ο Τίγρης, αλλά ο Πουφ, που αποτελεί τον ενσαρκωτή της λαϊκής βούλησης, ο πραγματικά ισχυρός.

Δεύτερον, δύο μοναδικά, από κάθε άποψη, βιβλία του Φρέντερικ Κριουζ (Frederic Crews). Έστιν ουν ο Φρέντερικ Κριουζ (γενν. 1933) ένας από τους πιο διάσημους λογοτεχνικούς κριτικούς των ΗΠΑ, καθηγητής για χρόνια στο Πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ – σήμερα ομότιμος. Το 1963 ο Κριουζ εκδίδει το The Pooh Perplex και, σαράντα χρόνια αργότερα, το 2003, το Postmodern Pooh. Και τα δύο βιβλία είναι αριστοτεχνικές παρωδίες, που διαλύουν κάθε σοβαροφάνεια, ιδίως ακαδημαϊκή. Υποτιθέμενοι «μελετητές», που κατασκευάζει ο Κριουζ με πλήρη εργοβιογραφικά στοιχεία (σαρκάζοντας, αντίστοιχες περσόνες της ακαδημαϊκής ζωής και τον λόγο που εκφέρουν), εξοικειωμένοι με τις «πουφολογικές σπουδές» (poohοlogy), αναλύουν τον Πουφ από μαρξιστική, καντιανή, φεμινιστική, μεταμοντέρνα, δομιστική κ.ο.κ. άποψη, σε ένα αληθινό διανοητικό πανηγύρι, όπου η σάτιρα οργιάζει, στην πιο λεπτεπίλεπτη και εντελή μορφή της.

Παραθέτω, απλώς, μερικούς τίτλους των «δοκιμίων», από τους πίνακες των περιεχομένων: Harvey C. Window, «Παράδοξη περσόνα: η ιεραρχία του ηρωισμού στον Winnie-the-Pooh»· Martin Tempralis, «Οι προλεταριακοί μύθοι ενός αστού συγγραφέα»· Woodbine Meadowlark, «Α la recherché du Pooh perdu»· Smedley Force, «Προλεγόμενα σε κάθε μελλοντική σπουδή του Winnie-the-Pooh» (από το Pooh Perplex). Biggloria3, «Εικονική αρκούδα»· Dudley Cravat, «Το λυκόφως των κυνών»· Carla Gulag, «Η σχάση του υπο-κειμένου: ιστορικές προβληματικές, η απόλυτη υπόθεση, κωδικοποιημένες αντιθέσεις και μετα-αφηγήσεις του ύστερου καπιταλισμού (στον Pooh)» (από το Postmodern Pooh).

Η πτώση, αλληγορία της έξωσης από τον Παράδεισο και ο Πουφ, υποκατάστατο του Αδάμ. Σκίτσο του Ernest M. Shepard.

Κλείνω με μια εικόνα του Πουφ, που αναλύεται ενδελεχώς στο Pooh Perplex, από τον C.J.L. Culpepper, (D.Lit. Oxon), στο άρθρο «O Felix Culpa! To μυστηριακό νόημα του Winnie-the-Pooh», που προσεγγίζει το έργο από θεολογική, και δη βιβλική, σκοπιά. Ο Πουφ πέφτει από το δέντρο όπου έχει σκαρφαλώσει αναζητώντας μέλι. Προσγειώνεται σε κάτι γαϊδουράγκαθα που του μπαίνουν στον πισινό. Στη συνέχεια, αποφασίζει, όπως είπαμε, να κυλιστεί στη λάσπη για να μαυρίσει, μεταμφιεζόμενος σε συννεφάκι ώστε να ξεγελάσει τις μέλισσες και να τους πάρει το μέλι. Η εικόνα της πτώσης από τον δέντρο, συνιστά, κατά τον μελετητή, αλληγορία της έξωσης από τον Παράδεισο και ο Πουφ, που επιθυμεί τον απαγορευμένο καρπό, αποτελεί «υποκατάστατο του Αδάμ»:

«Έτσι, ο Πουφ, το υποκατάστατο του Αδάμ, μετά την οδυνηρή του προσγείωση πάνω σε έναν αγκαθωτό θάμνο (ανατολικά της Εδέμ), θα προχωρήσει ακάθεκτος προς τον απαγορευμένο καρπό, τον οποίο επιθυμεί σφόδρα, με τον πόθο του γι’ αυτόν να έχει φουντώσει. Τώρα πλέον είναι εντελώς μαύρος, από το κεφάλι έως τις πατούσες [σ.σ. επειδή έχει κυλιστεί στη λάσπη] και τον βασανίζουν το «οι κακές μέλισσες» (τα πλάγια από το πρωτότυπο), μικρές εκδικήτριες οι οποίες, φέρνοντάς μας στο νου τόσο τους διάβολους του χριστιανισμού όσο και τις Ευμενίδες του Αισχύλου, μας προσφέρουν μια λαμπρή απεικόνιση αυτής της σύζευξης παγανιστικού και ιερού, την οποία αποκαλούμε χριστιανικό ουμανισμό».[1]

Ζηλεύω τα μάλα και συμπονώ τα μάλα κάθε πιθανό μελλοντικό μεταφραστή ή μεταφράστρια του Κριούζ στα ελληνικά. Τον ζηλεύω, γιατί θα περάσει υπέροχες μέρες και νύχτες και θα προσφέρει μια ανυπέρβλητη πηγή γέλιου και πνευματικής ευεξίας, πρώτα στον εαυτό του, και μετά στους αναγνώστες και τις αναγνώστριες. Και ταυτόχρονα τον συμπονώ βαθύτατα, γιατί θα βασανιστεί, θα περάσει μέρες και νύχτες αγωνίας και ταλαιπωρίας, στύβοντας το μυαλό του. Τους αναγνώστες και τις αναγνώστριες όμως τους μακαρίζω και μόνον μόνο, για την απόλαυση που θα κερδίσουν.

Βιβλιογραφική σημείωση

Οι ανυπέρβλητες μεταφράσεις της Λίνας Κάσδαγλη, και στα δύο βιβλία του Μιλν (εκδ. Ερμής, 1973) είναι εξαντλημένες εδώ και πολλά χρόνια. Σήμερα, το πρώτο βιβλίο, Winnie the Pooh, κυκλοφορεί σε μετάφραση Παυλίνας Παμπούδη (εκδ. Νεφέλη)· το δεύτερο βιβλίο, The House at Pooh Corner, κυκλοφορεί σε δύο μεταφράσεις: της Παυλίνας Παμπούδη (εκδ. Νεφέλη) και της Λουκίας Ρικάκη (εκδ. Καστανιώτης). Το Καλόκαρδο αρκουδάκι του Isabel Gaines, μετ. Ρένα Ρώσση-Ζαΐρη είχε κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα το 2000 (και επίσης κυκλοφορούν δεκάδες βιβλία και dvd για νήπια και παιδιά με ήρωα τον Γουίνι της Disney).
Όλα τα παραθέματα από το Ο Πουφ και η συντροφιά του, που παρατίθενται στο άρθρο, είναι από τη μετάφραση της Λίνας Κάσδαγλη.

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Στρατής Μπουρνάζος

Στρατής Μπουρνάζος

Ο Στρατής Μπουρνάζος γεννήθηκε το 1969 και είναι επιμελητής βιβλίων και ιστορικός. Για πολλά χρόνια επιμελούνταν τα «Ενθέματα» της κυριακάτικης Αυγής. Τους επόμενους μήνες θα κυκλοφορήσει η μελέτη του για το Congress for Cultural Freedom και τον Πολιτισμικό Ψυχρό Πόλεμο στην Ελλάδα (1950–1967), από τις εκδόσεις Αντίποδες.

Σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε

  • κ. Στρατή πολύ όμορφο το άρθρο σας. Το απόλαυσα πραγματικά. Με προβλημάτισε όμως αυτό που λέτε για τον μεταφραστή ότι δηλαδή θα “βασανιστεί” στύβοντας το μυαλό του. Είναι τόσο δύσκολη/απρόσιτη η πρωτότυπη γλώσσα; Το ρωτάω γιατί σκέφτομαι να το αγοράσω στην αγγλική έκδοση.

    Ευχαριστώ πολύ!