Επίκαιρα Τεύχος #02

Απεργία: ένα κόκκινο πανί για τον καπιταλισμό

Γυναίκες που απεργούν κατά την «Εξέγερση των 20.000» το 1909 (ΗΠΑ), Apic / Getty Images

Μικρή Ιστορία της Απεργίας στον Κόσμο

 

Αρχαιότητα – Γαλλική Επανάσταση

Η απεργία ως μορφή συλλογικής διεκδίκησης της εργατικής τάξης στο πλαίσιο της σύγκρουσης κεφαλαίου και εργασίας κάνει την εμφάνισή της από τα πρώτα χρόνια της βιομηχανικής επανάστασης. Ωστόσο, ως έκφραση συλλογικής  αποχής από την εργασία, διαμαρτυρίας,  διεκδίκησης  και εξέγερσης της διαχρονικά και απανταχού καταπιεσμένης εργασίας συναντάται ήδη από την αρχαιότητα σε κράτη που βασίζονταν ιδιαίτερα στη δουλεία, όπως στην Αίγυπτο, την Αθήνα και τη Ρώμη. Επίσης, καταγράφεται στο Βυζάντιο και στην Ευρώπη των συντεχνιών,  με την περιοχή της σημερινής Γαλλίας να αποτελεί πεδίο έντονων απεργιών κατά τον 12ο και 13ο αιώνα.

Η ακραία καταστολή αποτελεί το βασικό χαρακτηριστικό της αντιμετώπισής τους μέχρι και τον 19ο αιώνα με τις πρώτες αστικοδημοκρατικές  νομοθεσίες  να τις θεωρούν ποινικά κολάσιμες πράξεις που τιμωρούνται ακόμα και με την θανατική ποινή. Είναι χαρακτηριστική η νομοθεσία των πρώτων χρόνων της γαλλικής επανάστασης του  1791 (Loi Chapelier) για την καταστολή των άτυπων εμβρυακών εργατικών ενώσεων και των απεργιών που διεκδικούν  ελάχιστα ημερομίσθια. Η επιβολή υψηλών προστίμων και η ετήσια στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων για τους πρωτεργάτες των εργατικών αγώνων αποτελούν την απαρχή της θεσμικής καταστολής και της αστυνόμευσης της συλλογικής δράσης, με το επιχείρημα της κατάργησης των εμποδίων απέναντι «στην ελευθερία του επιχειρείν» και στο «κοινό συμφέρον».

Με τα ίδια επιχειρήματα ο γαλλικός ποινικός κώδικας το 1803 αντιμετωπίζει τις εργατικές συναθροίσεις και τις απεργίες ως εγκλήματα που τιμωρούνται από 2 χρόνια φυλάκισης μέχρι και την ποινή του θανάτου. Πρόκειται για απτά δείγματα της σχετικότητας του εμπνευσμένου από τον διαφωτισμό επαναστατικού τρίπτυχου «ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη»…

 

19ος αιώνας – δεκαετία του ‘70

Η πίεση των κοινωνικών αγώνων και της συνεχώς αυξανόμενης παρουσίας της εργατικής τάξης συντείνει στην αναγνώριση του δικαιώματος στην απεργία παράλληλα με την αναγνώριση της συνδικαλιστικής δράσης (το 1869 στη Γερμανία, το 1871 στην Αγγλία, το 1884 στη Γαλλία). Κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα το απεργιακό δικαίωμα αναγνωρίζεται ευρέως στον διεθνή χώρο, παράλληλα με την αποποινικοποίησή του, ενώ μετά το τέλος του δεύτερου πολέμου ψηφίζονται οι δύο βασικές διεθνείς συμβάσεις εργασίας για τα συνδικαλιστικά δικαιώματα στο πλαίσιο της ΔΟΕ (87/1948 και 98/1949). Οι τρεις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, που συμπίπτουν με την ανάπτυξη των κοινωνικών και των εργασιακών δικαιωμάτων σε μια ευνοϊκότερη πολιτική συγκυρία για την εργασία σε παγκόσμια κλίμακα, οδηγούν σε ένα θεσμικό πλαίσιο ενίσχυσης των συλλογικών δικαιωμάτων, με τον ευρωπαϊκό χώρο να πρωτοστατεί. Πρόκειται για τους όρους άσκησης της συνδικαλιστικής και απεργιακής δράσης παράλληλα με τη δημιουργία εθνικών συστημάτων συλλογικής διαπραγμάτευσης για τον καθορισμό των μισθών και του περιεχομένου των εργασιακών σχέσεων.

 

Στα χρόνια του νεοφιλελευθερισμού

Τα συλλογικά εργασιακά δικαιώματα, μετά από δύο περίπου αιώνες συνεχών περιπλανήσεων ως προς το περιεχόμενό τους, ανάλογα με τους εθνικούς και διεθνείς πολιτικούς και κοινωνικούς συσχετισμούς, βιώνουν σήμερα μια πρωτοφανή επίθεση με επιχειρήματα που παραπέμπουν στους πρώτους βιομηχανικούς χρόνους. Η νεοφιλελεύθερη λαίλαπα των τελευταίων δεκαετιών, με την παράκρουση που την χαρακτηρίζει στην εποχή της κρίσης, αποτελεί την ακρότατη επιθετική έκφραση του κεφαλαίου ισοπεδώνοντας κοινωνικές κατακτήσεις είτε με άμεση κατάργηση, είτε με αφυδάτωση του περιεχομένου τους.

Πρόκειται για την ιστορική ρεβάνς που επιχειρεί να πάρει το κεφάλαιο για όσες παραχωρήσεις αναγκάστηκε να κάνει προκειμένου να αποφύγει γενικευμένες κοινωνικές ανατροπές. Ο νεοφιλελευθερισμός ευαγγελίζεται την ανατροπή των αξιών του μεταπολεμικού κοινωνικού και εργασιακού μοντέλου, εισάγοντας ως κυρίαρχη την αξία της ατομικότητας έναντι κάθε εκδήλωσης συλλογικότητας και αλληλεγγύης, και επιβάλλοντας τον ανταγωνισμό στο επίκεντρο του κοινωνικού ενδιαφέροντος.

Η εργασία αντιμετωπίζεται ως επαχθές κόστος, η εργατική νομοθεσία καταγγέλλεται ως κοστοβόρα αντιπαραγωγική αγκύλωση, τα συνδικάτα καταγγέλλονται ως  κατασκευές του παρελθόντος και ως στρεβλώσεις στη λειτουργία της «ελεύθερης» αγοράς, οι απεργίες στιγματίζονται ως τροχοπέδη στην «ανάπτυξη», το κοινωνικό κράτος απορρυθμίζεται στο όνομα της ελάφρυνσης των βαρών των επιχειρήσεων προς δόξα των ιδιωτικοποιήσεων («αποκρατικοποιήσεων»). Δεν απεργούν εργαζόμενοι παρά «συνδικαλιστές», τα αιτήματά τους αγνοούνται (αν δεν διαστρεβλώνονται), συνεπή συνδικαλιστικά στελέχη  χαρακτηρίζονται κίνδυνος για το δημόσιο συμφέρον, ενώ επιμέρους εκφυλιστικές πρακτικές και φαινόμενα συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας αξιοποιούνται για τη συνολική απαξίωση  του συνδικαλισμού.

 

Η απεργία στην Ελλάδα: Από τον Όθωνα στα μνημόνια

 

Η κατάσταση στην Ελλάδα μέχρι τη Μεταπολίτευση

Στην Ελλάδα η πρώτη απεργία καταγράφεται κατά την περίοδο της επανάστασης το 1826 από τους τυπογράφους της Γενικής Εφημερίδας στο Ναύπλιο. Η έλευση του Όθωνα και των Βαυαρών συνοδεύεται το 1834 με την ποινικοποίηση της απεργίας. Αν και με το Σύνταγμα του 1864 αναγνωρίζεται το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι, η ποινικοποίηση της απεργίας διατηρείται για μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι το 1920, ενώ το 1914 αναγνωρίζεται η ελευθερία σύστασης συνδικαλιστικών οργανώσεων.  Μετά την αναγνώριση του απεργιακού δικαιώματος, η έξαρση των απεργιών κατά τη δεκαετία του ’30 οδηγεί την κρατική εξουσία στην εισαγωγή του θεσμού των συλλογικών συμβάσεων με όρους που αποσκοπούν στον περιορισμό του απεργιακού φαινομένου. Αυτό συμβαίνει με την θεσμοθέτηση της αναστολής των απεργιών (μέχρι και 60 ημέρες έως το 1990), όταν η αποτυχία των διαπραγματεύσεων οδηγεί σε προσφυγή στη διαιτησία.

 

Προμνημονιακή Μεταπολίτευση

Η άσκηση του συνδικαλιστικού και του απεργιακού δικαιώματος στην Ελλάδα θα περάσει από πολλά στάδια στο πλαίσιο των γενικότερων πολιτικών εξελίξεων που διαδραματίζονται στη χώρα. Το 1975 θα ενταχθούν στα συνταγματικά δικαιώματα (αρθρ. 23 Σ), ενώ ο Ν. 1264/82 με τις επιμέρους τροποποιήσεις που έχει υποστεί στη διαδρομή των 36 χρόνων αποτελεί το βασικό νομοθέτημα που διέπει τον συνδικαλισμό και την απεργία.

Η νομοθετική αυτή παρέμβαση της πρώτης κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ αποτελεί σημαντική συμβολή για το συνδικαλιστικό και απεργιακό δικαίωμα σε σχέση με το παρελθόν εισάγοντας όρους δημοκρατικής εσωτερικής λειτουργίας στα συνδικάτα, αποκατάστασης  απολυμένων συνδικαλιστών και καταργώντας την ανταπεργία. Δεν παύει ωστόσο να διατηρεί τον  έντονο κρατικό παρεμβατισμό στην άσκηση των συλλογικών δικαιωμάτων ορίζοντας με λεπτομέρειες τους όρους λειτουργίας  τους.

Παράλληλα, προβλέπει  μια σειρά από προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν ώστε να μην κριθεί η απεργία παράνομη. Σε αυτές περιλαμβάνονται η κήρυξη της από συνδικάτο και από το αρμόδιο συνδικαλιστικό όργανο, η σαφήνεια των αιτημάτων που δεν πρέπει να έχουν στενά πολιτικό περιεχόμενο, η υποχρέωση προειδοποίησης του εργοδότη πριν από την έναρξή της, η μη παραβίαση της ρήτρας κοινωνικής ειρήνης (αφορά περιπτώσεις που έχει συμφωνηθεί μέσα από Συλλογική Σύμβαση Εργασίας ότι δεν μπορεί να γίνει απεργία για θέματα που έχουν ήδη ρυθμιστεί από αυτήν), η δεκαήμερη αναστολή της απεργίας σε περίπτωση προσφυγής στη διαιτησία, η παροχή προσωπικού ασφάλειας των εγκαταστάσεων για κάθε επιχείρηση, και προσωπικού στοιχειωδών αναγκών για τις επιχειρήσεις που συνδέονται με βασικές ανάγκες του κοινωνικού συνόλου.

Μέσα σε αυτή την πληθώρα των όρων εμφανίζεται και η καταχρηστική απεργία, που κρίνεται από τη δικαστική εξουσία όταν θεωρείται ότι το απεργιακό μέσο υπερβαίνει τον απεργιακό σκοπό με δικαστικές αποφάσεις που συχνά ελέγχονται σοβαρά για τον τρόπο ερμηνείας αυτής της υπέρβασης. Σε όλους αυτούς τους περιορισμούς προστίθεται, τέλος, και η επιστράτευση των απεργών με τη μορφή της επίταξης των υπηρεσιών που προβλέπεται μεν από το Σύνταγμα αλλά με όρους που συχνά ερμηνεύονται διασταλτικά ως προς την απειλή της έννοιας του δημόσιου συμφέροντος.

 

Περίοδος μνημονίων – εργασιακή απορρύθμιση

Η περίοδος των μνημονίων με τον καταιγισμό μέτρων εργασιακής απορρύθμισης δημιουργεί σε ελάχιστο χρονικό διάστημα ένα νέο εργασιακό τοπίο στην κατεύθυνση της νεοφιλελεύθερης προσέγγισης της εργασίας που επιχειρείται σταδιακά και με χαμηλότερους ρυθμούς κατά τις  δύο προηγούμενες δεκαετίες. Με το άλλοθι της κρίσης και της υψηλής ανεργίας, θεσμικές παρεμβάσεις ενισχύουν την ανάπτυξη των ευέλικτων μορφών απασχόλησης, την ελαστικοποίηση των ωραρίων, τη διευκόλυνση των ατομικών και των ομαδικών απολύσεων.

Από αυτή την εξέλιξη δεν μένουν ανέπαφα τα συλλογικά εργασιακά δικαιώματα. Το σύστημα των συλλογικών διαπραγματεύσεων που καθορίζει τους μισθούς αποδιαρθρώνεται πλήρως, η διαπραγμάτευση αποκεντρώνεται από τον κλάδο στην επιχείρηση προκειμένου να ελέγχεται ευκολότερα από την εργοδοσία ακόμα και με καρικατούρες συλλογικότητας όπως οι ενώσεις προσώπων. Η παρέμβαση αυτή αποτελεί καθοριστικό μέτρο υπηρέτησης της μνημονιακής δέσμευσης σύγκλισης των μισθών με τους αντίστοιχους των γειτονικών βαλκανικών χωρών σε συνδυασμό με τη μείωση των κατώτατων μισθών με νόμο κατά 22% (και 32% για τους νέους).

Με αυτό τον τρόπο η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα στην Ευρώπη όπου ο κατώτατος μισθός παραμένει για 6 χρόνια αμετάβλητος την ίδια στιγμή που το 49% των εργαζόμενων του ιδιωτικού τομέα αμείβονται μέχρι το επίπεδο των κατώτατων μισθών του 2012! Η αποδιάρθρωση των συλλογικών συμβάσεων αποτελεί και πρόσθετο πλήγμα στα συνδικάτα, ενώ αποτελεί ενδιάμεσο στάδιο για την εκτεταμένη εξατομίκευση των εργασιακών σχέσεων.

Στο πλαίσιο του τρίτου μνημονίου, παράλληλα με τις δεσμεύσεις για τη μη επιστροφή στην πρότερη των μνημονίων κατάσταση στην ελληνική αγορά εργασίας, διευθετούνται εκκρεμότητες από τα προηγούμενα μνημόνια. Απελευθερώνονται οι ομαδικές απολύσεις και επιχειρούνται παρεμβάσεις στη λειτουργία του συνδικαλιστικού και του απεργιακού δικαιώματος. Σχετικά με τη συνδικαλιστική δράση προστίθενται λόγοι άρσης της προστασίας των συνδικαλιστικών στελεχών και περιορίζονται οι διευκολύνσεις  για την άσκηση των καθηκόντων τους σε ορισμένες κατηγορίες τους.

 

Περίοδος μνημονίων – το απεργιακό δικαίωμα

Το απεργιακό δικαίωμα δέχεται επίσης πολλές επιθέσεις σε όλη την περίοδο των μνημονίων. Στόχος των επιθέσεων είναι να τεθούν πρόσθετοι όροι για τη νομιμότητα των απεργιών με έμφαση στον τρόπο λήψης των αποφάσεων για την κήρυξή τους, ενώ ασκούνται πιέσεις για την επαναφορά της ανταπεργίας.

Οι τελικές(;) αλλαγές στον τρόπο λήψης των αποφάσεων για τις απεργίες, αν και προσθέτουν νέους περιορισμούς, είναι λιγότερο επώδυνες σε σχέση με τα αναμενόμενα. Προβλέπουν την ύπαρξη απαρτίας 50%+ των οικονομικά τακτοποιημένων μελών στη γενική συνέλευση του πρωτοβάθμιου συνδικάτου που κηρύσσει την απεργία, αντί του 1/3 ή και του 1/5 που μπορεί να ισχύσει μετά από την αποτυχία συγκέντρωσης της προβλεπόμενης απαρτίας, διάταξη που διατηρείται για τις υπόλοιπες αποφάσεις των συνδικάτων εκτός της απεργίας. Αντιθέτως, δεν υιοθετείται η αρχική τροπολογία της ισχύος το 50%+ των εγγεγραμμένων και για τη λήψη των αποφάσεων, σύμφωνα με το παράδειγμα του περίφημου άρθρου 4  του Νόμου 1365/1983 για τις «κοινωνικοποιημένες» επιχειρήσεις που καταργήθηκε μετά από έντονες κοινωνικές αντιδράσεις.

Πάντως, το μέτρο δεν επεκτείνεται και στις αποφάσεις των πρωτοβάθμιων οργανώσεων που έχουν πανελλαδική δομή, αφού οι διοικήσεις τους διατηρούν την σχετική αρμοδιότητα (πχ. ομοιεπαγγελματικά συνδικάτα ΔΕΚΟ, επιχειρησιακά συνδικάτα πολυκαταστημάτων). Παραμένει ωστόσο το ερώτημα κατά πόσον ικανοποιούνται οι δανειστές από αυτή την εξέλιξη, ενόψει ιδιωτικοποιήσεων των ΔΕΚΟ, καθώς μάλιστα αποκλείονται από το μέτρο αυτό μεγάλες επιχειρήσεις οι οποίες δραστηριοποιούνται σε ολόκληρη τη χώρα.

Οι πρόσθετοι περιορισμοί στο απεργιακό δικαίωμα με την επίκληση της πλειοψηφίας του 50%+ εγείρουν και ερωτήματα για την επιλεκτική εφαρμογή δημοκρατικών αρχών. Πρώτον, γιατί οι κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες που ψηφίζουν τους νόμους στηρίζονται, δεδομένων των εκλογικών συστημάτων και της αποχής, σε λαϊκές μειοψηφίες. Δεύτερον, γιατί η δημοκρατία στις αποφάσεις των συνδικάτων επιβάλλεται μόνο για την κήρυξη των απεργιών, ενώ για τα υπόλοιπα ζητήματα οι αποφάσεις εξακολουθούν και λαμβάνονται όπως στο παρελθόν. Επιπλέον, η δημοκρατική αρχή της απόλυτης πλειοψηφίας δεν ισχύει για άλλα μνημονιακά μέτρα, όπως η  εφαρμογή  ελαστικών ωραρίων που απαιτεί τη συναίνεση των ελεγχόμενων από τον εργοδότη ενώσεων προσώπων υπό τον όρο αυτές να εκπροσωπούν, και ανάλογα με το μέγεθος, τουλάχιστον το 15%-25% των εργαζομένων της επιχείρησης.

Η πίεση, από την άλλη, για την επαναφορά της ανταπεργίας των εργοδοτών (lock out), που καταργήθηκε το 1982, στηρίζεται στη θεωρία της ισοδυναμίας των όπλων, αποκρύπτοντας την υπέρμετρη ενίσχυση της ισχυρής πλευράς μιας φύσει άνισης σχέσης όπως η σχέση εργασίας. Αν και δεν επήλθε ρητή επαναφορά της ανταπεργίας, αυτή προκύπτει με έμμεσο τρόπο. Πρόκειται για την εφαρμογή διάταξης του αστικού κώδικα (αρθρ.656 ΑΚ) σύμφωνα με την οποία ο εργοδότης δεν οφείλει μισθούς, όταν αδυνατεί να αποδεχθεί την εργασία για λόγους που δεν τον αφορούν ή για ανωτέρα βία. Οι δικαστικές αποφάσεις των τελευταίων χρόνων δίνουν αυτή την ερμηνεία και στην περίπτωση των απεργιών, όταν ο εργοδότης επικαλείται αδυναμία να απασχολήσει μη απεργούς. Με τη νομολογία των δικαστηρίων να κινείται προς αυτή την κατεύθυνση, το 2017 υιοθετήθηκε η ταχεία εκδίκαση των δικαστικών διαφορών αυτού του χαρακτήρα, επισπεύδοντας μια διαδικασία που εντάσσεται ουσιαστικά και με έμμεσο τρόπο στο περιεχόμενο της ανταπεργίας.

 

Συμπεράσματα

Με τις τελευταίες εξελίξεις στο πλαίσιο της γενικότερης εργασιακής απορρύθμισης ο θεσμός της απεργίας δέχεται ένα επιπλέον πλήγμα. Δεν αρκούν οι τόσοι περιορισμοί στην άσκησή της, που καθιστούν σχεδόν ανέφικτο το να μη χαρακτηριστεί παράνομη, αλλά προστίθενται και νέοι. Παράλληλα, η συντηρητική τάση της δικαστικής εξουσίας  να κρίνει ως καταχρηστικές ένα μεγάλο μέρος των απεργιών, καθώς και η έμμεση επαναφορά της ανταπεργίας, αποτελούν πρόσθετα εμπόδια απέναντι στον πολύπαθο θεσμό της απεργίας σε μια συγκυρία που το συνδικαλιστικό κίνημα βρίσκεται σε διαρκή αποδυνάμωση και κρίση αξιοπιστίας, στοιχεία που αποτελούν αντικείμενο ειδικότερης ανάλυσης.

Η ενίσχυση των σύγχρονων κανόνων ουσιαστικής καταστολής των απεργιών συνιστά επανάληψη της ιστορίας με νέους όρους. Η ποινική καταστολή της απεργίας των πρώτων βιομηχανικών χρόνων, αλλά και του νεοσύστατου ελληνικού κράτους, όπως και οι σύγχρονοι περιορισμοί της νόμιμης εδώ και ένα αιώνα απεργίας αποδεικνύουν πως η διαδρομή των  εργασιακών δικαιωμάτων δεν είναι ευθύγραμμη στην πορεία των χρόνων, αλλά προϊόν πολιτικών και κοινωνικών συσχετισμών στην εκάστοτε συγκυρία.

Ωστόσο, η ποινική καταστολή και οι πρόσθετοι περιορισμοί της σύγχρονης νεοφιλελεύθερης εποχής διατρέχονται από την ίδια διαχρονική λογική, εκείνη της μη παρεμπόδισης της ελεύθερης επιχειρηματικής δράσης. Μια λογική που διέπει το καπιταλιστικό σύστημα από τη γέννησή του, το οποίο παρά τις κατά καιρούς παραχωρήσεις που αναγκάστηκε να κάνει για την επιβίωσή του, επιστρέφει στην πρώιμη εποχή του, παίρνοντας τ

Σχετικά με τον συντάκτη

Γιάννης Κουζής

Γιάννης Κουζής

Ο Γιάννης Κουζής είναι Καθηγητής Εργασιακών Σχέσεων και Κοσμήτορας της Σχολής Πολιτικών Επιστημών του Παντείου Πανεπιστημίου. Κατά την περίοδο 1991-2015 διετέλεσε υπεύθυνος του τομέα εργασιακών σχέσεων του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ . Κατά το διάστημα Ιανουαρίου-Ιουλίου 2015 υπήρξε ειδικός σύμβουλος του Υπουργού Εργασίας. Τα επιστημονικά και συγγραφικά του ενδιαφέροντα εστιάζονται στα ακόλουθα πεδία: Εργασιακές σχέσεις στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, Ευελιξία της εργασίας και απορρύθμιση, Συνδικαλισμός, Συμμετοχή εργαζομένων.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε