Λογοτεχνία

Το στοχαστικό σταχτοδοχείο

Εκεί, εκεί μπροστά σας. Όχι αυτό. Στο τραπέζι λίγο αριστερά. Εκεί –με το έψιλον παρατεταμένο. Αυτό είναι ένα σταχτοδοχείο. Τώρα θα μου πείτε τι σας νοιάζει εσάς. Ε μα, το αδικείτε. Ξέρω, τώρα θέλετε ν’ ακούσετε «Αυτό δεν ήταν ένα σταχτοδοχείο σαν τα άλλα». Ωστόσο ήταν. Ήταν ένα απλό τασάκι ούτε πλαστικό ούτε κρυστάλλινο. Ήταν γυάλινο με χρώμα πράσινο σαν το πράσινο διέλευσης στα φανάρια, σαν το νέον σταυρό στα φαρμακεία, σαν το αψέντι που έστειλε πριν της ώρας τους τους καταραμένους ποιητές. Πολύ το ‘θελε να είχε φτιαχτεί σε κάποιο ρώσικο εργαστήρι, σφυρηλατημένο από ουράλιο μέταλλο. Συχνά, προς το ξημέρωμα, όταν τα φώτα έκλειναν και κλείδωνε το μαγαζί, σκεφτόταν πως ήταν ένα τέτοιο κειμήλιο∙ σταχτοδοχείο, αμ πώς. Πως εκδιώχθηκε από την επαρχία της Ρωσίας για να γλιτώσει τους μπολσεβίκους, χωμένο στον κόρφο κάποιου ευγενικού αστού που το ‘χε κειμήλιο από τον προπάππου του, που το ‘χε προικώο δώρο της μάνας του προς το δικό του πατέρα. Πως είχε καταγωγή μεγάλη από κάποιο βαθύ στο χρόνο τζάκι του Ροστόβ, πέρασε λάθρα από γη και Μαύρη θάλασσα κι έφτασε εδώ στο ακρωτήρι του Αίνου να συνεχίσει από γενιά σε γενιά μαζί με το ρούσικο αίμα. Κάθε τόσο θα το πρόσεχαν να το καθαρίσουν, να μείνουν τα μεταλλικά σκαλίσματα του καθαρά, θα το έβαζαν σε περίοπτη θέση στο σύνθετο, θα το κληροδοτούσαν από γενιά σε γενιά μαζί με τις ιστορίες τρόμου για αιμοδιψείς κομμουνιστές που δεν συμπαθούσαν τ’ αριστοκρατικά σταχτοδοχεία, αν και ετούτο εδώ ήξερε ότι όλα αυτά ήταν βλακείες, οι κομμουνιστές τα αγαπούσαν βέβαια, οπότε ήταν το δίχως άλλο καλοί άνθρωποι. Πού το ήξερε αυτό; Ε είχε δει που το αφεντικό είχε στον τοίχο μια φωτογραφία του Τσε Γκεβάρα να δαγκώνει ένα πούρο να με το συμπάθιο. Το σταχτοδοχείο λοιπόν, απολάμβανε συχνά το παραμύθι της σιβηρικής του καταγωγής και πολύ το λυπούσε που δεν είχε κάποια μεγάλη προγονική ταυτότητα, κάποια ιστορία με κύρος να πει. Το ‘χε απαρχής στοιχειώσει η έγνοια της καταγωγής, έγνοια κοινή της ανθρωπότητας κι ό, τι μπορούσε να βοηθήσει στον αγώνα της καταξίωσης αυτής, έπαιρνε λάμψη αλλιώτικη, της αντανάκλασης, που θάμπωνε τα μάτια πιο σωστά.

Αλλά το πράσινο, γυάλινο σταχτοδοχείο είχε φτιαχτεί σε κάποια επαρχιακή βιομηχανία –ή μήπως δεν πρόκειται καν γι’ αυτό, αλλά για βιοτεχνία– σταχτοδοχείων, όπως τόσα άλλα πανομοιότυπά του. Εδώ είχε φτάσει από τύχη. Μια μέρα το πήρε ο Σπύρος απ’ το σωρό και το αγόρασε. Για λίγο κράτησε η χαρά της μοναδικότητάς του. Όταν ένιωσε το ζεστό ανθρώπινο χέρι να το κρατά κι έπειτα όταν το έβαλε, όχι και τόσο προσεχτικά είν’ η αλήθεια, στη σακούλα. Είχε βρει το σπίτι του. Έπειτα ήρθε –ο Σπύρος– και το άφησε σ’ αυτό εδώ το μπαρ, ένα τασάκι ανάμεσα στ’ άλλα τασάκια. Αχ. Συχνά δεν το άφηναν καν να ‘χει το δικό του τραπέζι, εκείνο που είναι στη μέση του μαγαζιού. Θα ήταν ασφαλές να υποθέσουμε ότι το είχε πια προσβάλει και το μικρόβιο της ιδιοκτησίας, αν δεν ήταν για την άλλη ανθρώπινη έφεση, μια παλαιολιθική επιθυμία για εστία. Άλλοτε, κατέφταναν καινούρια σταχτοδοχεία. Συχνά, δεν ήταν καν τέτοια∙ μικρά βάζα, μεταλλικά κουτάκια από καραμέλες ή κονσέρβες κι ό, τι άλλο μπιχλιμπίδι έβαζε ο νους. Αυτή η ύπουλη δουλειά να τους παίρνουν τις θέσεις τέτοια μη-σταχτοδοχεία όλο κι εξαπλωνόταν. Κι όλοι κάθονταν σαν χάνοι από πάνω τους κι αναφωνούσαν Μα τι ωραίο, Τι φοβερό, Αχ θέλω ένα. Καμιά φορά σούφρωνε κάποιος κάποιο και τότε αυτό το τυχερό βάζο έβρισκε σπίτι, σκεφτόταν μελαγχολικό το σταχτοδοχείο.

Κι ήταν ένα σταχτοδοχείο όπως όλα τ’ άλλα. Όμως καθένα είχε τις δικές του ιστορίες να πει, κι ήταν έτσι μοναδικό με τον τρόπο του. Ετούτο εδώ, είχε την αποκλειστικότητα της ιστορίας συγκεκριμένων ανθρώπων μια συγκεκριμένη νύχτα της ζωής τους. Ίσως τα λόγια που είχαν μοιραστεί ένα τέτοιο βράδυ, να τα επανέλαβαν ή να τα αναδιηγήθηκαν σε ένα άλλο μπαρ ή στο φως της μέρας, στα ίδια ή σε άλλα πρόσωπα, αλλά σημασία είχε ότι ήταν αυτό που κρατούσε τα θραύσματα ανεπανάληπτου χρόνου της ζωής όσων είχαν περάσει από μπροστά του. Πολλοί είχαν καθίσει γύρω του. Παρέες που φώναζαν δυνατά γύρω απ’ το μικρό τραπέζι, κυρίες μέσης ηλικίας παλιές φιλενάδες, γιάπηδες σαραντάρηδες, που δεν πίστευαν πως πέρασαν τα τριάντα και είχαν κάτι θλιβερό στο πώς εξασκούσαν αυτή την αθεΐα, γέροι, πιτσιρικάδες, ζευγάρια ερωτευμένα και τσακωμένα, πρώτα ραντεβού.

Οι καπνιστές τού ήταν προσφιλείς. Ήξερε τις κινήσεις τους γύρω του, η ιερή τελετουργία του καπνίσματος τούς κρατούσε καλά προφυλαγμένους απ’ την αμηχανία. Το άλεσμα των πνευμόνων τους έπεφτε εντός του, ήταν αυτό μια χωματερή ιδιότυπη, από ανάσα, προσδοκία και φλέγμα. Τι άλλο ήταν η στάχτη από υλικό ονείρων, τι άλλο από το κατακάθι της δημιουργίας, σκεφτόταν -φωτιά, χαρτί και ανθρώπινο πνευμόνι, κλίβανος που ζυμώθηκαν κενοί χρόνοι, πίσσα και λέξεις- απαραίτητο για ν’ αποδείχνεις ότι κάτι διήθισες, κάτι έβγαλες στον αφρό εν τέλει. Γι’ αυτό, οι μη καπνιστές προσφέρονταν για σπουδαία ανθρωπολογική μελέτη. Δυστυχώς, όταν στο τραπέζι έρχονταν μόνο τέτοιοι, το έπαιρνε μακριά η Ρίτα κι έτσι ποτέ δεν έμαθε τι λένε οι άκαπνοι μεταξύ τους. Όταν όμως η συντροφιά ήταν ένας κι ένας, ήταν η στιγμή του να εντρυφήσει στον τρόπο που η σιωπή αποκάλυπτε τον ανθρώπινο χαρακτήρα. Αυτά τα μυστήρια όντα που δεν κάπνιζαν, ήταν εκτεθειμένα αλύπητα στις σιωπές, τις παύσεις, τα μετέωρα ερωτηματικά, μα και την τελεία μετά από ένα θέμα. Το χάζεμα στο κινητό δεν μπορούσε σε τίποτα ν’ αντικαταστήσει την ψευδεπίγραφη γοητεία του καπνιστή ούτε την σιγουριά της νωχελικής επανάληψης των κινήσεων∙ τσιγάρο-φωτιά-εισπνοή-εκπνοή-επανάληψη. Τα κακόμοιρα εκείνα, τα απροστάτευτα πλάσματα που δεν κάπνιζαν, φανέρωναν σε εκείνα τα νεκρά λεπτά το αληθινό τους χρώμα. Άλλοι ‘σπευδαν ν’ ανοίξουν νέο θέμα με κάποιο λαρυγγισμό απ’ τη βιασύνη ή την αμηχανία. Άλλοι δεν ‘ξεραν τι να κάνουν τα χέρια τους, τ’ ακούμπαγαν μια στο τραπέζι, μια στα γόνατά τους και ‘καναν πως αλλάζουν θέση. Άλλοι έπιναν μια γουλιά νερό και κοιτούσαν γύρω από νευρικότητα ή βαρεμάρα. Κι άλλοι ‘μεναν ασυγκίνητοι στη σιωπή, αγέρωχοι σαν να τους ήταν αυτή ένα ρούχο καθημερινό, μια κατάσταση σε θερμοκρασία δωματίου και το σταχτοδοχείο μάντευε σχεδόν την κρύφια αγαλλίασή τους για τα ανέγγιχτα από λέξεις λεπτά.

Το τασάκι παρέμενε βουβό ακροατήριο κι εντός του άλεθε τις ιστορίες, έφτιαχνε την προσωπική του πινακοθήκη, σαν να κολλούσε πλάι πλάι τα καρέ ενός φιλμ. Κι έβρισκε πως παρότι δεν είχε δική του ιστορία να πει, η ασήμαντη καταγωγή του ξεθώριαζε πίσω απ’ τις ιστορίες που είχε μάθει. Αργά και σταθερά πάλιωνε κι αυτό, κι ήλπιζε πως έβρισκε τη θέση του στον κόσμο.

Κάποια στιγμή βέβαια ο χρόνος του θα τελείωνε. Το συνειδητοποίησε ακαριαία, μια εντελώς άδοξη στιγμή που η Ρίτα σκούπιζε το τραπέζι – όπως συνήθως, ήταν άδοξες κι ολωσδιόλου πεζές οι στιγμές που σε έβρισκε κατακούτελα η σοφία, εντελώς απροετοίμαστο, ντυμένο νεγκλιζέ τη νύχτα που ξυπνάς από καούρα ή στη δουλειά την ώρα που περιμένεις στο φωτοτυπικό, ασχημάτιστα, χωρίς ούτε ένα δίσκο να παίζει για υπόκρουση, η ζωή ήξερε από σενάριο, αλλά από σκηνοθεσία, null, μηδέν στο πηλίκο, τα πλάνα σου τα προσέγγιζε σαν να ήσουν κομπάρσος στην ίδια σου την ταινία. Όπως λοιπόν σφουγγάριζε η Ρίτα, του ήρθε η συνειδητοποίηση στο δόξα πατρί. Μόλις μεγαλώσουμε, αρχίζουμε να μεγαλώνουμε. Τι θηριωδία.

Πόσα χρόνια χρηστικής ζωής έχει ένα τασάκι, πραγματικής νιότης, ε. Να ‘ναι είκοσι χρόνια σε εξαιρετικές περιστάσεις. Και πάντως όχι όταν μένεις σε μπαρ και είσαι ένα απλό τετράγωνο τασάκι από πράσινο γυαλί. Θεέ μου, είκοσι χρόνια νιάτα κι έπειτα ατέλειωτα γηρατειά. Ούτε το ένα τρίτο του χρόνου σου δεν ήταν η εποχή της ακμής σου. Και μετά μια αιωνιότητα χωρίς τέλος. Το άκουσε μια μέρα, από έναν άνθρωπο, που το ‘πε καθαρά στο συνομιλητή του. Έδειξε το σταχτοδοχείο με το δείκτη και είπε «Ξέρεις πόσο χρόνο κάνει ν’ αποσυντεθεί το γυαλί; Κανείς δεν ξέρει ακριβώς. Λένε ακόμα και για ένα εκατομμύριο χρόνια. Ούτε δείγμα ανθρώπου δεν θα μένει κι αυτό εδώ θα ζει». Ωχ αλίμονο. Τι μοίρα κι αυτή, να ζει και να ζει, προς πείσμα κάθε συνείδησής του, μες στην μεγάλη ακατάλυτη μοναξιά του κόσμου, όταν όλα τα χέρια που το άγγιξαν, όλα τα χείλη που φίλησαν τα τσιγάρα που στεριώθηκαν απάνω του, οι φωνές που του διηγήθηκαν τις ιστορίες τους, θα ‘χουν χωνευτεί, θα ‘χουν βουβαθεί, μήτε κι η σκόνη τους δεν θα ‘χει μείνει. Α, η απάνθρωπη μοίρα των πραγμάτων!

Έτσι βαριά συλλογισμένο το σταχτοδοχείο, απόρησε ποια ήταν η μοναδική του ελπίδα για να απαλλαγεί από το μαρτύριο της οριακής αθανασίας. Μα τελοσπάντων, μόνο αν γινόταν θρύψαλα θα μπορούσε να αφήσει αυτόν τον κόσμο έγκαιρα. Μα, βέβαια. Το μόνο που χρειαζόταν να κάνει ήταν να βρεθεί στο χείλος του τραπεζιού, να κάνει μια έτσι και να σκάσει κάτω. Τέλος στον αργό, βασανιστικό θάνατο της μοναξιάς. Μόνο να μπορούσε να κάνει αυτό το σάλτο mortale. Αλίμονο, όπως κάθε πράγμα, εξαρτιόταν κι αυτό απ’ τ’ ανθρώπινα χέρια. Απελπισία. Το τέλος του ήταν στα χέρια κάποιου άλλου. Μόνο από τυχαιότητα μπορούσε να πεθάνει κι αυτό ήταν κάτι το τρομερό, γιατί σήμαινε πως έπρεπε να είναι έτοιμο ανά πάσα στιγμή για την πιθανότητα του θανάτου, πράγμα αδύνατο, κι έτσι έπρεπε να αποδεχθεί ότι ο θάνατος θα το έβρισκε απροετοίμαστο, πράγμα αβάσταχτο.

Οι ώρες παρουσιάζονταν έκτοτε μακρές, σέρνονταν μ’ αγωνία. Μόνο ένα χέρι μπορούσε να το γκρεμίσει και γκρεμίζοντάς το να το σώσει. Όταν το μπαρ άνοιξε πάλι, άρχισαν να συνωστίζονται τ’ ανθρώπινα γέλια και τα παράπονα. Το σταχτοδοχείο δεν στάθηκε τυχερό εκείνη τη νύχτα. Κοντά στο ξημέρωμα, όταν η σιδεριά κατέβαινε να σφραγίσει το μπαρ, το ήξερε πως όλη νύχτα είχε μετακινηθεί μόνο δύο εκατοστά απ’ την αρχική του θέση προς το στόχο του. Αλίμονο. Ούτε δικαίωμα στην αυτοχειρία δεν είχε. Πώς είχε καταφέρει ν’ αγνοήσει νωρίτερα τη βαριά παθητικότητα των πραγμάτων. Η επόμενη νύχτα πέρασε στην ίδια απόγνωση. Όταν για μια στιγμή γλίστρησε απ’ τα χέρια της Ρίτας, ήλπισε για λίγο, αν και του φάνηκε κάπως άδοξο να πεθάνει σ’ ένα νεροχύτη. Μετά φοβήθηκε πως απλώς θα σπάσει λίγο κι έτσι θα το πετάξουν, κι εκεί πάει και η νεότητά του και η ελπίδα να πεθάνει∙ γιατί ήταν το τρομαχτικό σκιάχτρο της φθοράς πιο αποκρουστικό κι απ’ το θάνατο, όταν είχε διαφύγει κανείς τη στιγμή του θανάτου.

Έτσι οι μέρες περνούσαν η μια πίσω απ’ την άλλη και κανείς δεν βρισκόταν ν’ απαλλάξει το σταχτοδοχείο από το απελπιστικό του πεπρωμένο. Είχε παραδοθεί πια στην τύχη και παράδερνε κι ούτε οι αφηγήσεις και οι σκηνές που διαδραματίζονταν γύρω του κατάφερναν να προσελκύσουν την ειλικρινή προσοχή του. Λίμναζε εκεί στην αγωνία του και περίμενε τη στιγμή του. Ώσπου μια μέρα –ή μάλλον μια νύχτα– κατέβηκε από μηχανής θεός εκείνο το αδέξιο χέρι, που μπορεί και να μην ήταν αδέξιο, μα κάποια κίνηση του περίσσεψε κι έγινε το θαύμα. Στο δευτερόλεπτο που κράτησε η πτώση, το σταχτοδοχείο πρόλαβε να βρει βαρύ τον εαυτό του, ώστε να μην κάνει έστω έναν στροβιλισμό, αυτόν της φαντασμαγορίας πριν την τελική έξοδο κι ακόμη, στη στιγμιαία αίσθηση του μετέωρου βάρους του –ήταν σαν να πετούσε– είχε κιόλας προλάβει να μετανιώσει. Σκέφτηκε πως μπορούσε να ‘χε ζήσει λίγο ακόμα, μπορούσε να είχε αποδεχτεί τη φυσική νομοτέλεια και να εξαντλούσε όσα χρόνια χρηστικότητας του απόμεναν κι ας έμενε μετά στην αχρησία της φθοράς, έστω κι αιώνια.

Μα ήταν αργά. Το τασάκι έσκασε φαρδύ πλατύ κάτω, μ’ έναν ατσούμπαλο ήχο, αδιάφορο, έτσι χωρίς τσαλίμια και κρεσέντο, μια έξοδος χωρίς ποίηση, όπως του καθενός. Τα μικρά πράσινα θρύψαλα σκόρπισαν γύρω, κάποια κύλησαν ανέλπιστα μακριά, όλη η ενέργειά του στο τελευταίο ρεσάλτο εκδηλώθηκε σ’ αυτές τις μπίλιες, που τινάχτηκαν χλιμιντρίζοντας όσο πιο μακριά τους επέτρεπε η ροπή, πριν τις μαζέψει άρον άρον η σκούπα.

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Ετικέτεςδιήγημα 

Σχετικά με τον συντάκτη

Στεφανία Μελά

Στεφανία Μελά

Η Στεφανία Μελά γεννήθηκε το 1990 στην Αθήνα. Σπούδασε Νομική, γιατί πίστευε ότι οι εισαγγελείς πολεμούν την κοινωνική αδικία. Μετά προσγειώθηκε και το γύρισε στις πολιτισμικές σπουδές. Πριν από είκοσι χρόνια, αποφάσισε ότι θα γίνει συγγραφέας. Από τότε, όλοι οι δρόμοι οδηγούν στα χαρτιά. Όταν δεν τα γράφει, τα ζωγραφίζει.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε