Τεύχος #4 Επίμονος μοντέρνος Μάης

Από την εξέγερση στον «εκσυγχρονισμό»

Ζαν-Πωλ Σαρτρ, Αντρέ Γκλυκσμάν και Ραιημόν Αρόν, το 1979, σε συνέντευξη Τύπου της καμπάνιας «Ένα πλοίο για το Βιεντάμ» (Φωτογραφία: MICHEL CLEMENT / AFP)

 

Les Intellectuels contre la gauche. L’idéologie antitotalitaire en France (1968-1981)
[Οι διανοούμενοι ενάντια στην αριστερά. Η αντιολοκληρωτική ιδεολογία στη Γαλλία (1968-1981)]

Michael Scott Christofferson
Agone 2009 (μετάφραση από την αγγλική έκδοση του 2004: André Merlot) | 445 σελίδες

 

Η αναζήτηση της μοναδικής ερμηνείας για τα γεγονότα του ’68 είναι μάταιος κόπος: με τα λόγια ενός από τους πρωταγωνιστές του γαλλικού Μάη στη Ναντέρ, του Ντανιέλ Μπενσαΐντ [Daniel Bensaïd], στην πραγματικότητα «δεν υπήρξε ένα πνεύμα του Μάη, αλλά πνεύματα, σχέδια, πολιτικές».

Η πεντηκοστή επέτειος ξαναθύμισε έτσι ότι τη μνήμη των γεγονότων διεκδικεί, παράδοξα ίσως με την πρώτη ματιά, και μια ορισμένη φιλελεύθερη σκέψη που, κάπως επιλεκτικά, κρατά από τον Μάη μόνο τον αντιαυταρχισμό και τη σεξουαλική χειραφέτηση. Δεν υπάρχει αμφιβολία: Για τη Γαλλία που, ως τη δεκαετία του ’60, θεωρεί βρισιά την αντισύλληψη και το προφυλακτικό (το θυμίζει ο Ρομαίν Γκουπίλ [Romain Goupil] στο «Να πεθαίνεις στα τριάντα»), το ’68 είναι πολιτισμική «τομή»· οι σοσιαλφιλελεύθερες ερμηνείες, ωστόσο, προτιμούν –με τα λόγια ξανά του Μπενσαΐντ– «τη μνήμη του παιχνιδιού και της γιορτής, χωρίς τη μαζική αταξία· την απόλαυση των προνομίων χωρίς την κακή συνείδηση της εκμετάλλευσης[·] τον εκσυγχρονισμό των ηθών χωρίς τις “κοινωνικές ακαμψίες”» των εργατικών δικαιωμάτων[1], που οι Γάλλοι υπερασπίζονται με μεγάλες απεργίες ακόμα, όπως το ’68.

Έστω όμως ότι οι φιλελεύθερες ερμηνείες, εξαντλώντας την επίδραση του ’68 στα πολιτισμικά ήθη, είναι ωστόσο «νόμιμες». Έστω, λοιπόν, ότι το ’68 ήταν απλώς και μόνο ο καταλύτης για έναν πολιτισμικό εκσυγχρονισμό –αυτόν που δεν μπόρεσαν να καθοδηγήσουν τα κόμματα της Πέμπτης Δημοκρατίας– και όχι μια συνάντηση διεθνούς εμβέλειας, φοιτητών και εργατών, απέναντι σε κράτος, εργοδότες και «ειδικούς». Ποια ήταν η πολιτική και η ιδεολογία αυτού του εκσυγχρονισμού; Ποιοι οι πρωταγωνιστές και ποια τα μέσα που του χάρισαν τη δυναμική του;

Στο βιβλίο Οι διανοούμενοι ενάντια στην αριστερά, ο Αμερικανός ιστορικός Μάικλ Σκοτ Κριστόφερσον [Michael Scott Christofferson] φωτίζει τις διαδρομές μιας φιλελεύθερης «εκσυγχρονιστικής» σκέψης που σχηματίζεται την περίοδο του Ζισκάρ ντ’ Εσταίν [Giscard d’Estaing] (1968-1981). Μιας σκέψης που αξιοποιεί, και μαζί διαστρέφει, την αριστερή διαφωνία στο Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα και τον αντιαυταρχισμό του Μάη – την αξιοποιεί και τη διαστρέφει στο όνομα της εναντίωσης στον ολοκληρωτισμό. Μαζί με την κριτική στα «κακώς κείμενα» του παραδοσιακού κομμουνισμού, ωστόσο, ο αντιολοκληρωτισμός ακυρώνει και κάθε προσδοκία επαναστατικής αλλαγής: είναι, απλώς, ένας «νόμιμος» τρόπος να είναι κανείς φιλελεύθερος.

Στηριζόμενος σε παλιότερα έργα,[2] ο Κριστόφερσον δείχνει από ποιες επιπλέον απόψεις το γαλλικό ’68 υπήρξε πράγματι τομή: Στο απόγειο, όσο και στην απόσυρσή του, ο Μάης «υπονόμευσ[ε] δραστικά την κουλτούρα της Αντίστασης» (σ. 127-8) και την αίγλη του «κόμματος των 75.000 εκτελεσμένων», όπως είχε καθιερωθεί στη συλλογική συνείδηση το ΓΚΚ. Ο συγγραφέας δείχνει πόσο αναπόφευκτη, αλλά και πόσο αντιφατική υπήρξε η ρήξη αυτή με το φαντασιακό της Αντίστασης: αντιφατική γιατί, μαζί με τα απόνερα του σταλινικού μεταρρυθμισμού, της μονολιθικότητας και του αυταρχισμού του, ένας αστερισμός διανοουμένων, εντύπων και οργανώσεων πήρε, μετά τον Μάη, αποστάσεις συνολικά από την επαναστατική προοπτική και την αντιφασιστική κληρονομιά χάριν της ρήξης με τον «ολοκληρωτισμό». Αυτές οι αποστάσεις, εξηγεί ο Κριστόφερσον, δεν λήφθηκαν πάντα στο όνομα του «μικρότερου κακού», αλλά θετικών προταγμάτων ευρύτατης αποδοχής: της άμεσης δημοκρατίας, της αυτοδιαχείρισης,[3] των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Συνδυάζοντας μια ιστορία ιδεών με την κοινωνική και πολιτική ιστορία της «ζισκαρδιανής» Γαλλίας, ο Κριστόφερσον σημειώνει ότι, σε αντίθεση με την αμερικανική ή τη γερμανική περίπτωση, η εναντίωση στον «ολοκληρωτισμό» αλά γαλλικά δεν σχετιζόταν πρωτίστως με την εξωτερική πολιτική κατά της ΕΣΣΔ (ο Ντε Γκωλ [Charles de Gaulle] φρόντιζε να τηρεί αποστάσεις από τις ΗΠΑ), αλλά με την εσωτερική πολιτική σκηνή και το ΓΚΚ. Αντλώντας λοιπόν περισσότερο από τη σκέψη του Φρίντριχ Χάγεκ [Friedrich Hayek], για τον οποίο ο ολοκληρωτισμός ταυτιζόταν με την κρατική παρέμβαση στην οικονομία, ο γαλλικός αντιολοκληρωτισμός, περισσότερο πολιτικά «χρήσιμος» παρά θεωρητικά-ακαδημαϊκά «συνεπής», αγνόησε τη Χάνα Άρεντ [Hannah Arendt] και τον Ραϋμόν Αρόν [Raymond Aron], που θεωρούσαν ολοκληρωτική μόνο τη σταλινική περίοδο στη Ρωσία (ενώ η πρώτη συνέδεε επιπλέον τον ολοκληρωτισμό με τον ιμπεριαλισμό). Το σημαντικότερο: H γαλλική κριτική του ολοκληρωτισμού άφηνε έξω από τη ματιά της τον φασισμό, σε αντίθεση και πάλι με τη Γερμανία, δίνοντας έμφαση αποκλειστικά στο ΓΚΚ, ιδίως μετά το 1970, όταν αυτό αποκτούσε κυβερνητική προοπτική, σε συνεργασία με τους Σοσιαλιστές. Οι μομφές για τον αυταρχισμό στην Ανατολική Ευρώπη αφορούσαν περισσότερο το ΓΚΚ και λιγότερο τις κοινωνίες του «υπαρκτού». Την ίδια στιγμή, εξάλλου, υπερασπιστές των Ανατολικών αντιφρονούντων στέκονταν παγερά αδιάφοροι μπροστά στις στρατιωτικές δικτατορίες που στήριζε η Δύση στη Λατινική Αμερική (σ. 368).

 

Η ρήξη με την κληρονομιά της Αντίστασης, μια αντιφατική ρήξη

Τι αλλάζει λοιπόν στη μεταπολεμική Γαλλία, που την κάνει «πρωτεύουσα μιας ιδεολογικής αντεπενάστασης», όπως παρατηρεί ο Πέρρυ Άντερσον [Perry Anderson];

Τον Μάιο του 1945, το 56% των Γάλλων θεωρούν τη Σοβιετική Ένωση τη χώρα με τη σπουδαιότερη συμβολή στη νίκη επί της ναζιστικής Γερμανίας (σ. 41). Πολλοί διανοούμενοι βλέπουν έτσι θετικά την προσκόλληση του ΓΚΚ στην ΕΣΣΔ, και άλλοι, όπως ο ιστορικός Τόνυ Τζαντ [Tony Judt], μιλούν για «τύφλωση» και έλλειψη φιλελεύθερης σκέψης στη χώρα έως και το 1974· πρόκειται για τη «γαλλική εξαίρεση», που θυμίζει την αντίστοιχη συζήτηση για τη Μεταπολίτευση στην Ελλάδα. Λίγο αργότερα, πρώην κομμουνιστές διανοούμενοι όπως ο Φρανσουά Φυρέ [François Furet], στον οποίο αφιερώνεται το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, θα δουν τον αντιφασισμό ως ηθική και πολιτική εξιλέωση του σταλινισμού.[4]

Έως και το 1947 λοιπόν, το ΓΚΚ βρίσκεται ταυτόχρονα στην κυβέρνηση Ραμαντιέ [Paul Ramadier] και στην ηγεσία του εργατικού κινήματος, έχοντας τη στήριξη του ενός τετάρτου του εκλογικού σώματος. Το κλίμα αλλάζει ραγδαία, ωστόσο, με την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου. Το κόμμα αποκλείεται από την κυβέρνηση, το SFIO (Γαλλικό Τμήμα της Εργατικής Διεθνούς) διακόπτει την εκλογική συμμαχία μαζί του και τα μεγάλα κόμματα το κατηγορούν ως «ολοκληρωτικό». Υιοθετώντας τη γραμμή «τάξη εναντίον τάξης» και ταυτόχρονα απορρίπτοντας μια αποσταλινοποίηση αλά ιταλικά, το ίδιο αρνείται την ύπαρξη στρατοπέδων στην ΕΣΣΔ και κατηγορεί το SFIO ότι ανοίγει την πόρτα στον φασισμό (σ. 43).

Στο τέλος της δεκαετίας του ’40, η γαλλική κοινωνία φοβάται έναν νέο πόλεμο –μεταξύ ΗΠΑ και ΕΣΣΔ πλέον– και μαζί την αναβίωση του φασισμού. Το ΓΚΚ διατηρεί έτσι μέρος της αντιστασιακής αίγλης του, ιδίως στις τάξεις των διανοουμένων. Για περιοδικά όπως το Esprit, μέχρι και τις αρχές του 1950 το κόμμα είναι ένας «συνοδοιπόρος» ενάντια στον Ντε Γκωλ, την αμερικανική κυριαρχία και το σχέδιο Μάρσαλ· έντυπο που υπερασπίζεται τη χριστιανική ηθική του προσώπου, το Esprit βλέπει στους κομμουνιστές ό,τι πιο κοντινό στη χριστιανική αναπαράσταση του φτωχού (σ. 51).

Ορόσημο για την απώλεια της αντιστασιακής αίγλης του ΓΚΚ θα είναι η υπόθεση Κραβτσένκο, που το 1949 εξελίσσεται σε «δίκη του αιώνα» με εκατοντάδες μάρτυρες. Συγγραφέας ενός αντισοεβιετικού λιβέλου που γίνεται μπεστ σέλερ (J’ai choisi la liberté – Διάλεξα την ελευθερία), ο Κραβτσένκο φέρνει στα δικαστήρια για συκοφαντική δυσφήμηση το εβδομαδιαίο φιλοκομμουνιστικό έντυπο Les Letters Françaises (Tα Γαλλικά Γράμματα). Το έντυπο τον κατηγορεί για προδοσία της χώρας που νίκησε τους ναζί, της Σοβιετικής Ένωσης – «άρα και της Γαλλίας». Κι ενώ γνωστοί αντισταλινικοί (ο Άρθουρ Καίσλερ [Arthur Koestler], ο Αλμπέρ Καμύ [Albert Camus], ακόμα και η μάρτυράς του στη δίκη, Μαργκαρέτε Μπούμπερ-Νόυμαν [Margarete Buber-Neumann]) περιγράφουν τον Κραβτσένκο με μελανά χρώματα, ενώ οι κατηγορίες πως ο ίδιος σχετίζεται με τη CIA δεν είναι αβάσιμες, τα Γαλλικά Γράμματα χάνουν τη δίκη και οι καταγγελίες του Κραβτσένκο κατά της ΕΣΣΔ εισακούονται πλειοψηφικά (και) στις γραμμές της εργατικής τάξης. Ανάλογα συμβαίνουν το 1951 με τη δίκη του αντιστασιακού και πρώην κρατούμενου στο Μπούχενβαλντ, Νταβίντ Ρουσέ [David Rousset], που για ένα διάστημα συνεργάστηκε με τον Σαρτρ [Jean-Paul Sartre]. Ο Ρουσέ είναι ο πρώτος που μιλά στη Γαλλία για σοβιετικά «γκουλάγκ». Τα Γαλλικά Γράμματα τον κατηγορούν ως «τροτσκιστή παραχαράκτη», ο ίδιος οδηγεί την αντιπαράθεση στα δικαστήρια και, εκτός από τη δίκη, κερδίζει και τη γαλλική κοινή γνώμη.

 

Η Αλγερία και ο εθνικο-κομφορμισμός του ΓΚΚ

Στα 1956 πια, η σοβιετική καταστολή της ουγγρικής εξέγερσης κάνει πολλούς να αμφισβητούν τη σχέση της ΕΣΣΔ και του ΓΚΚ με την επανάσταση. Το κόμμα θεωρεί επωφελή για την ΕΣΣΔ μια ορισμένη ουδετερότητα του γαλλικού αστισμού και του Ντε Γκωλ απέναντι στον Ψυχρό Πόλεμο. Το ίδιο, ενώ καταγγέλλει την κρατική αποικιακή πολιτική στην Αλγερία, αποδεικνύεται «ελαστικότερο» με τα σοβιετικά έκτροπα στη Βουδαπέστη και, ακόμα χειρότερα, το 1956 στηρίζει τα έκτακτα μέτρα κατά της Αλγερίας από τη «σοσιαλιστική» κυβέρνηση Μολλέ [Mollet]. Στο δημοψήφισμα που προκηρύσσει ο Ντε Γκωλ το 1958, κι ενώ η ακροδεξιά αποδεικνύεται έτοιμη για πραξικόπημα, το ΓΚΚ «απαντά» υποτονικά και η εργατική τάξη συντάσσεται με τη δεξιά.

Στο κλίμα αυτό, μέρος των αριστερών Γάλλων διανοουμένων αρνείται στο εξής τον κεντρικό ρόλο των εργαζομένων σε μια επαναστατική στρατηγική. Για άλλους, όπως ο Ζακ Ζυγιάρ [Jacque Juillard], που έχουν βιώσει από κοντά τον πόλεμο της Αλγερίας, αυτός ο τελευταίος γίνεται η ιδρυτική στιγμή ενός αντικρατισμού, με την έννοια της αντίθεσης στον ολοκληρωτισμό (σ. 60): Όσα κάνει η γαλλική κυβέρνηση στην Αλγερία μαρτυρούν τις «ολοκληρωτικές» τάσεις του κράτους.

 

Μάης: Επανάσταση, ολοκληρωτισμός ή αρχή του τέλους του επαναστατικού σχεδίου;

Για όλους τους παραπάνω λόγους, η αποστράτευση των διανοουμένων από τα κόμματα της αριστεράς είναι κανόνας μεταξύ 1962 και 1968. Οι ίδιοι χάνουν σε πολιτική επιρροή, καθώς οι νέες ελίτ στις κομματικές ηγεσίες και το κράτος δεν προέρχονται πια από την École Νormale Supérieure, αλλά από την Εθνική Σχολή Διοίκησης. Ό,τι χάνουν ωστόσο σε αυτό το πεδίο, οι ίδιοι το αναπληρώνουν βρίσκοντας «άμεση» πρόσβαση σε ένα ευρύ κοινό, χάρη σε περιοδικά, εφημερίδες, εκδοτικούς οίκους και στην τηλεόραση.[5] Εμβληματική περίπτωση είναι το εβδομαδιαίο Nouvel Observateur, που ιδρύουν το 1964 ο βιομήχανος Κλωντ Πεντριέλ [Claude Pedriel] και ο συγγραφέας Ζαν Ντανιέλ [Jean Daniel].[6] Οι πωλήσεις του φτάνουν γρήγορα τα 300.000 αντίτυπα και το ίδιο εξελίσσεται σε προπύργιο του αντιολοκληρωτισμού, προκαλώντας, όπως δείχνει ο Κριστόφερσον, τη σύγκρουση και τις εκτός ελέγχου αντιδράσεις της ηγεσίας του ΓΚΚ. Το ’68 εξάλλου, εκτός από χρονιά της αντιαυταρχικής εξέγερσης του Μάη, την οποία το κόμμα καταγγέλλει, είναι η χρονιά της αυταρχικής σοβιετικής επέμβασης στην Τσεχοσλοβακία, την οποία το ΓΚΚ υποστηρίζει.

Σε ό,τι αφορά την εξέγερση του Μάη, που πολλοί βλέπουν ως επιστροφή στον μαρξισμό, οι μη κομμουνιστές διανοούμενοι συμφωνούν σε δύο σημεία: Πρώτον, τα γεγονότα αντανακλούν την αποτυχία των βασικών θεσμών της γαλλικής κοινωνίας, ιδίως του πολιτικού συστήματος και της εκπαίδευσης. Δεύτερον, η επανάσταση είναι και πάλι εφικτή – με όλες τις διαφορετικές απαντήσεις που δίνονται γύρω από το ζήτημα του υποκειμένου ή των μορφών οργάνωσης.[7] Ο Καστοριάδης και ο Λεφόρ [Claude Lefort], για παράδειγμα, βλέπουν στον Μάη μια επανάσταση ενάντια στη γραφειοκρατία και τις ιεραρχίες· σε αντίθεση ωστόσο με τον Kαστοριάδη, ο Λεφόρ θεωρεί τη μη διεκδίκηση της εξουσίας σημάδι ωριμότητας του επαναστατικού αγώνα (σ. 84-5). Οι δυο τους τραβούν έκτοτε διαφορετικούς δρόμους. Ο μεν Kαστοριάδης βλέπει ως θεμελιώδη αντίθεση αυτή μεταξύ γραφειοκρατικού καπιταλισμού και αυτοθέσμισης, ο δε Λεφόρ, την αντίθεση μεταξύ δημοκρατίας και ολοκληρωτισμού.

Σημεία των καιρών: Το 1947, ο Σαρτρ γράφει στο Les Temps Modernes υπέρ μιας στράτευσης «για χάρη της ελευθερίας του προσώπου και της σοσιαλιστικής επανάστασης», και για τις δύο μαζί· το 1953, ο Μερλώ-Ποντύ [Maurice Merleau-Ponty] φεύγει από το περιοδικό, θεωρώντας ότι ο Σαρτρ δεν ανέχεται τον διάλογο και τη διαφορετική άποψη (σ. 50). Την επαύριον πια του Μάη, ο Σαρτρ διαχωρίζεται οριστικά από το ΓΚΚ και την ΕΣΣΔ, όχι πια από τη σκοπιά της σοσιαλιστικής επανάστασης, αλλά της άμεσης δημοκρατίας και της ελευθερίας (εξού και συνεργάζεται με την οργάνωση «Προλεταριακή Αριστερά»). Το Temps Modernes ξεκινά μια ριζική κριτική στον λενινισμό, στον οποίο δεν θα επιστρέψει ποτέ.

Ενώ ο Ντε Γκωλ βλέπει στον Μάη μια Γαλλία μπροστά στην «ολοκληρωτική κομμουνιστική απειλή» (30 Μαΐου 1968), έντυπα που παλιά στήριζαν το ΓΚΚ, ενόψει των γεγονότων του ’68 στέκονται τώρα αμφίθυμα: Στο Esprit, που μεταξύ 1962 και 1972 πουλά 15.000 τεύχη το μήνα, ο Πιερ Τιμπώ [Pierre Thibaud] μιλά για «ολοκληρωτική διαλεκτική», αναφερόμενος στους διαδηλωτές. Ο Ζυγιάρ αναρωτιέται πώς «τα επικίνδυνα ασαφή οράματα» μπορούν να ενσωματωθούν σε θεσμούς που να σέβονται τις μειονότητες (σ. 87). Και, την ίδια στιγμή, το περιοδικό προειδοποιεί ότι η επαναφορά του γκωλισμού εγκυμονεί ακόμα και τη φασιστική απειλή.

 

Μετά τον Μάη: Ο αντιολοκληρωτισμός ως «ετεροδοξία» απέναντι στην Ένωση της αριστεράς

Στη δεκαετία του ’70 πλέον, η αμφιθυμία των διανοουμένων γίνεται ανοιχτή αντιπαλότητα απέναντι στην αριστερά, συχνά στο όνομα ακριβώς του Μάη. Ενώ οι ακροαριστερές οργανώσεις που αναφέρονται στην εξέγερση φθίνουν (το 1974, λ.χ., διαλύεται η Προλεταριακή Αριστερά), τον Ιούνιο του 1972 το ΓΚΚ υπογράφει το κοινό πρόγραμμα διακυβέρνησης με το Σοσιαλιστικό Κόμμα.[8] Αυτή είναι και η στιγμή της κλιμάκωσης του αντιολοκληρωτικού επιχειρήματος.

Μπορεί το ΓΚΚ να υστερεί πια έναντι των Γάλλων Σοσιαλιστών, και η Libération ή το Nouvel Observateur να λειτουργούν συγκεντρωτικά, όχι δηλαδή με όρους άμεσης δημοκρατίας· οι αρθρογράφοι τους, ωστόσο, υπερασπίζονται σθεναρά αυτή την τελευταία απέναντι στο κόμμα και τον Ζωρζ Μαρσέ [Georges Marchais], διεκδικώντας όλο και συχνότερα για τον εαυτό τους τον τίτλο του αντιφρονούντα (dissident). Ζητούν την αποσταλινοποίηση του κόμματος και, στον Αλεξάντερ Σολζενίτσιν, συγγραφέα του Αρχιπελάγους γκουλάγκ, βλέπουν ένα πρότυπο διανοουμένου για την Ευρώπη. Η γαλλική έκδοση του βιβλίου πουλά, στα τέλη του 1974, 600.000 αντίτυπα, και ο συγγραφέας αντιμετωπίζεται από τους αντιολοκληρωτικούς ως νέος Ντρέιφους [Dreyfus] (σ. 120).

Όσα γράφει ο Σολζενίτσιν στο Αρχιπέλαγος για το ρωσικό στρατόπεδο, σημειώνει ο Κριστόφερσον, είναι λιγότερο αποκαλύψεις και πολύ περισσότερο μια μεταφορά που χρησιμοποιούν Γάλλοι διανοούμενοι μιλώντας για το μέλλον της χώρας με το ΓΚΚ στα πρόθυρα της συμμετοχής στην κυβέρνηση. Το κλείσιμο της πορτογαλικής σοσιαλιστικής εφημερίδας República, στην Επανάσταση των Γαρυφάλλων, δίνει μια από τις πολλές αφορμές για μια τέτοια συζήτηση. Διανοούμενοι όπως ο Λεφόρ, που πλέον πιστεύει ότι και τα εργατικά συμβούλια μπορεί να καταλήξουν σε δικτατορία, αφιερώνει στον Σολζενίτσιν ένα ολόκληρο βιβλίο (Un homme en trop – Ένας περιττός άνθρωπος). Η έκδοση του Αρχιπελάγους διαφημίζεται κατά κόρον από το Nouvel Observateur, ενώ αργότερα ο Ζαν Ντανιέλ [Jean Daniel] βεβαιώνει ότι ούτε ο ίδιος ούτε ο Αντρέ Γκλυκσμάν [André Glucksmann], επίσης συγγραφέας βιβλίου για τον Σολζενίτσιν, είχαν διαβάσει το βιβλίο (σ. 139).

Είναι η περίοδος που το Nouvel Observateur φιλοξενεί συστηματικά τις απόψεις των Νέων Φιλοσόφων. Για το περιοδικό Μagazine Littéraire, πρόκειται για τους μόνους εκπροσώπους της γαλλικής φιλοσοφικής παράδοσης (σ. 256-7), με εξαίρεση ίσως τη «σχολή Αλτουσέρ». Ο Γκλυκσμάν και ο Μπερνάρ Ανρί Λεβί [Bernard-Henri Lévy] προβάλλονται διαρκώς: στα FR3 και TF1, στη Monde, αλλά και στο Playboy ή το Marie-Claire. Ο Λεβύ διευθύνει τρεις εκδοτικές σειρές στον οίκο Grasset, και το βιβλίο του για τον κομμουνισμό (La barbarie à visage humainΒαρβαρότητα με ανθρώπινο πρόσωπο) υποστηρίζεται από τον Ρολάν Μπαρτ [Roland Barthes]. Στο δικό του «αντιολοκληρωτικό» μπεστ σέλερ (Οι κύριοι στοχαστέςLes Maitres penseurs), ο Γκλυκσμάν γράφει ότι «τα 60.000.000 των νεκρών στα γκουλάγκ» είναι «η λογική εφαρμογή του μαρξισμού»: Μέσα σε λιγότερο από ένα μήνα, το βιβλίο πουλά 30.000 αντίτυπα.[9]

 

Εκσυγχρονισμός των ηθών ή νεοσυντηρητικός ηθικισμός;

«Τον Μάη του ’68», έγραφε ο Γάλλος φιλόσοφος Αντρέ Κοντ-Σπονβίλ [André Comte-Sponville], «λέγαµε ότι όλα είναι πολιτική, ακόµα και οι σεξουαλικές σχέσεις. Σήµερα, αντίθετα, η ηθική επιχειρεί να αντικαταστήσει την ουτοπία». Η αποτίμηση αυτή ταιριάζει γάντι στο διάβημα των Γάλλων αντιολοκληρωτικών. Για τον Ζαν Ντανιέλ, λόγου χάρη, η στροφή μετά το ’68, από την επανάσταση στα ανθρώπινα δικαιώματα, σηματοδοτούσε περισσότερο μια ηθική στάση παρά πολιτική επιλογή (σ. 253). Για τον Φρανσουά Φυρέ, πρώην μέλος του ΓΚΚ, το μείζον στις διαμάχες του τελευταίου τετάρτου του 20ού αιώνα για τον ολοκληρωτισμό είναι αυτό: ότι δεν αναδεικνύουν την πολιτική, αλλά την ηθική (σ. 332).

Αυτός ο μοραλισμός, η ερμηνεία δηλαδή της πολιτικής και κοινωνικής σύγκρουσης με όρους κυρίως ή αποκλειστικά ηθικοπολιτισμικούς, στην περίπτωση των «αντιολοκληρωτικών» θυμίζει πως «το είναι καθορίζει τη συνείδηση». Μολονότι λοιπόν οι ίδιοι παρουσιάζονται ως ένα ετερόδοξο, αντιεξουσιαστικό κίνημα άμεσης δημοκρατίας,[10] χωρίς επικεφαλής και ενάντια στην εκπροσώπηση, οι ίδιοι, δείχνει ο Κριστόφερσον, υπερασπίζονται μια σύλληψη της ελευθερίας που αντανακλά στην αστική τους καταγωγή. Ο Φυρέ, έτσι, επισημαίνει το «μίσος» της Γαλλικής και της Ρωσικής Επανάστασης για τον αστό, δηλώνοντας ότι ο ίδιος ανήκει σε μια «παράδοση αστικής αριστεράς» (σ. 306). Ανάλογα ισχύουν για τον συνεργάτη του τον Ντενί Ρισέ [Denis Richet], για τον Μπερνάρ Ανρί Λεβί κ.ά.

Πού φτάνει μια τέτοια ιδεολογική σκευή; Στην περίπτωση του Φυρέ, μέχρι το σημείο η Γαλλική Επανάσταση να κατηγορείται ως «πρωτοολοκληρωτική». Εδώ δεν πρόκειται πια για ιστορικό επιχείρημα, αλλά για τοποθέτηση της ιστορίας στην προκρούστεια κλίνη της πολιτικής σύγκρουσης. Ο Φυρέ, συνοδοιπόρος του σοσιαλφιλελεύθερου Γάλλου πρωθυπουργού Μισέλ Ροκάρ [Michel Rocard], υπογράφει το 1989, μαζί με τον Ζυλιάρ και τον Ροζανβαλόν [Pierre Rosanvallon], ένα πολιτικό μανιφέστο που πανηγυρίζει «το τέλος της γαλλικής εξαίρεσης». H Γαλλία έχει πια φιλελεύθερη σκέψη: έναν φιλελευθερισμό που ορκίζεται στην ισχύ της κεντρικής εξουσίας. Λίγα χρόνια αργότερα, η «Δημοκρατία του Κέντρου» δυσφορεί με τις εργατικές απεργίες κατά της δεξιάς κυβέρνησης Ζιπέ [Alain Juppé], διαπιστώνοντας με ανησυχία ότι οι «εξαιρέσεις» δεν παύουν να αμφισβητούν τους κανόνες της ελεύθερης εκμετάλλευσης – όπως ακριβώς το ’68…

 

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Δημοσθένης Παπαδάτος

Δημοσθένης Παπαδάτος

Ο Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος εργάζεται ως μεταφραστής και διορθωτής, με ειδίκευση στην αυτοδιόρθωση. Ήταν υπεύθυνος σύνταξης της ιστοσελίδας Red Notebook και, μαζί με το Χρήστο Λάσκο, συνεπιμελητής του βιβλίου Το Όχι που έγινε Ναι (ΚΨΜ 2016). Άρθρα του δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα Αlterthess.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε