Κριτική Τεύχος #7

Δίκαιο, επανάσταση, κατεστημένο: μια ανατρεπτική οπτική

Christopher Adams, "Revolutions" by YANG JUN

Η σύγκρουση με το νόμο ως έμπρακτη κριτική του δικαίου και το συναίσθημα ενοχής
Μανόλης Λαμπρίδης
Έρασμος, 2003 | 70 σελ.

 

Το κείμενο που ακολουθεί παρουσιάστηκε αρχικά στη διημερίδα για το περιοδικό «Σημειώσεις» (Θεσσαλονίκη, 27 & 28.10.2017). Ο συντάκτης του είχε αναλάβει μαζί με τον Δημήτρη Κόρο να παρουσιάσει κριτικά το έργο του Μανόλη Λαμπρίδη, Η σύγκρουση με το νόμο ως έμπρακτη κριτική του δικαίου και το συναίσθημα ενοχής [1]. Μ’ αυτήν την ευκαιρία, προσπάθησε να μελετήσει το ανατρεπτικό νήμα που συνδέει συνολικά τη σκέψη του Λαμπρίδη.

 

Οι προβληματισμοί που απασχόλησαν τον κύκλο του περιοδικού «Σημειώσεις» αφορούσαν κατά μείζονα λόγο τη φιλοσοφία, την τέχνη, την ποίηση και την πολιτική, σίγουρα πάντως στον πυρήνα τους δεν βρισκόταν η κριτική του Δικαίου. Μια ιδιόμορφη εξαίρεση αλλά ταυτόχρονα και επιβεβαίωση αυτού του κανόνα αποτελεί το κείμενο του Μανόλη Λαμπρίδη Η σύγκρουση με το νόμο ως έμπρακτη κριτική του δικαίου και το συναίσθημα ενοχής.

Η σύγκρουση με το Νόμο δεν αποτελεί ένα ενιαίο και αδιαίρετο σύνολο πρακτικών, εφόσον γίνεται τόσο από το επαναστατικό κίνημα, όσο και από το οργανωμένο έγκλημα. Ο Λαμπρίδης, πέρα από τη διερεύνηση των ομοιοτήτων και των διαφορών μεταξύ τους, ασχολείται εμφατικά με το πρώτο. Δείχνει να κεντρίζει ιδιαίτερα το ενδιαφέρον του η συζήτηση για το κατά πόσο ο επαναστάτης που συγκρούεται με το εκάστοτε ισχύον θεσμικό πλαίσιο ενός κοινωνικού σχηματισμού επιδιώκει, ρητά ή άρρητα, να πάρει τη θέση του κατεστημένου. Αυτός ο προβληματισμός ξετυλίγεται συστηματικά μέσα από συχνές αναφορές του συγγραφέα στο θεατρικό έργο του Ζαν Ζενέ Το Μπαλκόνι, για το οποίο είχε ήδη γράψει μια ζωντανή κριτική το 1962 στο περιοδικό «Μαρτυρίες». Η σημασία που απέδιδε ο Λαμπρίδης στο εν λόγω έργο του Ζενέ αποδεικνύεται ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι επέλεξε να συμπεριλάβει εκείνη την κριτική του στη συγκεκριμένη έκδοση (σελ. 41-50).

 

Το επαναστατικό φαινόμενο στο «Μπαλκόνι»: από την τομή στον κύκλο

Η επιμονή του Λαμπρίδη στο παράδειγμα του Ζενέ δεν γίνεται τυχαία. Το «Μπαλκόνι» προσφέρει μια διεισδυτική κριτική των ηγετικών στρωμάτων της αστικής κοινωνίας, τελικά όμως εμφορείται από μια απαισιόδοξη κυκλική αντίληψη του επαναστατικού φαινομένου. Ειδικότερα, η πλοκή του εν λόγω έργου εκτυλίσσεται σε μια κρίσιμη μεταβατική στιγμή της κοινωνίας, όπου τα πάντα έχουν αποσαθρωθεί και το καθεστώς καταρρέει. Το Μπαλκόνι, ως χώρος, είναι ένας ιδιόρρυθμος οίκος ανοχής, αφού πρόκειται για έναν τόπο στον οποίο σενάρια, έμψυχο υλικό, σκηνικά και ενδύματα συντίθενται με σκοπό να δώσουν σάρκα και οστά στις φαντασιώσεις των επισκεπτών να εμφανιστούν ως Δικαστής, Στρατηγός, Επίσκοπος.

Ο Ζενέ χρησιμοποιεί τη διαστροφική σεξουαλική φαντασία για να διασύρει και να εξευτελίσει τα σύμβολα της εξουσίας, αποδίδοντας σε συμπυκνωμένη μορφή την περίπλοκη κοινωνική και ψυχολογική υφή των θεσμών και των φορέων τους. Όπως εύστοχα σημειώνει ο Λαμπρίδης, στη σκηνή με το Δικαστή «έχουμε μια δημιουργική αφομοίωση του Φρόυντ και του Μαρξ. Ο εγκληματίας δεν παράγει μόνο το έγκλημα, αλλά και το ποινικό δίκαιο, και την οργάνωση της ποινικής δικαιοσύνης και της αστυνομίας» (σελ. 43). Το Μπαλκόνι, ως τόπος συμβολικής και υλικής συμπύκνωσης της κυρίαρχης εξουσίας, περιζώνεται από τον κόσμο της επανάστασης, ο οποίος όμως αναπάντεχα, λίγο πριν τη νίκη του και ενώ έχει καταφέρει να σπείρει τον πανικό στις κορυφές της κοινωνίας, υποτάσσεται στη μεταμφίεση της παλιάς εξουσίας. Ο κύκλος ολοκληρώνεται όταν ο υδραυλικός Ροζέ, ο αρχηγός των επαναστατών, εμφανίζεται στον οίκο ανοχής για να πάρει μέρος στο διεστραμμένο παιχνίδι του παλιού κατεστημένου και μάλιστα υποδυόμενος τον Αρχηγό της Αστυνομίας.

Η πένα του Λαμπρίδη εξεγείρεται απέναντι σ’ αυτήν την αναπάντεχη στροφή του έργου. Ο Λαμπρίδης υποκλίνεται στο έργο του Ζενέ και εκφράζει το θαυμασμό του για τη διεισδυτική κριτική της αστικής κοινωνίας. Ωστόσο, θεωρεί ότι η αντίληψη του Ζενέ κυριαρχείται από ένα αίσθημα ματαιότητας, το οποίο πηγάζει από την αλλοτριωτική επίδραση της κυρίαρχης ιδεολογίας ακόμα και στα πιο φωτισμένα μυαλά και κατατείνει στη δικαιολόγηση του εκάστοτε status quo. Αν ο Αρχηγός της Αστυνομίας είναι το υπερ-Εγώ του επαναστάτη Ροζέ, η επαναστατική συνείδηση δεν είναι παρά η ανομολόγητη έφεση ενσωμάτωσης στην κοινωνική τάξη, η έκφραση μιας απωθημένης επιθυμίας για κοινωνική κυριαρχία.

 

Η υπεράσπιση της επανάστασης από τον Λαμπρίδη: από τον κύκλο στην τομή

Αντιμέτωπος με την a priori προσέγγιση κάθε επαναστατικής εξαγγελίας ως εξαρχής υποθηκευμένης και καταδικασμένης να αναπαράγει τις κυρίαρχες δομές, ο Λαμπρίδης παίρνει αφορμή από το «Μπαλκόνι» για να εξαπολύσει τα βέλη της κριτικής του απέναντι σ’ αυτό που ονομάζει αστικό και μικροαστικό τρόπο ερμηνείας της Ιστορίας και ειδικά του σταλινικού φαινομένου. Με τα λόγια του ίδιου, η αντίληψη ότι «ο μαρξισμός οδηγεί στο σταλινισμό, το κομμουνιστικό μανιφέστο στις δίκες της Μόσχας, η τέχνη με θέση στο σοσιαλιστικό ρεαλισμό κλπ […] οδηγεί στην απολογία της απραξίας και του αμοραλισμού, στη δικαίωση της αποχής, στην ενσωμάτωση μέσα στα πλαίσια της κυρίαρχης τάξης» (σελ. 48-49). Αξίζει να σταθούμε σ’ αυτές τις παρατηρήσεις, που έχουν μια διαχρονική αξία ανεξάρτητα από την κατάρρευση του καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού».

Η σχέση του μαρξισμού με το σταλινισμό με άξονα τις δίκες της Μόσχας έχει γίνει αντικείμενο διερεύνησης σε πολλά έργα. Το Μηδέν και το άπειρο του Άρθουρ Καίσλερ παραμένει το πιο γνωστό σημείο αναφοράς αυτής της συζήτησης. Ο Καίσλερ, σ’ ένα βιβλίο με πολλές λογοτεχνικές αρετές, υποστηρίζει ότι το προπατορικό αμάρτημα της σταλινικής εξουσίας δεν ήταν άλλο από την ίδια την επαναστατική καταγωγή της. Ο ήρωας του μυθιστορήματος, ο Ρουμπάσοφ, καταδικάζεται από τους επιγόνους του νέου καθεστώτος σαν απομεινάρι της πρώτης επαναστατικής γενιάς, η οποία άνοιξε το δρόμο στον ολοκληρωτισμό υιοθετώντας την εργαλειακή ηθική αντίληψη του περίφημου «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», αλλά τώρα αποτελεί, έστω και άθελά της, εμπόδιο στην απολυτοποίηση της εξουσίας. Το «Μπαλκόνι» θα μπορούσε να ειδωθεί ως το θεατρικό ισοδύναμο του αντιολοκληρωτικού μυθιστορήματος του Καίσλερ.

Από την άλλη πλευρά, μια πολύ διαφορετική ανάγνωση της σχέσης του μαρξισμού με το σταλινισμό με άξονα τις δίκες της Μόσχας έχει αποτυπωθεί στο μυθιστόρημα του Βίκτορ Σερζ Υπόθεση Τουλάγιεφ». Ο Σερζ αρνείται να πετάξει το παιδί μαζί με τα βρωμόνερα, όπως κάνει το «Μηδέν και το άπειρο».[2] Έτσι, δεν υιοθετεί τη θέση ότι η επανάσταση καταλήγει νομοτελειακά στον εκφυλισμό και στη διαιώνιση της καταπίεσης με ανανεωμένο μανδύα, με αποτέλεσμα να μην υποκύπτει στον πειρασμό της παραίτησης. Για τον Σερζ, η απάντηση στη βαρβαρότητα μιας επαναστατικής εξουσίας που έχει μετατραπεί στο αντίθετό της δεν είναι η εγκατάλειψη της επανάστασης ως εγχειρήματος εξαρχής καταδικασμένου λόγω μιας δήθεν έμφυτης τάσης του ανθρώπου για εξουσία και κυριαρχία. Είναι η επιμονή στην επαναστατική διαδικασία ως ριζικά καινούριου τρόπου πραγμάτωσης του ανθρώπου.

Ο Λαμπρίδης ασκεί την κριτική του στο «Μπαλκόνι» του Ζενέ από την ίδια σκοπιά με τον Σερζ: χωρίς να κλείνει τα μάτια του σ’ αυτό που ονομάζει «ψυχοπαθολογία» της επανάστασης, επιμένει ότι το επαναστατικό φαινόμενο χαρακτηρίζεται από την ταύτιση συνειδητών και πραγματικών κινήτρων για την υπέρβαση της εκμεταλλευτικής και καταπιεστικής μορφής της κοινωνίας. Μ’ αυτήν την έννοια, παίρνει τις αποστάσεις του από κάθε είδους νομοτέλεια με έναν τρόπο που θυμίζει τη σκέψη του Γκράμσι: το μόνο που μπορούμε να προβλέψουμε είναι ο αγώνας, δεν μπορούμε να προβλέψουμε τις στιγμές του ούτε την έκβασή του.[3] Έτσι, ο Λαμπρίδης εγγράφεται στην παράδοση εκείνου του φωτεινού μαρξισμού που δίνει έμφαση στη δράση των απλών ανθρώπων και όχι στους σιδερένιους νόμους της Ιστορίας και της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων.

 

Για μια ανεξάρτητη «τέχνη με θέση»

Στο πλαίσιο της κάθετης διαφοροποίησής του από τον σταλινισμό εντάσσεται και η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αντίστιξη του Λαμπρίδη ανάμεσα στην «τέχνη με θέση» και τον «σοσιαλιστικό ρεαλισμό». Στο κλείσιμο των σημειώσεών του για το «Μπαλκόνι», ο Λαμπρίδης δίνει ένα εφαρμοσμένο δείγμα αυτής της αντιδιαστολής. Απαντώντας εκ των προτέρων σε μια ενδεχόμενη κριτική για την πολεμική του, διευκρινίζει ότι ένα λογοτεχνικό έργο σίγουρα δεν πρέπει να κρίνεται με τον ίδιο τρόπο με ένα πολιτικό βιβλίο και ότι ένα έργο τέχνης μπορεί να είναι μεγάλο χωρίς να θέτει σωστά τα κοινωνικά προβλήματα και να δίνει τις σωστές ιστορικές λύσεις τους. Επιμένει όμως ότι «όταν ο συγγραφέας αυτοπροαιρέτως προσέρχεται να θίξει κοινωνικά προβλήματα καίρια και χρήσιμα για την ανθρώπινη μοίρα, τότε κανείς νομιμοποιείται ν’ αξιώσει απ’ αυτόν να έχει προηγουμένως εφοδιαστεί μ’ έναν γερόν επιστημονικό οπλισμό, να έχει μελετήσει καλά και συλλάβει σ’ όλο το βάθος τα προβλήματα που αγγίζει» (σελ. 50). Μ’ αυτόν τον τρόπο, ο Λαμπρίδης τοποθετείται ξεκάθαρα: αρνείται την υπαγορευμένη σκέψη και καλωσορίζει την σκέψη με άποψη, προσθέτοντας όμως και ότι αναπόδραστη συνέπεια της τελευταίας είναι ότι και η ίδια υπόκειται στους κανόνες της κριτικής.

Μια ενδιαφέρουσα περιπέτεια ενός κειμένου του Λαμπρίδη φαίνεται ότι έπαιξε ρόλο στην αποκρυστάλλωση της αντίληψής του για την ελευθερία της τέχνης. Το 1947-1948 το προσκείμενο στο ΚΚΕ λογοτεχνικό περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα» αφιέρωσε σειρά άρθρων σε θεμελιώδη προβλήματα της τέχνης, όπως η σχέση μεταξύ μορφής και περιεχομένου και ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός. Ο Λαμπρίδης έστειλε στο περιοδικό το κείμενό του με τίτλο «Ο παρεμβατισμός στο πνεύμα», το οποίο όμως δεν δημοσιεύτηκε παρά τη ρητή δήλωση του περιοδικού ότι θα φιλοξενούσε και αντίθετες απόψεις.[4] Την ίδια τύχη είχε το κείμενο και όταν το έστειλε στη ναυαρχίδα της αστικής διανόησης «Νέα Εστία», η οποία την ίδια περίοδο σήκωνε και εκείνη τα λάβαρα της πνευματικής ελευθερίας. Έτσι, έστω και άθελά του, ο Λαμπρίδης αξιώθηκε να δει μια πικρή επιβεβαίωση του εν λόγω κειμένου του, που τόνιζε ότι η θεωρία της αναγκαιότητας του ελέγχου πάνω στο πνεύμα αποτελεί τη δικαιολόγηση μιας τεχνικής μέσω της οποίας οι αντιδραστικές δυνάμεις μιας κοινωνίας επιτυγχάνουν πιο πρόσφορα τον καταπιεστικό σκοπό τους.

 

Αντί επιλόγου: ο Λαμπρίδης ενάντια στην ΤΙΝΑ

Η τοποθέτηση του Λαμπρίδη απέναντι στο επαναστατικό φαινόμενο έχει μια γενικότερη σημασία για τη συνολική πολιτική αποτίμηση του κύκλου των «Σημειώσεων». Ενώ σε μεγάλο βαθμό η κριτική προς την εξουσία στα κείμενα των συντελεστών του περιοδικού φαίνεται να διαπνέεται από έναν πολιτικό κυνισμό, ο Λαμπρίδης ως αιρετικός τροτσκιστής αναλαμβάνει την ευθύνη μιας πιο στρατευμένης τοποθέτησης. Κάνοντας μια, αδόκιμη ίσως σύγκριση, αν αντιπαραβάλαμε τον κύκλο των «Σημειώσεων» με τη σχολή της Φρανκφούρτης, ο Λαμπρίδης θα ήταν ο Μαρκούζε της. Γι’ αυτό και οι πολεμικές του, δεν είναι μόνο ιδεολογικές αλλά έχουν και το χαρακτήρα πολιτικής παρέμβασης στη συγκυρία.[5] Τα κείμενά του, πέρα από το νυστέρι της κριτικής το οποίο χειρίζονταν καλά όλοι οι άνθρωποι των «Σημειώσεων», ξεχωρίζουν για την επιμονή τους στον επαναστατικό δρόμο και την αισιοδοξία. Με τα δικά του λόγια, «υπάρχουν αντικειμενικοί (κοινωνικοϊστορικοί) παράγοντες που τείνουν να κάνουν τους εργαζόμενους τάξη ουσιαστικά επαναστατική, έτσι που η επανάσταση να είναι ποιοτικό άλμα, αλλαγή του περιεχομένου των κοινωνικών σχέσεων. Υπάρχουν κορυφαίες στιγμές συλλογικών πράξεων που περιβάλλουν με το φως του πραγματικού την ιδέα της “condition humaine”. Τόσο μέσα στους επαναστατικούς αγώνες όσο και στην καθημερινή ζωή της εργασίας συντελούνται πράξεις, όπου γίνονται έκδηλα τα σπέρματα αυτού του περιεχομένου των τάσεων της εργατικής τάξης, η υπέρβαση» (σελ. 27-28).

Όσο και αν μας χωρίζουν πλέον περισσότερα από εκατό χρόνια από την Οκτωβριανή επανάσταση, εξακολουθεί να χύνεται πολύ μελάνι για να υποστηριχθεί ότι οι επαναστάσεις από τη φύση τους παλινδρομούν αναπόδραστα σε μορφές κυριαρχίας ή αδικίας παρόμοιες μ’ εκείνες που αντιμάχονται. Αυτές οι προσεγγίσεις είναι στρατευμένες στην υπηρεσία της περίφημης ΤΙΝΑ, σε μια μονόπλευρη ερμηνεία της Ιστορίας που πρεσβεύει ότι κανένας εναλλακτικός κόσμος δεν είναι υπό οποιεσδήποτε συνθήκες εφικτός. Απέναντι σ’ αυτήν την αντιδραστική ιδεολογική εκστρατεία, η επιμονή του Λαμπρίδη ότι «η επαναστατική Πράξη ενσαρκώνει πράγματι αρχές ξένες και εχθρικές προς τον καπιταλισμό και δημιουργεί πρωτότυπες μορφές οργάνωσης και ζωής – τρόπους ελευθερίας», είναι όχι μόνο επίκαιρη αλλά και αναγκαία.

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Μπάμπης Κουρουνδής

Μπάμπης Κουρουνδής

Ο Μπάμπης Κουρουνδής είναι δικηγόρος, μέλος του ΔΣ του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, Διδάκτορας Νομικής του ΑΠΘ και μεταδιδακτορικός ερευνητής. Άρθρα του έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά Σοσιαλισμός από τα κάτω, Ένεκεν, Ιστορικά και στα νομικά περιοδικά Αρμενόπουλος, Θεωρία και πράξη Διοικητικού Δικαίου, Εφημερίδα Διοικητικού Δικαίου, Αρμενόπουλος, Επιστημονική επετηρίδα ΔΣΘ, καθώς και σε συλλογικούς τόμους. Το βιβλίο του με τίτλο «Το Σύνταγμα και η Αριστερά. Από τη "βαθεία τομή" του 1963 στο Σύνταγμα του 1975» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νήσος.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε