Επίκαιρα Τεύχος #9

Ήταν ο Φουκώ απατεώνας;

thierry ehrmann, Michel Foucault, painted portrait

Το παρόν κείμενο είναι η «τοποθέτηση» του γράφοντος σε μια συζήτηση – αντιπαράθεση (14/7/2019) με τον Ν. Μάλλιαρη με αφορμή το βιβλίο του Ζαν-Μαρκ Μαντοζιό, Μισέλ Φουκώ, η μακροημέρευση μιας απάτης. Φουκώφιλοι και Φουκωλάτρες, στο πλαίσιο του 3ου Θερινού Βιβλιοστασίου (11-14 Ιουλίου 2019, κήπος Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων). Μια επεξεργασμένη και επαυξημένη εκδοχή του παρόντος κειμένου, η οποία θα περιλαμβάνει και τα ζητήματα που τέθηκαν στη συζήτηση που ακολούθησε τις δύο «τοποθετήσεις», θα δημοσιευθεί στο τεύχος 2 του περιοδικού ΝΕΓΚΑΤΙΒΑ (εκδόσεις futura).

 

Καταρχάς, θα ήθελα να ευχαριστήσω τη σύμπραξη των 28 εκδοτικών εγχειρημάτων που ως Θερινό Βιβλιοστάσιο σκέφτηκαν και οργάνωσαν αυτό το τετραήμερο βιβλιοφιλικό και όχι μόνο γεγονός, το οποίο έδωσε την ευκαιρία για συναντήσεις και συζητήσεις όχι μόνο γύρω από το κείμενο, αλλά και γύρω από το συγ-κείμενο· επίσης, θα ήθελα να ευχαριστήσω και όλους εσάς που ήρθατε σήμερα για να παρακολουθήσετε μια συζήτηση γύρω από το ερώτημα «ήταν ο Φουκώ απατεώνας;». Ήδη, ο Νίκος Μάλλιαρης έδωσε τη δική του απάντηση στο ερώτημα, η οποία –αν την ερμηνεύω σωστά– υπήρξε καταφατική, οπότε, αν θέλω να πειθαρχήσω στο πρόγραμμα της εκδήλωσης ως προς το γράμμα και την τάξη του, δηλαδή, αν θέλω να επιβεβαιώσω ότι δεν θα υπάρξει απλώς άλλη μία συζήτηση, αλλά μια συζήτηση – αντιπαράθεση (η μόνη σύμφωνα με το πρόγραμμα), είμαι υποχρεωμένος να απαντήσω αρνητικά στο ερώτημα και να δηλώσω ευθαρσώς «όχι! ο Φουκώ δεν ήταν απατεώνας»· και έτσι να σας δικαιώσω για τον κόπο που κάνατε να έρθετε ως εδώ για να παρακολουθήσετε μια φουκωμαχία…

Επειδή τυχαίνει να είμαι φουκώφιλος –στην εποχή μας καμία διαστροφή δεν είναι ντροπή– στέκομαι αμήχανος ενώπιον αυτού του ερωτήματος, καθώς νιώθω ότι είμαι αντιμέτωπος με ένα παράδοξο, ανάλογο με εκείνο του Επιμενίδη, ο οποίος απεφάνθη ότι «Κρήτες αεί ψεύσται» (οι Κρήτες είναι πάντοτε ψεύτες)· απόφανση που οδηγεί επ’ άπειρον σε λογικά παράδοξα, καθώς δεδομένου ότι ο Επιμενίδης υπήρξε αρχαίος μάντης από την Κρήτη, τότε αν λέει ψέματα ότι οι Κρήτες λένε ψέματα, λέει την αλήθεια και αν λέει την αλήθεια ότι λένε ψέματα, τότε λέει ψέματα. Δυστυχώς, ο Μαντοζιό [Mantozio] στρέφει τα βέλη της κριτικής του στον Φουκώ [Foucault] και όχι στον Επιμενίδη, γιατί διαφορετικά δεν θα φοβόταν μήπως το πρόβλημα της γλωσσικής αναπαράστασης της πραγματικότητας, και των αντιφάσεων ή των παραδόξων που γεννά η λογική, οφείλεται σε κάποιον «μεταμοντερνισμό», αλλά θα αντιλαμβανόταν ότι προκύπτει και αναδύεται δομικά και εξ αρχής. Δυστυχώς, ο Μαντοζιό επαναλαμβάνει ένα σύνηθες λάθος ανάγνωσης· δεν ιστορικοποιεί και θεωρεί ότι κάτι νεφελώδες και αόριστο όπως ο γαλλοτραφής «μεταμοντερνισμός» και η αμερικανόφερτη «French Theory» είναι αιτίες για την κρίση της θεωρίας και για την ανήθικη στάση των διανοουμένων-απατεώνων, όπως αυτή έχει προκύψει τις τελευταίες δεκαετίες.

Ο Λουκιανός, όμως, ρήτορας από τη Συρία, εντοπίζει απατεώνες, οι οποίοι άλλα λένε και άλλα κάνουν και οι οποίοι φροντίζουν το στυλ περισσότερο από την ουσία, πολύ πριν ανακαλυφθεί η Αμερική και πολύ πριν καλυφθεί από την «ομιχλώδη» γαλλική θεωρία· γράφει, λοιπόν, από την απόσταση της Αθήνας του 2ου αιώνα μ.Χ: «Έβλεπα, όμως, με αγανάκτηση ότι πολλοί δεν διακατέχονταν από έρωτα προς τη φιλοσοφία και το μόνο που ποθούσαν ήταν η φήμη που εκείνη αποφέρει. Στα εύκολα βέβαια και στα εξωτερικά και σε εκείνα που ο καθένας μπορεί να υποκριθεί έδιναν την εντύπωση σπουδαίων ανθρώπων (και εννοώ στη γενειάδα και στο βάδισμα και στην περιβολή), αλλά στη ζωή και στις πράξεις έρχονταν σε αντίφαση με το παρουσιαστικό τους και, κάνοντας τα αντίθετα προς τα διδάγματα της φιλοσοφίας, κατέστρεφαν την αξιοπιστία της υπόσχεσης».[1]

Αν επιστρέψουμε στην Αθήνα του σήμερα, κάποιος που πάσχει από φουκωφιλία έρχεται, κατά τον ίδιο τρόπο με τον Επιμενίδη, σε αδιέξοδο ενώπιον του ερωτήματος «ήταν ο Φουκώ απατεώνας;»· διότι, αν απαντήσει αρνητικά, απλώς θεωρείται πως επιβεβαιώνει την ασθένειά του και την έλλειψη «καθαρής» και «κριτικής» ματιάς, ενώ αν απαντήσει καταφατικά, απλώς θεωρείται πως αρνείται να μπει στην αντιπαράθεση, επειδή λόγω της ασθένειάς του δεν μπορεί να απαντήσει με επιχειρήματα στην κριτική που δέχεται το αντικείμενο της επιθυμίας του· ή, ακόμα χειρότερα, μπορεί να θεωρηθεί πως είναι και ο ίδιος απατεώνας, αφού με μια απάντηση του τύπου «ναι, ήταν απατεώνας, και τι με αυτό;» προχωρά ως φουκωλάτρης σε υπόθαλψη και υπεράσπιση του εγκληματία Δασκάλου. Κοντολογίς, γιατί και πώς να μιλήσει ένας φουκώφιλος σε μια εκδήλωση που θέτει το ερώτημα «ήταν ο Φουκώ απατεώνας;», αφού a priori θα κατηγοριοποιηθεί και θα κατηγορηθεί για τη φουκωφιλία του;

Το παράδοξο αδιέξοδο του φουκώφιλου που πρέπει να απαντήσει στο ερώτημα της σημερινής βραδιάς μού θύμισε τον γάλλο συγγραφέα Γκυ ντε Μωπασσάν [Guy de Maupassant], ο οποίος στις 14/2/1887, μαζί με δεκάδες άλλους καλλιτέχνες και διανοούμενους, υπέγραψε και απέστειλε στον Τύπο επιστολή διαμαρτυρίας σχετικά με την ανέγερση του Πύργου του Άιφελ [Eiffel], επειδή, σύμφωνα με τους υπογράφοντες, θα αλλοίωνε την αισθητική της Πόλης του Φωτός. Η πρώτη αυτή δημόσια διαμαρτυρία διανοουμένων μέσω της –καινοφανούς και πρωτοφανούς τότε– πρακτικής της συγγραφής κειμένου και της συλλογής υπογραφών στέφθηκε με παταγώδη αποτυχία, καθώς ο Πύργος του Άιφελ ανεγέρθηκε όχι μόνο για τα επόμενα 20 χρόνια, όπως ήταν το αρχικό πλάνο των κατασκευαστών του, αλλά ακόμα και στον 21ο αιώνα σχίζει στα δύο το Παρίσι.

Ο Μωπασσάν ηττημένος από την ολοκλήρωση της ανέγερσης και απογοητευμένος από τη δημοφιλία του Πύργου τόσο ανάμεσα στους Παριζιάνους, όσο και στους τουρίστες, προχώρησε σε μία παράδοξη επίλυση του προβλήματος: πήγαινε να γευματίσει καθημερινά στο εστιατόριο που βρισκόταν στον πρώτο όροφο του Πύργου. Σε όποιον τον ρωτούσε για τη στάση του αυτή απαντούσε: «έρχομαι, γιατί είναι το μόνο μέρος, όπου μπορείς να βλέπεις το Παρίσι χωρίς να χρειάζεται να βλέπεις τον Πύργο του Άιφελ».[2]

Κατ’ αναλογία, ένας φουκώφιλος από τη στιγμή που η μομφή περί «διανοητικής ανεντιμότητας, ανευθυνότητας και απάτης» του Φουκώ τέθηκε ως ετυμηγορία και δημόσια καταδίκη –ο τίτλος του δοκιμίου του Μαντοζιό δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφιβολίας ή διερώτησης– βλέπει τη σημερινή βραδιά, τη βραδιά του ερωτήματος και όχι της καταδίκης, όπως έβλεπε ο Μωπασσάν το εστιατόριο του Άιφελ: ως καταφύγιο. Αφενός, γιατί όπως έλεγε ο Όσκαρ Ουάιλντ [Oscar Wilde], « ένα μόνο είναι χειρότερο από το να μιλούν άσχημα για εσένα· κι αυτό είναι να μη μιλούν καθόλου για εσένα»·[3] συνεπώς, καλύτερα μία εκδήλωση που μιλούν άσχημα για τον Φουκώ, παρά καμία εκδήλωση για τον Φουκώ, αφού στην κοινωνία του θεάματος γνωρίζουμε πως «δεν υπάρχει αρνητική διαφήμιση». Αφετέρου, η σημερινή βραδιά, η βραδιά του ερωτήματος και όχι της καταδίκης, αποτελεί καταφύγιο για όποιον, φουκώφιλο ή μη, θέλει να σκεφθεί πάνω στο παρ-όν του και στον τρόπο ανά-γνωσής του, και άρα να θέσει ερωτήματα σχετικά με τις θεωρητικές προϋποθέσεις και συνεπαγωγές της καταδίκης του Φουκώ, δηλαδή σχετικά με το σύμπτωμα που εκδηλώνεται με την έκδοση του δοκιμίου του Μαντοζιό· άρα, σχετικά με τις προϋποθέσεις και συνεπαγωγές της φουκωφοβίας που διακατέχει τον Μαντοζιό όσο και μεγάλο κομμάτι της «ριζοσπαστικής σκέψης» εντός και εκτός Πανεπιστημίου, στην Ελλάδα και διεθνώς.

Συνεπώς, θα πρότεινα το δοκίμιο του Μαντοζιό να μπει στον Εύδοξο ως δωρεάν σύγγραμμα για τους φοιτητές, όχι μόνο επειδή είναι προτιμότερη η έντυπη καταδίκη του Φουκώ ως «απατεώνα» σε σύγκριση με την απάτη της λογοκρισίας μέσω της αποσιώπησης ακόμα και του ονόματος Φουκώ από τους «εχθρούς» του ή της συστηματικής παρανάγνωσης και μικροπολιτικής χρήσης του από τους υποτιθέμενους «θαυμαστές» του που κυριαρχεί σήμερα· αλλά και επειδή η ανάγνωση του δοκιμίου του Μαντοζιό λειτουργεί ως λυδία λίθος για τον αναγνώστη και την πολιτική και ηθική προοπτική της ανάγνωσής του.

Ως φουκώφιλος εύχομαι να διαβαστεί από όσους περισσότερους γίνεται, καθώς θα μπορούσε να λειτουργήσει ως «άσκηση εαυτού» ή «τεστ προσωπικότητας» για τους αναγνώστες. Διότι συνιστά τη λυδία λίθο που μας βοηθά να διακρίνουμε ανάμεσα σε φουκωλάτρες (αυτούς που δεν καταδέχονται καν να διαβάσουν ένα βιβλίο με αυτόν τον τίτλο, γιατί γνωρίζουν ήδη εξ ακοής ότι ο Φουκώ είναι «μεγάλος και τρανός», με τον ίδιο τρόπο που γνωρίζουν εξ ακοής ποιος είναι ο μπαμπάς τους, δηλαδή μόνο και μόνο επειδή τους τον σύστησε έτσι η μαμά τους)· σε φουκώφιλους (αυτούς που το διαβάζουν, αλλά διαφωνούν ριζικά, καθώς αντιλαμβάνονται και διακρίνουν τη διαφορά ανάμεσα σε μία προσεκτική και σε μία βιαστική και κακόπιστη ανάγνωση του Φουκώ)· και στους φουκωφοβικούς (αυτούς που, είτε το διαβάσουν είτε δεν το διαβάσουν, δεν χρειάζεται καν να διαβάσουν τον ίδιο τον Φουκώ για να πειστούν ότι είναι απατεώνας, γιατί η μαμά τους τούς είπε με ποιους δεν πρέπει να κάνουν παρέα, αν δεν θέλουν να τους μαλώσει ο μπαμπάς τους).

Ως φουκώφιλος, λοιπόν, επιθυμώ να διαβαστεί προσεκτικά ο Μαντοζιό, για να γίνει δημόσια γνωστή η φουκωφοβία που διακατέχει τον «ριζοσπαστικό χώρο» 35 χρόνια μετά τον θάνατο του Φουκώ και για να αναλάβει ο κάθε αναγνώστης την ευθύνη του απέναντι όχι μόνο στη «μόδα» του Φουκώ, αλλά και στη φοβία απέναντι στον Φουκώ. Όπως σημειώνει ο Χέγκελ [Hegel], «o Αλέξανδρος, έχοντας ακούσει πως ο δάσκαλός του δημοσίευε γραπτά για τη φιλοσοφία του, του έγραψε από τα βάθη της Ασίας πως δεν θα έπρεπε να καταστήσει κτήμα του όχλου ό,τι από κοινού είχαν φιλοσοφήσει. Τότε ο Αριστοτέλης υπεράσπισε τον εαυτό του, λέγοντας ότι η φιλοσοφία του ήταν και επίσης δεν ήταν δημοσιευμένη. Κατά τον ίδιο τρόπο πρέπει τώρα η φιλοσοφία να αναγνωρίσει βεβαίως τη δυνατότητα στον λαό να ανυψώνεται προς αυτήν, ενώ η ίδια δεν πρέπει να πέφτει στο επίπεδο του λαού».[4] Δεν υπάρχει, δηλαδή, «Διαφωτισμός» και «Νεωτερικότητα», αν ο αναγνώστης δεν αναλάβει την προσωπική του ευθύνη να διαβάσει ο ίδιος τα κείμενα και να σκεφτεί ο ίδιος πάνω σε αυτά πέρα από τα όρια της «κοινής γνώμης» και της «κοινής λογικής», χωρίς να περιμένει τη διαμεσολάβηση της ανάγνωσης από τους «φίλους του λαού», η οποία είναι γνωστή ως «εκλαΐκευση».

Για να προλάβω τους φουκωφοβικούς συνειρμούς ορισμένων περί δήθεν «μεταμοντέρνας» έγνοιας και προσκόλλησης των «φιλοσοφούντων αερολόγων» με το ζήτημα της ανάγνωσης και το ζήτημα του κειμένου, με δήθεν ανομολόγητο σκοπό να αποσιωπηθούν τα ζητήματα ουσίας, παραθέτω κάποιον που έδινε τόσο μεγάλη σημασία στο ζήτημα της ανάγνωσης και της ατομικής ευθύνης του αναγνώστη, ώστε να το θέτει ανοικτά στον πρόλογο του πλέον επιστημονικού του έργου: «δεν μπορεί κανείς να κατηγορήσει το βιβλίο αυτό ότι είναι δυσνόητο. Προϋποθέτω φυσικά αναγνώστες που θέλουν να μάθουν κάτι το καινούργιο και επομένως να σκεφτούν και οι ίδιοι»·[5] Πρόλογος στο Κεφάλαιο του Μαρξ [Marx]· δεν χρειάζεται να είναι κανείς «μεταμοντέρνος», για να εστιάσει στην πολιτική σημασία της τέχνης της ανάγνωσης και στην ηθική που προϋποθέτει και απαιτεί από τον αναγνώστη· χρειάζεται απλώς να είναι μοντέρνος, πολύ μοντέρνος σαν τον Μαρξ, για να κατανοήσει ότι δεν μπορεί να υπάρξει συλλογική πολιτική δράση δίχως το ατομικό θάρρος που απαιτεί η ανάγνωση και δη η ανά-γνωση του παρόντος· μας προειδοποιεί, άλλωστε, στον ίδιο Πρόλογο: «Ο Περσέας χρειαζόταν μια κουκούλα από σύννεφο για να κυνηγάει τα τέρατα. Εμείς κατεβάζουμε την κουκούλα βαθιά και σκεπάζουμε μάτια και αυτιά, για να μπορούμε να αρνούμαστε την ύπαρξη των τεράτων».[6] Το αποτέλεσμα; Τερατώδεις αναγνώσεις κυριαρχούν σε σημείο που να αναρωτιέται κανείς, αν τα υπό συζήτηση κείμενα είναι ή δεν είναι δημοσιευμένα…

Αν κάνει τον κόπο κάποιος να μπει, όπως μπήκε ο Μωπασσάν εντός του Πύργου του Άιφελ, εντός του ερωτήματος «ήταν ο Φουκώ απατεώνας;», για να βρει καταφύγιο από τις βιαστικές αναγνώσεις που κυριαρχούν και από τις εισαγγελικές κατηγορίες που εκτοξεύονται, θα μπορέσει να δει καθαρότερα το εκτός του ερωτήματος, το έξω που γεννά τη φουκωφοβία, δεδομένου ότι το ίδιο το ερώτημα, αν ληφθεί κυριολεκτικά και εντός της εσωτερικής του οικονομίας, δηλαδή με όλες τις συνηχήσεις και συμπαραδηλώσεις αστυνομικού και δικαστικού χαρακτήρα που φέρει, είναι καθεαυτό αδιάφορο και δεν συνιστά κάποια σπουδαία αστυνομική επιτυχία. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς αστυνομικό δαιμόνιο, για να «συλλάβει» ως «απατεώνα» εν έτει 2019 (ο Μαντοζιό το έγραψε το 2007, αλλά το θεωρεί ακόμα επίκαιρο), κάποιον σαν τον Φουκώ που ομολογεί ανερυθρίαστα και οικειοθελώς τον Μάιο του 1984 το «έγκλημα» και την «απάτη» του: «Πιστεύω ότι πράγματι με έχουν τοποθετήσει στο ένα μετά το άλλο και ενίοτε ταυτοχρόνως στα περισσότερα από τα τετράγωνα της πολιτικής σκακιέρας: αναρχικός, γκωλικός, φανερός ή μη μαρξιστής, μηδενιστής, απροκάλυπτος ή μη αντιμαρξιστής, τεχνοκράτης στην υπηρεσία του γκωλισμού, νεοφιλελεύθερος… Ένας Αμερικανός καθηγητής διαμαρτυρήθηκε που προσκλήθηκε στις Η.Π.Α. ένας κρυπτομαρξιστής όπως εγώ, και έχω κατηγορηθεί από τον Τύπο του ανατολικού μπλοκ ως ένας συνένοχος της αντίδρασης. Κανείς από αυτούς τους χαρακτηρισμούς δεν έχει νόημα από μόνος του· το σύνολό τους, από την άλλη, κάτι σημαίνει. Και πρέπει να ομολογήσω ότι αυτό που σημαίνει δεν με ενοχλεί καθόλου».[7]

Είναι η τελευταία φράση του Φουκώ που μετατρέπει το ανθρωποκυνηγητό του Μαντοζιό σε αστυνομική περιπέτεια του επιθεωρητή Κλουζό· διότι, όπως προειδοποιεί ο Νίτσε [Nietzsche], «οι χειρότεροι αναγνώστες είναι εκείνοι που συμπεριφέρονται σαν στρατιώτες που λεηλατούν: αρπάζουν μερικά πράγματα τα οποία μπορούν να χρησιμοποιήσουν, βρωμίζουν και αναστατώνουν τα υπόλοιπα και καθυβρίζουν τα πάντα».[8] Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο το να επιθυμείς να συλλάβεις τον «απατεώνα»· όμως, ο Φουκώ όχι μόνο ομολογεί ότι έχει τοποθετηθεί από άλλους σε όλα τα τετράγωνα της πολιτικής σκακιέρας, αλλά δηλώνει ότι δεν έχει καμία πρόθεση να παραστήσει τον αυθεντικό και αποκλειστικό εκφραστή κάποιας πολιτικής ταυτότητας, αφού, όπως δηλώνει, δεν ενοχλείται καν από το γεγονός ότι του αποδίδουν τις πλέον ριζοσπαστικές και τις πλέον αντιδραστικές ταυτόχρονα. Δεν προσπαθεί να εξαπατήσει ότι ανήκει σε ένα τετράγωνο της σκακιέρας και κάποιοι τον τοποθετούν αλλού· συνεπής με τη θεωρία του ότι ο συγγραφέας είναι μία λειτουργία,[9] και όχι ένα κυρίαρχο υποκείμενο που μπορεί ή πρέπει να ποδηγετήσει και να επιβάλλει μία ανάγνωση στα κείμενά του, αντιλαμβάνεται ότι και ο ίδιος υπό-κειται στους αναγνώστες των κειμένων του και ότι και οι δύο, τόσο ο συγγραφέας όσο και οι αναγνώστες, υπό-κεινται στην ιστορικότητα, στο γίγνεσθαι. Οπότε είναι μάταιο να επιχειρήσει καν να επιβάλλει μία ανάγνωση· οι αναγνώστες του μέλλοντος θα διαμορφώσουν το κείμενο του Φουκώ, ανάλογα με τις ικανότητες και σύμφωνα με τις ανάγκες τους.

Ο Φουκώ έχει γίνει πολλάκις σαφής ως προς αυτήν την υλική σχέση ανάμεσα στο κείμενο του συγγραφέα και στο συγ-κείμενο της ιστορίας. Για παράδειγμα, σε συνέντευξη το 1978 θα πει: «Είναι βέβαιο ότι δίχως τον Μάη του ’68 δεν θα είχα κάνει ποτέ αυτά που έκανα αναφορικά με τη φυλακή, την παραβατικότητα, τη σεξουαλικότητα. Τίποτα από αυτά δεν ήταν εφικτό πριν από τον Μάη».[10] Στο σημείο αυτό, ο Μαντοζιό βάζει μία υποσημείωση με το έμπλεο ιδεαλιστικής αφέλειας σχόλιο: «Αυτή η παρατήρηση δείχνει τον εγγενή κομφορμισμό της σκέψης του Φουκώ. Ήταν απολύτως δυνατό να πραγματευτεί κανείς τη φυλακή, την παραβατικότητα και τη σεξουαλικότητα πριν από τον Μάη του ’68. Απλά ο Φουκώ δεν το έκανε».[11]

Δηλαδή, κατά Μαντοζιό, ο Φουκώ δεν θα ήταν κομφορμιστής και απατεώνας, αν υποστήριζε ότι ο ίδιος ως συγγραφικό υποκείμενο μέσω των έργων του είναι ο απόλυτος υπεύθυνος για το άνοιγμα της συζήτησης για διάφορα ζητήματα της γαλλικής κοινωνίας εντελώς ανεξάρτητα από τις ιστορικές, πολιτικές, οικονομικές, πολιτισμικές εξελίξεις· αν ο Φουκώ υποστήριζε, δηλαδή, ότι ο συγγραφέας σκέφτεται και γράφει σε συνθήκες ιστορικού κενού και ότι είναι απλώς ζήτημα βούλησης και απόφασης του ίδιου του συγγραφέα το αν και κατά πόσο θα απασχολήσει και θα επηρεάσει την κοινωνία με το έργο του. Συμπέρασμα; Κατά Μαντοζιό, ισχύει ό,τι ισχύει και για την πατροπαράδοτη παιδαγωγική που μας κληροδοτούν από γενιά σε γενιά ως απόσταγμα ύψιστης σοφίας και πυξίδας για τη ζωή: «Δεν υπάρχει ‘‘δεν μπορώ’’· υπάρχει ‘‘δεν θέλω’’!». Η λυδία λίθος του Μαντοζιό μας δείχνει ότι, αν πράγματι ο Φουκώ δεν ήταν απατεώνας και ήθελε πραγματικά να μιλήσει για ζητήματα που βρίσκονταν στο περιθώριο πριν τον Μάη, όλο το σύμπαν θα συνωμοτούσε, για να γίνει ο Μάης μια ώρα αρχύτερα…

Κι όμως, ο Φουκώ δηλώνει καθαρά και έντιμα ότι τα ίδια του τα έργα –όπως ακριβώς και όλων των στοχαστών– όχι μόνο βρίσκονται εντός ιστορίας, αλλά ότι υπό-κεινται, καθορίζονται και προέρχονται από συγκεκριμένα συστήματα εξουσίας και άρα εναπόκειται στους αναγνώστες να τα χρησιμοποιήσουν, να τα βραχυκυκλώσουν και να ασκήσουν κριτική στα συστήματα εξουσίας που τα γέννησαν. Ο Μαντοζιό έχει την εντιμότητα να παραθέσει τον Φουκώ: «Όλα μου τα βιβλία, […] είναι, αν θέλετε, μικρές εργαλειοθήκες. Αν κάποιοι επιθυμούν να τα ανοίξουν, να κάνουν χρήση μιας φράσης, μιας ιδέας, μιας ανάλυσης, όπως κάνουμε με ένα κατσαβίδι ή με ένα χαλαρό μπουλόνι, προκειμένου να βραχυκυκλώσουν, να απονομιμοποιήσουν, να ανατρέψουν τα συστήματα εξουσίας, περιλαμβανομένων ενδεχομένως ακόμη και εκείνων εκ των οποίων προέρχονται τα βιβλία μου… ε, τότε, τόσο το καλύτερο!».[12] Αν ο Μαντοζιό δεν βιαζόταν στην ανάγνωση, θα αντιλαμβανόταν ότι δεν μπορεί να παραθέτει τον Φουκώ να καλεί τους αναγνώστες του «να ανατρέψουν τα συστήματα εξουσίας, περιλαμβανομένων ενδεχομένως ακόμη και εκείνων εκ των οποίων προέρχονται τα βιβλία» του και ο ίδιος λίγες μόλις σελίδες παρακάτω να κατηγορεί τον Φουκώ για έπαρση και «ότι σχετικοποιεί τα πάντα εκτός από τον δικό του λόγο».[13]

Ο Μαντοζιό γράφει το δοκίμιό του, με τη διόλου ευκαταφρόνητη φιλοδοξία «να συνεισφέρει στην αποκατάσταση του κριτικού πνεύματος, για το οποίο δεν υφίστανται ιερές αγελάδες».[14] Απολύτως σύμφωνοι ως προς τις «ιερές αγελάδες»· υπό μία προϋπόθεση: όπως συμβουλεύει ο Νίτσε, για να μπορεί κανείς να ασκεί κριτική πρέπει να διαβάζει σαν αγελάδα, δηλαδή μηρυκάζοντας, ανα-μασώντας και όχι σαν μοντέρνος άνθρωπος, με βιασύνη και ταχύτητα. Αντιστέκομαι στον πειρασμό να παραθέσω και πάλι Νίτσε, για να μη δώσω τροφή στα σχόλια περί «μεταμοντερνισμού» και στρέφομαι στην αγκαλιά ενός φιλοσόφου που και ο ίδιος κατηγορήθηκε ότι είναι «δυσνόητος», όπως ακριβώς κατηγορήθηκε ότι ήταν «σκοτεινός» και ο πατέρας της διαλεκτικής, ο διαβόητος Ηράκλειτος· στρέφομαι στον Χέγκελ: «Ο Ηράκλειτος θεωρούνταν σκοτεινός και κατέστη διάσημος λόγω του δυσνόητου των συγγραμμάτων του. Ο Κικέρων, είχε μία ατυχή έμπνευση, όπως συνήθως, δηλαδή ισχυρίστηκε ότι επίτηδες ο Ηράκλειτος έγραψε δυσνόητα. Τούτο είναι, όμως, πολύ σαχλό. Τη δική του κακογουστιά και κακοπιστία τη μεταφέρει στον Ηράκλειτο». Στον Χέγκελ που στην κορύφωση της Νεωτερικότητας δηλώνει ευθαρσώς και με φιλοσοφικο-λογοτεχνική μορφή ότι στρέφεται στον προσωκρατικό Ηράκλειτο για να βρει ένα σταθερό σημείο αναφοράς. Προσέξτε τη λογοτεχνική μεταφορά που χρησιμοποιεί ένας φιλόσοφος που ξέρει να σκέφτεται και να γράφει: «Εδώ βλέπουμε επιτέλους από το κατάρτι ξηρά»· τη λογοτεχνία ακολουθεί η φιλοσοφία: «Δεν υπάρχει ούτε μία πρόταση του Ηράκλειτου που να μην την έχω συμπεριλάβει στη Λογική μου».[15]

Κακογουστιά και κακοπιστία αναγνωστική που φαίνεται από τις πρώτες κιόλας γραμμές του δοκιμίου του Μαντοζιό: ο Φουκώ χαρακτηρίζεται ως ο διαχρονικότερος «απ’ όλους τους φιλοσοφούντες αερολόγους» κι ας ήταν εκείνος που αντί να θεωρητικολογεί και να αερολογεί, έμπηγε με δύναμη την αρχαιολογική του σκαπάνη στο έδαφος, όχι για να ανακαλύψει τι βρίσκεται από κάτω, αλλά για να ανοίξει ρωγμές στο έδαφος που πατάμε εδώ και τώρα αλλάζοντας την εικόνα του παρόντος και αναγκάζοντάς μας να χάσουμε τη γη κάτω από τα πόδια μας· γιατί το πρώτο πράγμα που κάνει η αρχαιολογική σκαπάνη είναι να αλλοιώσει την επιφάνεια και όχι το βάθος… Και σε αυτό συγγενεύει με τη φιλοσοφία, η οποία διακρίνεται σαφώς από την επιστήμη ως προς την προοπτική θέασης, όπως μας υπενθυμίζει ο Φουκώ: «Εδώ και πολύ καιρό γνωρίζουμε ότι ο ρόλος της φιλοσοφίας δεν είναι να αποκαλύψει αυτό που είναι κρυμμένο, αλλά να καταστήσει ορατό αυτό ακριβώς που είναι ορατό, ήτοι να κάνει να εμφανιστεί αυτό που είναι τόσο κοντινό, τόσο άμεσο, αυτό που είναι τόσο μύχια συνδεδεμένο με εμάς τους ίδιους, το οποίο εξαιτίας αυτού ακριβώς του γεγονότος δεν το αντιλαμβανόμαστε. Διότι, αν ο ρόλος της επιστήμης είναι να κάνει γνωστό αυτό που δεν βλέπουμε, ο ρόλος της φιλοσοφίας είναι να καταστήσει ορατό αυτό που βλέπουμε. Κατά συνέπεια, η αποστολή της φιλοσοφίας σήμερα θα μπορούσε κάλλιστα να είναι η εξής: ποιες ακριβώς είναι αυτές οι σχέσεις εξουσίας στις οποίες εμπλεκόμαστε και στο πλαίσιο των οποίων εμπλέκεται η ίδια η φιλοσοφία εδώ και τουλάχιστον εκατόν πενήντα χρόνια;».[16]

Πρέπει να έχει κανείς μάτια διάπλατα κλειστά (eyes wide shut),[17] δηλαδή μάτια τυφλά, όχι επειδή είναι ερμητικά κλειστά, αλλά τυφλά αν και είναι ανοικτά, για να μην βλέπει κανείς αυτό που βρίσκεται κάτω από τη μύτη του. Διόλου παράδοξο, θα μπορούσε να πει κανείς, καθώς αυτό που είναι πράγματι το δυσκολότερο για τα μάτια μας να δουν είναι αυτό που βρίσκεται ακριβώς κάτω από τη μύτη μας, δηλαδή τον τόπο από όπου η εξουσία μας μιλά και μας εγκαλεί στο όνομα της Αλήθειας: το ίδιο μας το στόμα. Διόλου παράδοξο που ο Μαρξ, όντας πολύ και υπερβολικά μοντέρνος και όχι «μεταμοντέρνος», μίλησε και για τον φετιχισμό που τυφλώνει και αντιστρέφει την πραγματικότητα, αλλά και για το ασυνείδητο που γνωρίζει χωρίς να το ξέρει: «Δεν το ξέρουν αυτό, μα το κάνουν».[18]

Ενδεχομένως αντί να αναρωτιέται κάποιος αν ο Φουκώ ήταν «απατεώνας», επειδή δίδασκε στο Collège de France, θα ήταν πιο χρήσιμο και για το κίνημα και για την κριτική σκέψη, αλλά και για τη συγκυρία, στην Ελλάδα και διεθνώς, τώρα που διαλύθηκαν οι αυταπάτες και η ελπίδα δεν ήρθε στο ραντεβού της με την Ιστορία, το να στρέψει κανείς το βλέμμα σε ένα φουκωικό ερώτημα με ημερομηνία 31/1/1979 στο πλαίσιο των μαθημάτων του για τη Γέννηση της Βιοπολιτικής: «Ποια θα μπορούσε να είναι η κατάλληλη για τον σοσιαλισμό κυβερνητικότητα; Υπάρχει μία κυβερνητικότητα κατάλληλη για τον σοσιαλισμό; Ποια κυβερνητικότητα είναι εφικτή ως αυστηρά, εγγενώς αυτόνομα, σοσιαλιστική κυβερνητικότητα; Ούτως ή άλλως, ας ξέρουμε μόνο ότι, αν υπάρχει μια κυβερνητικότητα πραγματικά σοσιαλιστική, δεν είναι κρυμμένη στο εσωτερικό του σοσιαλισμού και των κειμένων του. Δεν μπορούμε να τη συμπεράνουμε. Πρέπει να την επινοήσουμε».[19]

Κάποιοι νομίζουν ότι προσφέρουν υπηρεσίες στην κριτική σκέψη και πράξη, συζητώντας αν ο Φουκώ –την ώρα που θέτει αυτό το ερώτημα περί επιτακτικότητας της επινόησης μιας μη-καπιταλιστικής και μη-φιλελεύθερης κυβερνητικότητας και περί της ιστορικής συνθήκης του παρόντος– είχε παρασυρθεί από τον ισλαμικό φονταμενταλισμό και τον Χομεϊνί, ή αν είχε υπάρξει ο ίδιος νεοφιλελεύθερος, ή αν είχε στραφεί στον ηδονισμό σύμφωνα με τις τεχνικές εαυτού γύρω από τη σεξουαλικότητα, μη αντιλαμβανόμενοι ότι ανοίγουν τη φουκωική εργαλειοθήκη με μάτια διάπλατα κλειστά μπροστά στο κατεξοχήν ερώτημα του παρόντος: μπορεί η Αριστερά να επινοήσει μία μη-φιλελεύθερη κυβερνητικότητα ή απλώς ενδιαφέρεται για την κατάληψη της εξουσίας αποτελώντας συνέχεια του Κράτους και προετοιμάζοντας την έξοδό του στις Αγορές; Αν δεν μπορεί να επινοήσει, ευθύνεται ο αγγελιοφόρος που φέρει το μήνυμα και θέτει το ερώτημα ή κάτι άλλο;

Κάποιος φουκώφιλος θα ισχυριζόταν πως το ότι η «κριτική σκέψη» διαβάζει με μάτια διάπλατα κλειστά τα φουκωικά ερωτήματα και το ότι δεν βλέπει αυτό που βρίσκεται κάτω από τη μύτη της είναι ζήτημα φουκωφοβίας. Ενδεχομένως. Σίγουρα, όμως, είναι ζήτημα ανά-γνωσης του παρ-όντος…

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Θανάσης Λάγιος

Θανάσης Λάγιος

Ο Θανάσης Λάγιος είναι δρ. Φιλοσοφίας. Έχει συγγράψει βιβλία, και έχει κάνει μεταφράσεις στο πεδίο της φιλοσοφίας και της κοινωνικής θεωρίας. Το τελευταίο του βιβλίο, μαζί με τη Βάσια Λέκκα και τον Γρηγόρη Πανουτσόπουλο, ήταν το Διάχυση Συνόρων, Χάραξη Σωμάτων, Σημεία Καταγραφής (futura 2016 και υπό έκδοση Palgrave Macmillan).

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε