Κριτική Τεύχος #13

Γράφοντας σε μια (μη) σπασμένη γλώσσα: πολυγλωσσία, μετάφραση και η άνοδος των αφρικάανς

© Gerhard van Wyk / Culture Trip

Το ολλανδικό πλοίο Χάρλεμ έκανε τον περίπλου του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας όταν προσάραξε, το 1647, στον κόλπο Τέιμπλ. Οι περισσότεροι από τους ναυτικούς κατάφεραν να βγουν σώοι στην ακτή. Γενικά, τα πλοία από την Ευρώπη με προορισμό τις Ανατολικές Ινδίες απέφευγαν να πλησιάσουν στο επικίνδυνο Ακρωτήρι. Η μοίρα ανάγκασε τους Ολλανδούς ναυαγούς να κατασκηνώσουν εκεί για πολλούς μήνες, περιμένοντας βοήθεια. Οι περιπέτειές τους ήταν εφάμιλλες εκείνων του Ροβινσώνα Κρούσου: έφτιαξαν έναν αυτοσχέδιο καταυλισμό στον οποίον έδωσαν το πομπώδες όνομα Fort Zandenburgh (Φρούριο «Κάστρο στην Άμμο»), έπιασαν με το λάσο άγριες αγελάδες στις όχθες του ποταμού Σολτ, κυνήγησαν πιγκουίνους σε ένα νησί του κόλπου και άρχισαν να επικοινωνούν, στην αρχή επιφυλακτικά και στη συνέχεια με μεγαλύτερη ζέση, με τις τοπικές νομαδικές φυλές Νάμα και Κοράνα. Οι εν λόγω φυλές μιλούσαν διάφορες γλώσσες Κόσα, οι οποίες χαρακτηρίζονται από ένα περίπλοκο σύστημα μη πνευμονικών ήχων (κλικ) με έως και είκοσι διαφορετικά μη πνευμονικά σύμφωνα. Όσο και να προσπαθούσαν οι Ολλανδοί, δεν μπορούσαν να προφέρουν τις εξωτικές λέξεις. Όταν ανταλλάσσονταν φράσεις όπως «Εσύ θέλει καπνό, εγώ θέλει κρέας» (γεγονός που επιβεβαιώνεται από το ημερολόγιο ενός εκ των Ολλανδών ναυαγών), τότε η συνεννόηση γινόταν σε ολλανδικά πίτζιν, τα οποία είχαν μάθει με ευκολία οι Κόσα, και όχι σε μια εκ των δεκαεννιά γλωσσών των αυτοχθόνων που μιλιούνταν στο Ακρωτήρι εκείνη την εποχή. Τα νέα για τον πλούτο του νότιου άκρου της Αφρικής δεν άργησαν να φτάσουν στην Ολλανδία και, μέσα σε έναν χρόνο, κατέφτασαν οι πρώτοι Ολλανδοί άποικοι. Κάποιοι έφεραν μαζί τους τις συζύγους τους, άλλοι έστησαν το νοικοκυριό τους με ντόπιες γυναίκες. Σκλάβοι και οικιακοί υπηρέτες μεταφέρθηκαν βιαίως από άλλες περιοχές της Αφρικής και από τις Ανατολικές Ινδίες. Μέσα σε μία γενιά γεννήθηκε μια νέα γλώσσα, τα αφρικάανς.

Όπως σημειώνει ο Hendrik van Reede στο ημερολόγιό του όταν η Ολλανδική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών τον έστειλε να επιθεωρήσει, το 1685, τους πρώτους οικισμούς στο Ακρωτήρι:

Είναι συνήθειο των συμπατριωτών μας εδώ να διδάσκουν στους αυτόχθονες την ολλανδική γλώσσα, και εκείνοι τη μιλούν με έναν πολύ εσφαλμένο και ακατάληπτο τρόπο, με έναν τρόπο που εμείς μιμούμαστε. Τα παιδιά των Ολλανδών αποίκων μιλούν πλέον έτσι, θέτοντας τα θεμέλια μιας σπασμένης γλώσσας η οποία μακροχρόνια θα είναι αδύνατο να εξαλειφθεί».[1])

Από τα ολλανδικά στα αραβικά στα αφρικάανς

Ήταν δύσκολο για τους πρώτους ομιλητές των αφρικάανς να βάλουν στο χαρτί αυτή τη νέα «σπασμένη γλώσσα», όμως το έπραξαν σχεδόν αμέσως, αρχικά μπολιάζοντας τα ολλανδικά τους κείμενα με λέξεις στα αφρικάανς και, στη συνέχεια, σε μια προσπάθεια να παρουσιάσουν πραγματικούς χαρακτήρες που μιλούσαν αφρικάανς (συνήθως για να χλευάσουν τα ολλανδικά του Ακρωτηρίου), άρχισαν να χρησιμοποιούν τα αφρικάανς στους διαλόγους των μυθιστορημάτων και των θεατρικών έργων, κρατώντας τα επίσημα ολλανδικά για την αφήγηση.

Ίσως εκπλήσσει το γεγονός ότι οι πιο αξιόλογοι συγγραφείς του 19ου αιώνα που χρησιμοποίησαν πρώτοι τα αφρικάανς πιο εκτεταμένα στα γραπτά τους έτυχε να είναι νέοι μετανάστες οι οποίοι δεν κατάγονταν από την Ολλανδία και τα ολλανδικά δεν ήταν η μητρική τους γλώσσα. Ένα από τα πρώτα σημαντικά δείγματα μείξης ολλανδικών και αφρικάανς ήταν το μπουρλέσκ θεατρικό έργο De Nieuwe Ridderorde, of de Temperantisten (Το νέο τάγμα των ιπποτών ή H ταξιαρχία της εγκράτειας) του γεννημένου στο Παρίσι το 1787 Γάλλου Ουγενότου Charles Etienne Boniface.[2] Στο εν λόγω έργο ο λευκός χαρακτήρας μιλάει ολλανδικά και εκείνοι της φυλής των Οτεντότων (Κόι Κόι) αφρικάανς. Κανένας από τους χαρακτήρες δεν γλιτώνει από το καυστικό χιούμορ του Boniface, ιδίως οι Κόι Κόι, τους οποίους ο συγγραφέας περιγράφει με άξεστη ρατσιστική γλώσσα –ακολουθώντας τα ευρέως διαδεδομένα στερεότυπα της εποχής– ως αφερέγγυους, διαρκώς σε σύγχυση και αμετανόητους μέθυσους. Τους δίνει μάλιστα ονόματα όπως Droogekeel (Στεγνός Λαιμός), Galgevogel (Κατάδικος), Waterschuw (Νεροφοβικός) και Kalfachter (Μοσχαροπισινός).

Ένας άλλος αλλοδαπός συγγραφέας, ο γεννημένος στη Σκωτία το 1864 Andrew Geddes Bain, είναι γνωστός για τη μικρής διάρκειας μπουρλέσκ επιθεώρηση Kaatje Kekkelbek; or, Life among the Hottentots (Kaatje Kekkelbek ή Η ζωή με τους Οτεντότους), το πρώτο έργο που γράφτηκε εξολοκλήρου στα αφρικάανς. Ο βασικός χαρακτήρας, η Kaatje, μια γυναίκα από τη φυλή Κόι Κόι (την οποία έπαιζε ένας άντρας ηθοποιός με πρόσωπο βαμμένο μαύρο και με μεγάλο ψεύτικο πισινό) τραγουδά οχτώ κωμικά οχτάστιχα τραγούδια σε μια μείξη αφρικάανς και αγγλικών. Ανάμεσα στα τραγούδια απαγγέλλει οχτώ σύντομους μονολόγους εξολοκλήρου στα αφρικάανς. Και εδώ οι «Οτεντότοι» περιγράφονται ως μέθυσοι, ανήθικοι και τεμπέληδες απατεώνες. Στην τελευταία στροφή η Kaatje τραγουδά αστειευόμενη ότι θα επισκεφτεί την Αγγλία: «Ποιων τις καρδιές θα ραγίσω,/ Αν το πρόσωπο ή τον πισινό μου δείξω/ Στου Λονδίνου τους αγαπητικούς». Με τη λέξη «πισινός» ο ηθοποιός που έπαιζε την Kaatje γύριζε πλάτη στο κοινό επιδεικνύοντας τα ψεύτικα οπίσθιά του. (Ο χαρακτήρας της Kaatje Kekkelbek παραμένει από τότε δημοφιλής, αν και ολοένα και πιο αμφιλεγόμενος, και τα τραγούδια της επιθεώρησης έχουν συμπεριληφθεί σε διάφορες ανθολογίες νοτιοαφρικανικής ποίησης.)

Ένας από τους πρώτους συγγραφείς που έγραψαν στα αφρικάανς ήταν και ο Άγγλος H.W. Cooper (1842-1893), ο οποίος έγραψε το έργο Boerenbrieven uit Fraserburg (Γράμματα των αγροτών από το Φράσερμπουργκ) σε γλαφυρά επαρχιώτικα αφρικάανς με το αφρικάνερ λογοτεχνικό ψευδώνυμο Samuel Zwaartman (Σάμιουελ Μαύρος).

Περιέργως, ο πρώτος που έγραψε βιβλίο εξολοκλήρου στα αφρικάανς ήταν ο Άραβας λόγιος Αμπού Μπακρ. Είχε μεταναστεύσει στο Ακρωτήρι από το οθωμανικό Ιράκ προκειμένου να προεδρεύσει της μεγάλης τοπικής μουσουλμανικής κοινότητας, η οποία αποτελούνταν κυρίως από πρώην σκλάβους και οικιακούς υπηρέτες προερχόμενους από τις ολλανδικές αποικίες στις Ανατολικές Ινδίες. Οι εν λόγω μουσουλμάνοι μιλούσαν άπταιστα μόνο αφρικάανς και μάθαιναν αραβικά για να μπορούν να διαβάζουν το Κοράνι. Ο Αμπού Μπακρ μετέφρασε τα δικά του γραπτά από τα αραβικά στην καθομιλουμένη του Κέιπ Τάουν, γράφοντας τα κείμενά του σε μια παραλλαγή της αραβικής γραφής, προκειμένου να απεικονίσει στο χαρτί τη φωνολογία των αφρικάανς. Το πρώτο εκτενές παράδειγμα αυτομετάφρασης στη Νότια Αφρική –η κάθε πρόταση στα αραβικά ακολουθούνταν από τη μετάφρασή της στα αφρικάανς– δημοσιεύτηκε το 1877 όχι στη Νότια Αφρική αλλά στην Κωνσταντινούπολη, η οποία την εποχή εκείνη ήταν το κέντρο του ισλαμικού κόσμου.[3]

Όσοι συγγραφείς έγραφαν εκείνη την εποχή στα αφρικάανς μοιράζονταν μια κοινή δυσκολία: τα ολλανδικά, τα οποία ο γενικός πληθυσμός δυσκολευόταν όλο και περισσότερο να καταλάβει, παρέμειναν η επίσημη γλώσσα στην εκπαίδευση και τη δημόσια ζωή των Αφρικάνερ μέχρι το 1925, όταν αναγκαστικά εκχώρησαν ένα μέρος της εξουσίας τους στα αφρικάανς. Ο κανόνας κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα ήταν ότι όταν ένας (και πολύ πιο σπάνια μια) Αφρικάνερ συγγραφέας είχε να πει κάτι σημαντικό, θα έπρεπε να το γράψει στα επίσημα, εξεζητημένα αφρικάανς που μιλούσαν οι μορφωμένοι, και όχι στην τραχιά και απείθαρχη καθομιλουμένη του Ακρωτηρίου, η οποία χλευαζόταν ως Krum Hollands (στρεβλά ολλανδικά), Hotnots-Hollands (ολλανδικά των Οτεντότων) ή Kombuis Hollands (ολλανδικά της κουζίνας). Όπως σημείωσε με αιχμηρό σαρκασμό ο Johnde Villiers, πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αποικίας του Ακρωτηρίου, σε έναν λόγο που εκφώνησε το 1876 για να υποστηρίξει τα ολλανδικά έναντι των αφρικάανς: «Από τη στιγμή που [τα αφρικάανς] δεν αποτελούν παρά τραύλισμα άναρθρων φράσεων ημιμαθών αντρών, δεν δύναται να ριζώσουν στις καρδιές εκείνων που τα ομιλούν, και ευκόλως εγκαταλείπονται ή απορρίπτονται προς χάριν ενός πιο εκλεπτυσμένου ιδιώματος». (Άραγε αντιλήφθηκε το κοινό του ότι διάβαζε ένα απόσπασμα από το A Critical and Historical Introduction to the Philological Study of the Latin Language [Μια κριτική και ιστορική εισαγωγή στη φιλολογική μελέτη της λατινικής γλώσσας] του Βαρρονιανού;)

Αν και o βασικός ανταγωνιστής των πρώιμων αφρικάανς ήταν τα ολλανδικά, τα αγγλικά αποδείχτηκαν ακόμα μεγαλύτερος εχθρός από τη στιγμή που το Ακρωτήρι έγινε βρετανική αποικία στις αρχές του 19ου αιώνα. Η συντηρητική αγγλόφωνη εφημερίδα The Cape Monitor εξέφρασε στο εντιτόριαλ της 14ης Οκτωβρίου 1857 το κοινό βρετανικό αίσθημα στην έκκλησή της προς όσους μιλούσαν αφρικάανς: «[Τα αφρικάανς] προκαλούν σε εσάς και στα παιδιά σας ανυπολόγιστο κακό. Περιορίζουν τη σκέψη σας. Καταστέλλουν τις δυνάμεις σας. Κάνουν τις σεμνές γυναίκες να κοκκινίζουν και συχνά προκαλούν την αποστροφή των μορφωμένων. Διαφθείρουν την ηθική των παιδιών σας και ρυπαίνουν τα αθώα λόγια τους».[4]

Η αυτομετάφραση και οι πρώιμοι συγγραφείς

Ήδη από τα πρώτα χρόνια, οι συγγραφείς που έγραφαν στα αφρικάανς, όποια κι αν ήταν η καταγωγή ή η προέλευσή τους, ζούσαν και εργάζονταν σε ένα πολυγλωσσικό περιβάλλον, το οποίο ήταν όμως γλωσσικά εχθρικό προς εκείνους. Αυτό οδήγησε συγγραφείς που ήταν –σε διαφορετικό βαθμό– δίγλωσσοι ή τρίγλωσσοι να αλλάζουν γλώσσες εξ ανάγκης, γράφοντας κάποια κείμενα στη μητρική τους γλώσσα και άλλα σε μια δεύτερη, ή και στις δύο ή και στις τρεις γλώσσες που γνώριζαν (αγγλικά, ολλανδικά και αφρικάανς), συχνά μεταφράζοντας οι ίδιοι τα έργα τους.

Οι συγγραφείς έχουν πολλούς λόγους να μεταφράζουν οι ίδιοι τα έργα τους σε μια άλλη γλώσσα. Ο Samuel Beckett, πιθανώς ο πιο διάσημος από τους συγγραφείς που μετέφραζαν οι ίδιοι τα έργα τους, είχε επιλέξει να μεταφράζει (ή να ξαναγράφει) ο ίδιος τα έργα του στα αγγλικά και τα γαλλικά, δηλαδή στις δύο κυρίαρχες στα μέσα του 20ού αιώνα γλώσσες παγκοσμίως. Με τις μεταφράσεις αυτές κατάφερε να εδραιωθεί στην πρώτη γραμμή του παγκόσμιου θεάτρου μέσω των γαλλόφωνων και αγγλόφωνων εκδοχών των θεατρικών του έργων. O Vladimir Nabokov, Ρώσος εμιγκρές, η οικογένεια του οποίου εξορίστηκε από τους Μπολσεβίκους όταν εκείνος ήταν παιδί, είναι γνωστό ότι μετέφραζε ο ίδιος τα έργα του στα αγγλικά από ανάγκη να βρει ένα νέο αναγνωστικό κοινό στη νέα γλώσσα της εξορίας. Πολλοί εξόριστοι Ρώσοι συγγραφείς μετέφραζαν οι ίδιοι τα βιβλία τους, μιας και η μόνη ευκαιρία που είχαν να εκδώσουν τα έργα τους εκτός Σοβιετικής Ένωσης ήταν οι ερασιτεχνικοί ρώσικοι εκδοτικοί οίκοι στη Γαλλία και τη Γερμανία, των οποίων το αναγνωστικό κοινό ήταν περιορισμένο. Ο Ινδός συγγραφέας Ραμπιντράναθ Ταγκόρ, ο οποίος βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1914, μετέφραζε ο ίδιος την ποίησή του στα αγγλικά από τα μπεγκάλι. Πρόκειται για ένα παράδειγμα συγγραφέα που έγραφε σε μια από τις περιθωριοποιημένες και ανεπίσημες γλώσσες των αποικιοκρατούμενων και μετέφραζε ο ίδιος τα έργα του στη γλώσσα των αποικιοκρατών, προκειμένου να απευθυνθεί στο παγκόσμιο αναγνωστικό κοινό. Όπως ο Ραμπιντράναθ Ταγκόρ, πολλοί από τους σκληροπυρηνικούς πρωτοπόρους της αφρικάανς λογοτεχνίας ήταν πρόθυμοι να γράψουν στα αγγλικά για λόγους στρατηγικής, μιας και η αγγλική γλώσσα, παρότι η γλώσσα του αποικιοκράτη δυνάστη, ήταν μια πύλη προς το διεθνές αναγνωστικό κοινό. Ωστόσο, ενώ η μητρική γλώσσα του Ταγκόρ, τα μπεγκάλι, είναι μια αρχαία γλώσσα με λογοτεχνική παράδοση αιώνων, στις αρχές του 20ού αιώνα τα αφρικάανς εξακολουθούσαν να μη θεωρούνται, ακόμα και από τους πιο ένθερμους φυσικούς ομιλητές τους, πραγματική γλώσσα, πόσο μάλλον μια γλώσσα στην οποία μπορούσες να γράψεις λογοτεχνία. Κάποιοι από τους πρώτους ποιητές που έγραψαν στα αφρικάανς, όπως οι Eugéne Marais (1871-1936) και C. Louis Leipoldt (1880-1947), είχαν σπουδάσει στην Αγγλία και είχαν μια πιο σύμφυτη σχέση με τα αγγλικά ως λογοτεχνική γλώσσα παρά με τα αφρικάανς, τα οποία δεν είχαν ακόμα τυποποιηθεί. Ο Leipoldt, για παράδειγμα, ισχυριζόταν ότι πρώτα έγραφε τα ποιήματά του στα αγγλικά και στη συνέχεια τα μετέφραζε στα αφρικάανς. Ο Marais, ο οποίος χαιρετίζεται ως ήρωας των Αφρικάνερ και «πατέρας της αφρικάανς ποίησης», ήταν από αγγλόφωνη οικογένεια.[5]

Η εμφάνιση του Αφρικάνερ μεταφραστή

Η μάχη ήταν εντυπωσιακή, ένα θαύμα έλαβε χώρα: μέσα σε μία και μόνο γενιά, μέσα σε ένα τέταρτο του αιώνα, τα αφρικάανς κατέκτησαν όλα τα οχυρά των ολλανδικών (και των αγγλικών) το ένα μετά το άλλο: πρώτα τη σχολική εκπαίδευση, το 1914, ύστερα την Εκκλησία, το 1916, την πανεπιστημιακή εκπαίδευση, το 1918, και τέλος το κράτος, το 1925. Ήταν μια θριαμβευτική προέλαση.[6]

Η δυναμική άνοδος των αφρικάανς στις αρχές του 20ού αιώνα ήταν άμεσο αποτέλεσμα του Νοτιοαφρικανικού Πολέμου της περιόδου 1899-1902 (ο οποίος είναι επίσης γνωστός ως Δεύτερος Πόλεμος των Μπόερ ή Αγγλο-μπόερ Πόλεμος), όταν η Βρετανία απέκτησε τον έλεγχο των αποικιών του Τράνσβααλ και της Οράγγης όπου ζούσαν οι Αφρικάνερ. Ο Alfred Milner, ο Βρετανός Ύπατος Επίτροπος, επέβαλε τα αγγλικά ως επίσημη γλώσσα σε όλα τα διοικητικά επίπεδα. Τα αφρικάανς έπρεπε να ξεριζωθούν: η νέα γενιά των παιδιών Αφρικάνερ χλευάζονταν και τιμωρούνταν όταν μιλούσαν αφρικάανς στο σχολείο. Έχει αναφερθεί ότι οι μαθητές που μιλούσαν στο σχολείο αφρικάανς πέραν των τριών ωρών του μαθήματος των «ολλανδικών-αφρικάανς», το οποίο επιτρεπόταν σύμφωνα με τη συνθήκη ειρήνης που είχε υπογραφεί μετά τον Νοτιοαφρικανικό Πόλεμο, εξαναγκάζονταν να φορούν στον λαιμό ένα πλακάτ που έγραφε «Είμαι γάιδαρος, μιλάω ολλανδικά».[7]

Το σχέδιο του Milner ήταν ο πληθυσμός που μιλούσε αφρικάανς να αφομοιωθεί στη νέα υπό βρετανική κατοχή Νότια Αφρική και σταδιακά να εξαλειφθεί η καθομιλουμένη, την οποία ο ίδιος θεωρούσε εκφυλισμένη εκδοχή των ολλανδικών, που κατά την άποψή του ήταν κατώτερα των αγγλικών. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την ξαφνική και αξιοσημείωτη κινητοποίηση των ετερόκλητων φατριών των Αφρικάνερ. Πριν από τον Νοτιοαφρικανικό Πόλεμο, οι μορφωμένοι και εύποροι Αφρικάνερ συνήθιζαν σε επίσημες περιστάσεις να συνομιλούν στα ολλανδικά ή σε προσεκτικά διατυπωμένα αφρικάανς που έμοιαζαν με τα ολλανδικά (ή ακόμα και στα αγγλικά), αφού και οι ίδιοι θεωρούσαν τα δημώδη αφρικάανς ως τη γλώσσα των απλών ανθρώπων και των «έγχρωμων». Ωστόσο, μετά τον πόλεμο, μετά τις θηριωδίες και τον συγκλονιστικά μεγάλο αριθμό θανάτων στα βρετανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, η μέχρι τέλους αντίσταση των Αφρικάνερ στη βρετανική κυριαρχία και κουλτούρα είχε ως αποτέλεσμα την τυποποίηση των αφρικάανς σε όλα τα επίπεδα. Όπως τονίζει η Anne-Marie Beukes, «Οι μεταφραστές από τα αφρικάανς, μαζί με άλλους ακτιβιστές της γλώσσας, επέστρεψαν στο προσκήνιο ως ‘ήρωες της γλώσσας’ και ως εκ τούτου ειδωλοποιήθηκαν στο πλαίσιο μιας αλληγορίας της μάχης, ανακαλώντας στη μνήμη εικόνες των γενναίων και θαρραλέων αγωνιστών οι οποίοι, με απόλυτη αυτοθυσία, υπερασπίστηκαν τη γη, αμφισβήτησαν τον εχθρό και τελικά τον νίκησαν με τεράστιο κόστος».[8]

Η τάση τυποποίησης των αφρικάανς έχει τις ρίζες της στην τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα, λίγο πριν από την έναρξη του Νοτιοαφρικανικού Πολέμου, όταν ξεκίνησε η έντονη διαμάχη για το αν η παλιά εγκεκριμένη ολλανδική Βίβλος του 1637 θα έπρεπε να αντικατασταθεί από μια νέα και επικαιροποιημένη μετάφραση στα αφρικάανς. Μια σκληροπυρηνική ομάδα συντηρητικών υποστήριζε ότι η εγκεκριμένη Βίβλος ήταν ο λόγος του Θεού, ακόμα κι αν η απαρχαιωμένη της γλώσσα δεν ήταν πια κατανοητή για την πλειοψηφία όσων μιλούσαν αφρικάανς (στην πραγματικότητα, δεν ήταν κατανοητή ούτε για την πλειοψηφία των ολλανδόφωνων της Ολλανδίας). Επιπλέον, η εν λόγω συντηρητική ομάδα διατεινόταν ότι τα αφρικάανς δεν ήταν πραγματική γλώσσα και, επομένως, δεν γινόταν η Βίβλος να μεταφραστεί σε αυτά. Η εν λόγω άποψη ενισχύθηκε από τη Βρετανική και Αλλοδαπή Βιβλική Εταιρεία, αποστολή της οποίας ήταν (και παραμένει) να διανέμει και να μεταφράζει τη Βίβλο σε όλες τις γλώσσες προκειμένου όλοι να έχουν πρόσβαση στις Γραφές. Στην έκκληση που έγινε στην Εταιρεία να υποστηρίξει την έκδοση της Βίβλου στα ολλανδικά του Ακρωτηρίου, εκείνη απάντησε: «Για ουδένα λόγο δεν διατιθέμεθα να διαιωνίζουμε ιδιώματα τυπώνοντας τις Γραφές σε αυτά».[9]

Η διαμάχη ανάμεσα στους υπέρμαχους της Βίβλου στα ολλανδικά και στους υπέρμαχους της Βίβλου στα ολλανδικά του Ακρωτηρίου οδήγησε τους προοδευτικούς ακτιβιστές των αφρικάανς (περιέργως, σχεδόν όλοι τους είτε κατάγονταν από Γάλλους Ουγενότους είτε είχαν μεταναστεύσει πρόσφατα από την Ολλανδία) να ιδρύσουν την Εταιρεία των Αληθινών Αφρικάνερ, η οποία ξεκίνησε με ζήλο να τυπώνει περιοδικά, λογοτεχνικά και σχολικά βιβλία και λεξικά. Μεταξύ του 1889 και του 1908, ο S.J. du Toit, επιθεωρητής εκπαίδευσης εκείνη την εποχή στο Τράνσβααλ, μετέφρασε στα αφρικάανς το μεγαλύτερο μέρος της Βίβλου. Στην εισαγωγή που έγραψε για τη Γένεση, το πρώτο μέρος της Βίβλου που εκδόθηκε στα αφρικάανς, ανήγγελλε πανηγυρικά: «Η Γένεση είναι έτοιμη. Τώρα πια μπορούμε να διαβάσουμε στη μητρική μας γλώσσα το πρώτο βιβλίο της Βίβλου. Τώρα πια μπορούμε να ακούσουμε όλα τα μεγάλα έργα του Θεού στη μητρική μας γλώσσα».[10]) Στη συνέχεια της εισαγωγής αποκαλύπτει τη μέθοδο που ακολουθήθηκε κατά τη μεταφραστική διαδικασία. Μια ομάδα κληρικών, συμπεριλαμβανομένου ενός Εβραίου λόγιου, συναντιόταν κάθε Πέμπτη απόγευμα. Ξεκινούσαν με μια προσευχή και περίμεναν μέχρι να νιώσουν την παρουσία του Πνεύματος του Θεού, «του Πνεύματος που έγραψε τη Βίβλο, έτσι ώστε να αντιλαμβανόμαστε με σαφήνεια κάθε σημασία και κάθε νόημα που το Πνεύμα έδωσε σε κάθε λέξη και σε κάθε γράμμα».[11] Κάθονταν λοιπόν γύρω από το τραπέζι με τις Βίβλους τους και τα λεξικά τους, έχοντας δίπλα τους τα πρωτότυπα εβραϊκά και ελληνικά κείμενα αλλά και την ολλανδική, αγγλική και γερμανική μετάφραση της Βίβλου, και, νιώθοντας την παρουσία του Πνεύματος, ξεκινούσαν να επεξεργάζονται τη μετάφραση του du Toit. Η μέθοδος που ακολουθούσαν ήταν η εξής:

Ο αιδεσιμότατος S.J. du Toit είχε ετοιμάσει ένα πρώτο προσχέδιο της μετάφρασης. Στις συναντήσεις μας διάβαζε το εβραϊκό κείμενο αυτολεξεί, λέξη λέξη, γράμμα γράμμα. Κοιτάζαμε στα καλύτερα λεξικά τις λέξεις που ήταν σημαντικές ή ασαφείς, επαληθεύαμε τη σημασία τους. Ύστερα ο du Toit μάς έλεγε πώς είχε μεταφράσει τις εν λόγω λέξεις στα αφρικάανς. Στη συνέχεια, αντιπαραβάλλαμε τη μετάφρασή του με το πρωτότυπο εβραϊκό κείμενο καθώς και με άλλες μεταφράσεις της Βίβλου και αν, με την καθοδήγηση του Αγίου Πνεύματος, νιώθαμε ότι απαιτούνταν, κάναμε αλλαγές και σχόλια[12]

Τελικά, η μετάφραση αυτή δεν έτυχε θερμής υποδοχής, καθώς τα αφρικάανς της ήταν η καθομιλουμένη του Κέιπ Τάουν και όχι η γλώσσα των πολυπληθών πληθυσμιακών ομάδων που μιλούσαν αφρικάανς στο εσωτερικό της χώρας.[13] Για εκείνους, η γλώσσα της εν λόγω Βίβλου, αν και τους ήταν κατανοητή, έμοιαζε ξένη και προβληματική. Η Βρετανική και Αλλοδαπή Βιβλική Εταιρεία επανέλαβε για ακόμα μια φορά την αποδοκιμασία της, όπως είχε κάνει μερικές δεκαετίες νωρίτερα. Σε μια έκθεσή της το 1905 ανέφερε ότι η μετάφραση στα ολλανδικά του Ακρωτηρίου «από τη στιγμή που έχει γίνει σε ένα απλό ιδίωμα, είναι αποτυχημένη, και δικαίως». Η έκθεση συνέχιζε εξηγώντας ότι επρόκειτο για «το ιδίωμα των αμόρφωτων, των υπηρετών, των μαύρων και των σχολιαρόπαιδων».[14] Ωστόσο, αν και το εγχείρημα της μετάφρασης της Βίβλου από την Εταιρεία των Αληθινών Αφρικάνερ δεν στέφθηκε με επιτυχία, η ομάδα έδωσε στα αφρικάανς τη δυναμική που εκείνα χρειάζονταν για να εξελιχθούν σε επίσημη και τυποποιημένη γλώσσα.

Τα αφρικάανς και ο ευρωπαϊκός λογοτεχνικός κανόνας

Η μετάφραση των μεγάλων έργων της κλασικής λογοτεχνίας έδωσε την τελική ώθηση προκειμένου να αναγνωριστούν τα αφρικάανς επίσημα ως μια πλούσια και ξεχωριστή γλώσσα. Αν η πρώτη μετάφραση των βιβλικών κειμένων στα αφρικάανς δεν είχε πείσει την κοινωνία της Νότιας Αφρικής ότι τα αφρικάανς είχαν το βάθος και τη μοναδικότητα των ευρωπαϊκών γλωσσών, τότε ίσως το κατάφερναν οι μεταφράσεις της Μήδειας, του Οιδίποδα και της Ηλέκτρας. Στην Αγγλία την εποχή του Geoffrey Chaucer, τον 14ο αιώνα, είχαν γίνει αντίστοιχες προσπάθειες να μεταφραστούν ιστορικά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας στα αγγλικά, τα οποία τότε ήταν μια νέα μη τυποποιημένη γλώσσα ετερόκλητων διαλέκτων. Ο Chaucer είχε μεταφράσει στα αγγλικά των Ανατολικών Μίντλαντς το Consolatio Philosophiae (Η παραμυθία της φιλοσοφίας) του Βοήθιου από τα λατινικά και το Roman de la Rose (Μυθιστορία του ρόδου) από τα γαλλικά. Ο Thomas Malory μετέφρασε το Morte d’Arthur (Ο θάνατος του Αρθούρου) στη βορειοανατολική αγγλική διάλεκτο του Γουόρικσερ. Στη Νότια Αφρική το ερώτημα για το ποια μορφή ή διάλεκτο των αφρικάανς θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί για τη συγκρότηση του λογοτεχνικού κανόνα προκάλεσε μεγάλη διαμάχη. To 1917, η πρώτη Επιτροπή για τα Αφρικάανς έθεσε νέους αυστηρούς κανόνες απαλείφοντας οτιδήποτε θεωρούνταν προσμείξεις της καθομιλουμένης και των διαλέκτων της, φέρνοντας τη γλώσσα και πάλι κοντά στα ολλανδικά ως προς την ορθογραφία και τη δημιουργία νεολογισμών. (Με άλλα λόγια, αν μια λέξη δεν υπήρχε στα αφρικάανς, δημιουργούνταν μια νέα με βάση τα ολλανδικά. Λεγόταν μάλιστα ότι τα ολλανδικά μπορούσαν να γίνουν για τα αφρικάανς ό,τι τα λατινικά για τα αγγλικά.) Τα αφρικάανς ευρωπαϊκοποιούνταν. Όπως είπε ο Christo van Rensburg: «Τα αφρικάανς που πριν από το 1917 ακολουθούσαν μια φυσιολογική πορεία για να αποκτήσουν γραπτή μορφή αγνοήθηκαν και τυποποιήθηκαν τα ολλανδοποιημένα αφρικάανς».[15]

Η μετάφραση των μεγάλων κλασικών θεατρικών έργων επιβεβαίωσε την ένταξη του ευρωπαϊκού λογοτεχνικού κανόνα στο εκκολαπτόμενο λογοτεχνικό ρεπερτόριο των αφρικάανς. Η Μήδεια του Ευριπίδη ανέβηκε για πρώτη φορά στο θέατρο στα αφρικάανς το 1907 από τον νεοσυσταθέντα Αφρικάανς-Ολλανδικό Θεατρικό Σύλλογο. Ωστόσο, ο μεταφραστής παραμένει ως σήμερα άγνωστος και η εν λόγω μετάφραση δεν εκδόθηκε ποτέ.[16] Το ανέβασμα θεατρικών έργων στα αφρικάανς από τον Θεατρικό Σύλλογο θεωρούνταν εκδηλώσεις γλωσσικής και πολιτιστικής χειραφέτησης απέναντι στις βρετανικές αποικιοκρατικές δυνάμεις. Αυτό καταδεικνύεται από το γεγονός ότι πριν από κάθε παράσταση το κοινό τραγουδούσε στον ρυθμό του ολλανδικού εθνικού ύμνου «Afrikaners bo!» (Ζήτω οι Αφρικάνερ!).[17]

Το 1927, δύο χρόνια αφού τα αφρικάανς είχαν ανακηρυχθεί επίσημη γλώσσα, έγινε μια πιο σοβαρή προσπάθεια μετάφρασης ελληνικής τραγωδίας στα αφρικάανς. Η εν λόγω μετάφραση ακολουθούσε τους νέους κανόνες που είχε θέσει η Επιτροπή για τα Αφρικάανς. Το Koning Oidipus (Οιδίπους τύραννος), μεταφρασμένο από τον Lodewicus Johannes Du Plessis, ανέβηκε στο Πανεπιστήμιο Χριστιανικής Ανώτερης Εκπαίδευσης του Πότσεφστρουμ και την επόμενη χρονιά εκδόθηκε στην Πρετόρια από τον εκδοτικό οίκο Van Schaik Press.[18] O Du Plessis, κοντά στα τριάντα όταν μετέφρασε το έργο, ήταν λέκτορας κλασικής φιλολογίας και έκανε τη μετάφραση από το ελληνικό πρωτότυπο και όχι από την ολλανδική ή την αγγλική μετάφραση. Ήδη από τις αρχές του 18ου αιώνα υπήρχε στους Αφρικάνερ μια ισχυρή παράδοση μελέτης της αρχαίας ελληνικής γλώσσας. Όπως παρατηρεί ο Michael Lambert, ένας σημαντικός λόγος ήταν ότι το 1858 το Συμβούλιο για τις Σχολικές Εξετάσεις αποτελούνταν από κλασικιστές οι οποίοι συνεισέφεραν τα μέγιστα στην προώθηση και υπεράσπιση της μελέτης των αρχαίων ελληνικών στα σχολεία του Ακρωτηρίου.[19] Συνεπώς, οι μεταφράσεις στα αφρικάανς των αρχαίων θεατρικών έργων, όπως η Αντιγόνη και η Ηλέκτρα, έγιναν επίσης απευθείας από τα ελληνικά. Δεν ήταν κάτι το συνηθισμένο, καθώς οι μεταφράσεις λογοτεχνικών έργων σε γλώσσες που βρίσκονται στη διαδικασία τυποποίησης ή στη διαδικασία να αναγνωριστούν ως επίσημες είναι συνήθως αναμεταφράσεις από κάποια κυρίαρχη γλώσσα. Η Shibani Phukan υποστηρίζει ότι στην Ινδία, για παράδειγμα, οι μεταφράσεις που είναι διαθέσιμες σε μια από τις γλώσσες φίλτρο, τα αγγλικά ή τα χίντι, αποτελούν τη βάση για μεταφράσεις σε άλλες ινδικές γλώσσες.[20]

Η αντίσταση της κοινωνίας των Αφρικάνερ στα αγγλικά, τα οποία θεωρούνταν η γλώσσα του κατακτητή, σήμαινε ότι τα έργα του Μολιέρου, του Σίλερ, ακόμα και το αμφιλεγόμενο Κουκλόσπιτο του Ίψεν μεταφράστηκαν στα αφρικάανς προτού μεταφραστούν τα έργα του Σέξπιρ. Στην πραγματικότητα, η πρώτη μετάφραση έργου του Σέξπιρ στη Νότια Αφρική έγινε από τον Solomon Plaatje στη νοτιοαφρικανική γλώσσα τσουάνα, στην οποία ο Σέξπιρ ήταν γνωστός ως William Tsikinya-Chaka (Γουίλιαμ Σεξίφος). Τα έργα του Σέξπιρ ήταν τα πρώτα λογοτεχνικά έργα που μεταφράστηκαν στην εν λόγω γλώσσα.

Το πρώτο έργο του Σέξπιρ που μεταφράστηκε στα αφρικάανς, ο Άμλετ (σε μετάφραση του Lucas Ignatius Coertze), ανέβηκε στο θέατρο μόλις το 1945. Η παράσταση προβλήθηκε εκτενώς από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και αποτέλεσε το τελευταίο ορόσημο για την εδραίωση των αφρικάανς. Ο André Huguenet, ένας από τους σημαντικότερους Νοτιοαφρικανούς ηθοποιούς της εποχής, ο οποίος έπαιζε τον Άμλετ, όταν έπεσε η αυλαία επέστρεψε στη σκηνή και, απευθυνόμενος γεμάτος συγκίνηση στο κοινό, ανακοίνωσε ότι είχε επιτέλους εκπληρώσει μια φιλοδοξία ζωής: «να παίξω σε μια από τις σπουδαιότερες τραγωδίες στη νεότερη γλώσσα παγκοσμίως».[21]


Το κείμενο μετέφρασε από τα αγγλικά ο Γιάννης Γρηγορίου.

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις[+]

Σχετικά με τον συντάκτη

Peter Constantine

Οι πιο πρόσφατες μεταφράσεις του στα αγγλικά περιλαμβάνουν έργα των Αυγουστίνου, Αλεξάντρ Σολζενίτσιν, Ζαν Ζακ Ρουσό, Νικολό Μακιαβέλι, Νικολάι Γκόγκολ και Λέον Τολστόι. Έχει τιμηθεί με το βραβείο PΕΝ για τη μετάφραση διηγημάτων του Τόμας Μαν και με το Αμερικανικό Εθνικό Βραβείο Μετάφρασης για τη μετάφραση διηγημάτων του Αντόν
Τσέχοφ. Είναι διευθυντής του προγράμματος λογοτεχνικής μετάφρασης στο Πανεπιστήμιο του Κονέκτικατ και επικεφαλής του εκδοτικού οίκου World Poetry Books. Στην Ελλάδα, κείμενα και μεταφράσεις του έχουν δημοσιευτεί στο περιοδικό Τεφλόν, με πιο πρόσφατο παράδειγμα (τχ. 25) την παρουσίαση της αφρικάανς ποιήτριας Ilse van Staden. Το Μάρτιο θα
κυκλοφορήσει σε μετάφρασή του η ποιητική συλλογή Θέρισμα του Πολωνού ποιητή Grzegorz Kwiatkowski από τις εκδόσεις του περιοδικού Τεφλόν.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε