Κριτική Τεύχος #08

Η ομολογία μεταξύ καπιταλισμού και ασυνειδήτου: Ο Μαρξ μαζί με τον Λακάν

Μια από τις κεντρικές ιδέες του «The Capitalist Unconscious: Marx and Lacan» αφορά την ομολογία που υφίσταται μεταξύ της καπιταλιστικής οικονομίας από τη μία, και της γλώσσας και του ασυνειδήτου από την άλλη. Πρόκειται για μια διατύπωση, με την οποία ο Λακάν, στην ύστερη διδασκαλία του, επιχειρεί μια δεύτερη επιστροφή στον Φρόυντ, όχι μόνο, πλέον, μέσω του Σωσσύρ, αλλά κυρίως μέσω του Μαρξ. Ο Τόμσιτς τεκμηριώνει πως και οι τρεις προαναφερθέντες στοχαστές διέβλεπαν επιμέρους πλευρές αυτής της ομολογίας, υπερθεματίζει και παρέχει μια διεξοδική ανάλυση της εν λόγω λακανικής τοποθέτησης.

The Capitalist Unconscious: Marx and Lacan
Samo Tomšič
Verso, 2015 | 256 σελ.

 

Είναι, μάλλον, ευρέως αποδεκτό ότι ζούμε σε χρόνο και χώρο κρίσης του μαρξισμού. Ένα θεόρατο και (αναπόφευκτα) αντιφατικό θεωρητικό έργο, όπως του Μαρξ, που από ένα σημείο κι έπειτα αντιμετωπίστηκε ως παντοδύναμη κοσμοθεωρία από το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα,[1] άρχισε να εμφανίζει σημάδια αδυναμίας μπροστά σε φαινόμενα όπως η ενσωμάτωση ή η πολιτική αδρανοποίηση των πληβειακών στρωμάτων στον «ανεπτυγμένο» καπιταλισμό της δύσης, η σκληρότατη γραφειοκρατικοποίηση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού και, αργότερα, η κατάρρευσή του. Τα τελευταία χρόνια δε, η μετριοπαθής ή κρισιακή τελμάτωση εγχειρημάτων αριστερής κυβέρνησης στη λατινική Αμερική, πόσο μάλλον η απότομη νεοφιλελευθεροποίηση του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα έχουν εντείνει περαιτέρω την κρίση του μαρξισμού.

 Όμως, ακόμα και πέρα από τοποθετήσεις άρνησης ή απολυτοποίησης της κρίσης του μαρξισμού, η αναγνώριση του προβλήματος – παρότι αναγκαία – δεν αρκεί για την επίλυσή του. Η αναζήτηση ενός ανόθευτου «πρωταρχικού» μαρξισμού, βρισκόμενου τάχα στο γράμμα του Μαρξ και μόνο, είτε η αναγνώριση εγκυρότητας της συνεισφοράς αποκλειστικά στρατευμένων μαρξιστών θεωρητικών οι οποίες προκυπτουν υποτιθέμενα από μια αντίστοιχη πολιτική εμπειρία, μοιάζουν περισσότερο με οχύρωση σε ένα πατροπαράδοτο θεωρητικό φαντασιακό, παρά με τολμηρές προσπάθειες για την (αναγκαία) θεωρητική επανάσταση στην «επιστημονική ήπειρο» που – όχι άδικα – μπορούμε ακόμα να ονομάζουμε ιστορικό υλισμό.

Από αυτή τη σκοπιά, το βιβλίο του Σάμο Τόμσιτς με τίτλο The Capitalist Unconscious, έχει όλα τα αντίστοιχα προτερήματα: αφενός υποστηρίζει ότι το ρηξικέλευθο έργο του Λακάν είναι απαραίτητο για τη σύγχρονη αντικαπιταλιστική θεωρητική και πολιτική αναζήτηση, παίρνοντας σαφείς αποστάσεις από τα εσκαμμένα των εγχειριδίων του μαρξισμού (ακόμα και αυτού που ενίοτε αποκαλείται «δυτικός»)· αφετέρου, φωτίζει την πλέον υποτιμημένη – αν όχι παραγνωρισμένη – πτυχή του Λακάν, ήτοι, την εξέχουσα θέση που κατέχει ο Μαρξ στη σκέψη του από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 και μετά, μέσα από την ιδιαίτερη – εξοπλισμένη με τον Φρόυντ και τη δομική γλωσσολογία – ανάγνωση που επιχειρεί στο Κεφάλαιο. Με αυτή τη διπλή κίνηση, ο Τόμσιτς επιτυγχάνει την επαναφορά στο επίκεντρο «ενός Μαρξ πολύ πιο ανορθόδοξου, αλλά όχι λιγότερο ριζοσπαστικού πολιτικά».[2] Παράλληλα, παρέχει εμβριθείς αναλυτικές προσεγγίσεις κεντρικών θεωρητικών κατηγοριών της λακανικής διδασκαλίας, όπως το ασυνείδητο, η ενόρμηση, η απόλαυση, η υπεραπόλαυση κ.α., δίνοντας την ευκαιρία στον αναγνώστη να παρακολουθήσει ταυτόχρονα τη συνεισφορά φροϋδικών και μαρξικών ιδεών στο σχηματισμό τους, καθώς και τη μεταξύ τους λογική ή επιστημολογική συνάφεια. Επιπρόσθετα, αποφεύγοντας τόσο την «παληκαράδικη» εξαγωγή πολιτικών συμπερασμάτων, όσο και έναν απολίτικο και υπερβολικά ακαδημαϊκό τόνο γραφής, ο Τόμσιτς διανοίγει έναν επαρκώς δομημένο θεωρητικά χώρο πολιτικού προβληματισμού, επενδεδυμένο με όχι πολλές, αλλά ούτε και αμελητέες παρεμβάσεις, που στέκονται κριτικά απέναντι τόσο στη μαρξιστική ορθοδοξία του «υπαρκτού σοσιαλισμού», όσο και στην μερικώς απαθή πολιτικά, κλινικά προσανατολισμένη πλειοψηφία της λακανικής ψυχαναλυτικής κοινότητας. Την ίδια στιγμή, δεν παραλείπει να καυτηριάζει κυρίαρχα τον αδηφάγο κοινωνικό δεσμό που συνιστά ο καπιταλισμός, και τον φετιχιστικό παροξυσμό που διακρίνει τη σύγχρονη ηγεμονία των νεοφιλελεύθερων δογμάτων, της χρηματοπιστωτικής σφαίρας και των «αγορών».

ο Μαρξ με τον Λακάν

Ας σταθούμε, όμως, σε μία από τις κεντρικές ιδέες του πρώτου μισού του βιβλίου, που αφορά την ομολογία που υφίσταται μεταξύ της καπιταλιστικής οικονομίας από τη μία, και της γλώσσας και του ασυνειδήτου από την άλλη. Πρόκειται για μια διατύπωση του ίδιου του Λακάν κατά την ύστερη διδασκαλία του, κατά την οποία, σύμφωνα με τον Τόμσιτς, επιχειρεί μια δεύτερη επιστροφή στον Φρόυντ, όχι μόνο, πλέον, μέσω του Σωσσύρ, αλλά κυρίως μέσω του Μαρξ. Τεκμηριώνοντας πως και οι τρεις προαναφερθέντες στοχαστές διέβλεπαν επιμέρους πλευρές αυτής της ομολογίας (χωρίς, φυσικά, να είναι σε θέση να τη διατυπώσουν στην πραγματική έκτασή της), ο Τόμσιτς υπερθεματίζει και παρέχει μια διεξοδική ανάλυση της εν λόγω λακανικής τοποθέτησης, για την οποία μας εφιστά την προσοχή: «ομολογία» σημαίνει όμοια λογική και όχι κάτι που παραπέμπει σε μεταφορά ή παρομοίωση· καλούμαστε, δηλαδή, να διαβάσουμε αυτό τον όρο στην κυριολεξία του· πρόκειται για μια δομική ομοιότητα, η οποία μπορεί να γίνει αντιληπτή από διάφορες οπτικές γωνίες θέασης του κάθε συστήματος, όπως η παραγωγή (εμπορευμάτων και λέξεων) και η αντιπροσώπευση (συγκρότηση του υποκειμένου).

Εξετάζοντας τη γλώσσα, το βιβλίο περιέχει κάποιες αναδρομικές αναφορές, από τις σχετικές προσεγγίσεις της κλασικής αρχαιότητας και την αριστοτελική θεώρησή της, μέχρι τον Σωσσύρ, αντιπαραβάλλοντάς τες με την λακανική. Στο ένα άκρο, ο Κρατύλος, πρωταγωνιστής του ομώνυμου πλατωνικού διαλόγου, υποστήριζε πως κάθε λέξη συνδέεται με φυσικό τρόπο με το αναφερόμενο της, καθώς αυτή κατάγεται από μια προσπάθεια μίμησης των ήχων που σχετίζονται με το πράγμα, ανάγοντας την σε ενδογενές χαρακτηριστικό του.[3] Στη συνέχεια, ο Αριστοτέλης αναγνωρίζει ότι δεν υπάρχει κάποια φυσική σχέση μεταξύ λέξεων και πραγμάτων, πλησιάζοντας τον Σωσσύρ, ο οποίος εισηγείται επίσης το αυθαίρετο της αντιστοιχίας ενός σημαίνοντος με ένα σημαινόμενο. Ωστόσο, κοινό σημείο και των τριών προσεγγίσεων – ιδιαίτερα των δύο πρώτων – είναι το ιδανικό της ένα-προς-ένα αντιστοιχίας κάθε σημαίνοντος με το σημαινόμενό του, γεγονός που καθιστά τη γλώσσα ένα όργανο επικοινωνίας, δηλαδή, ένα κλειστό σύστημα με συγκεκριμένη χρησιμότητα, η ορθή χρήση του οποίου μπορεί να οριστεί αντικειμενικά μέσα από τη (φιλοσοφική ή επιστημονική) γνώση. Αντίθετα, για τον Λακάν, οι λέξεις δεν συνίστανται απλώς από μια αυθαίρετη αντιστοιχία ενός σημαίνοντος με ένα σημαινόμενο, όπως υποστήριξε ο Σωσσύρ· πολλώ μάλλον, το σημαινόμενο δεν προϋπάρχει της αντιστοιχίας του με ένα σημαίνον, αλλά συγκροτείται μέσα από τη διαφορά ενός σημαίνοντος με ένα άλλο σημαίνον. Την ίδια στιγμή, η συγκρότηση του σημαινόμενου συμπίπτει τελικά με τη συγκρότηση του ομιλούντος υποκειμένου, το οποίο, ως τόπος παραγωγής σημαινόντων μπορεί να είναι ένα ομιλούν σώμα, αλλά καθίσταται υποκείμενο μόνο εφόσον εσωτερικεύσει ότι η διαφορά ενός ορισμένου σημαίνοντος από τα άλλα έχει σημασία, και άρα αρχίζει να χρησιμοποιεί τη γλώσσα ως σύστημα. Πρόκειται δε για ένα αλλοτριωμένο υποκείμενο, το οποίο μιλιέται από τον μεγάλο Άλλο – ήτοι, το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνει (γονείς, οικογένεια κλπ.) – πριν μάθει να μιλάει το ίδιο για λογαριασμό του. Κατά συνέπεια, ενώ η τάξη των σημαινόντων – ιδωμένη από μια αναλυτική σκοπιά – συνιστά ένα αυθαίρετο και ανοιχτό σύστημα διαφορών και, άρα, ιστορικά (και εν τέλει πολιτικά) μεταβαλλόμενο, από τη σκοπιά της αλλοτριωμένης υποκειμενικής συνείδησης, το σύστημα αυτό φαίνεται ως ένα σταθερό και «κοινώς αποδεκτό» σύνολο λέξεων που αντιπροσωπεύουν αντικειμενικές έννοιες και πράγματα. Παράλληλα, όμως, μια σειρά από φαινομενικά περιθωριακά γλωσσικά φαινόμενα, όπως η παραλεξία, το ευφυολόγημα κ.α., φανερώνουν ότι το πεδίο των σημαινόντων είναι πολύ πιο ευρύ και ρευστό για το υποκείμενο απ’ ότι αφορά την διυποκειμενική επικοινωνία μέσω της γλώσσας.

Ο Φρόυντ, αφού αναδεικνύει ότι και τα όνειρα ανήκουν στην ίδια κατηγορία, καθώς φέρουν ένα σημαίνον φορτίο, ανακαλύπτει τελικά μέσα σε όλα αυτά τα φαινόμενα την ύπαρξη του ασυνειδήτου. Και μάλιστα, αυτό που επισημαίνει ο Τόμσιτς, συσχετίζοντας τις θέσεις του ύστερου Λακάν με μια προσεκτική ανάγνωση αυτού που ονομάζει «εργασιακή θεωρία του ασυνειδήτου» του Φρόυντ, είναι ότι το ασυνείδητο δεν κρύβει κάποιο απωθημένο νόημα· τουναντίον, αυτό που απωθείται είναι η αυτοαναφορικότητα της ενόρμησης, η οποία δεν σχετίζεται μόνο με την ικανοποίηση των βιολογικών αναγκών, αλλά διαπλέκεται με το πεδίο των σημαινόντων. Αυτό που ανακαλύπτουν ο Φρόυντ και ο Λακάν στο ασυνείδητο είναι μια διαρκής τάση για παραγωγή σημαινόντων χωρίς νόημα, μία τάση παραγωγής για την παραγωγή χωρίς κάποια χρηστική αξία· τάση η οποία απωθείται και ευνουχίζεται μέσα από την τραυματική εσωτερίκευση ορισμένων κανόνων από τη μεριά του υποκειμένου, είτε συντακτικούς και γραμματικούς, είτε ηθικούς,[4] κοινωνικούς και πολιτικούς νόμους που ορίζουν θεμελιωδώς το καλό και το κακό, είτε ακόμα και κανόνες που αφορούν την λεγόμενη αρχή της πραγματικότητας.[5] Εν τέλει, αυτοί οι κανόνες ομιλίας και συμπεριφοράς καλύπτουν τη λογική γύμνια της ενόρμησης και χαλιναγωγούν την αχόρταγη φύση της, ωστόσο αυτό το εγχείρημα ποτέ δεν στέφεται με απόλυτη επιτυχία. Η μαρτυρία αυτής της αποτυχίας δεν είναι άλλη από τη δημιουργία του συμπτώματος,[6] ενός σχηματισμού ο οποίος – όχι πάντα – γίνεται αντιληπτός στη συνείδηση του υποκειμένου ως παραδοξότητα που προκαλεί κάποιου είδους δυσφορία, φανερώνοντας την ανεξάλειπτη αρνητικότητα του λόγου, ήτοι, την αναντιστοιχία του σημαίνοντος με το πραγματικό (εντωμεταξύ, δεν λείπουν και άλλες μορφές γλωσσικής παραγωγής χωρίς σαφή χρηστική αξία, όπως η λογοτεχνική παραγωγή, και ιδιαίτερα ο υπερρεαλισμός που υπερβαίνει τους κοινωνικά εμπεδωμένους γλωσσικούς κανόνες).

Ερχόμενος στα εμπορεύματα και την αγορά, ο Τόμσιτς επιμένει σε κάτι που είχε επισημάνει ο Σωσσύρ, αλλά είχε αντιληφθεί και ο Μαρξ: ότι τόσο στην περίπτωση της πολιτικής οικονομίας όσο και στη γλωσσολογία έχουμε να κάνουμε με θεωρίες «αξιών», καθώς η αξία ορίζεται (και αυτή) από τη διαφορά της με τις υπόλοιπες· τελικά και η αξία δεν είναι παρά ένα σημαίνον. Ωστόσο, ενώ οι αστοί οικονομολόγοι αντιλαμβάνονται την αξία ως ένα ενδογενές χαρακτηριστικό των εμπορευμάτων, η κριτική-αναλυτική ματιά του Μαρξ αναδεικνύει ότι το εμπόρευμα έχει αξία μόνο στο βαθμό που προορίζεται για ανταλλαγή στην αγορά, και η οποία διακρίνεται από την αξία χρήσης, δηλαδή τη χρησιμότητα που έχει ένα εμπόρευμα για ένα υποκείμενο. Κατ’ αντιστοιχία με τη διάκριση ανάμεσα σε (ανταλλακτική) αξία και αξία χρήσης, ο Μαρξ εισάγει τη διάκριση μεταξύ της συγκεκριμένης και της αφηρημένης όψης της εργασίας, όπου η πρώτη κάνει την εργασία να φαίνεται σαν μια διαδικασία παραγωγής αγαθών για την κάλυψη μιας ανάγκης του αγοραστή, ενώ κατά την αφηρημένη όψη της εργασίας το μόνο που διακυβεύεται είναι η παραγωγή αξιών προς ανταλλαγή. Έχουμε λοιπόν μια παραλλακτική δομή (parallax structure), αντίστοιχη με αυτή της γλώσσας: από τη μεριά του υποκειμένου η αγορά αποτελείται από εμπορεύματα που καλύπτουν ανάγκες, ενώ από μια κριτική-αναλυτική σκοπιά αποκαλύπτεται ο αντίστοιχος καπιταλιστικός παραλογισμός της παραγωγής για την παραγωγή, ή της ανταλλαγής για την ανταλλαγή, μια τάση επίσης ασυνείδητη, η οποία αυτονομείται από τις ανθρώπινες ανάγκες και καταλήγει να δημιουργεί διαρκώς καινούργιες. Ποιο είναι όμως το ομόλογο του υποκειμένου του ασυνειδήτου στο πεδίο της οικονομίας; Σύμφωνα με τον Τόμσιτς, κανένα άλλο από τον προλετάριο, ο οποίος, ενώ στο επίπεδο της συνείδησής του εργάζεται για την κάλυψη των αναγκών του, ταυτόχρονα εργάζεται ασυνείδητα για την ικανοποίηση της τάσης για παραγωγή με σκοπό την ανταλλαγή αξιών, εν ολίγοις, της ίδιας ασυνείδητης τάσης απόλαυσης που υποβόσκει στο επίπεδο της χρήσης της γλώσσας.

υπεραξία / υπεραπόλαυση

Χρειάζεται εδώ να σταθούμε σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη θέση για την κατανόηση της λακανικής σκέψης: το αλλοτριωμένο υποκείμενο του ασυνειδήτου είναι το υποκείμενο της έλλειψης του είναι· πράγμα που σημαίνει ότι η ταυτότητα του υποκειμένου είναι πάντοτε ανολοκλήρωτη, εδραζόμενη σε μια ανεξάλειπτη (προ-)οντολογική αρνητικότητα. Ο Τόμσιτς ορθά επισημαίνει, σχετικά με την έλλειψη-στο-είναι, ότι πρόκειται για μια έλλειψη απόλαυσης από τη μεριά του υποκειμένου. Κι αυτό γιατί, ενώ το σημαίνον, αφενός, αποτελεί για το υποκείμενο την είσοδο σε μια (λιγότερο ή περισσότερο) «οργανωμένη» απόλαυση, αφετέρου καθιστά την απόλαυση να φαντάζει πάντοτε λιγότερη από αυτήν που υποσχόταν. Καθώς ο Άλλος δεν διαθέτει εκείνο το σημαίνον που θα μπορούσε να ονοματίσει με απόλυτο τρόπο την απόλαυση, το υποκείμενο εμπλέκεται σε μια (γλωσσική) αναζήτηση αυτού του σημαίνοντος. Αυτή η μάταιη αναζήτηση, παρότι απολαυστική, παράγει εντούτοις ένα παραπροϊόν: το αντικείμενο της υπεραπόλαυσης, γνωστό και ως αντικείμενο α. Από τη στιγμή που το πεδίο των σημαινόντων δεν είναι επαρκές για το βίωμα μιας «πλήρους» απόλαυσης, το υποκείμενο καταφεύγει στη φαντασίωση ενός μυθικού αντικειμένου,[7] η απόκτηση του οποίου θα αποτελέσει την εμπειρία μιας απόλαυσης τέτοιας για την οποία «ό,τι και να πούμε θα είναι λίγο». Ωστόσο, ακόμα και η πιθανή πραγματοποίηση της φαντασίωσης ποτέ δεν αποδεικνύεται επαρκώς ικανοποιητική· το αντικείμενο α είναι ένα ανύπαρκτο αντικείμενο.[8] Με άλλα λόγια, η υπεραπόλαυση είναι το κομμάτι της απόλαυσης που πάντοτε λείπει από το υποκείμενο, και για το οποίο το υποκείμενο φαντάζεται ταυτόχρονα ότι βρίσκεται κάπου αλλού.

Γυρνώντας πάλι στο επίπεδο της (καπιταλιστικής) οικονομίας, ο Τόμσιτς αναδεικνύει ότι η έννοια της υπεραπόλαυσης αποτελεί το προνομιακό σημείο συνάντησης του Λακάν με τον Μαρξ, καθώς ο πρώτος διατυπώνει τη λειτουργία της υπεραπόλαυσης, εξάγοντας την από την μαρξική έννοια της υπεραξίας.[9] Στο πλαίσιο της καπιταλιστικής τάσης της «παραγωγής για την παραγωγή» που πρώτος ο Μαρξ διέκρινε, μεταξύ των εμπορευμάτων προς πώληση που παράγονται κατά την προσπάθεια για την ικανοποίησή της, παράγεται και κάτι που εμφανίζεται ως πλεόνασμα, το οποίο ο κεφαλαιοκράτης επιθυμεί να συσσωρεύσει στην κατοχή του. Αυτό το κάτι είναι η υπεραξία που παράγεται από την εργασία του εργάτη και μετατρέπεται σε χρηματικό κέρδος.

Ωστόσο, πρέπει να υπογραμμίσουμε δύο ιδιαίτερα κρίσιμα στοιχεία αυτής της διαδικασίας. Πρώτον, η μετατροπή της υπεραξίας σε κέρδος γίνεται μόνο μέσα από τη διαδικασία της ανταλλαγής, μέσα, δηλαδή, από την αυτόνομη κίνηση των αξιών (σημαινόντων) στην οποία ασυνείδητα προβαίνουν οι άνθρωποι στην καθημερινότητά τους. Δεύτερον, ακριβώς επειδή το πεδίο της ανταλλαγής αξιών δεν αποτελεί ένα κλειστό σύστημα, αλλά ένα ανοιχτό πεδίο διαφορών, η υπεραξία αποτελεί ένα μέγεθος που είναι αδύνατο να μετρηθεί,[10] παρόλο που η δομική λειτουργία της έχει πραγματικές υλικές συνέπειες για τα υποκείμενα. Ποιες είναι αυτές; Από τη μία η δημιουργία του προλεταριάτου και του λεγόμενου «εφεδρικού στρατού» ή υπερπληθυσμού, δηλαδή ανθρώπων που είναι αποστερημένοι από τα μέσα παραγωγής και αναγκάζονται να διαθέτουν τον εαυτό τους προς πώληση στην αγορά για να βγάλουν τα προς το ζην, και από την άλλη η αδυναμία των καπιταλιστών να αρκεστούν μ’ αυτά που έχουν, καθώς το αποσπώμενο κέρδος δεν είναι ποτέ αρκετό. Καταλήγουμε έτσι στην ύπαρξη ενός ταξικού ανταγωνισμού, με τον καπιταλιστή να προσπαθεί να αυξήσει τον βαθμό εκμετάλλευσης της εργατικής δύναμης για να βγάλει «περισσότερα…» και την εργάτρια να δυσφορεί μπροστά σε μια τάση που φαντάζει σαδιστική, αλλά παράλληλα σε μια κίνηση αναπαραγωγής του οικονομικού κύκλου, καθώς η εργάτρια αναγκάζεται να καταφεύγει στον καπιταλιστή για την εύρεση εργασίας και ο καπιταλιστής αναγκάζεται να επωμιστεί ένα εργατικό κόστος, ωθούμενος στην επανάληψη της προσπάθειας για (την αδύνατη) ικανοποίηση της τάσης για απόλαυση.

Κοινωνικός δεσμός και φετιχισμός

Από τα παραπάνω προκύπτει ένα ακόμα πολύ σημαντικό συμπέρασμα: το υποκείμενο της έλλειψης προϋποθέτει και συνεπάγεται ταυτόχρονα τη συγκρότηση ενός κοινωνικού δεσμού. Η αναπαραγωγή αυτού του δεσμού οφείλεται μεν στα ίδια τα υποκείμενα, τα οποία όμως βρίσκονται σε μια αλλοτριωτική σχέση μ’ αυτόν· γιατί ο δεσμός αυτός εμφανίζεται σαν να έχει αντικειμενική προέλευση, ώστε τα υποκείμενα να φαντάζονται ότι δεν έχουν περιθώριο επιλογής. Αυτό που συσκοτίζει, όμως, ο κοινωνικός δεσμός, είναι το γεγονός ότι δομεί τον τρόπο απόλαυσης του υποκειμένου, ώστε αυτό να μην «θέλει» να τον αποχωριστεί αλλά να τείνει να τον επαναλαμβάνει. Σ’ αυτό το μοτίβο λοιπόν, φαίνεται πάντα να κινεί τα νήματα κάποιος Άλλος που καταλαμβάνει τη δεσπόζουσα θέση στον κοινωνικό δεσμό, γεγονός που παράγει αυτό που ο Μαρξ περιέγραφε ως φετιχισμό του εμπορεύματος. Στον καπιταλισμό, τη θέση του κοινωνικού φετίχ κατέχει το χρήμα (και μαζί μ’ αυτό η σχετική γνώση και οι σχετικοί γνώστες που το συνοδεύουν), ένα εμπόρευμα που λόγω της ισοδυναμίας του με όλα τα άλλα εμπορεύματα, άρα και με την ίδια την έννοια της αξίας, δηλαδή της απόλαυσης που παράγει η σημαίνουσα αλυσίδα των αξιών (σημαινόντων), εμφανίζεται ως η ενσάρκωση της υπεραπόλαυσης, η οποία όμως χάνεται μέσα στην κυκλοφορία του χρήματος, την οποία ταυτόχρονα προϋποθέτει. Εν τέλει, το χρήμα καταλήγει να εμφανίζεται ως το κατεξοχήν αντικείμενο που μπορεί να κάνει την κοινωνία να λειτουργεί, ενώ στην πραγματικότητα είναι αυτό χωρίς το οποίο το – καπιταλιστικά – αλλοτριωμένο υποκείμενο  δεν μπορεί να απολαύσει.

Οδηγούμαστε λοιπόν στο δεύτερο μισό του βιβλίου του Τόμσιτς, ο οποίος στο τρίτο κεφάλαιο αναλύει τη διαφορά της λειτουργίας του φετίχ στα πλαίσια του κοινωνικού δεσμού από τη λειτουργία του φετίχ στη διαστροφή, θέτοντας όρια στην ομολογία μεταξύ κριτικής της πολιτικής οικονομίας και ψυχανάλυσης. Στο τέταρτο κεφάλαιο όμως, επανέρχεται στο ζήτημα της διαστροφής, όπου αναφέρεται, αφενός, στη διαφορά μεταξύ μαζοχισμού και σαδισμού, και αφετέρου υποστηρίζει ότι η σχέση μεταξύ εργάτη και καπιταλιστή εμφανίζεται ως σαδισμός από τη μεριά του όλο και εντονότερα εκμεταλλευόμενου εργάτη, χωρίς όμως να ισοδυναμεί με σαδισμό, ενώ από τη σκοπιά του καπιταλιστή, παρομοίως, ο «ιδανικός εργάτης» που θα ευχόταν να έχει, προσιδιάζει στη φιγούρα του μαζοχιστή.

Όμως, το πιο ενδιαφέρον κομμάτι του τέταρτου κεφαλαίου περιλαμβάνει μια συνοπτική αναφορά του Τόμσιτς στη θεωρία των τεσσάρων λόγων του Λακάν, η οποία σχηματοποιεί τη λειτουργία του κοινωνικού δεσμού και τον εποικισμό του στο ασυνείδητο, καθώς και έναν πιο εκτενή «εφαρμοσμένο» σχολιασμό του κοινωνικού δεσμού στο μεσαίωνα που είχε τη δομή του «λόγου του Κυρίου» σε σύγκριση με τον σύγχρονο κοινωνικό δεσμό που χαρακτηρίζεται από τη δομή του «λόγου του Πανεπιστημίου». Το κομμάτι αυτό συναντιέται με τις περιστασιακές αλλά διόλου επουσιώδεις αναφορές του συγγραφέα στην κυρίαρχη θετικιστική δομή του επιστημονικού λόγου, το ρόλο του στην ανάδυση και αναπαραγωγή της κυρίαρχης καπιταλιστικής ηγεμονίας, καθώς και την κριτική εναντίον του που λιγότερο εμφανώς «περιέχει» (όπως υποστήριζε ο Αλτουσέρ) η μαρξική κριτική της πολιτικής οικονομίας, αλλά περιλαμβάνεται πολύ πιο ρητά σε έργα τόσο του Φρόυντ όσο και του Λακάν. Τέλος, ο συγγραφέας δεν παραλείπει να αναφερθεί στον περίφημο «καπιταλιστικό λόγο» του Λακάν, έναν πέμπτο λόγο που παρουσιάζει μια δομή παρεκκλίνουσα σε σύγκριση με τη δομή των άλλων τεσσάρων λόγων.[11] Ωστόσο, η άποψή του ότι η εν λόγω παρέκκλιση συνιστά έναν «ψευδή λόγο» μου φαίνεται κάπως αμφιλεγόμενη, αν όχι βεβιασμένη, καθώς δείχνει να μην λαμβάνει υπόψη του ορισμένα σύγχρονα κοινωνικά και κλινικά φαινόμενα όπως κάποιες ακραίες καταναλωτικές συμπεριφορές και τα λεγόμενα «νέα συμπτώματα», όπως τείνουν να χαρακτηρίζονται στο λακανικό χώρο (π.χ. κάποιες μορφές εθισμού). Σε κάθε περίπτωση, βέβαια, πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα τοποθέτηση για ένα θέμα που απαιτεί σοβαρή μελέτη και, όπως ο ίδιος ο Τόμσιτς αναφέρει ελαφρώς σκωπτικά για τις λακανικές διατυπώσεις, «όπως πάντα, χρήζει ερμηνείας».

Μια «αδυνατότητα», μια επιθυμία

Φτάνοντας στο τέλος αυτής της κάπως ανισοβαρούς παρουσίασης του βιβλίου του Τόμσιτς, πρέπει να πω ότι μου φάνηκε σαν ένα «αδύνατο εγχείρημα»,[12] εννοώντας την αδυνατότητα να παρουσιάσει συνοπτικά, πόσο μάλλον κριτικά, ένα βιβλίο που τολμά όχι μόνο να διερευνήσει τα σημεία συνάντησης τριών από τους μεγαλύτερους στοχαστές των τελευταίων 150 χρόνων, αλλά και να αμφισβητήσει ευθέως την κατεστημένη πρόσληψη κυρίως του Μαρξ και του Φρόυντ, αλλά ίσως και του Λακάν. Πρόκειται ακόμα για την αδυνατότητα να συμπυκνώσει κανείς σε λίγες σελίδες ένα βιβλίο αρκετά πυκνό και ελάχιστα φλύαρο, σε βαθμό που αν προσπαθήσει κανείς να μελετήσει με υπογραμμίσεις και «σημειώσεις στο περιθώριο», θα δυσκολευτεί να βρει αποσπάσματα που να μην χρειάζονται μολύβι. Εν τέλει, το παρόν, αντιστοιχεί σε μια ακόμα αδυνατότητα, αυτή που αντιστοιχεί στον «λόγο της  υστερικής», δηλαδή στην προσπάθεια για διέγερση της επιθυμίας, και ιδιαίτερα της επιθυμίας για γνώση. Σε μια εποχή όπου η αριστερά εξακολουθεί να βολεύεται με τα παλιά θεωρητικά (και πολιτικά) κεκτημένα, και οι από κάτω προτιμούν τις συρρικνωμένες μικροαπολαύσεις στο περιθώριο μιας δύσκολης πλέον καθημερινότητας, από την πολιτική στράτευση και μελέτη (ακόμα και την ψυχανάλυση, γιατί όχι;), επιχειρώ να μεταβιβάσω στην αναγνώστρια και τον αναγνώστη το ζωηρό ενδιαφέρον για μελέτη ενός θεωρητικού χώρου που διανοίγεται τις τελευταίες λίγες δεκαετίες μέσα από έργα όπως το The Capitalist Unconscious του Τόμσιτς, και, κατά τη γνώμη μου, μπορεί να ταράξει με ιδιαίτερα γόνιμο τρόπο τα λιμνάζοντα νερά της αντικαπιταλιστικής πολιτικής του καιρού μας.


Επιμέλεια κειμένου: Δήμητρα Αλιφιεράκη και Στέλιος Χρονόπουλος

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Δημήτρης Παπαζαχαρίας

Δημήτρης Παπαζαχαρίας

Ο Δημήτρης Παπαζαχαρίας εργάζεται ως προγραμματιστής στον ιδιωτικό τομέα. Σπούδασε πολιτική φιλοσοφία στο μεταπτυχιακό τμήμα του Παντείου πανεπιστημίου. Άρθρα του έχουν δημοσιευτεί στις ιστοσελίδες RedNotebook και K-Lab.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε