Κριτική Τεύχος #09

Η αμερικανική τραγωδία στο Sister Carrie

«H μικρή μας Κάρι» είναι ένα από τα πρώτα σημαντικά αστικά αμερικάνικα μυθιστορήματα, που το απασχολεί έντονα η αλληλεπίδραση ανθρώπου και πόλης. Οι πράξεις των χαρακτήρων συνεχώς συνδιαλέγονται με το κοινωνικό τους περιβάλλον και πολλές φορές εγκλωβίζονται σε αυτό. Χαρακτηριστικά, η Κάρι αγαπάει το Σικάγο, αλλά κάποια στιγμή της φαίνεται μικρό, φεύγει για την Βοστώνη που παραείναι επαρχία και αναχωρεί για Νέα Υόρκη που είναι τεράστια και αχανής. Πολλοί κριτικοί επισημαίνουν ότι σε αυτό το μυθιστόρημα κύριος πρωταγωνιστής θα μπορούσε να θεωρηθεί η πόλη.

Η Κάρι μας
Θίοντορ Ντράιζερ
εισαγωγή-μετάφραση: Έλλη Φιλοκύπρου
Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα 2018 | 760 σελίδες

«Βαρύ, βαρύ το αποτύπωμα του Theodore. Πόσο εύκολο είναι να κόψεις μερικά από τα βιβλία του σε κομμάτια, να γελάσεις μαζί του για την βαριά του πρόζα. Οι συγγραφείς που ακολούθησαν τον Ντράιζερ, θα έχουν πολλά να καταφέρουν που εκείνος ποτέ δεν επιχείρησε. Ο δρόμος τους είναι μακρύς αλλά, εξαιτίας εκείνου, όσοι τον ακολουθούν, δεν έχουν να αντιμετωπίσουν την αγριότητα των απαγορεύσεων των πουριτανών, ένα δρόμο που ο Ντράιζερ άνοιξε ολομόναχος.»
Sherwood Anderson, «Horses and Men»

Ο Θίοντορ Ντράιζερ (Theodore Dreiser) κατάφερε να εκδώσει μόλις το 1900 το έργο του Sister Carrie (στα ελληνικά μεταφράστηκε ως Η μικρή μας Κάρυ αρχικά και Η Κάρι μας πιο πρόσφατα[1]). Παρότι το έγραφε επί τρία χρόνια, το βιβλίο παρέμεινε στην αφάνεια για καιρό. Η ιστορία βασίστηκε κυρίως στο περιστατικό της αρπαγής της ίδιας του της αδερφής από τον μετέπειτα άντρα της, που το έσκασε μαζί της, ενώ ήταν ήδη παντρεμένος με άλλη γυναίκα και η αδερφή του με άλλο άντρα και αφού πρώτα, ο μέλλων γαμπρός του υπεξαίρεσε χρήματα από τον εργοδότη του στο Σικάγο.

Η ιστορία της έκδοσης του βιβλίου από μόνη της, αποτελεί μία από τις γνωστότερες περιπτώσεις λογοκρισίας στην αμερικανική λογοτεχνία. Ο Φρανκ Νόρις (Frank Norris), συγγραφέας και ταυτόχρονα επιμελητής του εκδοτικού οίκου Doubleday το διάβασε πρώτος και  ενθουσιάστηκε τόσο που το πρότεινε στον έναν από τους δύο ιδιοκτήτες του οίκου, τον Γουόλτερ Χάινς Πέιτζ (Walter Hines Page). Τον έπεισε μάλιστα να συναινέσει προφορικά στην έκδοση. Όταν όμως ο κύριος ιδιοκτήτης Φρανκ Νταμπλντέι (Frank Doubleday) γύρισε από το ταξίδι του στην Ευρώπη και διάβασε το βιβλίο, το αντιμετώπισε με δυσαρέσκεια. Θεώρησε ανήθικη την εξιστόρηση της πορείας μιας «ξεπεσμένης» γυναίκας που μεταχειρίζεται τους άντρες, το θέατρο και την ομορφιά της για να φτάσει στην επιτυχία. Ο Ντράιζερ αρνήθηκε να ψάξει για άλλον εκδότη επικαλούμενος την προφορική συμφωνία με τον Πέιτζ και οι δικηγόροι του εκδοτικού οίκου πρότειναν στους δύο ιδιοκτήτες να μην αθετήσουν τη συμφωνία και να το εκδώσουν για να μην χάσουν το καλό τους όνομα στην αγορά. Ήταν μια πρώτη νίκη κατά της λογοκρισίας, που ο Ντράιζερ την πλήρωσε καταρχάς με την αποτυχημένη πορεία του βιβλίου λόγω ανύπαρκτης προώθησης.

Οκτώ χρόνια αργότερα, χάρη στις διασυνδέσεις και τις γνωριμίες του Φρανκ Νόρις, που θεωρούσε την Κάρι ως το καλύτερο αμερικανικό μυθιστόρημα του καιρού του, ακολούθησε μια έκδοση στη Μεγάλη Βρετανία (ελαττωμένη κατά αρκετές σελίδες, σύμφωνα με την κρίση του Άγγλου εκδότη), που βοήθησε τον Ντράιζερ να αποκτήσει κάποια φήμη. Τη λογοκρισία όμως ο Ντράιζερ τη συνάντησε τακτικά έκτοτε, στα περισσότερα βιβλία που προσπάθησε να εκδώσει. Στο The Titan αντιμετώπισε προβλήματα εξαιτίας της άστατης σεξουαλικότητας του κεντρικού του ήρωα και το εξέδωσε κατευθείαν την Αγγλία. Για το αυτοβιογραφικό του βιβλίο The Genius, τον μήνυσε η οργάνωση «Κοινότητα της Νέας Υόρκης για την πάταξη της ανηθικότητας», αναγκάζοντάς το να αποσυρθεί από τα ράφια των βιβλιοπωλείων για όλο το διάστημα που διήρκεσε η δίκη, από το 1915 έως και το 1923. Τα προβλήματα με τους εκδότες δεν τον εμπόδισαν να τυπώσει είκοσι εφτά βιβλία, διαφόρων ειδών: oκτώ μυθιστορήματα, δύο ποιητικές συλλογές, δύο θεατρικά έργα, τρία ταξιδιωτικά, δύο αυτοβιογραφίες, ένα βιβλίο με φιλοσοφικές σκέψεις, δύο βιβλία κοινωνικής κριτικής και τρεις βιογραφίες, παίρνοντας δίκαια το παρατσούκλι «the writing machine».

H μικρή μας Κάρι είναι ένα από τα πρώτα σημαντικά αστικά αμερικάνικα μυθιστορήματα, που το απασχολεί έντονα η αλληλεπίδραση ανθρώπου και πόλης. Οι πράξεις των χαρακτήρων συνεχώς συνδιαλέγονται με το κοινωνικό τους περιβάλλον και πολλές φορές εγκλωβίζονται σε αυτό. Χαρακτηριστικά, η Κάρι αγαπάει το Σικάγο, αλλά κάποια στιγμή της φαίνεται μικρό, φεύγει για την Βοστώνη που παραείναι επαρχία και αναχωρεί για Νέα Υόρκη που είναι τεράστια και αχανής. Πολλοί κριτικοί επισημαίνουν ότι σε αυτό το μυθιστόρημα κύριος πρωταγωνιστής θα μπορούσε να θεωρηθεί η πόλη.

Με εμφανείς επιρροές από τον Φλωμπέρ, τον Μπαλζάκ και τον Τόμας Χάρντι, ο Ντράιζερ περιγράφει τη ζωή στο Σικάγο και στη Νέα Υόρκη αναδεικνύοντας τις ευκαιρίες και τους τρόπους κοινωνικής ανέλιξης σε κάθε πόλη. Η καπιταλιστική τάξη των εργοστασιαρχών και μεγαλεμπόρων απολαμβάνει όλα τα προνόμια χωρίς κεντρικό έλεγχο και χωρίς να παραχωρεί κανένα δικαίωμα στους εργάτες. Νεαρές εργάτριες δουλεύουν ασταμάτητα με ελάχιστη αμοιβή, εξαθλιωμένοι άνθρωποι κάθε ηλικίας συνωστίζονται γύρω από τα φιλανθρωπικά συσσίτια, απεργοσπάστες οδηγούν τα τραμ με τη βοήθεια της αστυνομίας· μια κοινωνία με μεγάλες ανισότητες που διευρύνονται συνεχώς από την συγκέντρωση του πλούτου και την καταπίεση της εργατικής τάξης.

Οι ακριβείς περιγραφές του Ντράιζερ για τις συνθήκες εργασίας που επικρατούσαν στην αρχή του αιώνα στο εργοστάσιο παπουτσιών δεν διαφέρουν και πολύ από τις σημερινές. Στην ουσία η πόλη και η εξέλιξη της, οι παραγωγικές πρακτικές της βίαιης εκ βιομηχανοποίησης, ο έλεγχος των μέσων παραγωγής από μια τάξη ιδιοκτητών, οι μηχανισμοί διαιώνισης της εξουσίας, ο κυνισμός και το συμφέρον σαν αναγκαία επιλογή για την επιτυχία, η ζωή στην πόλη απεικονίζονται με λεπτομέρειες στην ιστορία και παίζουν κεντρικό ρόλο που επηρεάζει σχεδόν κάθε επιλογή των κύριων χαρακτήρων του μυθιστορήματος.

Σε αυτό το περιβάλλον προσπαθεί να επιβιώσει η Κάρι όταν έρχεται στο Σικάγο για να γλιτώσει από τη στερημένη ζωή στο χωριό, γνωρίζοντας από την πρώτη μέρα τις δυσκολίες της διαβίωσης στην πόλη. Το ισχνό μεροκάματο που κερδίζει αναγκασμένη να στέκεται όρθια ένα οκτάωρο μπροστά σε ένα μηχάνημα, φτάνει ίσα ίσα να πληρώσει το ενοίκιο και τη διατροφή για ένα δωμάτιο στο σπίτι της αδερφής της. Σε τέτοιες συνθήκες κοινωνικής καταπίεσης με έντονους κοινωνικούς αυτοματισμούς, με τις συγγενικές σχέσεις να μεταλλάσσονται σε σχέσεις ανταλλαγής, ένα νέο κορίτσι με φιλοδοξίες σαν την Κάρι δεν μπορεί να ανταπεξέλθει μόνη της, χωρίς βοήθεια.

Για να αποφύγει την άδοξη επιστροφή στην αγροτική ζωή της επαρχίας γίνεται ερωμένη του Ντρουέ, ενός καλοστεκούμενου και περιποιημένου υπαλλήλου σε ασφαλιστικό γραφείο που γνώρισε τυχαία στο τρένο. Το ότι δέχεται να την σπιτώσει ένας άντρας ενώ δεν έχουν παντρευτεί, δεν συμβαδίζει απόλυτα με τις ηθικές αξίες της εποχής. Την Κάρι την απασχολεί έντονα αυτή η κατάσταση και ο αντίκτυπος που θα έχει στην αδερφή της και στους άλλους συγγενείς της όταν το μάθουν, το ξεπερνάει όμως πιέζοντας τον Ντρουέ να την παντρευτεί. Εκείνος νοιώθει μάλλον κολακευμένος που έχει ένα πλάσμα τόσο όμορφο όσο η Κάρι δίπλα του, παρά ερωτευμένος. Προσπαθεί να αποφύγει τις δεσμεύσεις και να την κρατάει ικανοποιημένη αγοράζοντας της ρούχα και πηγαίνοντας την για θεάματα, αλλά η Κάρι θα τον εγκαταλείψει σύντομα για τον Χάρστγουντ, έναν πιο ώριμο και ευκατάστατο άντρα που είναι ξετρελαμένος μαζί της. Εκείνη δεν είναι ερωτευμένη με κανένα από τους δύο, αλλά «η Κάρι είχε το προτέρημα ν᾽ αναγνωρίζει τους πιο έξυπνους απ᾽ την ίδια»

Ο Χάρστγουντ έχει όλα τα χαρακτηριστικά ενός τραγικού ήρωα, καθώς αφήνεται να τον οδηγήσει το πάθος του και φτάνει στο σημείο να τινάξει την ευκατάστατη ζωή του στον αέρα για να αποκτήσει την δεκαοχτάχρονη Κάρι. Το σκάνε για τη Βοστώνη μαζί και μετά για την Νέα Υόρκη. Η πόλη είναι τεράστια, τα χρήματά τους λιγοστά, η ζωή απρόσωπη, οι επαγγελματικές ευκαιρίες για τον Χάρστγουντ λιγοστές, η καθημερινότητα αρχίζει να τους συντρίβει. Είναι εντυπωσιακός ο τρόπος που περιγράφει την παρακμή τους ο Ντράιζερ, ξεκινώντας από τις καθημερινές του συνήθειες που μεταβάλλονται καθώς λιγοστεύουν τα χρήματα, τα ρούχα που ξεφτίζουν, το πνεύμα που υποκύπτει, το σώμα που καταρρέει. Όταν θα έρθουν οι μέρες της κακοπέρασης και χάσει τα αισθήματα που ένιωθε για εκείνη, δεν θα τη μισήσει για την κατάπτωση του, αλλά θα νοσταλγεί την προηγούμενη ευκατάστατη ζωή του και θα γυρίζει στους δρόμους ζητιανεύοντας.

Η Κάρι είναι αποφασισμένη να επιβιώσει και δεν αφήνει την ζωή να την πάρει από κάτω. Μπαίνει κομπάρσος σε μια θεατρική παράσταση και πολύ γρήγορα εξελίσσεται σε περιζήτητη σταρ του θεάτρου που πληρώνεται αδρά και απολαμβάνει τη γενναιοδωρία των θαυμαστών της. Παρόλο που η επιτυχία της μεγαλώνει συνεχώς, η Κάρι εξακολουθεί να κινείται στο μικρόκοσμο της. Δεν φαίνεται πλασμένη για να νιώσει βαθιά αισθήματα, την κινεί πάντα η ανάγκη να επιβιώσει, δεν περιφρονεί τον πλούτο και τις ανέσεις, έχει όμως τη σωτήρια ικανότητα να έλκεται από άντρες πιο ευφυείς από εκείνην.

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι, χωρίς να δείχνει ιδιαίτερη ενεργητικότητα, η Κάρι μένει ακίνητη στο κέντρο των πραγμάτων και καταφέρνει όλοι οι άλλοι να κινούνται γύρω της. Δημιουργεί μια εξωτερική αναταραχή χωρίς όμως να πετύχει κάποια εσωτερική αλλαγή.

Η Καρολίνα, «η Κάρι μας» όπως τη φώναζε χαϊδευτικά η οικογένεια, διέθετε ένα μυαλό με στοιχειώδεις ικανότητες παρατήρησης και ανάλυσης, καθώς και με αρκετή ιδιοτέλεια, η οποία, χωρίς να είναι πολύ ισχυρή, ήταν το κύριο χαρακτηριστικό της. Γεμάτη απ’ τις θερμές φαντασιώσεις της νιότης, χαριτωμένη αν και κάπως αδιαμόρφωτη ακόμη, με σώμα που υποσχόταν να μεστώσει ωραία, με μάτια όπου διακρινόταν μια έμφυτη εξυπνάδα, αποτελούσε ένα καλό δείγμα της αμερικανικής μεσαίας τάξης δυο γενιές μετά τη μετανάστευση. Τα βιβλία βρίσκονταν έξω απ’ τον κύκλο των ενδιαφερόντων της – η γνώση ήταν βιβλίο σφραγισμένο. Η συμπεριφορά της αδέξια· δεν ήξερε να γέρνει χαριτωμένα το κεφάλι της· τα χέρια της τ’ άφηνε να κρέμονται ανέκφραστα· τα πόδια της αν και μικρά, έδειχνα άχαρα μέσα στα ίσια της παπούτσια. Κι όμως ενδιαφερόταν για την ομορφιά της λαχταρώντας ν’ απολαύσει έντονα τη ζωή, φιλοδοξώντας ν’ αποκτήσει υλικές ανέσεις. Ήταν μια νεαρή αμαζόνα που ξεκινούσε να εξερευνήσει και να κατακτήσει τη μυστηριώδη πόλη κάνοντας τρελά όνειρα για μακρινούς, ασαφείς θριάμβους· βλέποντας την πόλη να πέφτει, μετανοούσα αμαρτωλή, στα πόδια της και να την προσκυνά.[2]

Ο τρόπος που προσεγγίζει τα θέματα του ο Ντράιζερ είναι ωμός και άμεσος. Σε κάποια σημεία οι μακροσκελείς περιγραφές, οι επαναλήψεις λέξεων και οι εκτενείς θεωρητικές παρεκβάσεις ίσως κουράσουν τον αναγνώστη ή ανακόψουν την εξέλιξη της πλοκής. Έστω κι έτσι όμως προσδίδουν μια ανθρώπινη αύρα στους χαρακτήρες ενός βιβλίου που αποτέλεσε τον στυλοβάτη του ρεαλιστικού αμερικανικού μυθιστορήματος για τον εικοστό αιώνα. Η κυκλοφορία του, με έμφαση στις ιδιαίτερες συνθήκες της έκδοσης του και στη θεματολογία του, έδωσε μια καινούργια προοπτική στους νέους Αμερικανούς συγγραφείς της εποχής του, που έψαχναν για έναν διαφορετικό τρόπο έκφρασης και γρήγορα συσπειρώθηκαν γύρω του. Τους ονόμασαν ρεαλιστές και το κλίμα απέναντι τους παρέμεινε πολεμικό για κάμποσα χρόνια. Ο Ντράιζερ απεικόνισε αυτή την ατμόσφαιρα αργότερα, στην αρκετά ενδιαφέρουσα μελέτη με τίτλο Life, Art and America. Ο συγγραφέας πέθανε στις 28 Δεκέμβρη 1945 στην Καλιφόρνια στην ηλικία των 74 ετών αφήνοντας πίσω του μία ιδιαίτερη προσωπική ζωή με πολλά σκαμπανεβάσματα, μεγάλη λογοτεχνική κληρονομιά και πλούσιους κοινωνικούς αγώνες.

 Βιβλιογραφία

Thomas P. Riggio, Theodore Dreiser: An American Tragedy, Library of America No.140, 2003.
Sherwood Anderson, Horses and Men, Williamson Press, 2013.


Το κείμενο επιμελήθηκε ο Αντώνης Γαζάκης.

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Στέλιος Κραουνάκης

Στέλιος Κραουνάκης

ΟΣτέλιος Κραουνάκης κατάγεται από το Ρέθυμνο Κρήτης, με σπουδές σε περιβάλλον και οικονομία, γράφει διηγήματα και δοκίμια.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε