Κριτική Τεύχος #09

H ένοπλη πάλη μεταξύ φάσεων και αντιφάσεων

Οι αναγνώστες αναπόφευκτα θα κλείσουν το βιβλίο επανερχόμενοι στο επίμονο ερώτημα που θέτει η παρουσία της λέξης «(από)νομιμοποίηση» στον τίτλο του βιβλίου. Ασφαλώς η ανάλυση τεκμηριώνει με άμεσο και πειστικό τρόπο την απονομιμοποιητική στόχευση του εξουσιαστικού λόγου. Ωστόσο η πραγματική αιχμή του βιβλίου είναι η κατάδειξη της μη αντιστοιχίας του λόγου αυτού με τον λόγο που αυθόρμητα εκφέρεται από τους πρωταγωνιστές της ένοπλης πάλης.

Ένοπλη πάλη μετά τον Δεκέμβρη του 2008: επικοινωνιακές στρατηγικές
(από)νομιμοποίησης

Αναστασία Τσουκαλά
Τόπος, Αθήνα 2019 | 185 σελίδες

 

Αντικείμενο του βιβλίου είναι η αποτύπωση και ανάλυση του δημόσιου λόγου στο πεδίο του «νέου κύματος» της ένοπλης πάλης στην Ελλάδα από την αρχή της δεκαετίας του 2000. Στηρίζεται σε εκτενές εμπειρικό υλικό, το οποίο έχει αντληθεί αφενός μεν από τις πηγές του κυρίαρχου λόγου για τη «νέα[;] τρομοκρατία», δηλαδή τον λόγο που εγγράφεται στο σχετικό θεσμικό πλαίσιο και εκδιπλώνεται στη δημόσια σφαίρα από τους εκφραστές του (πολιτικούς, αστυνομία, ΜΜΕ), αφετέρου δε από ένα σώμα δημοσιευμένων κειμένων οργανώσεων και ατόμων φορέων της ένοπλης πάλης στην Ελλάδα αυτής της περιόδου.

Η οργάνωση της παρουσίασης και ανάλυσης του υλικού γίνεται στη βάση ενός τυπικού ακαδημαϊκού πλάνου, βασικά σε τέσσερα μεγάλα μέρη: εισαγωγικό πλαίσιο και μεθοδολογία, ανάλυση του κυρίαρχου λόγου, ανάλυση του λόγου των φορέων της ένοπλης πάλης και τέλος σύνθεση των αποτελεσμάτων. Πρόκειται για ένα κείμενο παραπλανητικά απλό, καθώς η λογική δομή, η καθαρή και συνεκτική γραφή, αλλά και η σχετική απόσταση που παίρνει η ανάλυση από το υλικό διευκολύνουν τον «μη-ειδικό» αναγνώστη να κατανοήσει και συνδιαλεχθεί με το αντικείμενο του βιβλίου στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό. «Παραπλανητικά» σημαίνει ότι τα παραπάνω χαρακτηριστικά ενδεχομένως και να μην καθιστούν φανερά στον ίδιο αυτό «μη-ειδικό» από την «πρώτη» ανάγνωση το βάθος της ανάλυσης και την υποδειγματική και αυστηρή θεωρητική και μεθοδολογική συνέπεια και πειθαρχία του κειμένου. Αυτό το χαρακτηριστικό βέβαια δεν είναι καθόλου κακό, αφού θα επιτρέψει στο ευρύτατο κοινό, από το οποίο αξίζει να διαβαστεί το βιβλίο, να αντιληφθεί το κεντρικό του μήνυμα: αυτό δεν είναι άλλο από τη συντριπτική αποδόμηση του κυρίαρχου/επίσημου λόγου για τη «νέα τρομοκρατία» κατά την τελευταία δεκαετία.

Το μεθοδολογικό εργαλείο που κινεί και υποστηρίζει το κείμενο είναι η ανάλυση λόγου (discourse analysis), η οποία είναι μια από τις βασικές μεθοδολογικές στρατηγικές που χρησιμοποιούνται στο πεδίο της κριτικής μελέτης της ασφάλειας / «ασφαλειοποίησης», γενικό πεδίο στο οποίο ανήκει και η συγγραφέας. Η μέθοδος αυτή έχει επιτρέψει μια συστηματική ανάλυση του δημόσιου λόγου που εκφέρουν αφενός μεν οι επίσημοι φορείς της ασφάλειας και άλλα κέντρα εξουσίας γύρω από το «φαινόμενο της νέας τρομοκρατίας», ιδίως όπως αποτυπώνονται στον Τύπο, αφετέρου δε οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές του αντάρτικου πόλεων της περιόδου 2010-2017, μέσω των προκηρύξεών τους. Οι μεθοδολογικές εξηγήσεις βρίσκονται καταρχάς συγκεντρωμένες στο δεύτερο μισό του τέταρτου κεφαλαίου, σημείο στο οποίο ο αναγνώστης θα βρει ουσιαστικές σκέψεις για τη θέση της ερευνήτριας που χρησιμοποιεί αυτή τη μέθοδο και την τοποθέτηση της απέναντι στο υλικό της. Ερωτήματα μεθοδολογίας όμως τίθενται και απαντώνται σε διάφορα σημεία του κειμένου καθώς αναλύεται το υλικό, κάτι το οποίο συμβάλλει ιδιαίτερα στη συνολική μεθοδολογική ειλικρίνεια και διαφάνεια της εργασίας. Το σημείο αυτό είναι πολύ σημαντικό, διότι στην ουσία θέτει ένα σημαντικό θεμέλιο για περαιτέρω ερευνητική δουλειά στο πεδίο της ανάλυσης του λόγου για τη δημόσια ασφάλεια στην Ελλάδα. Σε ένα πεδίο στο οποίο στην Ελλάδα μονοπωλείται από αναλύσεις «αναπαραστάσεων» του εγκληματικού κλπ φαινομένου στα ΜΜΕ, το ουσιαστικό μήνυμα της Τσουκαλά στο αναγνώστη είναι πως ο λόγος που εκφέρεται στη δημόσια σφαίρα πρέπει επιτέλους να λαμβάνεται στα σοβαρά, με την ονομαστική του αξία και με σεβασμό στις θέσεις και τις προθέσεις εκείνων που τον εκφέρουν.

Στη βάση αυτή, η Τσουκαλά αποτυπώνει και αποκωδικοποιεί με σαφήνεια τις θέσεις και στρατηγικές αφενός μεν των επίσημων φορέων αφετέρου δεν των ανταρτών σε σχέση με τη δράση τους και το νόημά της. Η ανάλυση του κυρίαρχου/επίσημου λόγου γίνεται με φόντο τις ευρύτερες μεταψυχροπολεμικές οικονομικές και κοινωνικοπολιτικές ανακατατάξεις, και ιδίως ως προς τις συνέπειές τους στον μετασχηματισμό του πεδίου της εσωτερικής ασφάλειας και την ανάδειξη ως κυρίαρχης της λογικής της στάθμισης ελευθερίας και ασφάλειας ως πολιτικών αγαθών, τα οποία πρέπει τάχα να αντιμετωπίζονται σε ισότιμη βάση ως αγαθά άξια προστασίας. Η Τσουκαλά είναι προσεκτική στο να τονίσει ότι η κατασκευή του κυρίαρχου λόγου και η εκδίπλωση των στρατηγικών απονομιμοποίησης της σύγχρονης ένοπλης πάλης στην Ελλάδα παρακολουθούν μεν αυτή την ευρύτερη δομική εξέλιξη, με την έννοια ότι κάποια γενικά χαρακτηριστικά, όπως η συσχέτιση της πολιτικής ένοπλης δράσης με το «οργανωμένο έγκλημα», εμφανίζονται και στην ελληνική περίπτωση. Επισημαίνει όμως πως  η μορφοποίησή τους σε τελική ανάλυση αποτελεί έκφραση και των συγκεκριμένων εγχώριων χαρακτηριστικών τόσο της πάλης όσο και της αντι-τρομοκρατικής καταστολής, θέση η οποία βάζει το ζήτημα σε ορθή θεωρητική βάση.

Στη συνέχεια, η διάταξη του υλικού επιτρέπει μια σχετικά ευθεία αντιπαραβολή των εκατέρωθεν λόγων, επισήμων και ανταρτών, με τρόπο ώστε καθίσταται φανερή η μη-αντιστοιχία της επίσημης κατασκευής με τις τοποθετήσεις και τη νοηματοδότηση της ένοπλης πάλης, όπως εκφράζεται αυθεντικά στα κείμενα των δευτέρων. Η ανάλυση του περιεχομένου των κειμένων των δευτέρων, η οποία οργανώνεται τόσο θεματικά όσο και στη βάση μιας περιοδολόγησης, αφενός μεν παρουσιάζει την εσωτερική ανομοιογένεια, αποκλίσεις, αντιφάσεις αλλά και συγκρούσεις των λόγων που εκφέρονται από τους φορείς της ένοπλης πάλης, αφετέρου δε στοιχειοθετεί με πειστικό και διεξοδικό τρόπο τα αδιέξοδα του κυρίαρχου αφηγήματος για τη «νέα τρομοκρατία», ιδίως σε ό,τι έχει να κάνει με τα χαρακτηριστικά της δράσης και την εγγύτητα ή και συνέχεια οργανώσεων και προσώπων στο πεδίο της ένοπλης πάλης.

Η προσέγγιση της εργασίας θέτει βέβαια συγκεκριμένα όρια στα εμπειρικά δεδομένα, τα οποία είναι δυνατόν να τεθούν προς ανάλυση με βάση το συγκεκριμένο μεθοδολογικό εργαλείο, και συνεπώς στα συμπεράσματα που μπορεί κάποιος να εξάγει για τα χαρακτηριστικά της ένοπλης πάλης κατά την τελευταία δεκαετία. Κάποιοι από τους περιορισμούς αυτούς δηλώνονται ρητά από την Τσουκαλά στο σημείο που παρουσιάζει τη συγκρότηση του σώματος των κειμένων που επιλέγονται προς ανάλυση. Άλλοι περιορισμοί, οι οποίοι θα έχουν να κάνουν με τη διασταύρωση στρατηγικών και προσώπων στο πεδίο της ένοπλης πάλης και της καταστολής της, είτε δεν είναι δυνατόν να αναδυθούν καθόλου από τα συγκεριμένα δεδομένα ή παραμένουν σε δεύτερη μοίρα ακόμη και όταν εμφανίζονται —η «όσμωση» του πολιτικού και του ποινικού αποτελεί για παράδειγμα μια τέτοια διασταύρωση. Αυτοί οι περιορισμοί δεν μειώνουν σε τίποτα την αξία της ανάλυσης, σημαίνουν όμως πως οι αναγνώστες δεν θα πρέπει να αναμένουν μια εγκυκλοπαιδικού τύπου παρουσίαση του πεδίου της σύγχρονης ένοπλης πάλης στην Ελλάδα.

Οι αναγνώστες αναπόφευκτα θα κλείσουν το βιβλίο επανερχόμενοι στο επίμονο ερώτημα που θέτει η παρουσία της λέξης (από)νομιμοποίηση στον τίτλο του βιβλίου. Ασφαλώς η ανάλυση τεκμηριώνει με άμεσο και πειστικό τρόπο την απονομιμοποιητική στόχευση του εξουσιαστικού λόγου. Ωστόσο η πραγματική αιχμή του βιβλίου είναι η κατάδειξη της μη αντιστοιχίας του λόγου αυτού με τον λόγο που αυθόρμητα εκφέρεται από τους πρωταγωνιστές της ένοπλης πάλης. Έτσι, οι προσεκτικοί αναγνώστες δεν θα αποφύγουν το βασανιστικότερο ερώτημα: σε μια εποχή που ο επιστημονικός λόγος θυσιάζεται στον βωμό των επιδιώξεων του κατεστημένου, μάλιστα συκοφαντούμενος απροκάλυπτα και βάναυσα,  μπορεί η με επιστημονικό τρόπο τεκμηρίωση των κενών, των αντιφάσεων και των σκοπιμοτήτων του εξουσιαστικού λόγου να οδηγήσει στην απονομιμοποίησή του;

Όλες οι παραπάνω σκέψεις καταλήγουν με βεβαιότητα στο συμπέρασμα ότι η Τσουκαλά έγραψε ένα βιβλίο, το οποίο είναι προϊόν εκτενέστατης εμπειρικής εργασίας, συμπαγέστατης επιστημονικής συγκρότησης, και βαθύτατης σκέψης, αγωνίας ακόμη, για κεντρικά πολιτικά διλήμματα των «αναπτυγμένων φιλελεύθερων δημοκρατιών» σήμερα. Μακάρι το έργο να τύχει της αναγνώρισης που χωρίς καμία αμφιβολία του οφείλεται από τους «ειδικούς» στα πεδία της πολιτικής κοινωνιολογίας, της εγκληματολογίας και της κριτικής μελέτης της ασφάλειας —κυρίως όμως να διαβαστεί από ένα ευρύτατο κοινό «μη ειδικών», ανθρώπους σκεπτόμενους για τους οποίους η ιστορία δεν έχει τέλος.

 

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Σχετικά με τον συντάκτη

Γιώργος Παπανικολάου

Γιώργος Παπανικολάου

Ο Γιώργος Παπανικολάου είναι Reader Εγκληματολογίας στο Πανεπιστήμιο Teesside της Μεγάλης Βρετανίας. Σπούδασε νομική και εγκληματολογία στα πανεπιστήμια Αθηνών και Εδιμβούργου. Ερευνητικά ασχολείται με την πολιτική οικονομία της αστυνομίας και της αστυνόμευσης, καθώς και με την αστυνόμευση των παράνομων αγορών, ιδίως σε διεθνικό επίπεδο. Το βιβλίο του (από κοινού με τον Γ. Α. Αντωνόπουλο) Organized Crime: a very short introduction δημοσιεύτηκε από το Oxford University Press το 2018.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε