Τεύχος #6 Μουσική

Οι πρώην (και οι επόμενοι;)

Μια αναδρομή και κάποιες σκέψεις με αφορμή δύο πρόσφατες κυκλοφορίες ενός είδους που «δεν πέθανε»
Φωτογραφία: Deskgram

Η πρώτη αφορμή για το σημείωμα αυτού του μήνα αποτέλεσε ένα μάλλον αξιοπερίεργο φαινόμενο: η σχεδόν καθολική κριτική αποδοχή ενός δίσκου «καθαρόαιμου» πανκ εν έτει 2018[1]. Πράγματι, τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, στην ιστοσελίδα συγκέντρωσης μουσικοκριτικών με το εύγλωττο όνομα Album of the Year, την κορυφαία βαθμολογία (88/100, από 22 σταθμισμένες κριτικές) συγκεντρώνει ο δεύτερος δίσκος των Βρετανών IDLES μετά το περσινό “Brutalism”, το φρενήρες και έκδηλα πολιτικό “Joy as an Act of Resistance”, μια ανελέητη ηχητική επίθεση που ξεχειλίζει θυμό και ζωτική ενέργεια. Γιατί έκανα λόγο για “αξιοπερίεργο φαινόμενο”; Μα, γιατί για να βρούμε έναν δίσκο που να κατάγεται από τον ευρύτερο χώρο του πανκ και να έτυχε παρόμοιας υποδοχής, θα πρέπει να γυρίσουμε δεκαεφτά χρόνια πίσω: στο 2001 και το “Is This It” των Νεοϋορκέζων Strokes. Η διόλου ασήμαντη λεπτομέρεια είναι πως εκείνη η κιθαριστική, ρυθμική χειροβομβίδα ήταν κατά βάση ένας ποπ δίσκος, πολύ πιο μελωδικός και ανάλαφρος από το πόνημα των IDLES –θεματικός πυρήνας του οποίου είναι η αποκήρυξη της τοξικής αρρενωπότητας και της ξενοφοβίας και, επακόλουθα, η αποδοχή του εαυτού και του άλλου πέρα από τα μιντιακά στερεότυπα που τροφοδοτούν τον μικροφασισμό της καθημερινότητας. Καταλαβαίνει λοιπόν κανείς ότι η -πρωτίστως καλλιτεχνική, αλλά τηρουμένων των αναλογιών και εμπορική- επιτυχία των IDLES δεν είναι καθόλου αδιάφορη, αλλά μπορεί να σηματοδοτεί μια ευρύτερη τάση, ή σημαίνει άραγε κάποιου είδους «επιστροφή του πανκ»; Θα αποδειχθεί έτσι το “Joy…” ένας δίσκος ιστορικός, όπως προεξοφλούν οι διθύραμβοι του μουσικού ηλεκτρονικού τύπου;

Θα αφήσω τα ερωτήματα αυτά να αιωρούνται για λίγο, και θα στραφώ στη δεύτερη αφορμή του σημειώματος: την κυκλοφορία, τον περασμένο Μάρτιο, του καινούριου δίσκου των Ολλανδών The Ex με τίτλο “27 Passports”. Oι «Πρώην» αποτελούν ένα από τα παλιότερα και σημαντικότερα εν ενεργεία πανκ συγκροτήματα στον κόσμο, με αδιάλειπτη δραστηριότητα από το 1979 (όταν σχηματίστηκαν) μέχρι σήμερα. Η σχεδόν 40χρονη ιστορία της μπάντας, λεπτομερώς καταγραμμένη στον επίσημο ιστότοπό της, παρότι είναι μοναδική και ιδιοσυγκρασιακή, είναι επίσης και ευρύτερα διδακτική για την εξέλιξη του πανκ ιδιώματος και άρα ίσως μας φωτίσει σχετικά με τη συνάφειά του με την τρέχουσα συγκυρία.

Η ολλανδική νεολαία ήρθε πολύ νωρίς σε επαφή με το πανκ μέσω της τηλεόρασης, δίσκων και συναυλιών και το αποδέχθηκε αρχικά με ενθουσιασμό ως μια ακόμα όψη της εισαγόμενης ποπ μουσικής και κουλτούρας, κάνοντας πολλά υπάρχοντα συγκροτήματα να υιοθετήσουν χαρακτηριστικά του νέου μουσικού στιλ.[2] Από το 1978 και μετά άρχισαν να σχηματίζονται επί τούτου μπάντες που αυτοπροσδιορίζονταν ως πανκ, ωστόσο η χωροκοινωνική τους μήτρα είχε ήδη τυπικά μετα-πανκ χαρακτηριστικά: δεν ήταν απογοητευμένα παιδιά των εργατικών συνοικιών (όπως στη Βρετανία του 1977), αλλά μάλλον ανήσυχοι νέοι μεσοαστικής προέλευσης, φοιτητές καλλιτεχνικών σχολών και θαμώνες ή ένοικοι καταλήψεων. Ειδικά στην Ολλανδία, η σχέση του πανκ με το καταληψιακό κίνημα είναι απολύτως κομβικής σημασίας. Οι Ολλανδοί πανκ ήταν, τις περισσότερες φορές συνειδητά, συνεχιστές της παράδοσης των Πρόβος (Provos) και των Καμπάουτερς (Kabouters), των εναλλακτικών αναρχικών κινημάτων που, ξεκινώντας από το Άμστερνταμ, άσκησαν πολύ σημαντική επιρροή στην κοινωνική και πολιτική ζωή της χώρας από το 1965 έως τα μέσα της δεκαετίας του 1970, προωθώντας ένα εναλλακτικό πρότυπο αστικής ζωής με επίκεντρο τις καταλήψεις κενών κτιρίων –και κερδίζοντας θέσεις στα δημοτικά συμβούλια αρκετών πόλεων. Μόνο που, στα τέλη της δεκαετίας του 1970, ακόμα και στην πλούσια, ανεκτική, σοσιαλδημοκρατική Ολλανδία έχουν μαζευτεί πολλά σύννεφα: η αυξανόμενη ακρίβεια και ανεργία, που προστίθενται στο άγχος για τον επαπειλούμενο πυρηνικό όλεθρο και την περιβαλλοντική υποβάθμιση φέρνουν, αλληλοτροφοδοτούμενες, τη ριζοσπαστικοποίηση της νεολαίας και την ένταση της κρατικής καταστολής.

Σε αυτό το κλίμα λοιπόν, τέσσερις νεαροί από το Άμστερνταμ αποφασίζουν να φτιάξουν μια πανκ μπάντα -και το πανκ δεν προέκυψε ως στιλιστική επιλογή, αλλά ως μονόδρομος: χωρίζουν τα όργανα μεταξύ τους με κλήρωση, διαλέγουν όνομα με βάση το πόσο εύκολα μπορούσαν να το κάνουν γκραφίτι, και ξεκινούν πρόβες και συναυλίες σε καταλήψεις παίζοντας ό,τι μπορούν και μαθαίνοντας στην πορεία. Από το 1980 και μετά, στήνουν τη δική τους εταιρεία και κυκλοφορούν ένα LP κάθε χρόνο, καθώς και μικρότερης διάρκειας ηχογραφήσεις που συνήθως αφιερώνουν (θεματολογικά και εισπρακτικά) σε κάποιον ευρύτερο πολιτικό σκοπό: τη διάσωση κάποιας κατάληψης, την υποστήριξη του αντιστασιακού κινήματος στο Ελ Σαλβαδόρ ή στην Παλαιστίνη, των Βρετανών απεργών ανθρακωρύχων ή των πολιτικών κρατούμενων στη Νότια Αφρική. Ωστόσο, όσο πυκνώνει και επεκτείνεται η συναυλιακή δραστηριότητα των Ex, τόσο αραιώνουν αυτού του τύπου οι πολιτικές πρωτοβουλίες τους, ενώ συνεργάζονται με έναν ολοένα διευρυνόμενο κύκλο καλλιτεχνών (γεωγραφικά και υφολογικά) και η μουσική τους -η οποία, παρά τις συχνές αλλαγές μελών, παραμένει αναγνωρίσιμη- γίνεται σταδιακά πιο σύνθετη και πολυσυλλεκτική, αγγίζοντας το φολκ, τα μπλουζ, τη φρι-τζαζ, τον αβάν-γκαρντ αυτοσχεδιασμό.

Έχει ενδιαφέρον πως αυτή η διπλή στροφή της μπάντας -αφενός η απομάκρυνσή της από τον πολιτικό ακτιβισμό, και αφετέρου η ριζοσπαστική διεύρυνση των μουσικών της αναφορών- δείχνει να συμπίπτει χρονικά (και να αντιστοιχεί) με δύο ευρύτερες διαδικασίες που εκτυλίχθηκαν παράλληλα: αφενός, με την επικράτηση της «πολιτισμικής» φράξιας του ολλανδικού αναρχικού/καταληψιακού κινήματος έναντι της «πολιτικής», σε μια διαμάχη που πήρε χαρακτηριστικά ανοιχτής βίαιης σύγκρουσης μετά το 1987·[3] και αφετέρου, με την παρακμή του ολλανδικού πανκ, λόγω «της διάσπασης της σκηνής,[4] της εξάπλωσης της χρήσης ουσιών […] και του ηδονισμού που αντικατέστησε τον ακτιβισμό», όπως και του εκφυλισμού που επέφερε ο εμπορικός ποπ-πανκ ήχος συγκροτημάτων όπως οι Green Day και οι Offspring στα μέσα της δεκαετίας του 1990.[5]

Όπως και να ‘χει, οι Ex αποστασιοποιούνται τόσο από την πανκ/ροκ «φάση», που αρνούνται πλέον ρητά ότι έχουν σχέση με το είδος, παύουν να εμφανίζονται σε σχετικά φεστιβάλ και, μετά το 2000, φτιάχνουν τη δική τους ορχήστρα από κλασικούς και τζαζ μουσικούς, αποκτούν ιδιαίτερους δεσμούς με την Αιθιοπία -όπου κάνουν επαναλαμβανόμενες περιοδείες, διασώζουν και αναδεικνύουν σπάνιες ηχογραφήσεις και παίζουν με ντόπιους μουσικούς, όπως ο σπουδαίος σαξοφωνίστας Γκέτατσιου Μεκούρια (Getatchew Mekurya)- ενώ, πίσω στην Ευρώπη, συνεργάζονται σταθερά με το κουαρτέτο πνευστών Brass Unbound. Ακόμα και η αλλαγή τραγουδιστή το 2009 συνέβαλε σε αυτή την αποστασιοποίηση: ο (ικανότατος στιχουργός) GW Sok έγραφε μικρά, αιχμηρά μανιφέστα που ερμήνευε ξερά και κοφτά· ο τόνος του Άρνολντ Ντε Μπούρ (Arnold de Boer), που τον αντικατέστησε, είναι πιο ειρωνικός και παιγνιώδης, και οι στίχοι του δεν αναδεικνύουν τόσο την κοινωνικοπολιτική αδικία ή υποκρισία στη μεγάλη εικόνα, όσο τις ιδεοληψίες ή τον παραλογισμό που κρύβουν οι μικρές, καθημερινές μας συνήθειες και χειρονομίες.

Για να γυρίσω στα ερωτήματα της πρώτης παραγράφου, πρέπει να ξεκαθαρίσω ότι στόχος του σημειώματος δεν είναι να συγκρίνω, όχι τους νεόκοπους IDLES, αλλά τον οποιονδήποτε, με μια μουσική κολεκτίβα που έχει μια μοναδική πορεία 39 ετών, σχεδόν 150 κυκλοφορίες και έχει δώσει δύο χιλιάδες συναυλίες· κάτι τέτοιο δεν θα ήταν μόνο άδικο, αλλά και ατελέσφορο. Νομίζω πως, με την παρέκβαση για τους Ex, ήθελα να διερευνήσω τι μπορεί να σημαίνει πανκ τον 21ο αιώνα. Γιατί έχω την αίσθηση πως οι Ολλανδοί, με τον δικό τους παράδοξο τρόπο, εγκατέλειψαν το πανκ ως φόρμα ακριβώς για να παραμείνουν όσο πανκ ξεκίνησαν, όταν έπιαναν μουσικά όργανα για πρώτη φορά με στόχο να εκφράσουν τις αγωνίες και τις αντιρρήσεις τους για την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα του καιρού τους και της χώρας τους. Το ίδιο άλλωστε κάνουν στις μέρες μας συγκροτήματα όπως οι IDLES (ή οι απίθανοι Sleaford Mods): επικοινωνούν, με απλές συνθετικές και στιχουργικές δομές και τρόπο έντονα σωματικό, τις αγωνίες και τις ματαιώσεις τους, προσωπικές (όπως ο θάνατος της εργάτριας μητέρας) και πολιτικές (όπως το φιάσκο του Brexit), και για τον σκοπό αυτό παίζουν και φωνάζουν όσο πιο δυνατά μπορούν -και μας παρασύρουν.

Θα αποδειχθεί άραγε το “Joy as an Act of Resistance” ιστορικό, ένα νέο “Never Mind The Bollocks” ή ένα νέο “Nevermind”; Μια πρώτη γρήγορη απάντηση είναι: ποιος ξέρει; Και τι σημασία έχει να απαντηθεί αυτό τώρα; Για μια δεύτερη, πιο σύνθετη απάντηση, θα παραπέμψω στο πρώτο μου σημείωμα για το Marginalia για να υποστηρίξω πως, από το πόνημα των IDLES, όσο ξεσηκωτικό και απαραίτητο κι αν είναι το περιεχόμενό του σε μια εποχή που εκκολάπτονται τέρατα, λείπει το καινούριο, μουσικά καινοτόμο στοιχείο που θα έκανε τον δίσκο πραγματικά ριζοσπαστικό -ίσως μοιραία: το “Joy…” είναι πάρα πολύ παιδί της εποχής του για να είναι πραγματικά σημαντικό.

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Δημήτρης Ιωάννου

Δημήτρης Ιωάννου

Ο Δημήτρης Ιωάννου είναι δρ. Πολεοδομίας, τραγουδιστής των bokomolech και διάφορα άλλα πράγματα. Έχει υπάρξει συνεργάτης των «Ενθεμάτων» της Αυγής, της αγγλόφωνης ιστοσελίδας Analyze Greece! και του Red Notebook. Στον ελεύθερο χρόνο του διαβάζει, ασχολείται με τη μετάφραση και ακούει μουσική όσο και όπου μπορεί.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε