Τεύχος #4 Ψυ

Βρετανικό αντι-ψυχιατρικό κίνημα: ο δικός τους Μάης του ’68;

Στον απόηχο του Μάη του ’68, ο Βρετανός μαρξιστής ιστορικός Πέρι Άντερσον, αρχισυντάκτης τότε στο New Left Review, δημοσιεύει στο περιοδικό ένα άρθρο με τίτλο «Στοιχεία του Εθνικού [βρετανικού] Πολιτισμού» (Components of the National Culture). Το 50σέλιδο άρθρο αποτελεί ένα από τα πιο διάσημα και αμφιλεγόμενα κείμενα πολεμικής της δεκαετίας στη Βρετανία: η ιδέα γύρω από την οποία περιστρέφεται είναι ότι, συγκρινόμενη με άλλες χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης, η βρετανική κουλτούρα, «συντηρητική, μέτρια και αδρανής» όπως λέει ο ίδιος, λειτουργεί σε βάρος της ανάπτυξης οποιασδήποτε μορφής επαναστατικής Αριστεράς.

Στο πλαίσιο της προβληματικής αυτής, ο Άντερσον εξετάζει και τον ρόλο της ψυχανάλυσης στην παραγωγή πολιτικής σκέψης στη Βρετανία. Η Βρετανία, παρατηρεί, έχει μια από τις σημαντικότερες και πιο ραγδαία αναπτυσσόμενες ψυχαναλυτικές σχολές στην Ευρώπη. Η Μέλανι Κλάιν [Melanie Klein], Αυστριακή Εβραία που μετανάστευσε στο Λονδίνο το 1926, μπορεί, δικαίως, να θεωρηθεί η σημαντικότερη φιγούρα της ψυχανάλυσης μετά τον Φρόιντ. Είναι εκείνη –και όχι ο Λακάν, όπως συχνά υποστηρίζεται— η πρώτη που τοποθετεί το Οιδιπόδειο στον πρώτο χρόνο της ζωής του βρέφους και ανοίγει τον δρόμο, με τη ριζοσπαστική μέθοδό της στην ανάλυση παιδιών, για μια νέα σχολή ψυχαναλυτικής σκέψης που μεσουράνησε στον αγγλοσαξονικό κόσμο μετά τον πόλεμο.[1] Η κόρη του Φρόιντ, Άννα, που έχει έρθει στην Αγγλία μαζί με τον πατέρα της, το 1938, για να ξεφύγει από τις ναζιστικές διώξεις, επίσης επηρεάζει με τη σκέψη της και την κλινική της δουλειά με παιδιά πολλούς Βρετανούς ψυχαναλυτές. Ειδικά η θεμελίωση της σημασίας του Εγώ και των μηχανισμών άμυνας θεωρούνται από τις ουσιαστικότερες συνεισφορές της στην ψυχανάλυση.[2] Είναι, μάλιστα, τόσο κομβική η συμβολή αυτών των δύο γυναικών στην ψυχανάλυση μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο—είχαν, άλλωστε, και μια διαμάχη μεταξύ τους κατά τη διάρκεια του πολέμου που αποτυπώνεται στο βιβλίο The Freud-Klein Controversies 1941–45 (1991)—, ώστε οι ιστορικοί κάνουν λόγο για την επονομαζόμενη «Μητρική Στροφή» [Mother Turn] στη μεταπολεμική ιστοριογραφία της ψυχανάλυσης.[3] Παρά το σημαντικότατο κλινικό έργο της Κλάιν και της Φρόιντ, αλλά και Βρετανών ψυχαναλυτών του μεσαίου/ανεξάρτητου χώρου, όπως ο Ντόναλντ Γουίνικοτ [Donald Winnicott] και ο Γουίλφρεντ Μπίον [Wilfred Bion], η επιρροή της ψυχανάλυσης στη βρετανική κουλτούρα είναι κατ’ ουσίαν μηδαμινή [virtually nil] το 1968, παρατηρεί ο Άντερσον. Ειδικά συγκρινόμενη με τον τρόπο με τον οποίο έχει εργαλειοποιηθεί η ψυχανάλυση στην πολιτική σκέψη Μαρξιστών θεωρητικών, όπως ο Αντόρνο στη Γερμανία και ο Αλτουσέρ στη Γαλλία, η βρετανική κουλτούρα έχει μείνει, υποστηρίζει ο Άντερσον, παντελώς ανεπηρέαστη.

 

Η Αντι-ψυχιατρική ως κοινωνικό κίνημα

Παρόλα αυτά, ήδη από όταν δημοσιεύεται το κείμενο, τον Ιούλιο του 1968, ο Άντερσον ξεχωρίζει δυο ψυχιάτρους που δραστηριοποιούνται στη Βρετανία, ενδιαφέρονται για την ψυχανάλυση και οι οποίοι του φαίνονται διαφορετικοί από τους υπόλοιπους: είναι ο Σκωτσέζος Ρόναλντ Λενγκ [R. D. Laing] και ο Νοτιοαφρικάνος Ντέιβιντ Κούπερ [David Cooper]. Πράγματι, μέσα στα επόμενα χρόνια αυτοί οι δύο θα αναδειχθούν σε προεξάρχουσες φιγούρες του βρετανικού αντι-ψυχιατρικού κινήματος, και θα δημιουργήσουν έναν χώρο ριζοσπαστικής πολιτικής σκέψης και κλινικής πρακτικής στο, κατά τα άλλα «επαρχιώτικο» [provincial] και αδρανές, τοπίο των βρετανικών κοινωνικών κινημάτων.

Ο όρος «Αντι-ψυχιατρική» εισάγεται από τον Κούπερ στο βιβλίο του Psychiatry and Anti-Psychiatry, που δημοσιεύεται το 1967, έναν μόλις χρόνο πριν το δοκίμιο του Άντερσον. «Νιώθω μια ξεκάθαρη ανάγκη», διαβάζουμε εκεί, «να παραγάγω μια ψυχιατρική ή, μάλλον, μια αντι-ψυχιατρική συνθήκη, στην οποία οι άνθρωποι δεν θα ακυρώνονται ή θα παραβιάζονται περισσότερο από όσο είχαν ήδη ακυρωθεί και παραβιαστεί πριν την εισαγωγή τους στο νοσοκομείο»[4]. Η Αντι-ψυχιατρική είναι, λοιπόν, μια κριτική στην κλασική ψυχιατρική που πήρε τις διαστάσεις κοινωνικού κινήματος στη Βρετανία στις δεκαετίες του ’60 και του ’70. Οι εκπρόσωποι του αντι-ψυχιατρικού κινήματος αμφισβήτησαν και προσπάθησαν να απορρίψουν ολοκληρωτικά την ίδια τη βάση πάνω στην οποία έχει χτιστεί η ψυχιατρική επιστήμη: τη θεμελιώδη αντίληψη περί ψυχικής αρρώστιας και τη διάκριση μεταξύ τρέλας και λογικής. Σε πρακτικό επίπεδο, κυρίαρχα αιτήματα του αντι-ψυχιατρικού κινήματος ήταν η κατάργηση των ασύλων (γνωστή και ως «αποασυλοποίηση»), η απόρριψη του ψυχιατρικού κατεστημένου με τον ιδρυματισμό που φέρει ως εξουσιαστικό δίκτυο και η δημιουργία εναλλακτικών θεραπευτικών κοινοτήτων.

Για του λόγου το αληθές, από το 1961 ως το 1965 ο Κούπερ έστησε και έθεσε σε λειτουργία, στο Shenley Hospital του Χέρτφορσάιρ (Hertfordshire), τη Villa 21 – μια πειραματική δομή για νεαρούς ανθρώπους με σχιζοφρένεια, την οποία ο ίδιος θεωρούσε ένα «επαναστατικό αντι-νοσοκομείο». Η φιλοσοφία που διέπνεε το πείραμα της Villa 21 ήταν η αποκατάσταση της ισχύος και της αυτονομίας των ψυχωτικών, ισοπεδώνοντας τις διακρίσεις μεταξύ προσωπικού και ασθενών, δίνοντας στους δεύτερους τον δημοκρατικό έλεγχο των θαλάμων. Ο Λενγκ από την άλλη, λειτούργησε από το 1965 μέχρι το 1970 την εναλλακτική θεραπευτική κοινότητα του Kingsley Hall στο ανατολικό Λονδίνο. Πέρα από την αρχή της δημοκρατικότητας και της ισότητας, η λειτουργία του Kingsley Hall βασιζόταν στην πεποίθηση του Λενγκ ότι η ψύχωση είναι μια κατάσταση της πραγματικότητας που μοιάζει με όνειρο που βλέπει κανείς ενώ είναι ξύπνιος και όχι μια αρρώστια που θα αντιμετωπιστεί με ηλεκτροσόκ, όπως επίτασσε το κυρίαρχο ψυχιατρικό δόγμα της εποχής στη Δύση. Υπό αυτό το πρίσμα, οι ψυχωτικοί ασθενείς που φιλοξενούνταν σε αυτή τη θεραπευτική κοινότητα είχαν έναν χώρο για να εξερευνήσουν την τρέλα και το εσωτερικό τους χάος ενώ το προσωπικό τους φερόταν με σεβασμό και κατανόηση προς τον ψυχικό τους πόνο.

Μια κριτική που έχει δεχθεί το κίνημα της αντι-ψυχιατρικής είναι ότι, παρά την προσπάθεια μιας εναλλακτικής προσέγγισης, η ψυχιατρική εξακολουθούσε να είναι το ζητούμενο και το αντικείμενο της μελέτης των μελών του κινήματος.[5] Πράγματι, το πρόθεμα «αντί-», αλλά και ο τρόπος με τον οποίο δομήθηκε η κριτική των εκπροσώπων του βρετανικού αντι-ψυχιατρικού κινήματος, και ιδιαίτερα του Λενγκ και του Κούπερ, υποδήλωνε περισσότερο το γεγονός ότι εναντιώνονταν στην ψυχιατρική (ως σύστημα, θεσμό, ηγεμονική ιδεολογία και τρόπο άσκησης πολιτικής εκ μέρους του πανταχού παρόντος μεταπολεμικού βρετανικού κράτους πρόνοιας), παρά ότι απέρριπταν την ανάγκη ύπαρξης μιας επιστήμης, τεχνικής ή, ακόμα, και ενός λεξιλογίου που σχετίζεται με τον ψυχικό πόνο. Το βρετανικό αντι-ψυχιατρικό κίνημα ήταν, με άλλα λόγια, μια εξέγερση από τα πάνω, μια κριτική ορισμένων ριζοσπαστικών ψυχιάτρων προς την ίδια την πειθαρχία την οποία είχαν εκπαιδευτεί να υπηρετούν.

Η βρετανική αντι-ψυχιατρική, αν και «εξέγερση από τα πάνω», μπορεί να ενταχθεί στο πλαίσιο κατανόησης ενός κοινωνικού κινήματος διότι τα μέλη αυτού του κινήματος εναντιώνονταν τόσο στο ψυχιατρικό κατεστημένο όσο και στο κατεστημένο συνολικά. Άλλωστε, η κλασική ψυχιατρική, που ασκούνταν στα ψυχιατρικά νοσοκομεία της μεταπολεμικής Αγγλίας (σε αυτήν ασκούσαν κριτική ο Cooper και ο Laing), δεν είναι άσχετη από το μεταπολεμικό ηγεμονικό ιδεολογικό αφήγημα της Βρετανίας. Μετά την εκλογή του κόμματος των Εργατικών υπό τον Κλέμεντ Άτλι [Clement Attlee], το 1945, στη βρετανική κοινωνία κυριάρχησε μια σοσιαλδημοκρατική ρητορική ανασυγκρότησης, εφαρμογής της κεϋνσιανής οικονομικής θεωρίας και εν γένει επούλωσης των πληγών που άφησε ο πόλεμος. Υπήρξε, μάλιστα, μια σχετική μεταπολεμική «συναίνεση» και από τις κυβερνήσεις των Συντηρητικών ως προς αυτά τα αιτήματα. Ειδικά η δημιουργία ενός «φροντιστικού» κράτους πρόνοιας για όλους, με την ίδρυση του NHS, της Εθνικής Υπηρεσίας Υγείας, το 1948, στήθηκε, σε επίπεδο ρητορικής, σαν ένα αντί-μετρο για την απειλή φαινομένων ολοκληρωτισμού τόσο του (Ναζιστικού) παρελθόντος όσο και του (Σταλινικού) τότε παρόντος. Αυτό το μεταπολεμικό κίνημα, θα έλεγε κανείς, πρόνοιας ήταν ένας συνδυασμός ενός δημόσιου αιτήματος για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο που θα επικεντρωνόταν στις στοιχειώδεις δεσμεύσεις του Κράτους προς τους πολίτες και της συνέπειας ενός πολιτισμικού και πολιτικού φόβου του (ευρωπαϊκού) ολοκληρωτισμού, μιας προσπάθειας να αποφύγει η Βρετανία μια τέτοια προοπτική με κάθε δυνατό μέσο.

 

Ψυχιατρείο όπως Ναζιστικό στρατόπεδο

Αυτή η έκφανση της ηγεμονικής ιδεολογίας της εποχής κάνει ακόμα πιο ενδιαφέρον το γεγονός ότι οι εκπρόσωποι του βρετανικού αντι-ψυχιατρικού κινήματος παρομοίαζαν στον λόγο τους τον τρόπο με τον οποίο ασκούνταν η ψυχιατρική του κατεστημένου με την εμπειρία στα Ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Για παράδειγμα, ο Cooper κάνει μια ευθεία αναλογία μεταξύ του τρόπου με τον οποίο οι «λογικοί» γίνονται θύτες εναντίον «αυτών που έχουν χαρακτηρισθεί τρελοί» κλείνοντας τους σε ψυχιατρεία βασιζόμενοι στην απουσία εμπειρίας, την «εμμονική μη-τρέλα των λογικών», και των «Ναζί που σκότωσαν σε θαλάμους αερίων δεκάδες χιλιάδες ψυχικά πάσχοντες».[6] Ο Κούπερ εκφράζει, επίσης, την καχυποψία του απέναντι στις καλές προθέσεις και την αφοσίωση στους ασθενείς εκ μέρους των γιατρών και των λοιπών επαγγελματιών ψυχικής υγείας, ανακαλώντας τις «καλές προθέσεις» των γιατρών στα ναζιστικά στρατόπεδα: «Ο Boger του Άουσβιτς είχε ιδέες για την αντιμετώπιση των εφήβων παραβατών όχι πολύ διαφορετικές από αυτές που εκφράζουν πολλά αξιοσέβαστα και επιφανή μέλη της δικής μας κοινωνίας και […] έχει επισημανθεί μετά από τον πόλεμο ότι ο Dr Capesius είναι ιδιαίτερα προσεκτικός και καλός απέναντι στα ζώα και τα παιδιά»[7]. Σε άλλο σημείο της πραγματείας του ο Κούπερ συγκρίνει το ναζιστικό «Όνειρο της Τελειότητας» με το όραμα ενός σύγχρονου ψυχιατρείου:

Στο στρατόπεδο, η σωματική ύπαρξη αφανιζόταν συστηματικά, κάθε σώμα περιείχε, σε επίπεδο αυταπάτης, την κακία και τη σεξουαλική ανωμαλία που πρόβαλλαν πάνω τους οι υπάλληλοι των στρατοπέδων και η κοινωνία που εκπροσωπούσαν. Ο φόνος τους ήταν πάντα ένας τελετουργικός φόνος που στόχευε στον εξαγνισμό του δολοφόνου και ήταν στην ουσία ένας τρόπος για να αποφεύγει την ενοχή, πώς θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι οι δολοφόνοι θα ένιωθαν ένοχοι εξαιτίας αυτού; Στα ψυχιατρικά νοσοκομεία, τα σώματα φροντίζονται επιμελώς, αλλά οι προσωπικότητες δολοφονούνται.[8]

Ο Λενγκ πάλι, στο βιβλίο του Politics of Experience (1967), περιγράφει πώς η βία μεταμφιέζεται σε αγάπη στις οικογένειες των ψυχωτικών ασθενών, χρησιμοποιώντας μια μεταφορά από τη ναζιστική εμπειρία: «Οι Γερμανοί ανέθρεφαν τα παιδιά τους ώστε να θεωρούν καθήκον τους να εξοντώσουν τους Εβραίους, να λατρεύουν τον ηγέτη τους, να σκοτώνουν και να σκοτώνονται για την Πατρίδα».[9] Στο βιβλίο του Ο Διαιρεμένος Εαυτός [The Divided Self] (1960), «μια υπαρξιακή μελέτη στη λογική και την τρέλα», ο Λενγκ χρησιμοποιεί την εμπειρία του ναζιστικού στρατοπέδου για να περιγράψει την απειλητική συνθήκη κατά την οποία δεν υπάρχει καμία διέξοδος, παρά μόνο η αποσύνδεση της αίσθησης του εαυτού από το σώμα, κάτι που συχνά συνέβαινε στους σχιζοειδείς ασθενείς: «Οι έγκλειστοι στα στρατόπεδα προσπαθούσαν να νιώσουν έτσι διότι το στρατόπεδο δεν προσέφερε καμία έξοδο τόσο στον χώρο όσο και στον χρόνο. Η μόνη έξοδος ήταν η ψυχική απόσυρση «μέσα» στον εαυτό και «έξω» από το σώμα». Για τους ψυχικά πάσχοντες, συνεχίζει ο Laing, «ο κόσμος είναι μια φυλακή χωρίς μπάρες, ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης χωρίς ηλεκτροφόρα σύρματα».[10] Τέλος, στις εναλλακτικές θεραπευτικές κοινότητες που εισήγαγαν, τόσο ο Κούπερ στη Villa 21 όσο και ο Λενγκ στο Kingsley Hall, θεωρούσαν χρέος τους να καταργήσουν τις σχέσεις εξουσίας και ιεραρχίας επειδή θύμιζε το ακραίο παράδειγμα των ναζιστικών στρατοπέδων.

Ο Πέρσι Άντερσον κλείνει το δοκίμιό του με μια κρυφή ελπίδα: ότι ένα φοιτητικό κίνημα σαν του Μάη του ’68 θα εμφανιστεί και στη Βρετανία, ως αφετηρία για μια νέα επαναστατική προοπτική στους κόλπους της βρετανικής Αριστεράς. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη ποτέ, τουλάχιστον όχι στην έκταση του γαλλικού Μάη, που φέτος κλείνει τα πενήντα του χρόνια. Οι εκπρόσωποι του βρετανικού αντι-ψυχιατρικού κινήματος, όμως, ασκώντας κριτική στο εθνικό καμάρι της μεταπολεμικής Βρετανίας, το κράτος πρόνοιας, και αποδομώντας την υποτιθέμενη αντι-ολοκληρωτική του διάσταση —ισχυριζόμενοι, για να παραφράσω τον Giorgio Agamben, ότι το στρατόπεδο συγκέντρωσης είναι ο νόμος και η κρυμμένη μήτρα της ύπαρξης του ψυχιατρείου— έδωσαν στη Βρετανία έναν δικό της, έστω και κουτσό, Μάη του ’68.

 

Βιβλιογραφία

Anderson, Perry. “Components of the National Culture.” New Left Review, no. 50 (August 1968): 3–57.

Bar-Haim, Shaul. “The Maternalizing Movement: Psychoanalysis, Motherhood and the British Welfare State c. 1920-1950.” Birkbeck College, 2015.

Cooper, David. Psychiatry and Anti-Psychiatry. London: Tavistock Publications Limited, 1967.

Freud, Anna. “Indications for Child Analysis.” Psychoanalytic Study of the Child 1 (1945): 127–49.

———. Normality and Pathology in Childhood: Assessments of Development. London: Karnac Books, 1989.

———. The Ego and the Mechanisms of Defence. London: Karnac Books, 1993.

King, Pearl, and Riccardo Steiner, eds. The Freud-Klein Controversies 1941–45. London and New York: Tavistock/Routledge, 1991.

Klein, Melanie. “A Contribution to the Psychogenesis of Manic-Depressive States.” International Journal of Psycho-Analysis 16 (1935): 145–74.

———. “Love, Guilt and Reparation.” In The Writings of Melanie Klein, Volume I, Love, Guilt and Reparation and Other Works 1921-1945. New York: The Free Press, 1937.

———. “Mourning and Its Relation to Manic-Depressive States.” International Journal of Psycho-Analysis 21 (1940): 125–53.

———. “Notes on Some Schizoid Mechanisms.” International Journal of Psycho-Analysis 27 (1946): 99–110.

———. “The Development of a Child.” International Journal of Psycho-Analysis 4 (1923): 419–74.

Kotowicz, Zbigniew. R. D. Laing and the Paths of Anti-Psychiatry. London and New York: Routlege, 1997.

Laing, R. D. The Divided Self: An Existential Study in Sanity and Madness. London: Penguin Books, 1969.

———. The Politics of Experience and the Bird of Paradise. Penguin, 1990.

Rose, Nikolas. Governing the Soul: The Shaping of the Private Self. London: Routledge, 1990.

 

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Δανάη Καρυδάκη

Δανάη Καρυδάκη

Η Δανάη Καρυδάκη γεννήθηκε το 1988 στην Αθήνα. Είναι ιστορικός του 20ου αιώνα με ερευνητικά ενδιαφέροντα την ιστορία και ιστοριογραφία της μαζικής βίας, της ψυχανάλυσης, του φύλου και της ψυχιατρικής και εκπονεί μεταδιδακτορική έρευνα στο Κέντρο Έρευνας Ανθρωπιστικών Επιστημών. Αρθρογραφεί στο «The Press Project» και το ηλεκτρονικό περιοδικό «ΖΗΝ» και έχει δημοσιεύσει άρθρα και βιβλιοκρισιες σε διάφορα ακαδημαϊκά περιοδικά.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε