Τεύχος #5 Ειρήνη και Πόλεμος

ΗΠΑ: Το «απαραίτητο έθνος» και η προεδρία Τραμπ

Η Αμερικανική Εξωτερική Πολιτική και οι Διανοητές της
Πέρι Άντερσον
μετάφραση: Ηρακλής Οικονόμου
εκδ. Τόπος, 2017 | 272 σελ.

Η ρήξη των ΗΠΑ με τις υπόλοιπες χώρες μέλη του G7, κατά την πρόσφατη σύνοδο της ομάδας στο Σαρλεβουά του Καναδά, και η πρωτοφανής δημόσια αντιπαράθεση που ακολούθησε μεταξύ του Αμερικανού προέδρου και του Καναδού πρωθυπουργού κατέδειξαν με ιδιαίτερη ένταση τις αλλαγές που κυοφορούνται τα τελευταία χρόνια στην στρατηγική του Λευκού Οίκου και την αμερικανική εξωτερική πολιτική. Από την κατάργηση της TTIP και της συμφωνίας για τα πυρηνικά του Ιράν, μέχρι τον επαπειλούμενο εμπορικό πόλεμο με την Κίνα και την ΕΕ, τα παραδείγματα εδώ είναι πολλά και σημαντικά. Στο δημόσιο λόγο οι εξελίξεις αυτές παρουσιάζονται συνήθως ως απότοκο της προσωπικής ιδιοσυγκρασίας του Ντόναλντ Τραμπ και της εμμονής του ιδίου και του επιτελείου του να αντιλαμβάνονται τις διεθνείς σχέσεις περισσότερο με όρους επιχειρηματικών deal παρά με όρους μακροπρόθεσμων πολιτικών στοχεύσεων.

Αν και όχι εντελώς εσφαλμένη, η άποψη αυτή τείνει να υποτιμά μια σειρά από δομικές μεταβολές στην χάραξη της αμερικανικής υψηλής στρατηγικής που έχουν τις ρίζες τους στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ‘70. Όπως καταδεικνύει με ενάργεια ο Πέρι Άντερσον [Perry Anderson] στο βιβλίο του Η Αμερικανική Εξωτερική Πολιτική και οι Διανοητές της, κατά τη διάρκεια των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών οι ΗΠΑ υιοθέτησαν μια ιδιαιτέρως ευέλικτη εξωτερική πολιτική, προκειμένου να αποσοβηθεί ο κίνδυνος περαιτέρω εξάπλωσης του κομμουνισμού, αλλά και να σταθεροποιηθεί σε νέες βάσεις η παγκόσμια οικονομία. Σε αυτά τα πλαίσια, φίλιες χώρες ενισχύθηκαν ποικιλοτρόπως και αφέθηκαν να ακολουθήσουν δικά τους αναπτυξιακά μοντέλα, πολλές φορές κατά παράβαση της φιλελεύθερης ορθοδοξίας και σε αντίθεση με τα άμεσα οικονομικά συμφέροντα των ίδιων των Ηνωμένων Πολιτειών. Αρχής γενομένης όμως από την προεδρία Νίξον την περίοδο 1969-1974 η συνθήκη αυτή έμελλε να αναθεωρηθεί ριζικά. Με την Δυτική Ευρώπη να έχει ξεπεράσει επιτυχώς το σκόπελο του ’68, την Ιαπωνία να είναι σε τροχιά σταθερής οικονομικής ανάπτυξης και τα ρήγματα στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο πιο εμφανή από ποτέ (Άνοιξη της Πράγας, σινοσοβιετική ρήξη το ‘69, καθήλωση της σοβιετικής οικονομίας επί Μπρέζνιεφ), οι επιτελείς του Λευκού Οίκου έπαψαν να θεωρούν απαραίτητη την πολιτική ευελιξίας της προηγούμενης περιόδου.

Χωρίς να απωλέσουν το ρόλο τους ως θεματοφύλακες του διεθνούς εμπορίου και της ελεύθερης αγοράς, από τότε και στο εξής, οι αμερικανικές κυβερνήσεις θα δώσουν ιδιαίτερο βάρος στην προαγωγή των στενών αμερικανικών συμφερόντων. Η εγκατάλειψη του συστήματος ισοτιμιών του Μπρέτον Γουντς και η συμφωνημένη υποτίμηση του δολαρίου έναντι του γιέν και του μάρκου το 1985, με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της αμερικανικής οικονομίας στα πλαίσια του ΟΟΣΑ, αποτελούν ίσως τους πλέον χαρακτηριστικούς κόμβους αυτής της λανθάνουσας χαμιλτονιανής[1] στροφής στην εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Στροφή η οποία θα γίνει ιδιαίτερα εμφανής μετά την διάλυση του ανατολικού μπλοκ στις αρχές της δεκαετίας του ‘90. Με τον κίνδυνο του κομμουνισμού να έχει παρέλθει οριστικά και με τις ΗΠΑ να απολαμβάνουν πλέον μια πρωτόγνωρη πολιτική, οικονομική και πολιτισμική ηγεμονία σε παγκόσμιο επίπεδο η σύμπλευση των συμμάχων με την αμερικανική πολιτική δεν θα επιδιώκεται απλώς, αλλά θα επιβάλλεται ενεργητικά. Στο πνεύμα του «τέλους της ιστορίας», η φιλελεύθερη οικονομική ορθοδοξία -το λεγόμενο Washington Consensus- θα αποτελεί τώρα απαραβίαστο δόγμα και θα θωρακιστεί με νέες συμφωνίες και οργανισμούς, όπως η NAFTA και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου.

Σε αυτά τα πλαίσια, ο Τσάρλς Κάπτσαν (Kupchan) υποστηρίζει σε πρόσφατο άρθρο του στο περιοδικό Foreign Affairs ότι ο εμπορικός προστατευτισμός και η απροσχημάτιστη πολιτική ισχύος που ακολουθεί ο Ντόναλντ Τραμπ δεν συνιστούν τομή στην αμερικανική εξωτερική πολιτική, αλλά το ακραίο όριο της ανωτέρω δομικής μεταβολής· μια σταδιακή επιστροφή στην ιδιόμορφη αυτοαναφορικότητα που χαρακτήριζε στην αμερικανική υψηλή στρατηγική μέχρι τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Η ανάλυση του Άντερσον είναι εδώ πολλαπλά διδακτική. Στο πρώτο μέρος του βιβλίου του, υπό τον γενικό τίτλο Imperium, σκιαγραφούνται τα βασικά ρεύματα σκέψης που καθόρισαν διαχρονικά την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, ενώ στο δεύτερο μέρος, Concilieri, τα ανωτέρω συμπληρώνονται από μια εμβριθή επισκόπηση του έργου και της πορείας βασικών στοχαστών, όπως ο Τζορτζ Κέναν (Kennan), o Τζον Ίκενμπερι (Ikenberry), ο Ρόμπερτ Κάγκαν (Kagan) και ο Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι (Brzezinski). Το βασικό εξαγόμενο από την ανάλυση του Άντερσον είναι ότι ανεξαρτήτως των επιμέρους διαφοροποιήσεων όλες οι σχολές σκέψεις και όλοι οι βασικοί συντελεστές στην διαμόρφωση της αμερικανικής στρατηγικής συγκλίνουν στον δικαιωματικά ηγετικό ρόλο που οφείλουν να διαδραματίζουν οι ΗΠΑ στο διεθνές γίγνεσθαι.

Το πολιτικό κεφάλαιο που φέρει ακόμα το πρόταγμα της φιλελεύθερης δημοκρατίας, η αδιαμφισβήτητα ηγεμονική θέση της αμερικανικής πολιτιστικής βιομηχανίας και η συντριπτική υπεροπλία που διαθέτουν οι ΗΠΑ έναντι οποιουδήποτε αντιπάλου οδηγούν τον Άντερσον να αποδεχτεί με ψυχρό πραγματισμό την ορθότητα της θέσης αυτής. Όπως σημειώνει στον πρόλογο του βιβλίου του: «Η ριζική αντίθεση απέναντι στην αμερικανική αυτοκρατορία, δεν προϋποθέτει την επιβεβαίωση της επικείμενης κατάρρευσης ή υποχώρησής της. Η μεταβαλλόμενη ισορροπία δυνάμεων, στο κέντρο της οποίας εξακολουθεί να βρίσκεται η ηγεμονία της αμερικανικής αυτοκρατορίας, πρέπει να αντιμετωπίζεται αντικειμενικά, χωρίς ευσεβείς πόθους» (σελ. 8).

Στην αποστροφή αυτή μπορεί κανείς να διακρίνει όχι μόνο την διορατικότητα, αλλά και την αντιφατικότητα που χαρακτηρίζει την προσέγγιση του συγγραφέα. Σε αντίθεση με μια ευρέως διαδεδομένη άποψη στους κόλπους της Αριστεράς, ο Άντερσον είναι κατηγορηματικός ως προς το ότι ο κύκλος της αμερικανικής ηγεμονίας δεν έχει κλείσει ακόμη. Παρασυρόμενος όμως από το ίδιο το υλικό με το οποίο καταπιάνεται οδηγείται σε μια σειρά από υπεραπλουστεύσεις που αδυνατίζουν τον κατά τα άλλα στιβαρό πυρήνα της επιχειρηματολογίας του.

Η de facto ήττα των αμερικανικών δυνάμεων στο Αφγανιστάν, η τρομερή δυσχέρεια που συνάντησαν στον δεύτερο πόλεμο του Κόλπου έως ότου παραδοθεί -και όχι ηττηθεί- ο Ιρακινός στρατός και η εμφανής αδυναμία του Λευκού Οίκου να επιβάλλει καταστάσεις σε Λιβύη, Υεμένη και Συρία δεν φαίνεται να αναπροσαρμόζουν την οπτική του Άντερσον ως προς τα όρια και την αξία της στρατιωτικής υπεροπλίας των ΗΠΑ. Ακόμη πιο χτυπητή όμως είναι η αδυναμία του να διαγνώσει σωστά τις τάσεις που διαμορφώνονται σήμερα εντός βασικών ανταγωνιστριών δυνάμεων, όπως η Ρωσία και η Κίνα. Σχολιάζοντας τη δυναμική των διεθνών εξελίξεων κατά τη διάρκεια της δεύτερης θητείας Ομπάμα, ο Άντερσον σημειώνει: «Η σχετική οικονομική ανάκαμψη της Ρωσίας δεν έχει μεταφραστεί σε ικανότητα αποτελεσματικών πολιτικών πρωτοβουλιών έξω από τα εδάφη της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, ή σε μια σημαντική επιστροφή σε μια ζώνη όπου κάποτε ανταγωνίζονταν τις ΗΠΑ σε επιρροή» (σελ. 138).

Πέντε χρόνια αργότερα, με την Ρωσία να έχει ανακτήσει ερείσματα σε Αίγυπτο, Λιβύη και Αλγερία και με την τύχη του Συριακού να κρίνεται περισσότερο στο Σότσι και την Αστάνα, παρά στην Ουάσιγκτον και την Γενεύη, η αστοχία είναι εδώ εμφανής. Το ίδιο θα μπορούσε να πει κανείς και για τις προοπτικές της κινεζικής ισχύος. Παρότι ο Άντερσον έχει δίκιο να υποστηρίζει ότι το κινεζικό μοντέλο είναι επί της παρούσης μη εξαγώγιμο και ότι η χώρα υστερεί τεχνολογικά, δίνει ελάχιστη έμφαση σε θεαματικές κινήσεις στρατηγικής διείσδυσης στον Ευρασιατικό χώρο όπως ο Νέος Δρόμος του Μεταξιού. Κατά μια έννοια ο Άντερσον δεν υπερεκτιμά τις δυνατότητες των ΗΠΑ αλλά μάλλον υποτιμά εκείνες των αντιπάλων της.

Η σχετική ανησυχία που εκφράζουν στοχαστές όπως ο Μάντελμπαουμ (Mandelbaum)και ο Κάπτσαν ως προς την υποχώρηση της αμερικανικής ισχύος ίσως να μην είναι εν τέλει και τόσο αβάσιμες. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ΗΠΑ κινδυνεύουν να χάσουν την πρωτοκαθεδρία τους, αλλά ότι η Pax Americana που εγκαθιδρύθηκε την επαύριον του ψυχρού πολέμου έχει κλείσει μάλλον οριστικά τον κύκλο της. Το κάτωθι παράθεμα από ένα πρόσφατο άρθρο του Γκράχαμ Άλλισον (Allison) είναι εδώ ενδεικτικό των τάσεων που κυοφορούνται στα αμερικανικά think tank εξωτερικής πολιτικής και άμυνας. Έχοντας αναπτύξει τη θέση του γύρω από την ανάγκη ενίσχυσης των ίδιων των αμερικανικών δημοκρατικών θεσμών ως προϋπόθεση για την ανάδυση μιας νέας παγκόσμιας τάξης, ο Άλλισον καταλήγει:

Ευτυχώς, αυτό δεν απαιτεί την μεταστροφή της Κίνας, της Ρωσίας ή οποιουδήποτε άλλου υπέρ της αμερικανικής αντίληψης περί ελευθερίας. Ούτε προϋποθέτει την αλλαγή ξένων καθεστώτων σε δημοκρατίες. Απεναντίας…θα είναι επαρκές για να διατηρηθεί μια παγκόσμια τάξη ‘ασφαλής στη διαφορετικότητα’ –φιλελεύθερη και μη φιλελεύθερη εξίσου. Αυτό προϋποθέτει την προσαρμογή των αμερικανικών προσπαθειών στο εξωτερικό στην πραγματικότητα του ότι άλλες χώρες έχουν διαφορετικές απόψεις όσον αφορά τη διακυβέρνηση και επιδιώκουν να εδραιώσουν διεθνή συστήματα ισορροπίας, που θα διέπονται από τους δικούς τους κανόνες.

Επιστρέφοντας στην ανάλυση του Πέρι Άντερσον και τη σημασία της για τη διάγνωση των σημερινών εξελίξεων στη διεθνή σκηνή οφείλουμε να σημειώσουμε τα εξής. Πέρα από τις ρητορικές ακρότητες και τον ανά περιπτώσεις έκδηλα μονομερή χαρακτήρα της, η εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ αποτελεί συνέχεια ή μετεξέλιξη εμπεδωμένων δογμάτων και στρατηγικών εντός του αμερικανικού κατεστημένου. Υπό αυτή την έννοια η επιθετική διεκδίκηση των άμεσων αμερικανικών συμφερόντων, πολλές φορές σε βάρος των εδραιωμένων ισορροπιών στο δυτικό στρατόπεδο, είναι μια πραγματικότητα η οποία φαίνεται να υπερβαίνει την ιδιοσυγκρασία ή τις επιλογές του σημερινού προέδρου. Μπορεί η Χίλαρι Κλίντον να μην έθετε υπό αμφισβήτηση την ίδια την ύπαρξη του TTIP ή της NAFTA, αλλά η επαναδιαπραγμάτευση των συμφωνιών αυτών προς όφελος των Αμερικανών ήταν μάλλον δεδομένη. Αντιστοίχως, ο Τραμπ μπορεί μεν να επικρίνεται δημοσίως για τις διαρκείς εγκλήσεις που απευθύνει σε χώρες όπως η Γερμανία για τον προϋπολογισμό του ΝΑΤΟ, αλλά κανείς στην Ουάσιγκτον δεν υποστηρίζει πλέον ότι οι ΗΠΑ οφείλουν να πληρώνουν μονομερώς την Ευρωπαϊκή ασφάλεια. Σε ένα διεθνές περιβάλλον που γίνεται ολοένα και πιο ασταθές, αλλά στο οποίο εκλείπουν οι άμεσοι κίνδυνοι για το διεθνές εμπόριο και τη λειτουργία των αγορών, οι ΗΠΑ φαίνονται πλέον απρόθυμες να παρέχουν το είδος των καθολικών εγγυήσεων που επέβαλε ο ψυχρός πόλεμος. Το «Πρώτα η Αμερική» φαίνεται να υποδηλώνει λοιπόν μια αναγκαία αναπροσαρμογή στην αμερικανική υψηλή στρατηγική η οποία καλείται να περιορίσει την έκθεση της σε στρατηγικής σημασίας μέτωπα και να μειώσει τις όποιες οικονομικές απώλειες προς όφελος της μακροπρόθεσμης διατήρησης της αμερικανικής οικονομικής ισχύος.

Σε αυτό το πλαίσιο, ζητήματα περιφερειακής ασφάλειας αφήνονται στα χέρια φίλιων χωρών με το απαραίτητο γεωστρατηγικό βάθος, όπως π.χ. το Ισραήλ, ενώ οι ΗΠΑ περιορίζονται σε έναν περισσότερο εποπτικό ρόλο. Το offshore balancing, όπως έχει επικρατήσει να αποκαλείται αυτή η στρατηγική, φαίνεται να απελευθερώνει όμως μια σειρά από δυναμικές η εξέλιξη των οποίων όσον αφορά το διεθνές σύστημα είναι δύσκολο να προβλεφθεί. Ο διαφαινόμενος ακολουθητισμός της κυβέρνησης Τραμπ στις τυχοδιωκτικές επιλογές Σαουδικής Αραβίας και Ισραήλ απέναντι στο Ιράν και τις προσκείμενες σε αυτό δυνάμεις στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής (Χεζμπολάχ στο Λίβανο, Χούθι στην Υεμένη, κλπ) αποτελεί ίσως το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα. των προκλήσεων που εγκυμονεί η μερική αυτονόμηση περιφερειακών δυνάμεων. Προτάσσοντας τα δικά τους γεωπολιτικά συμφέροντα και δημιουργώντας τετελεσμένα στο έδαφος, οι τελευταίες φαίνεται περισσότερο να δυναμιτίζουν παρά να εγγυώνται την ισορροπία δυνάμεων που οι ΗΠΑ είχαν επιβάλλει ή διαμορφώσει μια προηγούμενη περίοδο. Υπό αυτή την έννοια δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι πέραν των όποιων μεταβολών στο διεθνές ισοζύγιο ισχύος είναι η ίδια η μεταστροφή της αμερικανικής υψηλής στρατηγικής που δημιουργεί σήμερα σημεία ισορροπίας και πιθανών συγκρούσεων σε περιφερειακό επίπεδο.

Σχετικές βιβλιοκριτικές

Callinicos, A. (2014), ‘This quarter’s selection’, International Socialism, Issue 141

Ignatief, M. (2015), ‘Messianic America: Can he explain it?’, New York Review of Books, 2015 Issue, November 19

Meanye, T. (2016), ‘So it must be over’, London Review of Books, Vol.38, No.4

Smith, P.L (2015), ‘How America built its empire: The real history of American foreign policy that the media won’t tell you’, Salon

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Άγγελος Κοντογιάννης-Μάνδρος

Άγγελος Κοντογιάννης-Μάνδρος

Ο Άγγελος Κοντογιάννης-Μάνδρος είναι διδάκτορας πολιτικής επιστήμης με εξειδίκευση στους τομείς της συγκριτικής πολιτικής και της εκλογικής κοινωνιολογίας. Σημαντικό κομμάτι της δουλειάς του εδράζεται και στο πεδίο της κοινωνικής ψυχολογίας με έμφαση στη Θεωρία των Κοινωνικών Αναπαραστάσεων.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε