Επίκαιρα Τεύχος #12

«Από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του»: Αναζητώντας τις ρίζες της κομμουνιστικής αρχής

H κομμουνιστική αρχή «από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του», η οποία κατά τον Μαρξ συνιστά την ουσιώδη ποιότητα της ανώτερης φάσης της κομμουνιστικής κοινωνίας, δηλαδή του καθαυτό κομμουνισμού, εμφανίζεται για πρώτη φορά στη Βίβλο, ως χαρακτηρίζουσα τη ζωή των πρώτων χριστιανικών κοινοτήτων· την ξαναβρίσκουμε στους ανατολικούς Πατέρες και σε κλάδους της Μεταρρύθμισης, ενώ στη νεώτερη εποχή εισάγεται από τους Γάλλους και Γερμανούς χριστιανούς σοσιαλιστές και κομμουνιστές που αντλούσαν την έμπνευσή τους από το ευαγγελικό ιδεώδες της ισότητας και έβλεπαν την αρχαία Εκκλησία ως πρότυπο κοινωνικής δικαιοσύνης.
Fernand Léger, Les Constructeurs, 1950 ( Musée national Fernand-Léger, Biot (Γαλλία))

Στις μέρες μας, η κυριαρχία της αστικής ιδεολογίας είναι τόση και τέτοια, ώστε οι άνθρωποι να θεωρούν τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής σαν κάτι το φυσικό και αυτονόητο, όχι ως ένα δυνητικά υπερβατό ιστορικό μόρφωμα, αλλά σαν ένα παραμόνιμο και ανεξάλειπτο χαρακτηριστικό της κοινωνικής οργάνωσης. Στο πλαίσιο αυτό, λόγω και της αρνητικής εμπειρίας των γραφειοκρατικών καθεστώτων του τέως «υπαρκτού σοσιαλισμού», το σημαίνον «κομμουνισμός» έχει απολέσει για τους περισσότερους τα πάλαι ποτέ χειραφετητικά του σημαινόμενα και έχει κατασυκοφαντηθεί ασύστολα. Ως εκ τούτου, καθίσταται επειγόντως αναγκαία η «επίσκεψη του ονόματος»[1] του κομμουνισμού, τουτέστιν η ακριβής επανέκθεση της έννοιάς του και η ανάδειξη του απελευθερωτικού της περιεχομένου. Παρακάτω, πραγματευόμαστε μία (όχι βεβαίως τη μόνη) βασική πτυχή του κομμουνισμού.

Στην Κριτική του Προγράμματος της Γκότα (1875), ο Καρλ Μαρξ περιγράφει την ανώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας, χρησιμοποιώντας ένα σύνθημα που επρόκειτο να γίνει διάσημο: «Από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του!»[2] Ήδη τριάντα χρόνια νωρίτερα, στη Γερμανική Ιδεολογία (1845-6), οι Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς είχαν γράψει πως «η βασισμένη στις υφιστάμενες συνθήκες μας λαθεμένη θέση: “στον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του” … πρέπει ν’ αλλάξει στη φράση: “στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του”», θεωρώντας ως μία εκ των ουσιωδών αρχών του κομμουνισμού την άποψη – η οποία θεμελιώνεται στην εμπειρική γνώση της ανθρώπινης φύσης – ότι οι διαφορές διανοητικών ικανοτήτων δεν συνεπάγονται και διαφορές στις φυσικές ανάγκες, συνεπώς «η διαφορά στη δραστηριότητα, στην  εργασία, δε δικαιολογεί καμμιάν ανισότητα, κανένα προνόμιο ιδιοκτησίας και απόλαυσης».[3]

Ποια είναι, όμως, η καταγωγή αυτού του ορισμού του κομμουνισμού; Στο παρόν άρθρο, θα αναζητήσουμε τις ιστορικές και πνευματικές ρίζες της κατά Μαρξ κομμουνιστικής αρχής, εστιάζοντας, κυρίως, στον αρχέγονο χριστιανισμό και τους χριστιανούς σοσιαλιστές και κομμουνιστές του πρώτου μισού του 19ου αιώνα.

Η πρωιμότερη εμφάνιση αυτής της κομμουνιστικής αρχής είναι στη Βίβλο. Σύμφωνα με τις Πράξεις των Αποστόλων, ο προφήτης Άγαβος ήλθε από την Ιερουσαλήμ στην Αντιόχεια, όπου προέβλεψε πως ένας μεγάλος λιμός θα έπληττε την οικουμένη.[4] Τότε, «οι Χριστιανοί στην Αντιόχεια αποφάσισαν να στείλουν βοήθεια στους αδελφούς που κατοικούσαν στην Ιουδαία, ό,τι μπορούσε ο καθένας» (τῶν δὲ μαθητῶν καθὼς ηὐπορεῖτό τις, ὥρισαν ἕκαστος αὐτῶν εἰς διακονίαν πέμψαι τοῖς κατοικοῦσιν ἐν τῇ ᾿Ιουδαίᾳ ἀδελφοῖς).[5] Η φράση καθὼς ηὐπορεῖτό τις (ό,τι μπορούσε ο καθένας) αποτελεί ένα προανάκρουσμα του πρώτου σκέλους της κομμουνιστικής αρχής από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του.

Οι Πράξεις ιστορούν τον τρόπο ζωής και κοινωνικής οργάνωσης των πρώτων χριστιανικών κοινοτήτων· φαίνεται ξεκάθαρα ότι οι πρώτοι Χριστιανοί εφήρμοζαν την κομμουνιστική αρχή και ως προς το δεύτερο σκέλος της, που αφορά στη διανομή των υλικών αγαθών: «Όλοι οι πιστοί ζούσαν σε έναν τόπο και είχαν τα πάντα κοινά· πουλούσαν ακόμα και τα κτήματα και τα υπάρχοντά τους, και μοίραζαν τα χρήματα σε όλους, ανάλογα με τις ανάγκες του καθενός» (πάντες δὲ οἱ πιστεύοντες ἦσαν ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ εἶχον ἅπαντα κοινά, καὶ τὰ κτήματα καὶ τὰς ὑπάρξεις ἐπίπρασκον καὶ διεμέριζον αὐτὰ πᾶσι καθότι ἄν τις χρείαν εἶχε).[6] Ομοίως: «Όλοι όσοι πίστεψαν είχαν μία καρδιά και μία ψυχή. Κανείς δεν θεωρούσε ότι κάτι από τα υπάρχοντά του ήταν δικό του, αλλά όλα τα είχαν κοινά. […] Δεν υπήρχε κανείς ανάμεσά τους που να στερείται τα απαραίτητα. Γιατί όσοι είχαν χωράφια ή σπίτια τα πουλούσαν, κι έφερναν το αντίτιμο αυτών που πουλούσαν, και το έθεταν στη διάθεση των αποστόλων. Απ’ αυτό δινόταν στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του» (Τοῦ δὲ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία, καὶ οὐδὲ εἷς τι τῶν ὑπαρχόντων αὐτῷ ἔλεγεν ἴδιον εἶναι, ἀλλ᾿ ἦν αὐτοῖς ἅπαντα κοινά. […] οὐδὲ γὰρ ἐνδεής τις ὑπῆρχεν ἐν αὐτοῖς· ὅσοι γὰρ κτήτορες χωρίων ἢ οἰκιῶν ὑπῆρχον, πωλοῦντες ἔφερον τὰς τιμὰς τῶν πιπρασκομένων καὶ ἐτίθουν παρὰ τοὺς πόδας τῶν ἀποστόλων· διεδίδετο δὲ ἑκάστῳ καθότι ἄν τις χρείαν εἶχεν).[7] Το καθότι ἄν τις χρείαν εἶχεν των Πράξεων είναι ταυτόσημο με το στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του τού Μαρξ.

Ο κομμουνισμός της αρχαίας Εκκλησίας δεν έμελλε να διαρκέσει για πολύ. Η άνθησή του υπήρξε αντιστρόφως ανάλογη της αριθμητικής αύξησης των Χριστιανών και της γεωγραφικής εξάπλωσης της νέας θρησκείας εντός της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Σύμφωνα με την υλιστική ερμηνεία της Ρόζας Λούξεμπουργκ,[8] η παρακμή του οφειλόταν στο γεγονός ότι η συλλογική ιδιοκτησία δεν επεκτάθηκε και στα μέσα παραγωγής, αλλά περιορίσθηκε στα μέσα κατανάλωσης. Τα μέσα παραγωγής, ειδικά η γη, παρέμειναν ατομική ιδιοκτησία. Κατά συνέπεια, ο κομμουνισμός αυτός δεν βασιζόταν στην κοινωνικοποιημένη εργασία όλου του πληθυσμού, αλλά στην κατανάλωση έτοιμων προϊόντων, που είχαν παραχθεί από την καταναγκαστική εργασία των δούλων. Έτσι, απέτυχε να μεταμορφώσει την κοινωνία και να τερματίσει την οικονομική ανισότητα μεταξύ των ανθρώπων. Σταδιακά, οι Χριστιανοί έπαψαν να ζουν σαν μία οικογένεια. Οι πλούσιοι δεν συνεισέφεραν πια στην κοινότητα το σύνολο των αγαθών τους, αλλά ό,τι προαιρούνταν από το περίσσευμά τους υπό μορφή ελεημοσύνης.

Παρά τον βαθμιαίο μαρασμό του, η ανάμνηση του αρχέγονου χριστιανικού κομμουνισμού διατηρήθηκε ζωντανή στην παράδοση της Εκκλησίας. Όπως επισημαίνει πάλι η Λούξεμπουργκ,[9] οι Πατέρες της Εκκλησίας πάλεψαν επί μακρόν εναντίον της διείσδυσης της κοινωνικής ανισότητας μέσα στη χριστιανική κοινότητα, επιπλήττοντας τους πλούσιους και προτρέποντάς τους να επιστρέψουν στον κομμουνισμό των πρώτων Αποστόλων. Τον μεγαλύτερο ζήλο σχετικά επέδειξε ο περίφημος άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως (347-407). Στη συγκλονιστική 11η Ομιλία του στις Πράξεις των Αποστόλων, τμήμα της οποίας παραθέτει η Λούξεμπουργκ με έκδηλο θαυμασμό,[10] κηρύσσει: «Αν εκεί (στην πρώτη Εκκλησία των Ιεροσολύμων) όπου οι πιστοί ανέρχονταν σε τρεις με πέντε χιλιάδες έγινε αυτό και πέτυχε κι έλαμψε τόσο πολύ και κανένας απ’ αυτούς δεν παραπονέθηκε για φτώχεια, πόσο περισσότερο θα πετύχαινε εφαρμοζόμενο από ένα μεγάλο πλήθος πιστών;» (Εἰ ἔνθα τρισχίλιοι καὶ πεντακισχίλιοι, τοῦτο γενόμενον οὕτως ἔλαμψε, καὶ οὐδεὶς αὐτῶν πενίαν ᾐτιάσατο, πόσῳ μᾶλλον ἐν τοσούτῳ πλήθει;)[11])

Ο αρχέγονος χριστιανικός κομμουνισμός ενέπνευσε τις εξεγέρσεις των χωρικών και των πληβείων των πόλεων κατά τον Μεσαίωνα και την αρχή των Νέων Χρόνων. Σύμφωνα με τον Ένγκελς, όλα τα μαζικά κινήματα του Μεσαίωνα επαγγέλονταν την επιστροφή στον πρώιμο χριστιανισμό.[12] Κατά τη Μεταρρύθμιση, η κομμουνιστική αρχή υιοθετείται από τον Γερμανό ριζοσπάστη θεολόγο και πρωτεργάτη της εξέγερσης που οδήγησε στον Πόλεμο των Χωρικών Τόμας Μύντσερ. Απολογούμενος, μετά τη σύλληψή του στις 15 Μαΐου 1525, ο Μύντσερ φέρεται να υποστήριξε ότι οι στόχοι της εξέγερσης ήταν η ισότητα, η κοινοκτημοσύνη όλων των αγαθών (“omnia sunt communia”) και η διανομή τους στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του.[13] Ο Ένγκελς θεωρεί πως το πολιτικό πρόγραμμα του Μύντσερ ήταν πολύ προχωρημένο, υπερέβαινε τις κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες της εποχής του και άγγιζε σχεδόν τον σύγχρονο κομμουνισμό. Διότι, δεν συνιστούσε απλώς ένα συμπίλημα των αιτημάτων των πληβείων του καιρού του, αλλά έναν ιδιοφυή προσδιορισμό των αναγκαίων προϋποθέσεων για τη χειραφέτηση του προλεταριακού στοιχείου, το οποίον είχε μόλις ξεπροβάλει μεταξύ των πληβείων. Συγκεκριμένα, η κατά Μύντσερ «Βασιλεία του Θεού» ήταν μία κοινωνία χωρίς ταξικές διαφορές, ατομική ιδιοκτησία και άνωθεν επιβαλλόμενη κρατική εξουσία. Πάντα κατά τον Ένγκελς, η τελική αποτυχία του Μύντσερ οφειλόταν στους εξής λόγους: ο 16ος αιώνας δεν ήταν ώριμος για την πραγματοποίηση των ιδεών του· η τάξη που εκπροσωπούσε δεν ήταν ακόμη αρκετά ανεπτυγμένη, ώστε να δύναται να μεταμορφώσει ολόκληρη την κοινωνία· ο κοινωνικός μετασχηματισμός που οραματιζόταν ήταν αναντίστοιχος προς τις τότε επικρατούσες οικονομικές συνθήκες.[14]

Την ίδια περίοδο, η κομμουνιστική αρχή «από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του» εμφανίζεται και στην Ομολογία Πίστεως των Χουττεριτών, την οποία συνέγραψε  φυλακισμένος, μεταξύ των ετών 1540-42, o Γερμανός Peter Riedeman.[15] Οι Χουττερίτες, ο αυστριακός κλάδος των Αναβαπτιστών, πήραν το όνομά τους από τον ηγέτη τους Jakob Hutter, ο οποίος βασανίστηκε και κάηκε στην πυρά σαν αιρετικός το 1536. Πρέσβευαν τη μη-βία και την κοινοκτημοσύνη, και συγκρότησαν κοινότητες οργανωμένες κατά το πρότυπο της πρώτης Εκκλησίας των Ιεροσολύμων. Τέτοιες κοινότητες επιζούν μέχρι και σήμερα στον δυτικό Καναδά και τις μεσοδυτικές ΗΠΑ.[16]

Η κομμουνιστική αρχή εισάγεται στη νεώτερη σκέψη από τον Γάλλο ουτοπικό κομμουνιστή, φιλόσοφο και ποιητή της εποχής του Διαφωτισμού, Étienne-Gabriel Morelly (1717-1778). Στο βιβλίο του Code de la Nature, ou le véritable Esprit de ses Loix (Κώδικας της Φύσης, ή το αληθές Πνεύμα των Νόμων της), το οποίον εκδόθηκε ανωνύμως το 1755, ο Morelly αναγνωρίζει την πλεονεξία (avarice) ως τη μόνη κακία (vice) στο Σύμπαν· όλες οι άλλες κακίες συνιστούν αποχρώσεις αυτής, βαθμίδες, πρωτεϊκές μορφές της. Όλα τα ελαττώματά μας, αλλά και οι περισσότερες από τις εξεζητημένες (φαινομενικές) αρετές μας (vertus sophistiques), έχουν μία κοινή βάση, ανάγονται και αναλύονται σε ένα πρωταρχικό βλαβερό στοιχείο, την επιθυμία του κατέχειν (désir d’avoir). Πώς θα μπορούσε, άραγε, η κοινωνία να απαλλαχθεί από αυτήν τη μάστιγα του ιδιωτικού συμφέροντος (intérêt particulier); Η λύση που προτείνει ο Morelly είναι η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας: «Όπου δεν θα υπήρχε ιδιοκτησία, δεν θα μπορούσε να υπάρξει και καμία από τις ολέθριες συνέπειές της».[17] Εισηγείται, λοιπόν, τρεις «θεμελιώδεις και ιερούς νόμους», οι οποίοι «θα εκριζώσουν τις κακίες και όλα τα κακά μιας κοινωνίας». Οι νόμοι αυτοί είναι οι εξής: «Ι. Τίποτα στην κοινωνία δεν θα ανήκει σε κανέναν ατομικά ή ως ιδιοκτησία, εκτός από τα πράγματα των οποίων [το άτομο] θα κάνει άμεση χρήση, είτε για τις ανάγκες του, τις απολαύσεις του, είτε για την καθημερινή του εργασία. ΙΙ. Κάθε πολίτης θα είναι ένας “δημόσιος άνθρωπος” (homme public), που θα συντηρείται, θα διατηρείται και θα απασχολείται με δαπάνες του Δημοσίου. ΙΙΙ. Κάθε πολίτης θα συμβάλλει από τη μεριά του στο κοινό όφελος, ανάλογα με τις ικανότητές του, τα ταλέντα του και την ηλικία του…»[18] Βλέπουμε εδώ να διαγράφεται η κομμουνιστική αρχή: Κάθε πολίτης συμβάλλει στο κοινό όφελος ανάλογα με τις ικανότητές του, και νέμεται τα αγαθά ανάλογα με τις ανάγκες του, τα αγαθά δε αυτά περιλαμβάνουν όχι μόνον τα μέσα συντήρησης, αλλά και απόλαυσης και εργασίας.

Ο Morelly αναφέρεται επαινετικά και με έναν νοσταλγικό τόνο στον Χριστιανισμό των αποστολικών χρόνων, αποτιμώντας τον ως τον τελειότερο ανθρώπινο θεσμό, ενώ τους πρώτους χριστιανούς τούς χαρακτηρίζει «αληθινούς ανθρώπους» (vrais humains).[19] Γράφει: «Το πνεύμα του Χριστιανισμού έφερε τους ανθρώπους πλησιέστερα στους νόμους της Φύσης… Μερικά από τα κύρια δόγματα τους [των χριστιανών] τούς έκαναν να αισθανθούν τη φυσική ισότητα όλων των ανθρώπων».[20] Γιατί, όμως, το πνεύμα του Χριστιανισμού δεν διατηρήθηκε; Τι έφταιξε και η θρησκεία που θα άλλαζε το πρόσωπο των Εθνών εκφυλίσθηκε, με αποτέλεσμα τη διαιώνιση της ανισότητας μεταξύ των ανθρώπων; Σύμφωνα με τον Morelly, αυτό συνέβη διότι ο Χριστιανισμός, ενώ επιτέθηκε με δύναμη στην ειδωλολατρία, συντρίβοντάς την, δεν υπερασπίστηκε το ίδιο σθεναρά την ηθική του, μην τολμώντας να καταπολεμήσει τις προκαταλήψεις, τα έθιμα και τους κρατικούς νόμους που αντετίθεντο στη Φύση. Συμβιβάστηκε δε με τα κατεστημένα πολιτικά μορφώματα, μεταρρυθμίζοντάς τα μόνο μερικώς. Σιγά σιγά, το διογκούμενο τελετουργικό απέσπασε τους ανθρώπους από την ουσία της θρησκείας· κυριάρχησε η τήρηση των εξωτερικών τύπων. Νέες εξουσιαστικές ιεραρχίες και εκμεταλλευτικές σχέσεις εδραιώθηκαν, εντός της Εκκλησίας πια.[21]

Από τον Morelly, την σκυτάλη παίρνουν οι Γάλλοι σοσιαλιστές και κομμουνιστές του πρώτου μισού του 19ου αιώνα. Ο Constantin Pecqueur (1801–1887) ήταν Γάλλος σοσιαλιστής οικονομολόγος. Αρχικά, επηρεάστηκε από τους Σαιν-Σιμόν και Φουριέ, αλλά αργότερα παρουσίασε τη δική του θεωρία, η οποία μάλιστα περιέχει αρκετά υλιστικά στοιχεία: Διδάσκει ότι οι μεταβολές των υλικών συνθηκών, όπως η εισαγωγή της δύναμης του ατμού, παράγουν πνευματικές εξελίξεις, ενώ, σε αντίθεση με άλλους σοσιαλιστές, δεν βλέπει με απαισιοδοξία την ανάπτυξη της βιομηχανίας. Τουναντίον, υποστηρίζει ότι οι κεφαλαιοκράτες κάτοχοι των μέσων παραγωγής δεν έχουν κατορθώσει να συλλάβουν, σε όλη τους την έκταση, τις επαναστατικές κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες της τεράστιας παραγωγικής ικανότητας του βιομηχανικού τρόπου παραγωγής. Για να πραγματοποιηθεί το θετικό δυναμικό της βιομηχανίας, θα πρέπει τα μέσα παραγωγής να πάψουν να είναι ιδιωτική ιδιοκτησία και να εθνικοποιηθούν.[22] Ο Μαρξ εκτιμούσε τον Pecqueur και παραπέμπει σ’ αυτόν, τόσο στα Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα του 1844,[23] όσο και στο Κεφάλαιο.[24]

Ο Pecqueur, λοιπόν, στο σύγγραμμά του Théorie nouvelle d’Économie sociale et politique ou études sur l’organisation des sociétés (Νέα θεωρία της κοινωνικής και πολιτικής Οικονομίας ή μελέτες για την οργάνωση των κοινωνιών) (1842), γράφει: «Σε ό,τι αφορά στην κατανάλωση και τη διανομή του πλούτου, [ο τρόπος] είναι: Στον καθένα, όλα μεμιάς, σύμφωνα με τις προτιμήσεις του (goûts) ή τις ανάγκες του (besoins)».[25] Εν προκειμένω, ο Pecqueur υιοθετεί μόνον το δεύτερο σκέλος της κομμουνιστικής αρχής. Ο Pecqueur συμμετείχε στην Επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1848 και διορίστηκε από την Προσωρινή Κυβέρνηση στην Κυβερνητική Επιτροπή για την Εργασία («Επιτροπή του Λουξεμβούργου»). Ως μέλος της Επιτροπής, προσπάθησε, χωρίς επιτυχία, να εισαγάγει μεταρρυθμίσεις, όπως οι συλλογικές διαπραγματεύσεις για τους μισθούς, η δημιουργία αγροτικών συνεταιρισμών και εργατικών κοοπερατίβων με κρατική χρηματοδότηση, και τα δημόσια προγράμματα στέγασης.[26]

Πρόεδρος της «Επιτροπής του Λουξεμβούργου», αλλά και μέλος της Προσωρινής Κυβέρνησης της Δεύτερης Γαλλικής Δημοκρατίας, διετέλεσε μία άλλη εξέχουσα μορφή του γαλλικού σοσιαλισμού που πρέσβευε την κομμουνιστική αρχή, ο Louis Blanc (1811-1882). Στο έργο του Le Catéchisme des Socialistes (Η Κατήχηση των Σοσιαλιστών) (1849), η εν λόγω αρχή διατυπώνεται σαφώς και πλήρως: «Από τον καθένα σύμφωνα με τις ικανότητές του (facultés), στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του (besoins)».[27] Ομοίως, στο L’Organisation du Travail (Η Οργάνωση της Εργασίας) (1850): «Η ισότητα δεν είναι παρά αναλογικότητα (proportionnalité), και δεν θα υπάρξει πραγματικά, παρά μόνο όταν ο καθένας θα παράγει σύμφωνα με τις ικανότητές του και θα  καταναλώνει σύμφωνα με τις ανάγκες του, όπως ορίζει ο νόμος που γράφτηκε (εγχαράχθηκε) τρόπον τινά μέσα στην οργάνωση (κατασκευή) [του ανθρώπου] από τον ίδιο τον Θεό».[28]

Ο Blanc έχει χριστιανικές αναφορές, αν και διακρίνει – όπως και ο Cabet για τον οποίον θα μιλήσουμε παρακάτω – τον «αληθή Χριστιανισμό» από τον χριστιανισμό του ρωμαιοκαθολικού κλήρου.[29] Συσχετίζει το πρώτο σκέλος της κομμουνιστικής αρχής από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του με ένα χωρίο του Κατά Μάρκον Ευαγγελίου, όπου ο Ιησούς απευθυνόμενος στους Μαθητές λέγει: «όποιος από σας θέλει να είναι πρώτος πρέπει να γίνει δούλος όλων» (ὃς ἐὰν θέλῃ ὑμῶν γενέσθαι πρῶτος, ἔσται πάντων δοῦλος),[30] και διδάσκει ότι ο πολίτης που είναι προικισμένος με περισσότερες ικανότητες και ταλέντα οφείλει να προσφέρει και περισσότερο στην κοινωνία: «όποιος μπορεί τα περισσότερα, οφείλει και τα περισσότερα».[31] Οι δε περισσότερες ικανότητες δεν θεμελιώνουν απαίτηση μεγαλύτερης ανταμοιβής, διότι, στο βαθμό που πρόκειται για έμφυτα χαρίσματα, είναι θεόσδοτες.[32]

Ωστόσο, ο Blanc, σαν τον Μαρξ, κρίνει ότι η κομμουνιστική αρχή είναι αδύνατον να εφαρμοσθεί αμέσως. Απαιτείται ένα ενδιάμεσο μεταβατικό στάδιο, κατά το οποίο, αρχικά, οι εργαζόμενοι θα αμείβονται κλιμακωτά, ανάλογα με τη λειτουργία που επιτελούν εντός της παραγωγικής διαδικασίας – με εξασφαλισμένο έναν ελάχιστο μισθό για την κάλυψη των εξόδων διαβίωσης – ενώ, αργότερα, θα θεσπισθεί η ισότητα των μισθών. Η αρχική φάση αυτού του ενδιάμεσου σταδίου προσομοιάζει στην κατά Μαρξ κατώτερη φάση της κομμουνιστικής κοινωνίας (ή σοσιαλισμό), όπου οι εργαζόμενοι αμείβονται ανάλογα προς την ποσότητα της εργασίας που αποδίδουν, ποσότητα που είναι συνάρτηση του χρόνου και της έντασης της εργασίας. Ενώ, όμως, ο Μαρξ θεωρεί ως προϋποθέσεις της ανώτερης φάσης της κομμουνιστικής κοινωνίας, ήτοι του καθαυτό κομμουνισμού, πρώτον, την άρση του καταμερισμού της εργασίας και της αντίθεσης διανοητικής – χειρωνακτικής εργασίας, δεύτερον, την ανύψωση της εργασίας από απλό μέσο συντήρησης της ζωής σε πεδίο προσωπικής αυτοπραγμάτωσης, και τρίτον, την πολύπλευρη ανάπτυξη των ατόμων που θα οδηγήσει στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και στην αφθονία του κοινωνικού πλούτου, ο Blanc τονίζει τη σημασία της μόρφωσης, η οποία, αντιστοίχως, πρώτον, θα απαλλάξει τους ανθρώπους από την ιδέα της διαβαθμισμένης αξίας των διαφόρων λειτουργιών, άρα και από την απαίτηση άνισων απολαβών, δεύτερον, θα τους διδάξει να βλέπουν την εργασία ως κοινωνική προσφορά, και τρίτον, θα τους εκπαιδεύσει να αυτοπεριορίζονται ως προς τις ανάγκες τους.[33]

Ο Blanc κατάφερε ώστε η Προσωρινή Κυβέρνηση να εγγυηθεί δουλειά για όλους τους πολίτες και, σε συνεργασία με τον Pecqueur, επεχείρησε να εφαρμόσει τις ιδέες του, ιδρύοντας τα «εθνικά εργαστήρια» (“ateliers nationaux”), αυτοδιευθυνόμενες εργατικές κοοπερατίβες χρηματοδοτούμενες από το Κράτος. Δυστυχώς, η πρακτική εφαρμογή του σχεδίου του υπονομεύθηκε από την αστική πτέρυγα της Κυβέρνησης και απέτυχε. Η απόφαση της συντηρητικής Εθνοσυνέλευσης που προέκυψε από τις εκλογές της 23ης Απριλίου 1848 να καταργήσει τα «εθνικά εργαστήρια» απετέλεσε το έναυσμα για την παρισινή εργατική εξέγερση της 23ης-26ης Ιουνίου, η οποία κατεπνίγη από την Εθνοφρουρά. Χίλιοι πεντακόσιοι επαναστάτες φονεύθηκαν και τέσσερις χιλιάδες αιχμαλωτίσθηκαν και εκτοπίσθηκαν στην Αλγερία. O Blanc κατέφυγε στην Αγγλία.[34]

Ο Étienne Cabet (1788-1856) ήταν Γάλλος χριστιανός ουτοπικός κομμουνιστής, ο οποίος οραματίστηκε την Ικαρία, μία ιδανική κομμουνιστική κοινωνία, βασισμένη στον ευαγγελικό «χρυσό κανόνα». Μάλιστα, προσπάθησε να υλοποιήσει το όραμά του, δημιουργώντας μία πρότυπη αποικία Ικαρίων στο Ιλινόις των ΗΠΑ.[35] Κατά τους Μαρξ–Ένγκελς, το ουτοπικό κομμουνιστικό σύστημα του Cabet εξέφραζε στη Γαλλία, όπως και το αντίστοιχό του τού Wilhelm Weitling στη Γερμανία, τη μερίδα εκείνη των εργατών «που είχε πεισθεί για την ανεπάρκεια των απλών πολιτικών αλλαγών και ζητούσε ένα συθέμελο μετασχηματισμό της κοινωνίας».[36]

Το βιβλίο του Cabet Voyage en Icarie (Ταξίδι στην Ικαρία) πρωτοεκδόθηκε ανωνύμως το 1840 και σύντομα κατέστη εξαιρετικά δημοφιλές.[37] Αίφνης, στην προμετωπίδα της 3ης έκδοσης (1845), αναγράφεται: «Πρώτο δικαίωμα (droit): το ζην – Στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του / Πρώτο καθήκον (devoir): το εργάζεσθαι – Από τον καθένα σύμφωνα με τις ικανότητές του (forces)».[38] Κατά τον Cabet, η οργάνωση της κοινωνίας ως δημοκρατίας (democratie) εμπεριέχουσας την ισότητα και την αδελφοσύνη προϋποθέτει αναγκαίως την κοινότητα των αγαθών (communauté des biens), την οποίαν εκήρυξαν ο Ιησούς Χριστός, οι Απόστολοι και οι Πατέρες της Εκκλησίας.[39] Στο έργο του Le vrai Christianisme suivant Jésus-Christ (Ο αληθής χριστιανισμός σύμφωνα με τον Ιησού Χριστό) (1846) ο Cabet προβαίνει σε μια εξαντλητική παράθεση βιβλικών αποσπασμάτων, προκειμένου να αποδείξει ότι ο ριζοσπαστικός δημοκρατικός κομμουνισμός τον οποίον εισηγείται δεν είναι παρά η Βασιλεία (ή Πολιτεία) του Θεού, η νέα Ιερουσαλήμ.[40]

Μεταξύ άλλων, υποστηρίζει, όπως και ο Blanc, ότι το μέγεθος της οφειλόμενης (όχι με την ανταποδοτική, αλλά με την ηθική έννοια) προσφοράς κάθε ατόμου στο κοινωνικό σύνολο είναι ανάλογο των ικανοτήτων του: «Ο καθένας πρέπει να κάνει όλα όσα μπορεί να κάνει, και όσο περισσότερα μπορεί να κάνει ή να δώσει, τόσο περισσότερα πρέπει να δώσει ή να κάνει».[41] Και για τον Cabet, η κατοχή περισσοτέρων ικανοτήτων και ταλέντων δεν δικαιολογεί μεγαλύτερη ανταμοιβή. Το δικό του επιχείρημα είναι πως αυτές οι ικανότητες και τα ταλέντα είναι παράγωγα και αποτελέσματα της εκπαίδευσης που παρέχει στον άνθρωπο η κοινωνία: «ο ταλαντούχος άνθρωπος δεν θα ήταν τίποτα χωρίς την κοινωνία».[42]

Θα τελειώσουμε την περιήγησή μας στην προ-μαρξική ιστορία της κομμουνιστικής αρχής με τον Γερμανό χριστιανό κομμουνιστή August Becker (1810–1875). Αυτό το (σύμφωνα με τον Ένγκελς) «εξαιρετικά σημαντικό κεφάλι, που όμως χάθηκε, όπως και τόσοι πολλοί γερμανοί, εξαιτίας της εσωτερικής του αστάθειας»,[43] ήταν οπαδός του κομμουνιστικού συστήματος του Weitling και μέλος της Ένωσης των Δικαίων (League of the Just), μιας μυστικής διεθνούς επαναστατικής χριστιανικής κομμουνιστικής οργάνωσης που ιδρύθηκε το 1836. Οι Μαρξ-Ένγκελς, παρά τις διαφωνίες τους με την Ένωση, διατηρούσαν στενές σχέσεις και αλληλογραφούσαν με τα μέλη της στο Λονδίνο, ώσπου εισήλθαν σ’ αυτήν το 1847.[44] Υπό την επιρροή τους, η Ένωση αναδιοργανώθηκε, μετονομάστηκε σε Ένωση των Κομμουνιστών και άλλαξε το σύνθημά της, αντικαθιστώντας το «Όλοι οι άνθρωποι είναι αδέρφια», που απηχούσε τον χριστιανικό της προσανατολισμό, με το «μαχητικό προσκλητήριο: “Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθήτε”, που διακήρυξε ανοιχτά το διεθνιστικό χαρακτήρα του αγώνα».[45] Ο Becker, λοιπόν, στο βιβλίο του Was wollen die Kommunisten? (Τι θέλουν οι κομμουνιστές;), που εκδόθηκε το 1844, γράφει: «Στον κομμουνισμό ισχύει η θεμελιώδης αρχή: Ο καθένας σύμφωνα με τις ικανότητές του, ο καθένας σύμφωνα με τις ανάγκες του».[46]

Συνοψίζοντας, η κομμουνιστική αρχή «από τον καθένα ανάλογα με τις ικανότητές του, στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του» – η οποία κατά τον Μαρξ συνιστά την ουσιώδη ποιότητα της ανώτερης φάσης της κομμουνιστικής κοινωνίας, δηλαδή του καθαυτό κομμουνισμού – εμφανίζεται για πρώτη φορά στη Βίβλο, ως χαρακτηρίζουσα τη ζωή των πρώτων χριστιανικών κοινοτήτων, την ξαναβρίσκουμε δε στους ανατολικούς Πατέρες και σε κλάδους της Μεταρρύθμισης. Στη νεώτερη εποχή εισάγεται από τους Γάλλους και Γερμανούς χριστιανούς σοσιαλιστές και κομμουνιστές που αντλούσαν την έμπνευσή τους από το ευαγγελικό ιδεώδες της ισότητας και έβλεπαν την αρχαία Εκκλησία ως πρότυπο κοινωνικής δικαιοσύνης.


Το κείμενο επιμελήθηκε ο Στέλιος Χρονόπουλος.

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Γιώργος Κρανιδιώτης

Γιώργος Κρανιδιώτης

Ο Γιώργος Κρανιδιώτης σπούδασε Ιατρική και Φιλοσοφία – Παιδαγωγική – Ψυχολογία
(ειδίκευση: Φιλοσοφία) στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ). Είναι
Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ και κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος
Ειδίκευσης στην Ιστορία της Φιλοσοφίας (Φιλοσοφική Σχολή ΕΚΠΑ). Εργάζεται ως
Παθολόγος - Επιμελητής Α΄ στο Γενικό Νοσοκομείο Πειραιώς «Τζάνειο». Είναι έγγαμος και
πατέρας τριών παιδιών.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε