Κριτική Τεύχος #14

Η κρίση των μεγάλων αφηγήσεων στην εποχή των πολλαπλών κρίσεων

Μέσα σε έναν ολοένα πιο σύνθετο, χαοτικό και δυσερμήνευτο κόσμο, οι θεωρίες συνωμοσίας προσφέρουν στους φανατικούς εκφραστές τους μια σαφή, καθολική και βολική εξήγηση για όσα συμβαίνουν γύρω τους, μα, κυρίως, για όσα εμποδίζονται να συμβούν χάρη στα σκοτεινά έργα δαιμονικών δυνάμεων που δρουν εν κρυπτώ.

Η μεγάλη αφήγηση: Εισαγωγή στην ιστορία του καιρού μας
Johann Chapoutot
Μετάφραση: Γιώργος Καράμπελας
Εκδόσεις Πόλις, 2023 | 432 σελίδες

 

Ο Γάλλος καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας Johann Chapoutot [Γιοάν Σαπουτό] είναι ένας δεινός μελετητής του ναζιστικού φαινομένου, κάτι που αποδεικνύεται περίτρανα από τα εξαιρετικά βιβλία του «Ο εθνικοσοσιαλισμός και η αρχαιότητα» και «Η πολιτιστική επανάσταση του ναζισμού», τα οποία έχουν κυκλοφορήσει επίσης από τις εκδόσεις Πόλις. Στο παρόν βιβλίο, «Η μεγάλη αφήγηση: Εισαγωγή στην ιστορία του καιρού μας», το οποίο κυκλοφόρησε στην ελληνική γλώσσα από τις εκδόσεις Πόλις σε κατατοπιστική και παραστατική μετάφραση του Γιώργου Καράμπελα, ο συγγραφέας περιλαμβάνει μεν ενότητα για τον ναζισμό και τον φασισμό ως αμιγώς εθνοκεντρικά ιδεολογικά αφηγήματα για τον κόσμο, ωστόσο τούτο συνιστά μια περιφερειακή πτυχή του βιβλίου, το οποίο διαρθρώνεται γύρω από τρεις αλληλένδετες προκείμενες. Πρώτον, την κριτική παρουσίαση των μεγάλων αφηγήσεων, είτε με θεολογική είτε με κοσμική πνοή, που έχουν αξιοποιηθεί για τη συγκρότηση και οργάνωση του κόσμου. Δεύτερον, την κρίση των εν λόγω μεγάλων αφηγήσεων και την απουσία νοήματος στην απορρυθμισμένη κοινωνία της ύστερης νεωτερικότητας. Τρίτον και κύριον, τη μεθοδολογική και ουσιαστική ανάγκη για δημοκρατική επανεφεύρεση του αφηγηματικού νοήματος ως κατεξοχήν τρόπου ενεργού συμμετοχής μας στην εν τω γίγνεσθαι ιστορία, και συνάμα, μιας δυναμικής αντίδρασης απέναντι σε ολοκληρωτικού τύπου ολιστικά αφηγήματα που αποζητούν τη νέα Μεγάλη Ιδέα στις μετα-αληθινές θεωρίες συνωμοσίας ή στον τιμωρό-εκδικητή της Τζιχάντ.  

Ο Σαπουτό εκκινεί από την αναλυτική παραδοχή ότι «…η αφήγηση είναι εκείνος ο τύπος λόγου που δίνει νόημα και κατεύθυνση συγχρόνως, όπως και συνοχή στον κόσμο, διατάσσοντας τα συμβάντα σε έναν χρονικό άξονα για να κατανείμει τις ιδιότητές τους (αίτιο, αποτέλεσμα), να διαχωρίσει το ουσιώδες από το συγκυριακό και να μετατρέψει το τυχαίο σε αναγκαιότητα» (σελ. 16), άρα, «η ιστορία δεν είναι λοιπόν μια ακατέργαστη πραγματικότητα, αλλά επίσης –ή και κυρίως- η αφήγηση που της κάνουμε, τόσο σε ατομική κλίμακα όσο και στην κλίμακα των ομάδων και των κοινωνιών, για να δώσουμε νόημα στον χρόνο, στον βιωμένο χρόνο, στον χρόνο που περνά» (σελ. 38).

Ο συγγραφέας εξετάζει τα μεγάλα αφηγήματα για τον κόσμο κατά λογική και χρονολογική σειρά. Έτσι, η πρώτη εκδοχή που εκθέτει είναι η ιεραρχική, συγκεντρωτική δομή της θείας προνοιοκρατίας, όπου οι ηγέτες εκλαμβάνονται από εαυτούς και αλλήλους (υπηκόους) ως αλάθητοι εκπρόσωποι του Θεού επί γης· συνεπώς, η οικουμενική σωτηριολογία της ψυχής, τόσο σε ατομική όσο και σε συλλογική κλίμακα, λειτουργεί ως ενοποιητική αρχή του σύμπαντος. 

Η αιματοχυσία των ενδοχριστιανικών θρησκευτικών πολέμων και η ραγδαία ανέλιξη της αστικής τάξης επέφεραν μια βαθμιαία μετατόπιση της πηγής νοηματοδότησης των μεγάλων αφηγημάτων από τη Θεία Πρόνοια στον Ορθό Λόγο. Ο ορθολογισμός, είτε στις ιδεαλιστικές (μεταφυσικές) είτε στις θετικιστικές (επιστημολογικές) όψεις του, συνδέθηκε άρρηκτα με το αισιόδοξο διαφωτιστικό πρόταγμα της γραμμικής προόδου των ανθρώπινων κοινωνιών, όπου το χειραφετημένο άτομο και το αυτεξούσιο έθνος έλαβαν τα ηνία ως φορείς νοήματος από τον Θεό και τους επί γης εκπροσώπους Του (μονάρχες). Περίπου από το 1970 και μετά, με το πέρας της «χρυσής τριακονταετίας» του «καπιταλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο», το εκκοσμικευμένο αφήγημα του φιλελεύθερου, δημοκρατικού και κοινωνικού κράτους δικαίου αντικαθίσταται από την ιδεολογία των ανθρώπινων δικαιωμάτων, τα οποία πάντως αναπτύσσονται μέσα σε ένα πλαίσιο δογματικής (οιονεί θεολογικού τύπου) προσήλωσης στην αυθορμησία της αγοράς. 

Στο σημείο αυτό αξίζει να παρατεθεί η οπτική του συγγραφέα για την πιο ολοκληρωτική, ολιστική αφήγηση για τον κόσμο, αυτή του ναζισμού, όπου οι νόμοι της ιστορίας αναπαράγουν αυτούσια και αδιαμεσολάβητα τους νόμους της βιολογίας. Η επιτυχία της ναζιστικής πρόσληψης του κόσμου μέχρι την -ευτυχή για την πορεία της ανθρωπότητας- συντριβή της στα πεδία των μαχών κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ενέκειτο στην απολυτότητα και καθαρότητα του αφηγήματός της, το οποίο όπως επισημαίνει ο Σαπουτό, «…χαρακτηρίζεται από άνευ όρων αποδοχή (τα αξιώματα δεν σηκώνουν αμφισβήτηση), απόλυτη εξηγητική ισχύ (οι νόμοι της πάλης των φυλών εξηγούν τα πάντα) και μια εσχατολογική πτυχή που αποτελεί φορέα ελπίδας (ο πόλεμος παρατείνεται, όμως η τελική νίκη θα είναι χαρμόσυνη και λαμπρή, εγκαινιάζοντας μια εποχή ευτυχίας και απεριόριστης ασφάλειας, υπέρβαση και μετουσίωση του μεγάλου ιστορικού και βιολογικού άγχους της εξαφάνισης), αλλά η οποία εμπεριέχει, ως λογικό συμπλήρωμα, μια τρομερή αποκαλυψιακή προφητεία» (σελ. 173). 

Όλες οι ουσιωδώς ετερόκλητες, εκκοσμικευμένες αφηγήσεις-ιδεολογίες (ναζισμός-φασισμός, κομμουνισμός, φιλελευθερισμός), έρχονται αναπόφευκτα αντιμέτωπες με μια διττή κρίση. Αφενός, λειτουργώντας στη λογική «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» εκδηλώνουν ολοκληρωτικά μοτίβα συμπεριφοράς απέναντι στους «άλλους» (πρόκειται για εγγενές γνώρισμα στον ναζισμό-φασισμό, παραφθορά κατά την πρακτική εφαρμογή των ιδεολογιών στον κομμουνισμό και τον φιλελευθερισμό), με τα Άουσβιτς του Ολοκαυτώματος, τα Γκουλάγκ των σταλινικών εκκαθαρίσεων και τα Γκουαντάναμο της σταυροφορίας κατά της τρομοκρατίας. Αφετέρου, καλούνται να αναμετρηθούν με μια κρίση προσδοκιών, όχι μόνο ως προς την αναζήτηση του εκάστοτε βέλτιστου δυνατού νοήματος, αλλά κυρίως με το χάσμα μεταξύ της ιδεαλιστικής υπόσχεσης και της βιωμένης διάψευσης, ήτοι της διάστασης μεταξύ θεωρίας και πράξης. Έτσι, όλα ανεξαιρέτως τα μεγάλα αφηγήματα, τα οποία βασίζονται στην a priori θέση της παρακμής του παλιού και της ντετερμινιστικής επικράτησης του νέου που εξαγγέλλουν (αταξική κοινωνία, ατομικό πεπρωμένο, εθνική αναγέννηση κ.λπ.), τίθενται αργά ή γρήγορα υπό ριζική αμφισβήτηση, αν όχι και απομακρύνονται από το προσκήνιο της ιστορίας. 

Η μετάβαση από το -άνωθεν και έξωθεν του υποκειμένου- δεδομένο νόημα στην απουσία νοήματος μπορεί εκ πρώτης όψεως να φαίνεται ότι χειραφετεί το πρόσωπο, ωστόσο συνάμα παροξύνει την ανασφάλεια και το φόβο. Κατά την εύστοχη, γλαφυρή διατύπωση του Chapoutot, «Να είσαι ριγμένος στην ύπαρξη, χωρίς προέλευση ή προορισμό, να είσαι ριζικά ακαθόριστος, απολύτως ελεύθερος, δηλαδή αόριστος, όντας συγχρόνως πεπερασμένος και χαμένος στο άπειρο… Πάει πολύ για τον ανθρώπινο ψυχισμό, που πρέπει ωστόσο να τα βγάλει πέρα με όλα αυτά» (σελ. 100). … «Το υποκείμενο που νιώθει το άγχος της ελευθερίας καθησυχάζεται υιοθετώντας μια αφήγηση, την αφήγηση της κοινωνικής λειτουργίας (γκαρσόνι, στρατιώτης…) που, όπως κάθε λειτουργία, αποτελεί μυθοπλασία, επινόηση, δημιουργία» (σελ. 103). Το πρόσωπο λοιπόν εγκλωβίζεται σε ένα διαρκές παρόν, στον εδώ και τώρα κοινωνικό του ρόλο, αποκομμένο από την ανάμνηση του παρελθόντος και την ελπίδα του μέλλοντος. Με τα λόγια του συγγραφέα, «το παρόν παρατείνεται, το μέλλον επέρχεται μηχανικά, γιατί το παρελθόν αποπέμπεται» (σελ. 290). 

Το πέρασμα από την εποχή των συνεκτικών ουτοπιών στην εποχή των απομαγευμένων στιγμών γεννά ολοκληρωτικές συλλήψεις του κόσμου ως υποκατάστατα του χαμένου νοήματος. Σε αυτό το μήκος κύματος, μέσα σε έναν ολοένα πιο σύνθετο, χαοτικό και δυσερμήνευτο κόσμο, οι θεωρίες συνωμοσίας προσφέρουν στους φανατικούς εκφραστές τους μια σαφή, καθολική και βολική εξήγηση για όσα συμβαίνουν γύρω τους, μα, κυρίως, για όσα εμποδίζονται να συμβούν χάρη στα σκοτεινά έργα δαιμονικών δυνάμεων που δρουν εν κρυπτώ. Υπό αυτό το πρίσμα, η ιστορία ερμηνεύεται ως η διαρκής, ανειρήνευτη μάχη του αδύναμου καλού με το πανίσχυρο κακό. Οι θεωρίες συνωμοσίας και εν γένει οι μετα-αλήθειες παρέχουν, λοιπόν, μια ψευδαίσθηση ευταξίας μέσα σε μια ολοένα επιτεινόμενη αίσθηση ανημπόριας και παράδοσης στη μοίρα που βιώνει το άτομο εξαιτίας της έλλειψης εναλλακτικών απέναντι στη νεοφιλελεύθερη μεταδημοκρατία. Σε μια εποχή όμως βαθιάς κρίσης της πολιτικής, οι θεωρίες συνωμοσίας όχι μόνο δεν επαναφέρουν την πολιτική στη δημόσια σφαίρα, αλλά επιχειρούν πάση θυσία να απωθήσουν το τυχαίο και αυθόρμητο, δηλαδή την πεμπτουσία του πολιτικού, στο όνομα της αναγκαίας, προκατασκευασμένης αιτιότητας κάθε συμβάντος.  

Μολονότι προδήλως διαφορετικός ως προς τους διακηρυγμένους στόχους του, ο τζιχαντισμός, δηλαδή η ισλαμοφασιστική εκδοχή της τρομοκρατικής βίας, επιτελεί παρόμοιο ρόλο με τις θεωρίες συνωμοσίας, καθώς επιλέγεται -λιγότερο ως θεωρητικό σχέδιο και περισσότερο ως τρόπος δράσης/ένταξης σε μια συλλογικότητα- από άτομα ευρισκόμενα στο κοινωνικό περιθώριο, δηλαδή τους χαμένους της απώλειας νοήματος. Κατά τον Σαπουτό, η απήχηση του τζιχαντιστικού καλέσματος οφείλεται στο ότι η θρησκεία αποτελεί την κατεξοχήν «ηθική πηγή … καθότι διαθέτει μια δύναμη ερμηνείας (διανοητικά), ενσωμάτωσης (κοινωνικά) και ανακούφισης (ψυχολογικά) που καμία άλλη οπτική ή ουτοπία δεν μπορεί να προσφέρει στον σημερινό κοινωνικό κόσμο» (σελ. 325). Έτσι, τα άτομα πείθονται με μισαλλόδοξο φανατισμό να υπερβούν την αβάσταχτη μοναξιά τους, ακόμα και με τίμημα την απώλεια της ίδιας της ζωής τους, σε μια εναγώνια προσπάθεια να βρουν το κρυμμένο νόημα του κόσμου στη συνύπαρξη με μια κοινότητα πιστών και στη σύνδεση, μέσω αυτής της κοινότητας, με τον Θεό που τους υπόσχεται την Αποκάλυψη. 

Κατά την ταπεινή μου γνώμη, το πιο ουσιαστικό και χρήσιμο μέρος του βιβλίου είναι αυτό που αποσκοπεί στην ανανοηματοδότηση της αφήγησης μετά το ανεπίστρεπτο τέλος της (θρησκευτικής ή/και κοσμικής) μεταφυσικής και της μεγάλης Ιστορίας. Η αποσύνθεση των νοημάτων, δηλαδή η κρίση του αφηγηματικού ορίζοντα, όχι μόνο δεν έχει συμβάλλει στη χειραφέτηση των προσώπων από τα ασφυκτικά δεσμά των δογμάτων, απεναντίας έχει διασπάσει το κοινωνικό πεδίο σε άπειρα άτομα που δεν συνυπάρχουν, αλλά συμπίπτουν απλώς τυχαία ως συναλλασσόμενοι με μοναδικό σκοπό την εξυπηρέτηση των ιδιοτελών τους συμφερόντων. Επιπροσθέτως, η κρίση των μεγάλων αφηγήσεων έχει επιδεινώσει την εξοικείωση με τις χαμηλές προσδοκίες στις διαπροσωπικές, κοινωνικές, θεσμικές κ.λπ. σχέσεις μας.

Αναφορικά με την ιστορία αυτή καθεαυτή ως διακριτό κλάδο του επιστητού, η κρίση των μεγάλων αφηγήσεων ναι μεν απαλλάσσει τον ιστορικό από μια ανελεύθερη, προερμηνευτική συμμόρφωση με την ιδεολογική οικογένεια στην οποία ανήκει, ωστόσο ανατρέπει το αυτονόητο αξιακό και μεθοδολογικό θεμέλιο της ιστορίας, δηλαδή τη διατύπωση ενός νηφάλιου και αντικειμενικού λόγου αλήθειας για τα πράγματα. Συνεπώς, από την αφήγηση μιας –με όλες τις αισθήσεις– ζώσας ιστορίας σε διάρκεια χρόνου έχουμε περάσει στον καιρό του -κυρίως εικονοποιημένου- στιγμιαίου storytelling.

Η ευκταία αποδόμηση των αρτηριοσκληρωτικών, πολλάκις ηττημένων μεγάλων αφηγήσεων δεν πρέπει να μας οδηγήσει στο άλλο άκρο, στην άρνηση κάθε αφήγησης, καθώς ελλοχεύει ο κίνδυνος ενός –δήθεν αξιακά ουδέτερου– σχετικισμού των πεποιθήσεων που υποκρύπτει μια σύγκρουση συμφερόντων όπου κατά τη συνήθη ροή των πραγμάτων επικρατεί με εξουσιαστικούς όρους ο -πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά κ.λπ.- ισχυρότερος. Το «ό,τι να ‘ναι» (anything goes), ως μεταμοντέρνα εκδοχή αφήγησης του πραγματικού, απολήγει στην θορυβώδη αντήχηση μιας «γλώσσας του κενού», στη συμφιλίωση με μια τέτοια «σύλληψη του ανθρώπου και της ανθρώπινης ομάδας, της πόλεως, άρα και της πολιτικής, κατά την οποία το πραγματικό πρέπει να εννοείται με όρους υπολογισμού και βελτιστοποίησης» (σελ. 301).

Στην κοινωνία της επιτάχυνσης, όπου όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν, και η λήψη αποφάσεων επί του καθημερινού βίου από τα δημοκρατικά εκλεγμένα πολιτικά όργανα εξαντλείται στη διαχείριση πολλαπλών, αλληλοτροφοδοτούμενων κρίσεων στη λογική του «μικρότερου κακού», η ιστορία υποκαθίσταται από τα προγνωστικά μοντέλα, και ο χώρος με τον χρόνο χάνουν την αυτοτέλειά τους, συντίθενται σε μια αγχώδη, υποδόρια συνθήκη του  homo economicus (όπως παρατηρεί χαρακτηριστικά ο Σαπουτό, ο χρόνος «…εννοείται ως ο τόπος της σωματικής και ηθικής φθοράς», σελ. 312).

Το βιβλίο ολοκληρώνεται με ένα θετικό συμπέρασμα για τη δύναμη της διαπροσωπικής αφήγησης (ή, ορθότερα, των διαπροσωπικών αφηγήσεων) στην εποχή της δομικής κρίσης του συνεκτικού νοήματος. Ο Γάλλος ιστορικός τάσσεται υπέρ μιας χειραφετητικής, γνήσια δημοκρατικής αναπαράστασης του κόσμου, όπου «το υποκείμενο της γνώσης (ο άνθρωπος) θα συμμετέχει στο αντικείμενο της γνώσης (τον άνθρωπο, ξανά)», εμείς δηλαδή, θα κατοικούμε ξανά τον κόσμο ως συγκύριοι του χρόνου μας, θα διανθίζουμε την αφήγηση με τις –ορθολογικά και συναισθηματικά διαποτισμένες- κοινές μας εμπειρίες, και πάνω απ’ όλα, θα καταπιανόμαστε με τη «μελέτη των μη εκπληρωμένων δυνατοτήτων, αυτών των ιστορικών πραγματικοτήτων που παρέμειναν στην κατάσταση της απλής πιθανότητας, [κάτι που] μας επιτρέπει να απαλλαγούμε από τη μοιρολατρική θεώρηση της ιστορίας, να ξανανοίξουμε το πεδίο δυνατοτήτων για τους δρώντες της εποχής … ένα ανοιχτό, ακαθόριστο σύμπαν δυνατοτήτων, όπου η ελευθερία, η ευθύνη και η επιλογή παίζουν μεγαλύτερο ρόλο απ’ ό, τι σε μια κλειστή αφήγηση» (σελ. 377-378).

Εν κατακλείδι, εφαρμόζοντας το παράδειγμα του Σαπουτό, ο οποίος εισηγείται τη σύζευξη της ιστορίας και εν γένει των κοινωνικών-ανθρωπιστικών επιστημών με τις τέχνες (προτείνοντας, συγκεκριμένα, τη λογοτεχνία), μια επιβεβαίωση της βασικής προκείμενης του βιβλίου περί επανεφεύρεσης του χαμένου νοήματος με μια «από τα κάτω» δημιουργική σύνθεση των μικρών μας αφηγήσεων θα μπορούσαμε κάλλιστα να βρούμε στην πρόσφατη ταινία-κομψοτέχνημα του Φινλανδού σκηνοθέτη Άκι Καουρισμάκι «Πεσμένα φύλλα» (2023). Μέσα από τα ασχημάτιστα χρώματα, τα ντροπαλά βλέμματα, τις αυθεντικά αμήχανες σιωπές, ένα διπλό εισιτήριο στο σινεμά, σκιαγραφείται το ανθρώπινο ίχνος μες στην απάνθρωπη συνθήκη, η στιγμιαία εξισωτική αταξία μες στην τακτοποιημένη ταξική διαστρωμάτωση, έτσι ώστε ακόμα και στη γκριζάδα των υποβαθμισμένων προαστίων του παρηκμασμένου σκανδιναβικού ονείρου, στη μηχανική διεκπεραίωση των bullshit jobs που εκτελούμε υπό την απειλή-υπόσχεση του ταμείου ανεργίας, είναι δυνατόν να προκύψουν μικρές ανάσες χειραφέτησης, πολύτιμες δόσεις ζωής στην οποία γινόμαστε σεναριογράφοι, σκηνοθέτες, πρωταγωνιστές και κομπάρσοι της δικής μας (προσωπικής και συλλογικής) ιστορίας.


Το κείμενο του Θωμά Ψήμμα επιμελήθηκε ο Αντώνης Γαζάκης

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Σχετικά με τον συντάκτη

Θωμάς Ψήμμας

Ο Θωμάς Ψήμμας γεννήθηκε το 1989 στην Αθήνα, μεγάλωσε στο Αίγιο και πραγματοποίησε τις προπτυχιακές και μεταπτυχιακές σπουδές του (ΠΜΣ Ιστορίας, Φιλοσοφίας & Κοινωνιολογίας του Δικαίου, ΠΜΣ Δημοσίου Δικαίου & Πολιτικής Επιστήμης) στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Από το φθινόπωρο του 2016 εκπονεί τη διδακτορική του διατριβή στη Φιλοσοφία του Δικαίου (Νομική Σχολή ΑΠΘ) με αντικείμενο τη διανεμητική και ανταποδοτική φιλοσοφία της κοινωνικής ασφάλισης, για την οποία λαμβάνει υποτροφία από τη Γενική Γραμματεία Έρευνας & Τεχνολογίας (ΓΓΕΤ) και το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας & Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ) στο πλαίσιο της 1ης Προκήρυξης για Υποψήφιους Διδάκτορες (κωδικός έργου: 2128). Άρθρα-κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε νομικά περιοδικά και στην ηλεκτρονική έκδοση της «Εφημερίδας των Συντακτών».

Σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε

  • Η απώλεια νοήματος συνδέεται με ιστορικές καταστάσεις στις οποίες οι νοοτροπίες και το κοινωνικό περιβάλλον λειτουργούν ανασταλτικά για τη διεκδίκηση και τον λογικό έλεγχο της εγκυρότητας των αξιών στους κοινωνικούς αγώνες για αναγνώριση.
    Η γενική μορφή που παίρνουν οι αγώνες αυτοί και τα διακυβεύματα τους ή τα «έπαθλα της νίκης», είναι σε τελευταία ανάλυση πάντοτε ίδια: Σε ποιους ανθρώπους (ή και άλλα όντα) αναγνωρίζει μια κοινωνία, οι θεσμοί της, τα μέρη της ή και μεμονωμένα άτομα, αξίες και δικαιώματα; Και τί λογής αξίες, ποια δικαιώματα;
    Όμως σε εποχές επιτάχυνσης και μετάβασης όπως η σημερινή, η διεκδίκηση εγκυρότητας των αξιών δεν έχει πια ως πεδίο αναφοράς έναν απλό Βεμπεριανό «πολυθεϊσμό των αξιών» – «Δωδεκαθεϊκού μεγέθους» -, αλλά διεξάγεται εντός ενός πολύμορφου χάους ομιχλωδών «θρησκευτικών συγκρητισμών», του τύπου της Ύστερης Αρχαιότητας, στο οποίο την λύση την πιο ελκυστική εκ πρώτης όψεως την δίνει η συνταγή «anything goes».
    Η αποδέσμευση από φυσικούς και κανονιστικούς περιορισμούς έφτασε μέχρι και την ακραία ιδεαλιστική ουτοπία «για αναχώρηση από τον κόσμο της αναγκαιότητας» και πέρασμα προς «τον κόσμο της ελευθερίας». Η πορεία αυτή οδήγησε σε παρεμποδισμένες ή «διακεκομμμένες επικοινωνίες», αποκοιμίζει μεγάλα μέρη των κοινωνιών και τα κάνει να συμπεριφέρονται ως υπνοβάτες.
    «Συζεύξεις» των κοινωνικών-ανθρωπιστικών επιστημών με τις τέχνες μπορούν πράγματι να παραμερίσουν εμπόδια και να μετριάσουν την αποδέσμευση. Δηλαδή να συνεισφέρουν κάτι για τον «συντονισμό» ή «αντήχηση» (Resonanz), την πιο αποτελεσματική δύναμη που μπορεί να (επανα)συνδέσει το άτομο με άλλα ανθρώπινα πλάσματα, με τη λοιπή φύση και με τα άλλα όντα της, με τρόπους μη εργαλειακούς, μη ωφελιμιστικούς, μή εκμεταλλευτικούς. Από την άλλη πλευρά, για να έχει πραγματικές επιτυχίες η όποια «επανασύνδεση», χρειάζεται λειτουργικότητα, αγκύρωση στην σκληρή πραγματικότητα. Αυτό μπορεί να το προσφέρουν μόνον καινοτομικές αλληλοτροφοδοτήσεις των κοινωνικών επιστημών με τις φυσικές και μαθηματικές επιστήμες. Δυστυχώς, πολλοί κοινωνικοί επιστήμονες τις αποφεύγουν όπως ο διάβολος το λιβάνι, μιμούμενοι όσους συναδέλφους τους των θετικών επιστημών είναι ακόμη παραδομένοι στη γοητεία του θετικισμού

    Αγώνες για αναγνώριση σε εποχή κρίσης και αποτυχίας: Σε ποιους αναγνωρίζονται αξίες και δικαιώματα; Τί λογής αξίες, ποια δικαιώματα;
    https://crisis-critique.blogspot.com/2022/11/1.html

Secured By miniOrange