Κριτική Τεύχος #08

Ο μαυροκόκκινος Δεκέμβρης

Ο μαυροκόκκινος Δεκέμβρης. Άκρα και Κέντρο στην εξέγερση του 2008 [πλήθος, ηγεμονία, στρατηγική]
Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος
Τόπος, 2018 | 320 σελίδες

Ο «μαυροκόκκινος Δεκέμβρης» κυκλοφόρησε στα δέκα χρόνια από την εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008. Οι επέτειοι είναι πάντοτε μια καλή αφορμή για να επιστρέψουμε και να αναστοχαστούμε γεγονότα, με την πολυτέλεια της εκ των υστέρων γνώσης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση μάλιστα, η δεκαετία που πέρασε ήταν πολύ πυκνή. Ο Δεκέμβρης ήταν το πρελούδιο της μεγαλύτερης κορύφωσης της ταξικής πάλης στην Ελλάδα μετά τη Μεταπολίτευση, μιας περιόδου που χαρακτηρίστηκε από τις αλλεπάλληλες γενικές απεργίες, το κίνημα των «πλατειών», το δημοψήφισμα, τη μνημονιακή στροφή του ΣΥΡΙΖΑ. Ο Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος δεν είναι κάποιος αποστασιοποιημένος κριτής που γράφει από καθέδρας ένα ακόμα paper. Στο βιβλίο του υπάρχει όλη η ένταση ενός ανθρώπου που έζησε το Δεκέμβρη και συμμετείχε στα γεγονότα και στις αντιπαραθέσεις που σημάδεψαν τόσο το Δεκέμβρη όσο και την περίοδο που ακολούθησε και μάλιστα ως στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ μέχρι το καλοκαίρι του 2015 όταν και επέλεξε να αποχωρήσει.

Το βιβλίο αποτελεί σε πρώτο επίπεδο μια πολύτιμη παρακαταθήκη ενάντια στη λήθη στην οποία θέλει να καταδικάσει η εξουσία τις εξεγέρσεις: περιέχει μια εκτενή και με αναλυτικό υπομνηματισμό παράθεση των γεγονότων του Δεκέμβρη, της στάσης των κομμάτων, του ΜΜΕ και του διαδικτύου, καθώς και το διεθνή αντίκτυπο της εξέγερσης από το Βερολίνο και το Παρίσι ως τη Ρωσία και τη Μελβούρνη. Δεν είναι όμως κυρίως αυτό. Το βιβλίο ανοίγει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συζήτηση για όλη τη βεντάλια των ζητημάτων που απασχόλησαν και συνεχίζουν από τότε να απασχολούν (και να διχάζουν) το κίνημα: τι ήταν ο Δεκέμβρης; Πόσο ρόλο έπαιξε στη διαμόρφωση του μνημονιακού «κράτους αντιεξέγερσης»; Ποια ήταν η αντανάκλασή του στα κόμματα; Πώς μπορούμε να ερμηνεύσουμε την άνοδο, αλλά και τη μνημονιακή στροφή του ΣΥΡΙΖΑ, με αφετηρία τον Δεκέμβρη; Ποιες ήταν οι ηγεμονικές στρατηγικές στην Αριστερά και στον αντιεξουσιαστικό χώρο και ποιες οι πολιτικές απολήξεις τους;

Το βιβλίο ξεκινά με μια «ανίερη» σύγκριση μεταξύ του Μάη του ’68 και του Δεκέμβρη και την καυστική επισήμανση ότι οι εξεγέρσεις αναγνωρίζονται καλύτερα όταν γίνονται αλλού. Τα δύο γεγονότα δεν αξιολογούνται βεβαίως ως ίσης σημασίας, όμως οι τάσεις «μουσειοποίησης» των εξεγέρσεων εμφανίζονται και στις δύο περιπτώσεις. Για τον Παπαδάτο, η σύγκριση μεταξύ Δεκέμβρη και Μάη είναι ενδιαφέρουσα κυρίως στο βαθμό που αποδίδει μια συνάντηση των «ψυχρών» ρευμάτων της μαρξιστικής αριστεράς που δίνουν έμφαση στην αντικειμενική διάσταση της ταξικής πάλης με τα «θερμά» ρεύματα του αναρχισμού που επιμένουν περισσότερο στο ρόλο της υποκειμενικής βούλησης. Από εκεί και πέρα, αντιμετωπίζει τον Δεκέμβρη ως «μια πολιτική κρίση με εξεγερσιακά χαρακτηριστικά» (σελ. 33), η οποία αποτύπωσε τη διάρρηξη των αντιπροσωπευτικών θεσμών που φάνηκε σε όλη της την έκταση στην εποχή των Μνημονίων που ακολούθησε.

Ο συγγραφέας εντάσσει τον Δεκέμβρη σ’ ένα διεθνές πλαίσιο που χαρακτηρίζεται από τη μεταδημοκρατική συνθήκη, στην οποία παλιοί θεσμοί της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας συνδυάζονται με σημάδια έκπτωσής της, καθώς και με στοιχεία προδημοκρατικά. Ταυτόχρονα, τον εντάσσει και στο ειδικό πλαίσιο της Ελλάδας της μεταπολίτευσης. Έτσι, σημειώνει ότι η κατάρρευση της χούντας και το κίνημα που την ακολούθησε άφησε το αποτύπωμά της στις επόμενες δεκαετίες, αν και η αστική τάξη κατάφερε να συγκροτήσει νέες συναινέσεις (και με την κοινοβουλευτική Αριστερά), με άξονα τον εκδημοκρατισμό και την ευρωπαϊκή προοπτική της χώρας. Την ίδια περίοδο όμως, οι κρατικοί μηχανισμοί δεν ξέχασαν τον «εσωτερικό εχθρό», στοχοποιώντας την εξωκοινοβουλευτική αριστερά και τον αντιεξουσιαστικό χώρο, την τρομοκρατία, αλλά ακόμα και τις ίδιες τις απεργίες που «παρέλυαν το κράτος».

Η ταυτότητα του Δεκέμβρη

Το πρώτο χαρακτηριστικό της εξέγερσης του Δεκέμβρη του 2008 ήταν οι συγκρούσεις με την Αστυνομία. Όμως η διαφορά σε σχέση με άλλες παρόμοιες περιπτώσεις, όπως η δολοφονία του Μιχάλη Καλτεζά το 1985, ήταν ότι «δεν έγινε από τους συνήθεις αντιμπάτσους». Αυτό το χαρακτηριστικό, που επισημάνθηκε εξαρχής από το περιοδικό Serajevo στο οποίο παραπέμπει ο συγγραφέας, είναι πολύ σημαντικό διότι έδωσε μια άλλη διάσταση στα γεγονότα. Ο Δεκέμβρης ήταν «εξέγερση, όχι ταραχές», όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Παπαδάτος, καταρχάς διότι το υποκείμενο των συγκρούσεων με την Αστυνομία ήταν διαφορετικό από το συνηθισμένο. Στο επίκεντρο βρέθηκε ένα πλήθος μαθητών και μαθητριών, νεολαίας και μεταναστών, πολύ ευρύτερο από εκείνο που συστηματικά συμμετέχει σε «μπάχαλα». Αυτή η διαπίστωση έκανε μεγάλο μέρος των αναλύσεων εκείνες τις μέρες να μιλά για μια εξέγερση «της γενιάς των 700 Ευρώ».

Μια πιο προσεκτική ματιά όμως, δείχνει ότι αυτή η εικόνα είναι μάλλον επιφανειακή. Ο Παπαδάτος αναφέρει μια αποκαλυπτική ομολογία του Σαρκοζί για την εξέγερση των προαστίων του Παρισιού το 2005: «αν υπήρχε μια σύνδεση μεταξύ των φοιτητών και των προαστίων, όλα θα ήταν δυνατά. Και εννοώ μια γενικευμένη έκρηξη και ένα τρομερό τέλος της πενταετούς θητείας». Στο Δεκέμβρη μια τέτοια σύνδεση σε μεγάλο βαθμό υπήρξε, με τις κατειλημμένες σχολές να μετατρέπονται σε κέντρα αγώνα όχι μόνο από «εξωτερικούς», αλλά με πρωτοβουλίες των ίδιων των φοιτητών. Ακόμα περισσότερο, η μαζική παρουσία εργαζόμενων σε «παραδοσιακούς» κλάδους διέψευσε το στερεότυπο που θέλει την οργανωμένη εργατική τάξη πλήρως αποκομμένη από τους πρεκάριους. Σ’ αυτό το επίπεδο, η μαζική συμμετοχή για παράδειγμα των εκπαιδευτικών, και μάλιστα σε μεγαλύτερη κλίμακα σε σχέση με απεργίες που αφορούσαν κλαδικά τους αιτήματα εκείνη την περίοδο, έδειξε ότι η αντίληψη πως οι εργαζόμενοι με μόνιμη σχέση εργασίας είναι ικανοί να αρθρώσουν μόνο συντεχνιακά αιτήματα, αντανακλά περισσότερο τις δικές της προκαταλήψεις παρά την πραγματικότητα.

Μια προέκταση αυτής της συζήτησης αφορά την απουσία αιτημάτων στον «μαυροκόκκινο Δεκέμβρη». Ο Παπαδάτος αναφέρει την εξήγηση ενός τμήματος του αντιεξουσιαστικού χώρου, το οποίο απέδωσε την απουσία αιτημάτων στον «ιστορικό κατακερματισμό της εργατικής τάξης» που έχει ως αποτέλεσμα τη «διάλυση της εργατικής ταυτότητας» και την ενοποίηση του κόσμου της εργασίας «αναγκαστικά μόνο τη στιγμή της εξέγερσης». Δεν δέχεται όμως αυτήν την ερμηνεία, υποστηρίζοντας ότι ο λόγος δεν είναι τόσο οικονομικός, όσο πολιτικός, και συγκεκριμένα η αδιαφορία της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας να οργανώσει τους επισφαλώς εργαζόμενους. Αυτή η εξήγηση φαίνεται να είναι πιο κοντά στην πραγματικότητα. Είναι γεγονός ότι οι ηγεσίες των συνδικάτων, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη ΓΣΕΕ, δεν λειτουργούν με γνώμονα την ενότητα της εργατικής τάξης. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι οι ηγεσίες ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ αποδέχτηκαν ουσιαστικά την έκκληση του τότε πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή και ανέστειλαν τις διαδηλώσεις που είχαν προγραμματίσει για τη γενική απεργία στις 10 Δεκέμβρη 2008. Από την άλλη πλευρά όμως, αυτή η υποχώρηση δεν έγινε δεκτή από τμήματα της οργανωμένης τάξης (εκπαίδευση, Δήμοι, Νοσοκομεία, ΔΕΚΟ κλπ), που επέλεξαν συνειδητά να βαδίσουν εκείνη τη μέρα για να δώσουν το δικό τους απεργιακό παρόν στην εξέγερση.

Ο Παπαδάτος επισημαίνει και μια ακόμα ερμηνεία της έλλειψης αιτημάτων, την απόρριψή τους από τους εξεγερμένους ως προτάσεων διαπραγμάτευσης με το κράτος. Αυτή η προσέγγιση μας θυμίζει ότι τη στιγμή της εξέγερσης κάθε είδους προσανατολισμός σε «μερικά» αιτήματα, θεσμικής ή οικονομικής φύσης, φαντάζει –και είναι– πολύ περιορισμένος. Δεν ισχύει όμως το ίδιο για «αιτήματα σύγκρουσης», που δεν αφορούν κάποιο (πραγματικό ή φανταστικό) τραπέζι διαπραγμάτευσης, αλλά μια ατζέντα που θέλει να επιβάλλει το κίνημα. Γι’ αυτό και το «κάτω η κυβέρνηση των δολοφόνων» αγκαλιάστηκε μαζικά κατά τη διάρκεια της εξέγερσης, όπως και το «στις τράπεζες λεφτά στη νεολαία σφαίρες, ήρθε η ώρα για τις δικές μας μέρες» που συμπύκνωσε με τον πιο εύστοχο τρόπο το «πνεύμα του Δεκέμβρη», της πρώτης εξέγερσης μετά την κατάρρευση της Lehman Brothers. Έτσι εξηγείται και μια άλλη διάσταση η οποία αποτυπώνεται στο βιβλίο, το γεγονός ότι η επιλογή της στρατιωτικής αντιπαράθεσης με το κράτος που επέλεξε ένα τμήμα του αντιεξουσιαστικού χώρου ευτυχώς αποδείχθηκε πολύ μειοψηφική σε σχέση με εκείνη που είδε ως συνέχεια του Δεκέμβρη τη στήριξη των μεγάλων αντιμνημονιακών απεργιών και άλλων εργατικών αγώνων, τοπικών κινημάτων και πρωτοβουλιών βάσης.

Ο Παπαδάτος στέκεται επίσης ιδιαίτερα στο ζήτημα της στάσης που τήρησαν απέναντι στην εξέγερση τα κόμματα, ο Τύπος και το διαδίκτυο, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση, και δίκαια, στη στάση του ΣΥΡΙΖΑ. Όπως εύστοχα επισημαίνει, όλα τα κόμματα έχυσαν κροκοδείλια δάκρυα για τον Αλέξη, ζήτησαν την τιμωρία των ενόχων και δήλωσαν ποικιλοτρόπως ότι «καταλαβαίνουν τα παιδιά». Ταυτόχρονα όμως, προσπάθησαν εξαρχής να διαχωρίσουν τους διαδηλωτές σε βίαιους και μη και να στιγματίσουν την εξέγερση ως έργο κουκουλοφόρων ύποπτης προέλευσης. Η τότε κυβέρνηση της ΝΔ έδωσε όλες της τις δυνάμεις για την επαναφορά της τάξης, η αξιωματική αντιπολίτευση του ΠΑΣΟΚ εστίασε το ενδιαφέρον της στην αναποτελεσματικότητα της Αστυνομίας, ενώ ο ΛΑΟΣ στήριξε τις κινητοποιήσεις «αγανακτισμένων πολιτών» με αίτημα την ασφάλεια. Το ΚΚΕ επέλεξε τις δικές του κινητοποιήσεις με την Αλέκα Παπαρήγα να κάνει την περίφημη δήλωση ότι «στην αληθινή εξέγερση δεν θα σπάσει ούτε ένα τζάμι».

Ο συγγραφέας επισημαίνει ότι «ο τότε ΣΥΡΙΖΑ είναι το μόνο κοινοβουλευτικό κόμμα που αρνείται να τοποθετήσει τη διαχωριστική γραμμή στο σημείο που διαλέγουν τα αστικά κόμματα, τα μέσα και οι διανοούμενοι του Κέντρου». Μάλλον όμως η διαφορά του ΣΥΡΙΖΑ σε σχέση με τα άλλα κοινοβουλευτικά κόμματα δεν ήταν τόσο στο ζήτημα της βίας καθεαυτό. Εξάλλου, στο βιβλίο καταγράφεται πλήθος δηλώσεων στελεχών του τότε ΣΥΡΙΖΑ, που μιλούσαν για εξέγερση, αλλά αποδοκίμαζαν αποφασιστικά τη βία. Στην πραγματικότητα, η διαφορά του ΣΥΡΙΖΑ ήταν ότι συμμετείχε στην εξέγερση, σε αντίθεση λόγου χάρη με το ΚΚΕ που έκανε τις δικές του ξεχωριστές διαδηλώσεις και χάιδευε συντηρητικά αντανακλαστικά. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο ο ΣΥΡΙΖΑ επιλέχθηκε από τα αστικά κόμματα και τα ΜΜΕ ως ο πολιτικός χώρος μέσα από το δίαυλο του οποίου θα μπορούσε να διοχετευθούν οι πιέσεις του κράτους προς το κίνημα. Η συστηματική αυτή πίεση είχε αποτελέσματα, όπως τη συνάντηση Αλαβάνου με την ηγεσία των αστυνομικών υπαλλήλων (ΠΟΑΣΥ) ώστε να αμβλυνθεί η εικόνα ενός κόμματος εχθρικού προς την Αστυνομία, η συμμετοχή του όμως στην εξέγερση αποδείχθηκε πολύ χρήσιμη παρακαταθήκη για τον ΣΥΡΙΖΑ στη μνημονιακή περίοδο.

Η δεκαετία μετά

Μετά την εξέγερση του Δεκέμβρη και την ένταξη της χώρας στη μνημονιακή επιτήρηση, η απάντηση του κράτους ήταν σύμφωνα με τον Παπαδάτο η οικοδόμηση ενός «κράτους-αντιεξέγερσης». Το κράτος αντιεξέγερσης είναι η πολιτική μορφή του μνημονιακού εκσυγχρονισμού της κοινωνίας στην εποχή της κρίσης, μια αλλαγή του μείγματος καπιταλισμού και δημοκρατίας στη μεταπολίτευση (σελ. 242). Αυτή η αλλαγή αμφισβήτησε από τα δεξιά τον μεταπολιτευτικό συμβιβασμό ο οποίος σήμανε πρωτοφανείς κατακτήσεις για την εργατική τάξη, μαζί με μια Αριστερά που ποτέ δεν συντρίφτηκε και μια συλλογική μνήμη οργάνωσης και αγώνων που ποτέ δεν διακόπηκε. Αποτέλεσε όμως μ’ αυτόν τον τρόπο και άλλη μια αποτύπωση της κρίσης ηγεμονίας που είχε αναδείξει ο Δεκέμβρης.

Το κύριο ερώτημα όμως που απασχολεί τον συγγραφέα σ’ αυτό το επίπεδο είναι το «γιατί απέτυχε ο ΣΥΡΙΖΑ»; Η απάντηση που δίνει δεν θεωρεί αυτήν την εξέλιξη ως αναπόφευκτη, σημειώνει όμως ότι οι τάσεις ενσωμάτωσης υπήρχαν εξαρχής. Έτσι, υπογραμμίζει ότι μετά την εκλογική εκτίναξη του 2012, το κέντρο βάρους του ΣΥΡΙΖΑ μετατοπίστηκε στην κοινοβουλευτική ομάδα και στον πρόεδρο, ενώ η συζήτηση για τη στρατηγική υποκαταστάθηκε στο όνομα του ότι «ο κόσμος πεινάει». Σ’ αυτό το πλαίσιο, θεωρεί ως καταλυτική την απουσία το 2013-2014 κινημάτων που θα επέβαλλαν δεσμεύσεις στον ΣΥΡΙΖΑ. Ωστόσο, η πορεία των πραγμάτων ήταν μάλλον αντίστροφη. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ έκανε τα πάντα για μην διαταράξουν τα κινήματα την ομαλότητα στο δρόμο προς τις εκλογές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η εξαγγελία της απεργίας διαρκείας των καθηγητών το Μάη του 2013, η πολιτική επιστράτευση των απεργών από την κυβέρνηση Σαμαρά και η άδοξη υποχώρηση που επέβαλλε η ηγεσία της ΟΛΜΕ, με καθοριστικό ρόλο των συνδικαλιστών του ΣΥΡΙΖΑ.

Σ’ αυτήν την περίοδο, ο λόγος της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ μετατοπίστηκε, όπως μας θυμίζει ο Παπαδάτος, προς την επιδίωξη ενός ευρωπαϊκού New Deal, μιας αμοιβαία συμφωνημένης ταξικής ανακωχής. Ο συγγραφέας συμπληρώνει αυτήν την παρατήρηση με μια άλλη που συνήθως ξεχνιέται: όταν πλέον ο ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε στην κυβέρνηση, η συνθηκολόγησή του με το κράτος μέσω των επιλογών Παυλόπουλου, Καμμένου, Πανούση ήταν το προοίμιο της συνθηκολόγησής του στην οικονομία. Φοβήθηκε τη ρήξη με στρατηγικές επιλογές του ελληνικού αστισμού περισσότερο απ’ όσο θέλησε να υπερασπιστεί τα κοινωνικά του στηρίγματα. Η μνημονιακή στροφή του ΣΥΡΙΖΑ, όπως μελαγχολικά σημειώνει ο συγγραφέας, δεν δείχνει ότι ο νεοφιλελευθερισμός είναι ασύμβατος με την Αριστερά, δείχνει ότι μπορεί και συγκροτεί την Αριστερά που είναι συμβατή με το πρόγραμμά του.

Στρατηγικές απορίες: ο παροντισμός ενάντια στη «μεγάλη αφήγηση» του κοινωνικού μετασχηματισμού

Εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι η παρέμβαση του Παπαδάτου στις θεωρίες που επηρέασαν τον Δεκέμβρη. Δεν ασχολείται με όλο το φάσμα των απόψεων και των αντιλήψεων που αρθρώθηκαν, αλλά σε εκείνα που εκτιμά ότι χαρακτήρισαν περισσότερο από άλλα τις στρατηγικές που επικράτησαν στον αντιεξουσιαστικό χώρο και στην Αριστερά.

Από τον ευρύτερο αντιεξουσιαστικό χώρο, ο Παπαδάτος δίνει έμφαση στο ρεύμα της Αυτονομίας. Έτσι, παρουσιάζει τη διαρκή διολίσθηση του Νέγκρι, από τον εργατισμό και τη θεωρία του για το κόμμα ως εργαλείου περιφρούρησης της πολιτικής αυτονομίας της εργατικής τάξης στην εγκατάλειψη κάθε απόπειρας ιδεολογικής ενοποίησης και την υποκατάσταση της εργατικής τάξης από το «πλήθος». Πρόκειται για μια θεωρία που ρητά προτιμά τις «μικρές κλίμακες» από τις μεγάλες που επιδιώκουν καθολικούς μετασχηματισμούς. Έτσι, ο μετααναρχισμός επικαλείται φιλοσόφους όπως τον Ντελέζ ή τον Ντεριντά, για να υποστηρίξει την αδυνατότητα ή και την επικινδυνότητα καθολικών μετασχηματισμών. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η «επανάσταση» βιώνεται παροντικά και περνάμε, με τα λόγια του Χολογουεϊ, «από μια πολιτική της οργάνωσης σε μια αντιπολιτική των συμβάντων».

Αντίστοιχες απολήξεις, όσο κι αν τούτο μοιάζει αρχικά περίεργο, έχουν και ορισμένες επεξεργασίες που προέρχονται από το χώρο της Αριστεράς. Ο συγγραφέας επιμένει ιδιαίτερα στις θεωρίες των Λακλάου και Μουφ, που επηρέασαν καταλυτικά το Ποδέμος στην Ισπανία και εν πολλοίς τον ΣΥΡΙΖΑ. Ο «μεταμαρξισμός» τους, σε αντίθεση με τον μετααναρχισμό, επιμένει στη λογική της ηγεμονίας και της πολιτικής εκπροσώπησης, συναντιέται όμως μαζί του στην υποκατάσταση της εργατικής τάξης. Ο «λαός» του Λακλάου και της Μουφ είναι το αντίστοιχο του «πλήθους» του Νέγκρι και του Χαρντ. Το μείζον είναι οι σχηματισμοί λόγου, η πολιτική για την πολιτική, τα αιτήματα είναι απολύτως αυτοτελή από τα κοινωνικά-οικονομικά ερείσματά τους Τελικά, όπως σημειώνει ο Παπαδάτος, οι Λακλάου και Μουφ αποδέχονται τις βασικές κοινωνικές και πολιτικές ορίζουσες της σοσιαλφιλελεύθερης συναίνεσης αφού, μένοντας στις δυνατότητες των αγώνων, εξαφανίζουν τη στιγμή της οικονομικής εκμετάλλευσης και της πολιτικής ρήξης (σελ. 297). Στην ανάλυσή τους, η έλλειψη μιας οποιασδήποτε πολιτικής οικονομίας καταλήγει σε μια αμήχανη συνηγορία υπέρ της μεικτής οικονομίας, αφού ο καθολικός μετασχηματισμός θα επανέφερε το φάντασμα του ολοκληρωτισμού.

Συνολικά, το βιβλίο του Παπαδάτου αποτελεί μια σημαντική συμβολή σε μια κρίσιμη συζήτηση. Με τα λόγια του, αποτελεί μια απάντηση σε αυτό που κρίνει (δικαίως) ως επείγον να αντιμετωπιστεί, ιδίως από τον κόσμο που πίστεψε στο εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ: «η ματαίωση και το βίωμα της ματαιότητας –η πίστη πως όσα κάναμε, πριν και μετά τον Δεκέμβρη, ήταν, «εκ του αποτελέσματος» ανώφελα. Ανεμοκυνηγητά». Σ’ αυτό το πλαίσιο, δεν είναι τυχαία η επίκληση στη σχετική υπενθύμιση του Ντανιέλ Μπενσαΐντ: «αν δεν αρνούμασταν τη συνθηκολόγηση μπροστά στην ισχύ των πραγμάτων, θα ήμασταν πάντα στο πλευρό των νικητών: στο Παρίσι το 1794, στο Βερολίνο το 1919, στη Μαδρίτη το 1939, στην Πράγα το 1968». Ο Παπαδάτος έχει εξίσου δίκιο όταν πραγματεύεται τον Δεκέμβρη ως μία στιγμή και ως το μεταίχμιο προς μια νέα εποχή, η οποία με τη σειρά της σημαδεύτηκε από την όξυνση της ταξικής πάλης. Και, επίσης, είναι αλήθεια ότι «η αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ είναι η αποτυχία μιας πολιτικής «εφικτών λύσεων» στο παρόν».

Αυτή η αποτυχία δεν ήταν όμως απλώς ένα από τα ενδεχόμενα της πορείας του, όπως υποστηρίζει. Ήταν μια κατάληξη που υπήρχε χαραγμένη στο DNA του, που ήταν εγγεγραμμένη στο στρατηγικό βάθος του ρεφορμισμού του. Σε τελική ανάλυση, αν η κυρίαρχη τάση του ευρωκομμουνιστικού ρεύματος από το οποίο προέρχεται ήρθε σε ρήξη με τη Μόσχα για να αναζητήσει εθνικούς δρόμους συναίνεσης με την αστική τάξη, ο ΣΥΡΙΖΑ συνθηκολόγησε με τον ίδιο τον νεοφιλελευθερισμό επιλέγοντας τον «ευρωπαϊκό προσανατολισμό της χώρας» από την ανατροπή της λιτότητας. Σε κάθε περίπτωση πάντως, για να βαδίσουμε, όπως επιγράφεται ο επίλογος του βιβλίου, «από την εξέγερση στην επαναστατική στρατηγική», τα διδάγματα της τελευταίας δεκαετίας είναι πολύτιμα. Το βιβλίο του Παπαδάτου, με όσες διαφωνίες κι αν έχει κάποιος με τις εκτιμήσεις του συγγραφέα, έχει ανοιχτό μέτωπο με τον κυνισμό και την προσαρμογή, με την «αριστερή» εκδοχή της ΤΙΝΑ, με τον παροντισμό. Και τούτο δεν είναι λίγο.

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Σχετικά με τον συντάκτη

Μπάμπης Κουρουνδής

Μπάμπης Κουρουνδής

Ο Μπάμπης Κουρουνδής είναι δικηγόρος, μέλος του ΔΣ του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, Διδάκτορας Νομικής του ΑΠΘ και μεταδιδακτορικός ερευνητής. Άρθρα του έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά Σοσιαλισμός από τα κάτω, Ένεκεν, Ιστορικά και στα νομικά περιοδικά Αρμενόπουλος, Θεωρία και πράξη Διοικητικού Δικαίου, Εφημερίδα Διοικητικού Δικαίου, Αρμενόπουλος, Επιστημονική επετηρίδα ΔΣΘ, καθώς και σε συλλογικούς τόμους. Το βιβλίο του με τίτλο «Το Σύνταγμα και η Αριστερά. Από τη "βαθεία τομή" του 1963 στο Σύνταγμα του 1975» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νήσος.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε