Κριτική Τεύχος #5

Επιλέγοντας να πάρουμε το τρένο εν κινήσει

Το υπόγειο ρεύμα του υλισμού της συνάντησης
Louis Althusser
μετάφραση: Τάσος Μπέτζελος
Εκτός Γραμμής, 2018 | 160 σελ.

 

«… η συνάντηση δεν δημιουργεί τίποτε από την πραγματικότητα του κόσμου, που είναι μόνο συσσωματωμένα ά-τομα, αλλά προσφέρει στα ίδια τα ά-τομα την πραγματικότητά τους, τα οποία δίχως την παρέκκλιση και τη συνάντηση θα ήταν μόνο αφηρημένα στοιχεία, χωρίς συνεκτικότητα και χωρίς ύπαρξη.» (σ. 34)

….«δεν υπάρχει δέσιμο άνευ εκπλήξεως» (σ. 68)

Αρχικά, θα πρέπει να αναφερθούν δυο εισαγωγικές παρατηρήσεις για την έκδοση. Πρώτον, η έκδοση αυτή επιβεβαιώνει τη σημαντική θεωρητική και πολιτική συμβολή των εκδόσεων Εκτός Γραμμής, ειδικά στο σημερινό τοπίο. Η συστηματική παραγωγή, η επιλογή των έργων, η επιμονή στο άνοιγμα μιας συζήτησης με αφορμή το κάθε βιβλίο (και μάλιστα, χωρίς προαπαιτούμενες συμφωνίες –προϋπόθεση ουσιαστικού διαλόγου, που είναι ωστόσο σπάνια στις συνήθειες των ρητών ή άρρητων δογματισμών), η εξαιρετικά προσεγμένη, μεταφραστικά και αισθητικά, δουλειά με τρόπο που δεν σέβεται απλά, αλλά αναδεικνύει το κάθε έργο, είναι χαρακτηριστικά γνωρίσματα των εκδόσεων. Δεύτερον, η μοναδική μεταφραστική ικανότητα του Τάσου Μπέτζελου, βάζει επίσης τη σφραγίδα της, συνδυάζοντας τη συστηματικότητα και τη μεθοδικότητα με την ανοιχτότητα, την επαγγελματική αρτιότητα με την διαρκή επερώτηση. Την ίδια στιγμή, έχει συγκεκριμένο χαρακτήρα στη μετάφραση και τις εκάστοτε επιλογές, μακριά από μια απλή, «τεχνική» της προσέγγιση, καταφέρνοντας να επιτευχθεί ταυτόχρονα ο σεβασμός και η ανάδειξη του γραπτού, και η πλήρης σύνδεση του ελληνικού αναγνωστικού κοινού με το έργο.

Ας έρθουμε λοιπόν στο βιβλίο. Είναι αναμφισβήτητη η συμβολή του Λουί Αλτουσέρ στη σύγχρονη πολιτική φιλοσοφία, ειδικά σε συγκεκριμένες πλευρές της. Προσωπικά οριοθετούμαι από κάποιες από τις προσεγγίσεις και αναλύσεις του. Νομίζω όμως ότι το συγκεκριμένο βιβλίο, παράλληλα με τη δουλειά του για την υλικότητα της ιδεολογίας, είναι από τα σημαντικότερά του. Έπιασα τον εαυτό μου, στο τέλος του κειμένου για τον Σπινόζα (σ. 121-22), όταν αναφέρεται στη διανοητική απελευθέρωση που έγκειται στην ανάληψη των παθών και την εσωτερική μετατόπιση των θλιμμένων παθών σε χαρούμενα (ένα από τα πολύ ωραία σημεία του βιβλίου συνολικά), να συνειδητοποιώ ότι διαβάζω το βιβλίο με ένα τέτοιο πάθος, και να σκέφτομαι τη σύνδεση των γραφομένων με το πάθος για τη ζωή και το πάθος για την πολιτική δράση, αυτό το ιδιαίτερο συναίσθημα που μας προκαλείται όταν συμμετέχουμε σε περιόδους και γεγονότα που νιώθουμε ότι διακυβεύονται πράγματα, ή όταν αντίστοιχα εμπλεκόμαστε με τη θεωρία με τέτοιο τρόπο. Και εμπλεκόμαστε με τη θεωρία με τέτοιο τρόπο όταν αυτό δε γίνεται στείρα ακαδημαϊκά ή θεωρητικά, αλλά με τον τρόπο που ο Γκράμσι μιλούσε για τη φιλοσοφία της πράξης: τη σχέση φιλοσοφίας και πολιτικής, σκέψης και δράσης, όπου όλα είναι πολιτικά, και η φιλοσοφία δεν είναι παρά η ιστορία σε δράση, δηλαδή η ίδια η ζωή. Έτσι, που να ζούμε τη ζωή μας θεωρώντας τη κι αυτή μια ιστορική διαδικασία, σύμφωνα με μια γνωστή φράση του Λούκατς.[1]

Με αυτό τον τρόπο, και μάλλον γι’ αυτό τον λόγο εξάλλου, υπάρχει τα τελευταία χρόνια κάποια στροφή μιας νεότερης γενιάς ακτιβιστών στη θεωρία, και σε αυτό πρέπει να επιμείνουμε. Αυτή η προσέγγιση της θεωρίας είναι ένα από τις αναμφισβήτητες συμβολές του Αλτουσέρ συνολικά, και σίγουρα του συγκεκριμένου βιβλίου. Αξίζει εξάλλου να σημειωθεί ότι τα κείμενα του βιβλίου εγγράφονται στη φάση του αυτοβιογραφικού του έργου Το μέλλον διαρκεί πολύ, στο οποίο αποτυπώνεται μια αντιδογματική και ουσιαστικά αναστοχαστική και αυτοκριτική μεθοδολογία για την προσέγγιση της δικής του θεωρητικής και πολιτικής πρακτικής. Αυτό αναφέρει πολύ εύστοχα και ο ίδιος στον πρόλογο του τόμου που συμπεριλαμβάνεται το πρώτο κείμενο: «να αποδώσουμε στη σκέψη όλο το εύρος της (προσπάθεια να σκεφτούμε, να αναλάβουμε τις συνέπειες, να επωμιστούμε τους όρους μιας αναγκαίας αντίφασης κλπ.). … [Έτσι], τούτη η παρέκβαση μέσω της θεωρίας, και πολύ συγκεκριμένα μέσω της φιλοσοφίας και ακολούθως της θεωρητικής σκέψης του Μαρξ, μοναδικό στόχο έχει […] να μας επιτρέψει να κατανοήσουμε την πολιτική, εκείνη στην οποία έχουμε στρατευτεί, εκείνη στην οποία έχουμε “χαθεί”, “χωρίς σημεία αναφοράς”.» (σ. 26). Ειδικά σήμερα, που δεν είναι η περίοδος που πρέπει να ριχτούμε στη μάχη, «και ό,τι λείπει, λείπει» (σύμφωνα με τη γνωστή έκφραση των ζαπατίστας), αλλά είναι εκείνη του ουσιαστικού αναστοχασμού και της επεξεργασίας, όπου πρέπει να δούμε τι λείπει, ως αυτό που μένει να κατακτηθεί, το συγκεκριμένο βιβλίο πρέπει να διαβαστεί.

Η μεγαλύτερη συνεισφορά του βιβλίου είναι η σύγκρουσή του με τη νομοτέλεια, τον εξελικτικισμό και την ουσιοκρατία, την αναγκαιότητα και την τελεολογία. Και εδώ εγγράφεται ο εντυπωσιακός τρόπος που ξεκινάει το πρώτο κείμενο. Βρέχει (σ. 31). Απλώς βρέχει. Και αυτό είναι ένα ακριβώς «απλό» φαινόμενο, που δεν πρέπει να πολυπλοκοποιούμε. Δεν προηγείται Νόημα, και δεν έπεται Στόχος. Ο κόσμος είναι, απλά, όλα όσα συμβαίνουν (σ. 61).

Μια από τις σημαντικές πολιτικές επιπτώσεις της σύγκρουσης με την τελεολογία αφορά ακριβώς την αντίληψη της πολιτικής. Σε αντίθεση με μια πρόσληψη της πολιτικής ως «τεχνικής διαχείρισης πραγμάτων» (διατυπώσεις που εντοπίζουμε και στον Ένγκελς[2] ) και μια υποτιθέμενη πορεία προς το «Τέλος της πολιτικής», αν αντίθετα δεν υπάρχει τελικός σκοπός, η πολιτική (και η δημοκρατία) νοούνται ως τέχνες ζωής. Αποτελούν τρόπους μετάβασης και οργάνωσης της κοινωνίας, αλλά και ταυτόχρονες διαδικασίες διαρκούς αυτομετασχηματισμού, εκδημοκρατισμού και διαπαιδαγώγησης, συγκρότησης του λαού ως συλλογικού υποκειμένου, ορίζουσες αυτοπροσδιορισμού των πολιτών, στην πορεία κατάκτησης της αυτονομίας και χειραφέτησης, πραγμάτωσης της ελευθερίας και προσέγγισης του κοινωνικοποιημένου ανθρώπου.

Αυτό προϋποθέτει η πρόσληψη του κομμουνισμού όχι ως κατάστασης που πρέπει να εγκαθιδρυθεί, αλλά ως «η πραγματική κίνηση που καταργεί την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων».[3] Ή εναλλακτικά, όπως θα έγραφε ο Ντανιέλ Μπενσαΐντ, «Ο κομμουνισμός δεν είναι μια καθαρή ιδέα ούτε ένα δογματικό πρότυπο για την κοινωνία. Δεν είναι το όνομα ενός κρατικού καθεστώτος ούτε ενός νέου τρόπου παραγωγής. Είναι το όνομα ενός κινήματος που υπερβαίνει/καταργεί αδιάκοπα την κατεστημένη τάξη πραγμάτων. Αλλά είναι και ο σκοπός που καθώς αναδύεται από το κίνημα, το προσανατολίζει και του επιτρέπει, εν αντιθέσει προς τις πολιτικές χωρίς αρχές, τις αποσπασματικές δράσεις και τους καθημερινούς αυτοσχεδιασμούς, να προσδιορίσει τι μας φέρνει πιο κοντά σε αυτό τον σκοπό και τι μας απομακρύνει από αυτόν. Με αυτή την έννοια, δεν είναι μια επιστημονική γνώση του σκοπού και της διαδρομής, αλλά μια ρυθμιστική στρατηγική υπόθεση.»[4]Διαδικασίες χωρίς Τέλος λοιπόν, που δεν ολοκληρώνονται ποτέ, παρά φτάνουν διαλεκτικά στο κρίσιμο όριο της υπέρβασης, τομή που συνιστά η μετάβαση στην κομμουνιστική κοινωνία, η οποία δεν απαιτεί παρά μακρά άσκηση των ανθρώπων σε διαδικασίες συλλογικής ζωής και χειραφέτησης.

Και επίσης διαδικασίες χωρίς Αρχή. Άρα ποιο είναι το ποιοτικό στοιχείο που σηματοδοτεί την κίνηση και την αλλαγή της κίνησης; Εδώ ο Αλτουσέρ αξιοποιεί τρεις πολύ ενδιαφέρουσες έννοιες, αυτές της «συνάντησης», της «παρέκκλισης», και της «τύχης»/του «αστάθμητου». «Παρέκκλιση»: δηλαδή ανάγκη ασύμμετρης διαταραχής, αλλαγής πορείας, σύγκρουσης με τη γραμμικότητα. «Τύχη»: δεν γνωρίζουμε πού, ούτε πότε ή πώς, και δεν υπάρχει φυσικά γιατί, συμβαίνει η παρέκκλιση. Και κυρίως, «συνάντηση»: δηλαδή σχέση, που έπεται της επικοινωνίας, και προσφέρει στα άτομα την πραγματικότητα τους, τα μετασχηματίζει από αφηρημένα στοιχεία, χωρίς ύπαρξη. Η συνάντηση είναι αυτή που αλλάζει το πεδίο, κάτι που μας παραπέμπει στην αντίθεση συλλογικοποιημένων/ατομικοποιημένων και κατακερματισμένων υποκειμένων, και την αλλαγή του νοήματος. Η κρίσιμη έννοια της «συνάντησης» μας παραπέμπει επίσης, στη σημερινή πολιτική συζήτηση, στην πρωτοκαθεδρία του μετώπου, την ανάγκη συνάντησης διαφορετικών ρευμάτων, αναλύσεων, πρακτικών, μερικοτήτων και διαφορετικοτήτων –σε αντίθεση με την αντίληψη πρωτοκαθεδρίας του κόμματος, της μιας, ενιαίας, «σωστής» ανάλυσης που μένει απλώς να αποκαλυφθεί στις μάζες. Μάλιστα, εδώ ο Αλτουσέρ είναι καθαρός, σε μια τοποθέτηση με κρίσιμα πολιτικά συμπεράσματα: η παρέκκλιση διατηρεί το πρωτείο έναντι της ευθείας πορείας, η ασυνέχεια έναντι της συνέχειας, η αταξία έναντι της τάξης.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει νόημα – απλώς δεν νοείται με την έννοια του τελικού σκοπού, ή με βάση μια εξελικτιστική αντίληψη της Προόδου. Υπάρχει νόημα στο τώρα, στην πολιτική δράση, στη γέννηση μορφών, στην ατομική και συλλογική χειραφέτηση, με την έννοια που τέθηκε η έννοια της πολιτικής ως διαδικασίας. Όπως γράφει και ο Αλτουσέρ, «μπορεί να υπάρχει νόημα εντός της ιστορίας, εφόσον αυτό το νόημα γεννιέται από μια ενεργώς πραγματική και ενεργώς αίσια συνάντηση, ή καταστροφική, που ομοίως συνιστά νόημα» (σ. 67).

Εδώ εγγράφεται και η ενδεχομενικότητα, ως μια ριζοσπαστική εκδοχή της διάκρισης μεταξύ ύπαρξης και πραγματικότητας, όπου δε μας ενδιαφέρει μόνο αυτό που είναι, αλλά και αυτό που θα μπορούσε να είναι, το δυνάμει υπάρχον, ως φάσμα δυνατοτήτων που κυοφορείται στις αντικειμενικές και υποκειμενικές δυνατότητες της εποχής. Την κρίσιμη μεσολάβηση μεταξύ των δύο συγκροτεί η εφαρμογή του κριτηρίου της πολιτικής πράξης, η στροφή στη φιλοσοφία της πράξης. Και αυτή η ενδεχομενικότητα είναι και πάλι απλώς γεγονός, αποτελεί απλώς διαπίστωση: η αναγκαιότητα υπάγεται σε αυτήν. Ταυτόχρονα όμως, «η έλευση ενός δεδομένου κόσμου αποκλείει όλους τους άλλους δυνατούς κόσμους» (σ. 67). Απέναντι στην κλασική επακολουθία αιτίου/αιτιατού, ο Αλτουσέρ προτάσσει τη γεγονική συνακολουθία εάν/τότε, που είναι ταυτόχρονα συνακολουθία συνθηκών (σ. 127).

Αν όμως οι έννοιες της συνάντησης, της ενδεχομενικότητας και του αστάθμητου αποκτούν τόσο βαρύνουσα σημασία, και για να παραμείνουμε εντός μιας υλιστικής και διαλεκτικής προσέγγισης, πρέπει να δούμε το ζήτημα της σύνδεσης των γεγονότων με τις συνθήκες. Εδώ, νομίζω ότι ο Αλτουσέρ ακροβατεί. Μπορούμε να βρούμε στα κείμενα πλευρές που τείνουν σε μια ριζικά αστάθμητη πρόσληψη της συνάντησης, με την έννοια του Μπαντιουικού Συμβάντος (που μπορεί επίσης να αποκτά ουσιοκρατικά χαρακτηριστικά, ή και μεταφυσικές διαστάσεις – πχ. η αναφορά στο «θαύμα» της παρέγκλισης, σ. 62), -ιδιαίτερα στο πρώτο κείμενο- και άλλες που βάζουν ενδιαφέρουσες πλευρές της σύνδεσης της υλοποίησης της συνάντησης αυτής με τις συνθήκες – ιδιαίτερα στα δύο τελευταία. Στο κείμενο για τον Μακιαβέλλι για παράδειγμα, επιμένει περισσότερο στη γεγονική συγκυρία που θα είναι ικανή να πραγματοποιήσει την αστάθμητη συνάντηση (σ. 129), περισσότερο από ότι στο πρώτο κείμενο, που επιμένει περισσότερο στον αστάθμητο χαρακτήρα της συνάντησης (ίσως αναγκαία πάντως, τραβώντας το ραβδί από την άλλη – ιδιαίτερα αν σκεφτούμε τη συγκυρία στην οποία γράφει και τις κυρίαρχες αναλύσεις της αριστεράς, που εγγράφονται στον εξελικτικισμό, την αναγκαιότητα και τη νομοτέλεια). Νομίζω ότι πρέπει να επιμείνουμε: H συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης είναι αναγκαία για τον εντοπισμό της «στιγμής», και έτσι ο ρόλος των συνθηκών είναι κρίσιμος, και μάλιστα, όπως αναφέρει ο Καλλίνικος,[5] όχι μόνο ως περιοριστικές (όπως στον Μαρξ), αλλά και ως διευκολυντικές, ως συνθήκη ανάπτυξης και συνέπεια της δράσης.

Συνολικά στο βιβλίο πάντως, μπορούμε να ανιχνεύσουμε τα κριτήρια που θέτει ο ίδιος ο Αλτουσέρ: (i) οι συνθήκες πρέπει να υπάρχουν, (ii) πρέπει να είναι συνδεδεμένες μεταξύ τους, (iii) μπορούν να δημιουργηθούν (εδώ εντοπίζεται ο ρόλος του Ηγεμόνα), (iv) παίζουν ρόλο στο κρίσιμο στοιχείο, δηλαδή το αν η συνάντηση θα είναι διαρκής, ή απλή διασταύρωση, (v) διαπλάθουν το δεδομένο του προβλήματος και την κατάστασή του, (vi) δεν υπάρχει μια αιτία, αλλά υπάρχουν διάφορες σειρές αιτιών, για μια –αστάθμητη- συνάντηση, (vii) το κρίσιμο στοιχείο μιας υλιστικής προσέγγισης της συνάντησης είναι η διαμεσολάβηση του ρόλου της πολιτικής, (viii) είναι ακριβώς η κοινωνία που εξαναγκάζει σε συνάντηση, ακόμα και οι εξωτερικοί καταναγκασμοί της (βλέπουμε εδώ τη διαλεκτική φύση της πραγματικότητας, την υπέρβαση που κυοφορείται στη θέση και την αντίθεση), και κυρίως (ix), δεν μπορεί να οριστεί η συνάντηση έξω από την έννοια της συγκυρίας, και οι δυο τους αποτελούν μέσα στοχασμού της πραγματικότητας της πολιτικής, της ουσίας της πρακτικής, που νοείται μόνο μέσα στην πάλη.

Έτσι, όπως σημειώνεται στο σημείωμα των εκδόσεων (σ. 17), αν ο πρώιμος Αλτουσέρ είναι εκείνος της δομής, ο ύστερος είναι εκείνος της συγκυρίας και της πολιτικής πρακτικής. Προσωπικά, και σε διαχωρισμό με τη σύλληψη, στο πρότερο έργο του Αλτουσέρ, της επιστημολογικής τομής, νομίζω ότι παντού, όπως και στη σκέψη των στοχαστών, εντοπίζουμε στιγμές συνέχειας και τομής, διαλεκτικής άρσης και υπέρβασης, όχι όμως καθαρών, αντιθέσεων. Έτσι και ο ύστερος Αλτουσέρ, μετακινείται από τον αυστηρό στρουκτουραλισμό και θεωρητικό αντιανθρωπισμό του πρώιμου έργου του (μάλιστα, θα λέγαμε ότι ο ύστερος Αλτουσέρ «διορθώνει» την παντοκρατορία της δομής του πρώιμου, επιμένοντας στην έννοια της ενδεχομενικότητας), διατηρεί όμως τα στοιχεία της αντίληψης του πρωτείου της δομής και της ιστορίας ως διαδικασίας χωρίς υποκείμενο, τα οποία εγείρουν μια άλλη, αλλά μεγάλη συζήτηση.

Σύντομα, οριοθετούμενη από την προσέγγιση του Αλτουσέρ για το υποκείμενο, θα έλεγα ότι αυτό που κατεξοχήν λείπει από αυτόν, ίσως επιστρέφοντας σε έναν ιδιότυπο ντετερμινισμό, είναι ακριβώς η παρέμβαση του -συλλογικοποιημένου- υποκειμένου, και πάλι όχι ουσιοκρατικά, ως μια κίνηση προς έναν τελικό σκοπό, αλλά για να δώσει νόημα στο τώρα. Όχι δηλαδή ως ενός υπερβατολογικού Υποκειμένου και της συνείδησής του, ως προδεδομένου, ενοποιημένου και ομογενοποιημένου υποκειμένου ικανού για εμπρόθετη δράση, αλλά και το ίδιο αυτό ως διαδικασία, ως νομιναλιστικά συγκροτούμενου σε μια συγκεκριμένη υπερπροσδιορισμένη στιγμή, η ίδια ριζικά απροσδιόριστη (και άρα μακριά από κάθε έννοια «ωριμότητας των συνθηκών»). Αντίστοιχες συλλήψεις της στιγμής μπορούμε να εντοπίσουμε στη σκέψη του Γκράμσι, του Λούκατς ή του Ρανσιέρ.

Σημαντική εδώ είναι η θέση του υποκειμενικού παράγοντα, και ειδικά του πολιτικού υποκειμένου, ως τμήμα των συνθηκών -και μάλιστα, όχι ως άλλη μια συνθήκη, αλλά ως η συνθήκη εκείνη που μπορεί να είναι κρίσιμη σε συγκεκριμένες στιγμές, και μάλιστα επίσης κινείται, δηλαδή μετασχηματίζεται, στις στιγμές αυτές, με βάση το αστάθμητο, και πάλι με το πρωτείο στην ασυνέχεια έναντι της γραμμικότητας. Η ενεργή παρέμβαση αλλάζει το συσχετισμό δύναμης σε μια ιδιότυπη διαλεκτική αλληλεπίδραση αντικειμενικών συνθηκών – υποκειμενικού παράγοντα, έτσι που αυτό που τη μια μέρα είναι υποκειμενική παρέμβαση, την επομένη έχει παίξει ρόλο στο ποιες θα είναι οι αντικειμενικές συνθήκες. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι λοιπόν να βρούμε ακριβώς τον δρόμο προσέγγισης της σχέσης αντικειμενικού – υποκειμενικού παράγοντα πέρα από το βολονταρισμό, τη μοιρολατρία ή τον εξελικτισμό.[6] Αξίζει να σκεφτούμε την παραπάνω αυτή συζήτηση υπό το πρίσμα της σημερινής κατάστασης στην Ελλάδα και την αριστερά, την πρώτη ήττα του λαϊκού παράγοντα και την αποτίμησή της, το πολιτικό τοπίο με τα όρια και τις δυνατότητες που έχει.

Τέλος, θα άξιζε αναφερθούν ονομαστικά λίγες ακόμα, ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες πλευρές του βιβλίου:

  1. Η ένταξη της ψυχανάλυσης στη σφαίρα της πολιτικής, η αξιοποίηση συλλογιστικών ψυχαναλυτικής καταγωγής, η σύζευξη του μαρξισμού με την ψυχανάλυση. Εδώ εντάσσεται η πολύ ενδιαφέρουσα προσέγγιση της παραλληλίας της σκέψης με το σώμα, του συναισθήματος με τη λογική, της θεωρίας της αμφιθυμίας και της απελευθερωτικής δυνατότητας που επιφυλάσσει η σύζευξη, της σύνδεσης του διπόλου βίαιης δύναμης/ανθρώπινης ηθικότητας στην πολιτική με το δίπολο σώματος/ψυχής, της παραλληλίας του διπόλου έρωτας/θάνατος, ένστικτο θανάτου/ένστικτο ζωής και τις συνεκδοχές τους.
  2. Η επιμονή στην ελευθερία: η φιλοσοφία ανοίγει χώρους ελευθερίας (με τα αποτελέσματά της), χώρους ελευθερίας στην έρευνα και τη δράση (σ. 99).
  3. Η τοποθέτηση για την ιστορία, που μπορεί να συνδεθεί με τη σημερινή συζήτηση στην ελληνική αριστερά για το νέο και το παλιό: θεμελιώνει ο Αλτουσέρ στο κείμενο για τον Σπινόζα, πώς «δίχως να αντιλέγουμε σε αυτούς [τους παλαιότερους], μπορούμε να υποστηρίξουμε το αντίθετο από εκείνο που έλεγαν», καθώς οι συνθήκες, δηλαδή τα όρια, έχουν αλλάξει, και δεν είναι ίδιες με τις συνθήκες των παλαιότερων, και ταυτόχρονα, «οι νεότεροι δεν είναι πιο σπουδαίοι από τους παλαιότερους παρά μόνο επειδή σκαρφαλώνουν στους ώμους τους» (σ. 98).
  4. Οι επεξεργασίες για τον Ηγεμόνα, στα κείμενα για τον Σπινόζα και τον Μακιαβέλλι, στις οποίες επανέρχεται η σχέση συνάντησης και συνθηκών (αν και, ιδιαίτερα στο δεύτερο, μπορούμε να εντοπίσουμε μια ιδιαίτερα προβληματική πολιτική ανάλυση για την «παγκοσμιοποίηση», τη σχέση οικονομίας και πολιτικής και ιδεολογίας και πολιτικής, την απαξίωση του πρωτείου της πολιτικής, και του ρόλου του έθνους κλπ.)
  5. Σε συνέχεια με τα δύο παραπάνω, η θέση του για τη σημασία του «κενού», και ταυτόχρονα για τον στοχασμό στα όρια. Ο Αλτουσέρ υποστηρίζει ότι το πολιτικό κενό είναι αυτό που εγγυάται την ελευθερία, την απουσία εμποδίων, και παρουσιάζει ευκαιρία για την τύχη, την οποία πρέπει κανείς να αρπάξει, να χτίσει δομές, να συμβάλλει στη διατήρηση, τη διάρκεια της συνάντησης και της ηγεμονίας. Εδώ η τύχη, σημαίνει «κενό από εμπόδια» (σ. 130). Επιμένει, με μια έννοια, στην ανορθοδοξία, υπογραμμίζοντας ότι οι σημαίνοντες κοινωνικοί και πολιτικοί καθορισμοί μπορούν να παρεμποδίσουν τη δράση (αλλά, θα σημειώναμε εδώ, δεν παρεμποδίζουν αναγκαία τη δράση). Ταυτόχρονα, για τον Αλτουσέρ, μεγάλος στοχαστής είναι αυτός που μπορεί να στοχαστεί στα άκρα, σε οριακές καταστάσεις, και αναλαμβάνει την ευθύνη και τη μοναξιά που συνεπάγεται αυτό, όχι μόνο λόγω της δυσκολίας που υπάρχει εκεί, αλλά γιατί ταυτόχρονα εκεί υπάρχει η απόλυτη συνθήκη για κάθε σκέψη και για κάθε δράση (σ. 131). Ας τα σκεφτούμε αυτά στη σημερινή πολιτική κρίση, που βαθαίνει, ως πλευρά δυνατότητας, για τη δική μας αριστερά και στράτευση.
  6. Οι πλευρές της σημαντικής συμβολής του γύρω από την ιδεολογία, εδώ και μέσα από τις επεξεργασίες για τη φαντασία, τον ηγεμόνα και τη θρησκεία, αν και μοιάζοντας κάποιες φορές η ιδεολογία να τον καταπίνει ή να τον κατακλύζει (πχ. σ. 149-50).
  7. Η συμβολή του στην ανάγκη συγκεκριμένης ανάλυσης της συγκεκριμένης κατάστασης, πολιτικά και μεθοδολογικά.

Κλείνοντας λοιπόν, σήμερα που, όπως γράφει ο Αλτουσέρ στο δεύτερο κείμενο του βιβλίου (σ. 85), δεν ξέρουμε πού βρισκόμαστε και επιθυμούμε να πάμε κάπου, βρισκόμαστε και πάλι μπροστά σε μια συγκεκριμένη επιλογή: Να πάρουμε το τρένο εν κινήσει. Όλα είναι δρόμος, εξάλλου. Ο Αλτουσέρ συμμερίζεται ότι το μονοπάτι «πορεύεται τελείως από μόνο του», ανοίγοντας το ίδιο τον δρόμο του (σ. 114). Και ο πολιτικός του, προτιμά να ταξιδεύει, να κατεβαίνει στον δρόμο, και στον λαό, εκεί που μπορεί να καταλάβει την αληθινή φιλοσοφία, που είναι πάντοτε συγκρουσιακή. Ας κρατήσουμε και αυτό, από τα πολλά που μπορούμε να κρατήσουμε για την πολιτική κατάσταση και πρακτική σήμερα, από αυτό το πολύ σημαντικό βιβλίο.

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Ειρήνη Γαϊτάνου

Ειρήνη Γαϊτάνου

Η Ειρήνη Γαϊτάνου είναι διδακτόρισσα Ευρωπαϊκών και Διεθνών Σπουδών από το King's College στο Λονδίνο, εστιάζοντας στη διατριβή της στη μελέτη των κοινωνικών κινημάτων και της πολιτικής συμμετοχής. Είναι επίσης μεταφράστρια άρθρων και βιβλίων, ενώ σήμερα εργάζεται στον τομέα του προσφυγικού.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε