Τεύχος #3 Θρησκεία και Πολιτική

«Θα εμφανιζόσουν σε δεξίωση με μαγιό;»

Δύο γυναίκες με χιτζάμπ, αγνώστου (14/01/2017)

Η αφορμή γι’ αυτό το άρθρο, μέσα στο πλαίσιο ενός αφιερώματος για τη θρησκεία και την πολιτική, ήρθε από μια διάσημη διαμάχη η οποία δεν έχει αγγίξει ακόμα πρακτικά τη χώρα μας: τη διαμάχη για το χιτζάμπ και το μπουρκίνι στη Γαλλία. Στο παρόν άρθρο λοιπόν, εξετάζεται μια πρακτική, καθαρά έμφυλη, διάσταση της πολιτικής θεολογίας του Ισλάμ και της πρόσληψής του στην Ευρώπη.

Το χιτζάμπ, για να διασαφηνίσω τους όρους, είναι το μαντίλι που χρησιμοποιείται για το κάλυμμα της κεφαλής και του στέρνου. Υπάρχουν πάρα πολλά είδη καλυμμάτων, στα οποία συνήθως ο δυτικός καθομιλούμενος λόγος αναφέρεται συμπεριληπτικά με τον όρο «μπούρκα», που δηλώνει ειδικά έναν ολόσωμο τύπο καλύμματος, ο οποίος είναι και ο πιο αυστηρός. Οι λόγοι για τους οποίους συμβαίνει αυτό θα εξηγηθούν παρακάτω.

Το μπουρκίνι αποτελεί μια σύγχρονη ιδέα, ένα είδος ολόσωμου μαγιό κολύμβησης που καλύπτει το σώμα και το κεφάλι αφήνοντας ακάλυπτα πέλματα, χέρια και πρόσωπο. Αν και θα στοιχημάτιζε κανείς ότι η ιδέα του μπουρκίνι είναι μια αντρική ανακάλυψη με σκοπό το κέρδος, εντούτοις η πατρότητα (και το brandname «burkini» και «burqini» – για να μην ξεχνάμε την εμπορική διάσταση των πραγμάτων) ανήκει στην Αυστραλή μουσουλμάνα Αχέντα Ζανέττι (Aheda Zanetti). Το δημιούργησε το 2007, στον απόηχο μιας ρατσιστικής επίθεσης και ταραχών που έλαβαν χώρα στην Κρόνουλα του Σύδνεϋ το 2005 (Cronulla riots). Ο σκοπός της δεν ήταν μόνο να παρέχει ένα ευπρεπές ντύσιμο που να ικανοποιεί τα μουσουλμανικά πρότυπα, αλλά και ένα πρακτικό αθλητικό ρούχο που θα βοηθά στη σωματική άσκηση.

 

Ισλάμ: θρησκεία ή παράδοση;

Η θέση την οποία θα προσπαθήσω να αναπτύξω διεξοδικά στο παρόν άρθρο, είναι ότι η συζήτηση για το χιτζάμπ αποτελεί μια μετωνυμική συζήτηση. Όπως σε όλες τις συζητήσεις που αφορούν τη θρησκεία και την πολιτική, είτε στο θεωρητικό είτε στο πρακτικό τους μέρος, στο κέντρο του ερωτήματος βρίσκεται η θέση της θρησκείας στο σύγχρονο κόσμο γενικά και ειδικά η θρησκεία του Ισλάμ στην Ευρώπη.

Εδώ πρέπει να κάνουμε δύο παραδοχές: Η πρώτη είναι ότι η σύγχρονη θέση που ζητά να καταλάβει το Ισλάμ στην Ευρώπη είναι αυτή του αυτόνομου χώρου μακριά από το ευρύτερο πολιτισμικό συγκείμενο και βέβαια, σε έναν χώρο που βρίσκεται εκτός πολιτικής.[1] Η δεύτερη είναι πιο ειδική και αφορά τη Γαλλία, αν και μπορεί να γενικευτεί όσον αφορά τον κυρίαρχο λόγο περί εκκοσμίκευσης και τις σχετικές πρακτικές που τον συνοδεύουν. Η γαλλική laïcité, που θεωρείται σημαντική κατάκτηση από την πλευρά της δυτικής εκκοσμίκευσης, στην πράξη αφορά μια εξαίρεση μέσα στον ευρωπαϊκό κανόνα, η οποία προσπαθεί να καταστήσει την (κάθε) θρησκεία μια ειδική πολιτισμική κατηγορία που πρέπει να τελεί σε καθεστώς απομόνωσης.[2]

Η απόπειρα απομόνωσης του Ισλάμ από την έννοια του πολιτισμικού στοιχείου σε έναν χώρο εκτός πολιτικής, αναπτύσσεται ως αμυντική στάση των μουσουλμάνων εξαιτίας της αντιφατικής ανάγνωσης της Δύσης. Από τη μία υπάρχει το Ισλάμ που διαβάζεται ως κατοπτρικό κοσμοείδωλο της χριστιανικής εκδοχής της εκκοσμίκευσης. Από την άλλη, το Ισλάμ προσλαμβάνεται ως ανταγωνιστής της χριστιανικής εκδοχής της εκκοσμίκευσης, συχνά από τους ίδιους ανθρώπους. Αυτή η αντίφαση προκύπτει με τη σειρά της από τον τρόπο που οι Ευρωπαίοι βλέπουν το Ισλάμ. Το Ισλάμ θεωρείται θρησκεία ανάλογη του (προτεσταντικού) Χριστιανισμού και όχι παράδοση από την οποία αντλούν οι άνθρωποι στοιχεία και τα προσαρμόζουν στην εποχή τους.[3]

Αυτή η αντίληψη οδηγεί σε ορισμένες κρίσιμες γενικεύσεις: στη δημόσια συζήτηση το Ισλάμ προβάλλεται ως ένα ενιαίο σύστημα και ως συγκροτημένο πολιτικό σχέδιο, πράγμα που παραβλέπει τις διαχρονικές μεταβολές των θρησκευτικών αντιλήψεων των υποκειμένων, των πρακτικών και των θεσμών, είτε αυτό συμβαίνει μεταξύ διαφορετικών τμημάτων του πληθυσμού σε μια συγκεκριμένη κοινωνία, είτε μεταξύ των διαφορετικών μουσουλμανικών χωρών. Παράλληλα, η κυρίαρχη ιδεολογία περί Πολιτικού Ισλάμ (πολιτικής θρησκείας εν προκειμένω), θεωρεί ότι το Ισλάμ προσπαθεί να ανταγωνιστεί την εκκοσμίκευση εντός του πεδίου αναπαραγωγής της, δηλαδή την πολιτική σφαίρα (έθνος, κράτος, πολίτης, σύνταγμα, νομικό σύστημα), αν και στην πράξη μέχρι σήμερα δεν έχουμε κάποια ανοιχτή σύγκρουση παραδειγμάτων.

 

Οδηγεί το χιτζάμπ στην επίθεση αυτοκτονίας;

Στη Γαλλία (και στην υπόλοιπη Ευρώπη) η ισλαμοφοβία έχει διαποτίσει τη σύγχρονη ρητορική περί Ισλάμ κι έχει δημιουργήσει το εξής ερμηνευτικό σχήμα: Στην κορυφή του Ισλάμ ως πολιτικού συστήματος –και στις χώρες που αυτό αναπτύσσεται– υπάρχουν οι πολιτικοί τρομοκράτες (λ.χ. Αλ Κάϊντα, ISIS), από κάτω υπάρχουν όλοι όσοι τους στηρίζουν που είναι Ισλαμιστές ή ανήκουν στο Πολιτικό Ισλάμ (λ.χ. Αδελφοί Μουσουλμάνοι). Υπάρχουν και οι (νέο)φονταμενταλιστές που κατακτούν την εξουσία μετά τις εξωτερικές στρατιωτικές επεμβάσεις (λχ. Ταλιμπάν). Κάτω από αυτό το πολιτικό πλέγμα υπάγονται όσοι προσδιορίζονται πολιτιστικά ως μουσουλμάνοι, οι οποίοι θεωρητικά προετοιμάζουν το έδαφος για τους παραπάνω στις χώρες που βρίσκονται σήμερα. Ο ισλαμοφοβικός λόγος στη Δύση επιχειρεί διαρκώς να αντιπαραβάλει αυτές τις «κατηγορίες ανθρώπων» συνολικά σε μία έννοια εκκοσμίκευσης την οποία η Δύση έχει κατακτήσει.

Σε αυτό το πλαίσιο, η διαμάχη για το χιτζάμπ και το μπουρκίνι εμπίπτει σε αυτό που ο Μισέλ Φουκώ (Foucault) ονόμασε κυβερνησιμότητα (governmentality), δηλαδή στον τρόπο με τον οποίο οι εκάστοτε κυβερνήσεις προωθούν τις πολιτικές τους βάζοντας τους πολίτες να επιτελούν έναν ρόλο κοινωνικού επιτηρητή με αντάλλαγμα την επιβράβευση του «καλού πολίτη» έναντι των «κακών πολιτών».[4] Έτσι, είδαμε πολίτες να προσπαθούν να εντείνουν τις απαγορεύσεις του χιτζάμπ και του μπουρκίνι, να μπαίνουν σε ενεργητικούς ρόλους καταδότη και επιτηρητή, να ανακρίνονται μικρά παιδιά από την αστυνομία γιατί φορούσαν το χιτζάμπ και να γίνονται εκστρατείες στα σχολεία της Γαλλίας ενάντια στο χιτζάμπ.

Με αυτόν τον τρόπο, η γαλλική κυβέρνηση θέλησε να προτάξει μια στρατηγική πρόληψης εναντίον των εγκλημάτων τρομοκρατίας, εντείνοντας το καθεστώς έκτακτης ανάγκης και περιορίζοντας την ελευθερία έκφρασης των σωμάτων των μουσουλμάνων Άλλων. Σε μια συζήτηση που ξεκίνησε το (όχι και τόσο) μακρινό 1989 για τον κοσμικό χαρακτήρα της Γαλλικής δημοκρατίας και τη χρήση της μαντίλας, το 2016 περισσότεροι από 30 δήμοι της Γαλλίας εξέδωσαν διατάγματα που απαγόρευσαν τη χρήση ρούχων τύπου μπουρκίνι στις παραλίες.

 

Τι λένε οι γυναίκες γι’ αυτά;

Στο φεμινιστικό στρατόπεδο  η τάση ολικής απόρριψης του χιτζάμπ ως μέσου καταπίεσης και η τάση αποδοχής του, ως στοιχείου διαφορετικότητας, διαίρεσαν τις περισσότερες φεμινιστικές εκφάνσεις, ειδικά τις πιο ριζοσπαστικές.  Ένα μεγάλο κομμάτι του φεμινιστικού λόγου τάχθηκε ανοιχτά με τις δικαιολογίες της γαλλικής κυβέρνησης, που διέπονται από αντιλήψεις περί υγιεινής και από τα προτάγματαπου ακούν στο όνομα προστασία της δημόσιας τάξης, υπεράσπιση του κοσμικού χαρακτήρα και βέβαια καταπολέμηση του ισλαμικού φονταμενταλισμού και άρση της γυναικείας καταπίεσης που υφίστανται οι γυναίκες.

Όπως ανάφερα και στην αρχή, στον δημόσιο λόγο πολύ εύκολα οι διάφορες εκδοχές του καλύμματος της κεφαλής μετονομάζονται στην πιο αυστηρή εκδοχή τους: στην Ελλάδα όλα τα καλύμματα είναι «μπούρκα», στη Γαλλία αντίστοιχα για πάρα πολλά χρόνια, όλα τα καλύμματα κεφαλής αναφέρονταν ως «τσαντόρ» (το τσαντόρ είναι επίσης μια ολόσωμη εκδοχή καλύμματος). Ο τρόπος αυτός περιλαμβάνει ένα θεμελιώδη μηχανισμό, ο οποίος ανάγει τα καλύμματα κεφαλής σε ζήτημα πολιτικής ακολουθώντας μια διαδικασία που ονομάζεται πολιτιστική παραίτηση. Με απλά λόγια το συγκεκριμένο ένδυμα αποσυνδέεται τελείως από το πλαίσιο, μέσα στο οποίο αναπτύσσεται και χρησιμοποιείται, και επαναπροσδιορίζεται ως διακριτό σύμβολο που υπονομεύει τη συλλογική δράση των υποκειμένων.

Αυτή η διαδικασία δεν υπάρχει μόνο σήμερα αλλά εντοπίζεται η εμφάνισή της από την εποχή της Ιρανικής Επανάστασης. Από το 1979 και εξής αρχίζει να εμφανίζεται η αναπαράσταση της μαντίλας ως ορατό σημάδι της ανόδου του πολιτικού Ισλάμ και με τον ίδιο τρόπο και τα άλλα καλύμματα άρχισαν να αναφέρονται ως σύμβολο του βίαιου Ισλάμ. Κατά την διαδικασία αυτή τα κίνητρα και οι πεποιθήσεις των γυναικών που φορούν ένα κάλυμμα κεφαλής ή και προσώπου απλώς αγνοούνται.[5]

Στον αντίποδα της (γενικευμένης) δυτικότροπης φεμινιστικής αντίληψης που θέλει τη μαντίλα αυστηρά όργανο καταπίεσης, εμφανίζεται στη Δύση μια σύγχρονη εκ διαμέτρου αντίθετη αντίληψη που (πάλι) παραγνωρίζει τα υποκείμενα και κάνει λόγο για το χιτζάμπ ως φεμινιστικό σύμβολο απελευθέρωσης, ως σημείο ριζοσπαστικού φεμινισμού.

Κάπου ανάμεσα στις δύο αυτές θέσεις, η κοινωνική ανθρωπολογία και η ριζοσπαστική πολιτική θεολογία, έχουν προσπαθήσει να βρουν χώρο να αρθρώσουν το δικό τους επιχείρημα.

Η ανθρωπολόγος Λίλα Αμπού-Λουγκόντ (Lila Abu-Lughod), η οποία έχει πραγματοποιήσει έρευνες κυρίως για ζητήματα που αφορούν τις γυναίκες στη Μ. Ανατολή, στα πλαίσια της θεωρητικής της συνεισφοράς έχει επισημάνει ότι πολλές αποτυπώσεις στερεοτύπων της βίας μεταξύ των φύλων (που αναπτύσσονται σε ορισμένες θεωρίες) αναπαριστούν περισσότερο μια δυτική φοβία κλιμάκωσης και πολιτικής βίας· με λίγα λόγια, για πολλούς όντως το χιτζάμπ οδηγεί στις επιθέσεις αυτοκτονίας. Αυτό που η Αμπού-Λουγκόντ επισημαίνει είναι ότι υπάρχει μια δυτική αφήγηση για την καταπίεση, η οποία πέρα από το ότι παραγνωρίζει τις επιθυμίες των υποκειμένων, παραγνωρίζει και τον ρόλο της Δύσης που παρήγαγε ένα αντιφατικό αποτέλεσμα εισβάλλοντας στους άλλους πολιτισμούς.

Η εμφάνιση, για παράδειγμα, των φεμινιστικών ιδεών στην Αίγυπτο δεν έγινε μόνο εισάγοντας τις βασικές ιδέες χειραφέτησης των γυναικών, αλλά παράλληλα και τις αντίστοιχες δυτικές πατριαρχικές ιδέες για τον σωστό γάμο ή την ανατροφή των παιδιών. Σε αυτό το πλαίσιο, αναπτύχθηκε μετά τη δεκαετία του ’50 μια φιλελεύθερη ρητορική, η αναπαρήχθη πολύ από την τηλεόραση (και από το πρόγραμμα «εκδυτικισμού» του Νάσερ) που ήθελε τη γυναίκα να συμμετέχει στην παραγωγή για την πρόοδο του έθνους, αλλά παράλληλα την περιέγραφε ως κακή σύζυγο και μητέρα, ως συναισθηματικά ψυχρή. Δηλαδή το εισαγόμενο πατριαρχικό πρότυπο ερχόταν να αμφισβητήσει το υπάρχον.

Σε αυτήν την αντιφατική κίνηση αντιτάχθηκαν οι Ισλαμιστές, οι οποίοι βρέθηκαν να προβάλλουν όσο το δυνατόν περισσότερο μη-δυτικά πρότυπα. Έτσι το πρόβλημα για τις γυναίκες έγινε διπλό. Από τη μία βρέθηκαν να τις κατηγορούν οι φιλελεύθεροι και να συμφωνούν και οι Ισλαμιστές μαζί τους, ότι η γυναίκα έπρεπε να γίνει πιο δοτική, να προσφέρει πιο πολύ συζυγική αγάπη, να είναι πιο ενεργή στην ανατροφή των παιδιών και ταυτόχρονα να διαφωνούν οι άντρες μεταξύ τους για το αν έπρεπε ή όχι να έχουν θέση οι γυναίκες στην παραγωγή![6]

Ακολουθώντας τη σκέψη της Αμπού-Λουγκόντ και συνδέοντάς την με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω για την εκκοσμίκευση στη Γαλλία, θέλω να καταλήξω στο εξής συμπέρασμα όσον αφορά το χιτζάμπ και το ερώτημα περί καταπίεσης: ο Ισλαμισμός είναι σε πολλές περιστάσεις υπεύθυνος την καταπίεση των γυναικών (πχ. Ταλιμπάν, κλειτοριδεκτομή, κλπ.). Ταυτόχρονα ωστόσο δημιουργεί και ένα πλαίσιο γυναικείας ενδυνάμωσης και διεκδίκησης (πχ. Ιράν), το οποίο δεν μπορεί να προσφέρει η δυτική εκκοσμίκευση, γιατί κυρίως μιλάει για τα υποκείμενα χωρίς την άδειά τους.

Στην πραγματικότητα, η συγκεκριμένη αντιμετώπιση από την πλευρά της δυτικής χειραφέτησης (ειδικά η πιο φιλελεύθερη εκδοχή των πολιτικών ταυτότητας)  ισχυροποιεί τις υπάρχουσες θρησκευτικές πρακτικές και ταυτότητες και δεν τους επιτρέπει να διαλυθούν σε περισσότερες και πιο διαφοροποιημένες. Συνεπώς, δικαίως απορρίπτεται ως περιοριστική αυτή η πρόταση χειραφέτησης από τα υποκείμενα, μάλιστα μπορεί να θεωρηθεί εξίσου περιοριστική με ένα αντίστοιχο θεοκρατικό καθεστώς που επιβάλλει με τον απομονωτισμό του μια θρησκευτική νόρμα.

Από την άλλη, δεν μπορούμε να κατηγοριοποιήσουμε το Ισλάμ μέσα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο το οποίο να μην αναπαράγει στερεότυπα συνδεόμενα με συγκεκριμένη πολιτική ιδιοτέλεια. Αυτό καθιστά το Ισλάμ μια κίνηση υποκειμένων, που δεν μπορεί να αποτελεί μια αμιγή, συνεκτική κατηγορία. Θα λέγαμε ότι πρόκειται για ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο σώμα ιδεών, γλώσσας και πρακτικών, ειδικά μέσα στο ευρωπαϊκό έδαφος και άρα μπορεί να έχει -ανά περίπτωση και υπό προϋποθέσεις- απελευθερωτική δυναμική.

Σε αυτό θεωρώ ότι συμβάλλει η δομή του Ισλάμ ως μια παράδοση που συνδέει χαλαρά τα υποκείμενα με διάφορες πρακτικές. Κλείνοντας, θα πρέπει κάθε φορά να αναρωτιόμαστε, όπως έκανε η Αμπού-Λουγκόντ παραφράζοντας μια διάσημη φράση της Γκαγιάτρι Τσακραβόρτι Σπίβακ (Gayatri Chakravorty Spivak): «μπορούμε να φανταστούμε λευκές γυναίκες, να σώζουν σκούρες γυναίκες από σκούρους άνδρες;»

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Νίκος Βασιλόπουλος

Νίκος Βασιλόπουλος

Ο Νίκος Βασιλόπουλος γεννήθηκε το 1983 στην Αθήνα. Είναι μέλος της συντακτικής ομάδας των εκδόσεων Εκτός Γραμμής και στην επαγγελματική του πορεία έχει ασχοληθεί με τη δημοσιογραφία,ιδιαίτερα με την ανάλυση θεμάτων διεθνούς πολιτικής. Η πιο πρόσφατη συνεργασία του είναι με το The Press Project και την πλατφόρμα Omnia TV. Είναι πτυχιούχος Ιστορίας από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, έχει μεταπτυχιακό δίπλωμα στη Θρησκειολογία από το Πανεπιστήμιο Κοπεγχάγης και είναι υποψήφιος διδάκτορας Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα επιμερίζονται στη Θρησκειολογία, την Ανθρωπολογία της Θρησκείας και την Πολιτική Θεολογία.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε