Κριτική Τεύχος #02

Μια σταγόνα τραγικού κόσμου

Dachau concentration camp, 2011. Φωτογραφία του Pietromassimo Pasqui.

KL: Α History of the Nazi Concentration Camps
Νικόλαους Βάξμαν (Nikolaus Wachsmann)
Little, Brown Book Group, Λονδίνο, 2015 | 880 σελίδες

Σε μια εποχή που το άγχος για αλλεπάλληλες δημοσιεύσεις με διακύβευμα την ίδια την ακαδημαϊκή επιβίωση –το επονομαζόμενο «publish or perish»– έχει πλέον καθιερωθεί ως κυρίαρχο δόγμα στη διεθνή πανεπιστημιακή κοινότητα, το να περνά ένας ιστορικός δέκα χρόνια μελετώντας αρχεία στη Γερμανία, την Αυστρία, το Ισραήλ, την Πολωνία, τη Βρετανία, τις ΗΠΑ, με σκοπό να δημοσιεύσει ένα μονάχα βιβλίο αποτελεί, αν μη τι άλλο, αξιοσημείωτη εξαίρεση. Όταν, μάλιστα, αυτός ο ιστορικός, ο Νικόλαους Βάξμαν, αν και Γερμανός, επιλέγει να δημοσιεύσει τη μελέτη του στα Αγγλικά, καθιστώντας την αμέσως προσβάσιμη σε χιλιάδες αναγνώστες ανά τον κόσμο, αυτό το βιβλίο δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο. Μάλιστα, το ότι ο Βάξμαν έχει μαθητεύσει κοντά στον ειδικό στην ιστορία των Ναζί Ρίτσαρντ Έβανς και εργάζεται στο Τμήμα Ιστορίας του Μπέρκμπεκ του Πανεπιστημίου του Λονδίνου, όπου μεσουράνησε για πάνω από 65 συναπτά έτη ένας από τους μεγαλύτερους ιστορικούς όλων των εποχών, ο Έρικ Χόμπσμπάουμ, προδιαθέτει ευνοϊκά για την ποιότητα αυτής της μονογραφίας. Το γεγονός δε ότι, παρόλο που το περιεχόμενο του βιβλίου αφορά ένα από τα πιο πολυσυζητημένα θέματα της σύγχρονης δυτικής ιστοριογραφίας, τα Ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, δεν έχει εκδοθεί στο παρελθόν άλλη παρόμοια συστηματική και, κατά το μέγιστο δυνατό, πληρέστερη ιστορική μελέτη, αφήνει μικρά περιθώρια αμφισβήτησης ότι το KL: a History of the Nazi Concentration Camps ήρθε για να μείνει.

Ο τίτλος «KL», συντομογραφία του γερμανικού όρου για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης «Konzentrationslager», είναι τυπωμένος σε μια απλοποιημένη μορφή της γραμματοσειράς Fractur η οποία ήταν σε ευρεία χρήση στα επίσημα έγγραφα της Ναζιστικής Γερμανίας ως η υποτιθέμενη αληθινή γερμανική γραφή. Τα γράμματα του τίτλου, έντονα κόκκινα πάνω σε υπόλευκο φόντο αντλημένο από φωτογραφία αρχειακού υλικού, καλύπτουν σχεδόν τα ¾ του εξωφύλλου. Ο υπότιτλος «A History of the Nazi Concentration Camps» προϊδεάζει γι’ αυτό που θα ακολουθήσει στις επόμενες παραπάνω από 800 σελίδες του βιβλίου: την πρώτη περιεκτική και ολοκληρωμένη ιστορική καταγραφή των Ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης που απευθύνεται τόσο σε ακαδημαϊκούς και ερευνητές όσο και στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό.

Τ ο KL αποτελείται από 11 κεφάλαια, έναν πρόλογο, έναν επίλογο, ένα παράρτημα με πίνακες αριθμητικών στοιχείων, ένα εύχρηστο ευρετήριο όρων, ένα σημείωμα για τις πρωτογενείς πηγές του συγγραφέα (45 αρχεία που επισκέφτηκε και 20 ηλεκτρονικές βάσεις δεδομένων) και κάποιο ανέκδοτο φωτογραφικό υλικό. Το χρονικό διάστημα που καλύπτει το βιβλίο εκτείνεται από την ίδρυση του πρώτου στρατοπέδου συγκέντρωσης, του Νταχάου στη Βαυαρία τον Μάρτιο του 1933, δηλαδή μόλις 2 μήνες μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, έως και την απελευθέρωση των τελευταίων στρατοπέδων από τους Σοβιετικούς και τους Συμμάχους με τη λήξη του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου το 1945. Δεν λείπουν, τέλος, και κάποιες αναφορές στον επίλογο για τη μεταπολεμική ιστορία των στρατοπέδων ως χώρων μνήμης.

Μια από τις αρετές αυτού του βιβλίου είναι η λεπτομερής καταγραφή των αλλαγών που έλαβαν χώρα στα στρατόπεδα σε επίπεδο δομής, οργάνωσης, λειτουργίας, θεσμών, προθέσεων, ιδεολογικών αφηγημάτων και ρόλων στη διάρκεια αυτών των 12 ετών. Έτσι, τα 3 πρώτα κεφάλαια εξιστορούν την πορεία του συστήματος των Ναζιστικών στρατοπέδων στην προπολεμική περίοδο (1933-1939) εστιάζοντας στις απαρχές της λειτουργίας τους (Κεφ.1), τον μετασχηματισμό (Κεφ.2) και την επέκτασή τους (Κεφ.3) και υπογραμμίζοντας τόσο το γεγονός ότι, σε αντίθεση με το τι συνέβαινε μέσα στον πόλεμο, οι περισσότεροι κρατούμενοι (ως επί το πλείστον πολιτικοί αντιφρονούντες και κομμουνιστές) αφήνονταν ελεύθεροι μετά από ένα διάστημα όσο, όμως, και το ότι οι βάσεις για τη μετέπειτα απάνθρωπη συμπεριφορά ανθρώπου προς άνθρωπο είχαν ήδη τεθεί από εκείνη την εποχή. Στα επόμενα 8 κεφάλαια, ο Βάξμαν καταπιάνεται με την ιστορία των Ναζιστικών στρατοπέδων μέσα στον πόλεμο και τον σχεδιασμό και την εκτέλεση του Ολοκαυτώματος, δηλαδή της συστηματοποιημένης μαζικής δολοφονίας περίπου 6 εκατομμυρίων Εβραίων της Ευρώπης από τους Ναζί. Δίνεται έμφαση στην έναρξη των μαζικών θανάτων (Κεφ.4), τις εκτελέσεις (Κεφ.5), την σταδιακή εξέλιξη του Άουσβιτς στο μεγαλύτερο στρατόπεδο θανάτου (Κεφ.6), την καθημερινότητα των κρατουμένων και του προσωπικού των Ες-Ες (Κεφ.7), τα στρατόπεδα ως τόπο καταναγκαστικής εργασίας/δουλείας για τη γερμανική πολεμική μηχανή (Κεφ. 8 και 9), τις κοινότητες και τους δεσμούς που δημιούργησαν οι κρατούμενοι μεταξύ τους στα στρατόπεδα (Κεφ.10) και, τέλος, τη σταδιακή καταστροφή των στρατοπέδων από το 1944 και εξής που συνοδεύτηκε από έναν άνευ προηγουμένου παροξυσμό δολοφονικής βίας.

Αυτό που ανακαλύπτει ή επιβεβαιώνει, λοιπόν, ο αναγνώστης του KL είναι ότι τα Ναζιστικά στρατόπεδα δεν ήταν κάτι στατικό στον χρόνο αλλά ένα σύστημα περίπλοκο, δυναμικό και ιστορικά συγκεκριμένο. Πέραν αυτού, στο βιβλίο αποδομούνται και πολλοί μύθοι που συχνά περιβάλλουν τα Ναζιστικά στρατόπεδα. Έτσι, μαθαίνουμε, για παράδειγμα, ότι τα στρατόπεδα δεν ήταν εφεύρεση των Ναζί αλλά έκαναν την εμφάνισή τους κατά τη διάρκεια των αποικιακών πολέμων του 19ου αιώνα καθώς χρησιμοποιήθηκαν από τους Ισπανούς στην Κούβα, από τους Αμερικάνους στις Φιλιππίνες και από τους Βρετανούς στη Νότιο Αφρική. Ο Βάξμαν δεν παρουσιάζει βέβαια αυτές τις παρατηρήσεις σαν μια προσπάθεια να δώσει άφεση ή να απενοχοποιήσει τους Ναζί, και κατ’ επέκταση τους Γερμανούς, καθώς άλλωστε τονίζει ήδη από την Εισαγωγή ότι οι Ναζί εξέλιξαν τα στρατόπεδα σε «τόπους άνομου τρόμου, όπου γεννήθηκαν και τελειοποιήθηκαν μερικά από τα πιο ακραία χαρακτηριστικά της Ναζιστικής διακυβέρνησης» (σελ. 10), αλλά σαν μια λεπτομέρεια πιο κοντά σε ό,τι μπορεί να οριστεί ως ιστορική αλήθεια. Σε αυτή του την προσπάθεια, αποδομεί ταυτόχρονα, και τον (αντικομμουνιστικό) μύθο ότι οι Ναζί «αντέγραψαν» ή επηρεάστηκαν από το σύστημα των σοβιετικών Γκούλαγκ. Εκτός από τις μεγάλες διαφορές μεταξύ των δύο συστημάτων στρατοπέδων (π.χ. περίπου 90% των κρατουμένων στα Γκούλαγκ επέζησαν ενώ ισχύει το ίδιο για λιγότερο από τους μισούς κρατουμένους των Ναζιστικών στρατοπέδων μόνο) δεν υπάρχει και αρχειακό υλικό που να υποστηρίζει μια τέτοια θεωρία. «Τα Γκούλαγκ» γράφει ο Βαξμαν, «δεν ενέπνευσαν το καθεστώς των Ναζί με κανέναν σημαντικό τρόπο και είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι η ιστορία των στρατοπέδων συγκέντρωσης θα ήταν ουσιαστικά διαφορετική αν τα Γκούλαγκ δεν είχαν υπάρξει ποτέ» (σελ.12).

Σ το βιβλίο αποσαφηνίζεται, επίσης, ότι, παρά την κοινότοπη αναπαράσταση στην ποπ κουλτούρα, το Ολοκαύτωμα και τα Ναζιστικά στρατόπεδα δεν είναι ταυτόσημα. Πιο συγκεκριμένα, από τη μία το Ολοκαύτωμα δεν έλαβε χώρα μόνο στους θαλάμους αερίων (οι οποίοι, άλλωστε, δεν υπήρχαν σε όλα τα στρατόπεδα), καθώς πολλοί Εβραίοι θανατώθηκαν από εκτελέσεις, αλλά και από τις συνέπειες της εκδίωξης ή του εγκλεισμού και της καταναγκαστικής εργασίας όπως ο λιμός, οι κακουχίες και οι αρρώστιες. Από την άλλη πλευρά, τα Ναζιστικά στρατόπεδα δεν προορίζονταν μονάχα για τους Εβραίους αλλά και για τους ομοφυλόφιλους, τους Ρομά, τους κομμουνιστές και τους μάρτυρες του Ιεχωβά. Επιπρόσθετα, ούτε ο χρονικός ορίζοντας των δύο ταυτίζεται απόλυτα, καθώς η ιστορία των Ναζιστικών στρατοπέδων ξεκινά, όπως προαναφέραμε, το 1933, ενώ το Ολοκαύτωμα αρχίζει το 1941 και εντείνεται από το 1942 και 1943 και μετά. Ακόμα και το αρχικό σκεπτικό για τη δημιουργία του Άουσβιτς, που είναι τώρα απόλυτα ταυτισμένο με το Ολοκαύτωμα,—«μετά το Άουσβιτς, είναι βαρβαρότητα να γράφει κανείς ποίηση» έγραφε ο Τέοντορ Αντόρνο το 1949 βάζοντας σε λέξεις μια από τις πιο διάσημες μετωνυμίες για το Ολοκαύτωμα, και δικαίως, αφού 1 εκατομμύριο Εβραίοι δολοφονήθηκαν εκεί—ήταν να επιβάλει τη Γερμανική κυριαρχία στην Πολωνία και μέχρι και το 1942 τα ¾ των κρατουμένων ήταν Πολωνοί αιχμάλωτοι.

Εκτός από την αποδόμηση πολλών μύθων, ο αναγνώστης του KL έχει την ευκαιρία να έχει πρόσβαση με πολλές μικρές ιστορίες και μαρτυρίες για τη ζωή στα στρατόπεδα, οι οποίες φωτίζουν και ζωντανεύουν την αφήγηση της «γενικής» ιστορίας των Ναζιστικών στρατοπέδων. Διαλέγουμε μία από αυτές τις μικρές ιστορίες, ενδεικτική του παροξυσμού βίας που άσκησαν οι Ναζί προς το τέλος του πολέμου. Ταυτόχρονα, η ιστορία αυτή, που αναφέρεται σε μια Ελληνίδα Εβραία, προσφέρει υλικό και για μια έμφυλη ανάλυση των γεγονότων η οποία, συνήθως, λείπει από τα βιβλία «γενικής» ιστορίας για τον Ναζισμό:

Προηγουμένως, οι εγκυμοσύνες των κρατουμένων θεωρούνταν επουσιώδες πρόβλημα για τους Ες-Ες στα στρατόπεδα. Ούτως ή άλλως, ο συνολικός αριθμός των γυναικών κρατουμένων ήταν σχετικά μικρός και απαγορευόταν (τουλάχιστον στα χαρτιά) να στέλνονται έγκυες γυναίκες σε κρατικές φυλακές και στρατόπεδα συγκέντρωσης. Όσο, όμως, ο πόλεμος συνεχιζόταν, η απαγόρευση γινόταν ολοένα και περισσότερο κενή νοήματος, ειδικά κατά τη διάρκεια των μαζικών εκτοπίσεων του Ολοκαυτώματος: η Τελική Λύση των Ναζί έβαζε στο στόχαστρο όλους τους Εβραίους. Στο Άουσβιτς, οι ορατά έγκυες Εβραίες γυναίκες επιλέγονταν κατά την άφιξή τους και οδηγούνταν στους θαλάμους αερίων· μερικές υποβάλλονταν σε φρικαλεότητες στη ράμπα [όπου λάμβανε χώρα η διαδικασία της επιλογής/διαχωρισμού των κρατουμένων], όπως μια Ελληνίδα που την κλώτσησε τόσο δυνατά στην κοιλιά ένας άντρας των Ες-Ες το καλοκαίρι του 1943 που αμέσως απέβαλλε (Κεφ. 7, σελ. 276, η μετάφραση δική μου).

Γ ια να συνοψίσουμε, το μεγαλύτερο πλεονέκτημα αυτού του βιβλίου είναι η ικανότητα του συγγραφέα να καταγράφει βήμα-βήμα, με αξιοζήλευτη ακρίβεια στη λεπτομέρεια και επιμονή στην πιστότητα στο αρχειακό υλικό, την εδώ και καιρό οφειλόμενη ολοκληρωμένη ιστορία των Ναζιστικών στρατοπέδων. Αν κάτι λείπει, ίσως, από αυτή τη σχολαστική μελέτη είναι μια ξεκάθαρη τοποθέτηση του Βάξμαν στις (πολλές) ιστοριογραφικές, φιλοσοφικές και πολιτικές διαμάχες που έχει πυροδοτήσει η, έστω και ελλιπής ως την έκδοση αυτού του βιβλίου, ιστορία των στρατοπέδων των Ναζί—περισσότερες, ίσως, από οποιοδήποτε άλλο ιστορικό γεγονός του 20ου αιώνα μαζί με την Οκτωβριανή Επανάσταση. Λείπει, για παράδειγμα, ο περίφημος ιστοριογραφικός διαχωρισμός του Μαρξιστή ιστορικού Τιμ Μέισον από το 1981 μεταξύ φανξιοναλιστών/δομιστών ιστορικών, που έδιναν έμφαση στη μοντέρνα καπιταλιστική μηχανή του Ναζιστικού κόμματος και τη λειτουργική δομή του γερμανικού κράτους ως πρωτογενή αιτία του Ολοκαυτώματος, και των ιντενσιοναλιστών, που θεωρούσαν ότι ο Χίτλερ στόχευε στη συστηματική εξόντωση των Εβραίων ήδη από τη συγγραφή του Mein Kampf τη δεκαετία του ’20. Απουσιάζει, επίσης, από το βιβλίο του Βάξμαν η συσχέτιση των Ναζιστικών στρατοπέδων τόσο με τη σημαντική θεωρία της πολιτικής φιλοσόφου Χάνα Άρεντ για την «κοινοτοπία του κακού» από το 1963 όσο και με τη θέση του κοινωνιολόγου Ζίγκμουντ Μπάουμαν το 1989 ότι το Ολοκαύτωμα είναι προϊόν της Νεωτερικότητας, και τα στρατόπεδα είναι συνέπεια των μεγαλύτερων επιτευγμάτων του σύγχρονου πολιτισμού: της εκβιομηχάνισης και της γραφειοκρατίας. Η κριτική, τέλος, σε, απλουστευτικές σύμφωνα με τον Βάξμαν, φιλοσοφικές θεωρίες διανοητών που «έψαξαν για χαμένες αλήθειες, διακόσμησαν τα στρατόπεδα με βαθύτερο νόημα, με σκοπό να επικυρώσουν τις δικές τους ηθικές, πολιτικές ή θρησκευτικές πεποιθήσεις ή να κατανοήσουν κάτι ουσιαστικό για την ανθρώπινη κατάσταση» (σελ. 17) που γίνεται στην Εισαγωγή δεν συνοδεύεται από παραπομπές σε συγκεκριμένα έργα και διανοητές (π.χ. ο Τζώρτζιο Αγκάμπεν που χαρακτήρισε το 1998 το στρατόπεδο ως «την κρυμμένη μήτρα και νόμο του πολιτικού χώρου στον οποίο ακόμα ζούμε» υπονοείται μα δεν κατονομάζεται) αλλά μόνο από μια υποσημείωση που παραπέμπει χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις στο έργο του Λώρενς Λάνγκερ Preeempting the Holocaust (2000).

Σε κάθε περίπτωση, η σχολαστικότητα, η αφοσίωση στην αυστηρή ιστορική μεθοδολογική προσέγγιση, η ακρίβεια στη χρήση των πρωτογενών πηγών, η ισορροπία στο συγγραφικό ύφος για ένα τόσο βαρύ κομμάτι της ιστορίας, η περιεκτική αφήγηση, η κρισιμότητα του ίδιου του θέματος που πραγματεύεται και, βέβαια, το πόσο καλογραμμένο είναι καθιστούν το KL: a History of the Nazi Concentration Camps ένα βιβλίο που πρέπει να υπάρχει σε κάθε βιβλιοθήκη. Ειδικά, μάλιστα, όσον αφορά την εκδοτική δραστηριότητα στη χώρα μας, θα ήταν καλό να μεταφραστεί και στα Ελληνικά για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με την αγγλική γλώσσα. Διότι αν μη τι άλλο το KL καταφέρνει, όπως φανερώνει και η προμετωπίδα του βιβλίου, απόσπασμα από γράμμα του Πολωνοεβραίου κρατουμένου Σάλμεν Γκραντόβσκι από τις 6 Σεπτεμβρίου 1944 που ανακαλύφθηκε μέσα σε ένα φλασκί θαμμένο στο χώμα κάτω από το κρεματόριο του Άουσβιτς-Μπιρκενάου, να «αντικρύσει ο κόσμος τουλάχιστον μια σταγόνα, ένα μικρό κομμάτι αυτού του τραγικού κόσμου στον οποίο ζήσαμε».

Σχετικά με τον συντάκτη

Δανάη Καρυδάκη

Δανάη Καρυδάκη

Η Δανάη Καρυδάκη γεννήθηκε το 1988 στην Αθήνα. Είναι ιστορικός του 20ου αιώνα με ερευνητικά ενδιαφέροντα την ιστορία και ιστοριογραφία της μαζικής βίας, της ψυχανάλυσης, του φύλου και της ψυχιατρικής και εκπονεί μεταδιδακτορική έρευνα στο Κέντρο Έρευνας Ανθρωπιστικών Επιστημών. Αρθρογραφεί στο «The Press Project» και το ηλεκτρονικό περιοδικό «ΖΗΝ» και έχει δημοσιεύσει άρθρα και βιβλιοκρισιες σε διάφορα ακαδημαϊκά περιοδικά.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε