Επίκαιρα Τεύχος #08

«Καπιταλιστικός λόγος και υποκειμενικότητα στη λακανική θεωρία», του Στιν Φανχούλε

Το κείμενο του Βέλγου ψυχαναλυτή και πανεπιστημιακού Στιν Φανχούλε (Stijn Vanheule) με τίτλο «Capitalist Discourse, Subjectivity and Lacanian Psychoanalysis» προσφέρει μια σχετικά εύληπτη πρώτη επαφή με τον καπιταλιστικό λόγο του Λακάν, αφού πρώτα κάνει μια ικανοποιητική εισαγωγή στους τέσσερεις «κλασικούς» λόγους και την προβληματική της μη-σχέσης, ενώ δεν λείπει και η αναφορά στο ρόλο του αναλυτικού λόγου και της διεξόδου που προσφέρει. Το απόσπασμα της μετάφρασης που δημοσιεύεται εδώ αφορά τον καπιταλιστικό λόγο. Όλόκληρο το μεταφρασμένο κείμενο του Φανχούλε μπορείτε να διαβάσετε και να το κατεβάσετε ως .pdf αρχείο εδώ: marg_keim_1-vanheule-papazach.pdf
Φοιτητές από τη Σχολή Επικοινωνίας και Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου του Σάο Πάουλο σε περφόρμανς με τίτλο «Blind Ones» (Τυφλοί/Τυφλές Μονάδες), σε εμπορικό κέντρο στη Νατάλ, πρωτεύουσα της πολιτείας Ρίο Γκράντε ντο Νόρτε, στις 9 Δεκεμβρίου 2013. Πηγή: http://www.chinadaily.com.cn

Γιατί να ενδιαφερθεί ο κόσμος της αριστεράς για τον καπιταλιστικό λόγο του Λακάν; Ακόμα κι αν γίνει δεκτό ότι το εν λόγω θεωρητικό σχήμα αποτελεί μια αρκετά ισχυρή και διεισδυτική περιγραφή της υποκειμενοποίησης της καπιταλιστικής ηγεμονίας κατά τα χρόνια της καταναλωτικής ευδαιμονίας που προηγήθηκαν της τρέχουσας καπιταλιστικής κρίσης, κοινώς, της ενσωμάτωσης των από κάτω στο σύστημα, ποια είναι η επικαιρότητά του στη νέα μετα-μνημονιακή εποχή της επιθετικής λιτότητας και της νέας φτώχειας; Μια από τις πιθανές απαντήσεις αναδύεται από το αίτημα που κυριάρχησε στις κοινωνικές διαμαρτυρίες της μνημονιακής περιόδου, το οποίο μπορεί να συμβολοποιηθεί ως «δώστε μας πίσω αυτά που μας παίρνετε». Αν το καλοσκεφτούμε, καμία ιδιαίτερη ανάπτυξη κάποιου επαναστατικού κινήματος δεν συνέβη, παρά την σκληρή στάση των πολιτικών και οικονομικών ελίτ την τελευταία δεκαετία. Αντίθετα, ευδοκίμησαν μερικώς διάφορες περιπτώσεις ριζοσπαστικού (ή και όχι) ρεφορμισμού, ο οποίος μόνο ανθεκτικός δεν φάνηκε στην εκ νέου συστημική ενσωμάτωσή του.

Σχετικά, λοιπόν, με το φαινόμενο της ανθεκτικότητας του καπιταλισμού (και χωρίς να απορρίπτουμε την αυτονομία του πολιτικού), το σχήμα του καπιταλιστικού λόγου μας βοηθά να κατανοήσουμε τι διακυβεύεται σε υποκειμενικό επίπεδο, δηλαδή την απροθυμία του υποκειμένου να αποχωριστεί τον εμπεδωμένο τρόπο απόλαυσης του. Πρέπει δε να σημειώσουμε ότι οι πολύμορφες εκδηλώσεις του δεν αφήνουν απαραίτητα απ’ έξω τον κόσμο της φτώχειας ή το δυναμικό της αριστεράς και του κινήματος, καθώς ο καπιταλιστικός λόγος δεν αφορά μόνο την (συχνή) κατανάλωση (ακριβών) εμπορευμάτων. Το σύνθημα του καπιταλιστικού λόγου δεν είναι «αγόρασε!», αλλά «απόλαυσε!». Πρόκειται για κάτι πολύ ευρύτερο, που ναι μεν περιλαμβάνει τον κλασικό καταναλωτισμό, αλλά στην εποχή των δωρεάν facebook, instagram, youtube, pornhub, tinder, κ.α., των πειρατικών ταινιών/σειρών, των μαγαζιών με φτηνό κρασί και τσίπουρο, των street parties και των διακοπών με μαζικό ελεύθερο κάμπινγκ και ανοιχτά παραδοσιακά γλέντια, δεν χρειάζεται απαραίτητα πολλά λεφτά. Αυτό που ωστόσο καθιστά «απαράδεκτο» για το υποκείμενο ο καπιταλιστικός λόγος είναι το να επιθυμεί εμφατικά και να αφιερώνεται σε κάτι της τάξης του «αδύνατου», είτε αυτό είναι μια κοινωνική ουτοπία, είτε μια σχέση αγάπης.

Αν και εμφορούμενο πρωτίστως από κλινικά ενδιαφέροντα γύρω από το φαινόμενο του καταναλωτισμού, το κείμενο του Βέλγου ψυχαναλυτή και πανεπιστημιακού Στιν Φανχούλε (Stijn Vanheule) με τίτλο «Capitalist Discourse, Subjectivity and Lacanian Psychoanalysis» προσφέρει μια σχετικά εύληπτη πρώτη επαφή με τον καπιταλιστικό λόγο, αφού πρώτα κάνει μια ικανοποιητική εισαγωγή στους τέσσερεις «κλασικούς» λόγους και την προβληματική της μη-σχέσης του Λακάν, ενώ δεν λείπει και η αναφορά στο ρόλο του αναλυτικού λόγου και της διεξόδου που προσφέρει.

Το απόσπασμα της μετάφρασης που δημοσιεύεται εδώ αφορά τον καπιταλιστικό λόγο και επιχειρεί να συμβάλλει θεωρητικά στη συζήτηση για τις δυσκολίες που παρουσιάζει η οικοδόμηση ενός νέου κοινωνικού δεσμού, τα πιθανά πολιτικά συμπεράσματα της οποίας δεν εξαντλούνται σε μια καθαρή επιστροφή στο παλιό μοντέλο άτεγκτης στράτευσης στην υπόθεση, αλλά δεν μπορεί να μην περιλαμβάνουν την υποκειμενική αποδοχή της έλλειψης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την αριστερή πολιτική τόσο σε επίπεδο στρατηγικής, όσο και σε επίπεδο καθημερινότητας. Όλόκληρο το μεταφρασμένο κείμενο του Φανχούλε μπορείτε να διαβάσετε και να κατεβάσετε ως .pdf εδώ: marg_keim_1-vanheule.pdf


Ο καπιταλιστικός λόγος

Σε μια περίσταση, το 1972, κατά τη διάρκεια μιας ομιλίας στο πανεπιστήμιο του Μιλάνου, με τίτλο Du discours psychanalytique, ο Λακάν διατύπωσε ένα μοντέλο για την ακριβή δομή του καπιταλιστικού λόγου. Το μοντέλο αυτό συνάδει με τους πρώτους τέσσερεις λόγους του Λακάν, αλλά δεν μπορεί να θεωρηθεί απλώς ως άλλη μια παραλλαγή στη σειρά των λόγων. Εξάλλου, οι τέσσερεις λόγοι του Λακάν έχουν μια αυστηρή δομή: τέσσερεις θέσεις που συνδέονται με πέντε βέλη μονής κατεύθυνσης· και τέσσερα στοιχεία ($, S1, S2 και α) που περιστρέφονται με συγκεκριμένη σειρά στις παραπάνω θέσεις.

Τα μαθήμια των τεσσάρων λόγων του Λακάν: Ο λόγος του κυρίου, ο λόγος της υστερικής, ο λόγος του πανεπιστημίου και ο λόγος του αναλυτή (από το Lacan 1972, σ. 40).

Ο λόγος του καπιταλιστή διαταράσσει αυτή τη δομή, και αποτελεί «μετάλλαξη» του λόγου του κυρίου. Πράγματι, ο Λακάν (1972, σ. 48) αντιλαμβάνεται τον καπιταλιστικό λόγο ως τη σύγχρονη παραλλαγή του κλασικού λόγου του κυρίου. Όμως, περιλαμβάνει τρεις μεταλλάξεις σε σχέση με τον λόγο του κυρίου (Lacan, 1972, σ. 40):[1]

Το μαθήμιο του καπιταλιστικού λόγου του Λακάν
  1. Τα $ και S1 ανταλλάσσουν θέσεις.
  2. Το ανοδικό βέλος στα αριστερά που καθιστούσε απροσπέλαστη τη θέση της αλήθειας στην κλασική δομή του λόγου, αλλάζει πλέον και δείχνει προς τα κάτω.
  3. Το πάνω οριζόντιο βέλος που συνέδεε τον φορέα με τον Άλλο, ή το προσποιητό με την απόλαυση, εξαφανίζεται.

Το αποτέλεσμα των τριών αυτών αλλαγών είναι ότι μια σειρά εμποδίων, εγγενών στους τέσσερεις λόγους, δεν αποτελούν χαρακτηριστικά του πέμπτου λόγου. Μπορούμε, έτσι, να κάνουμε κύκλους μέσα στον καπιταλιστικό λόγο σαν go-carts σε πίστα αγώνων. Πράγματι, στον καπιταλιστικό λόγο, η μη-σχέση παρακάμπτεται. Ο Τόμσιτς (2015, σ. 220) δίνει την εξής σχετική περιγραφή: «Τα διανύσματα δείχνουν ότι ο καπιταλιστικός λόγος είναι θεμελιωμένος πάνω στη διάκλειση της αδυνατότητας ολοποίησης που χαρακτηρίζει τους άλλους λόγους, μια αδυνατότητα που είναι δομικά καθορισμένη από το γεγονός ότι τα σημαίνοντα συνιστούν ένα ανοιχτό σύστημα διαφορών».

Πιο συγκεκριμένα, στους τέσσερεις τυπικούς λόγους κανένα βέλος δεν καταλήγει στη θέση της αλήθειας, και οι θέσεις του φορέα/προσποιητού και του Άλλου/απόλαυσης επηρεάζονται από δύο άλλες (όχι αμοιβαία σχετιζόμενες) θέσεις, με αποτέλεσμα η λειτουργία του λόγου να παρουσιάζει μια δομική αστοχία. Στον καπιταλιστικό λόγο, «μια πολύ μικρή αντιστροφή μεταξύ του S1 και του $, που είναι το υποκείμενο, είναι αρκετή για να τον κάνει να λειτουργεί στην εντέλεια, δεν θα μπορούσε να λειτουργεί καλύτερα, αλλά στην πραγματικότητα λειτουργεί υπερβολικά γρήγορα, καταναλώνεται, καταναλώνεται με τρόπο που τον κάνει να γίνεται παρανάλωμα» (Lacan, 1972, σ. 48). Πράγματι, αυτό που χαρακτηρίζει δομικά τον καπιταλιστικό λόγο είναι ότι ενώ οι τέσσερεις θέσεις παραμένουν άθικτες, οι μεταξύ τους δρόμοι που ορίζονται από τα βέλη αλλάζουν: σε όλες τις θέσεις φτάνει ένα βέλος, έτσι ώστε να δημιουργείται ένα κλειστό κύκλωμα από βέλη. Το δομικό σφάλμα που χαρακτηρίζει τους τέσσερεις κανονικούς λόγους απουσιάζει από τη ρίζα αυτού του πέμπτου λόγου, πράγμα που, τρόπος του λέγειν, το κάνει να τρέχει πάνω σε ρόδες. Ωστόσο, ο Λακάν υποστηρίζει ότι όποιος λειτουργεί σύμφωνα με τη λογική αυτής της πολύ ομαλής διαδικασίας, στο τέλος καίγεται, καταναλώνεται. Μια σκέψη που εκφράζει το παραπάνω παράθεμα είναι ότι η υποκειμενικότητα στον καπιταλιστικό λόγο είναι διεφθαρμένη. Κύρια δομική αιτία γι’ αυτό αποτελεί το ότι, σ’ αυτόν τον λόγο, η απόσταση μεταξύ $ και α έχει χαθεί: η σωματική ένταση που προσιδιάζει στην υπεραπόλαυση διαταράσσει το υποκείμενο.

Όπως και στον λόγο της υστερικής, το $ βρίσκεται στο επίπεδο του φορέα/προσποιητού. Πράγματι, ο λόγος του καπιταλιστή ουσιαστικά ξεκινά από την εμπειρία του υποκειμενικού διχασμού. Ευθυγραμμιζόμενος με τα πρώτα έργα του, ο Λακάν υποστηρίζει ότι το υποκείμενο, από τη μία, είναι μια συνδηλωτική επίπτωση που προκύπτει από τη χρήση της γλώσσας – «το σημαίνον είναι αυτό που εκπροσωπεί ένα υποκείμενο για ένα άλλο σημαίνον» (Lacan, 1972, σ. 51). Από την άλλη, το υποκείμενο καθορίζεται από το αντικείμενο α, που αποτελεί το δομικό αίτιο της επιθυμίας – «Το αντικείμενο α είναι το αληθινό υποστήριγμα αυτού που έχουμε δει να λειτουργεί, και λειτουργεί έτσι όλο και καθαρότερα ώστε να ορίζει τον καθένα ως προς την επιθυμία του» (Lacan, 1972, σ. 52). Ωστόσο, ουσιαστικότερα, ο άνθρωπος είναι σημαδεμένος από τη σεξουαλικότητα, η οποία δεν οργανώνεται με βάση τα ένστικτα, και συνθέτει «αυτό εντός του οποίου ο άνθρωπος ποτέ δεν αισθάνεται καθόλου άνετα» (Lacan, 1972, σ. 38). Στον λόγο της υστερικής, λοιπόν, η Unbehagen που κυριαρχεί, έχει ως αποτέλεσμα μια απεύθυνση στον Άλλο. Αντίθετα, ο καπιταλιστικός λόγος δεν κεφαλαιοποιεί την κοινωνική σχέση: «ο καπιταλισμός έτσι ξεκίνησε, με το να βάλει κατά μέρος το φύλο» (Lacan, 1974, σ. 34). Πράγματι, ο καπιταλιστικός λόγος στοχεύει ευθέως στη ρίζα του προβλήματος, κάτι που υποδεικνύεται από το καθοδικό βέλος στα αριστερά. Ο λόγος αυτός δεν εμπεριέχει τη δυσφορία του υποκειμενικού διχασμού ως δομικό στοιχείο, αλλά στοχεύει να θεραπεύσει τη δυστυχία μέσα στο ίδιο του το σύστημα. Αποτελεί έναν λόγο στο εσωτερικό του οποίου υπάρχουν απαντήσεις γι’ αυτή τη δυσφορία: υπάρχει ένα S1 που απαντά στο $ και λειτουργεί σαν μια αλήθεια για το διχασμένο υποκείμενο. Για παράδειγμα, στον σύγχρονο δυτικό καταναλωτικό πολιτισμό μας, η δυστυχία συχνά θεωρείται το αποτέλεσμα του ότι δεν έχει αποκτηθεί ακόμα το σωστό αντικείμενο και υποστηρίζεται ότι μόλις το αντικείμενο αυτό αποκτηθεί, θα επιτευχθεί μια κατάσταση υποκειμενικής ικανοποίησης. Με άλλα λόγια, το προσποιητό του ανικανοποίητου μπορεί να απαντηθεί από το S1 μιας μάρκας ή ενός προϊόντος που προσφέρει την υπόσχεση της ικανοποίησης. Ο καπιταλιστικός λόγος καλλιεργεί ενεργά το προσποιητό του ανικανοποίητου, καθώς και μια φαντασίωση αυτάρκειας, πληρότητας και ζωντάνιας (Tomšič, 2015). Η αγορά μας υπαγορεύει αυτό που χρειαζόμαστε:[2] τα εμπορεύματα που προσφέρει. Όλα αυτά αποτελούν ένα S1: είναι απομονωμένα σημαίνοντα που οι καταναλωτές τα εκλαμβάνουν ως την αλήθεια της δυστυχίας τους. Πράγματι, εντός του καπιταλιστικού λόγου, τα προϊόντα που συνθέτουν την αγορά συγκροτούν μια δεσποτική αλήθεια στην οποία είναι υποταγμένο το υποκείμενο.

Η κίνηση από το $ στο S1, αντικατοπτρίζει μια άρνηση της δομικής ποιότητας του υποκειμενικού διχασμού. Από τη μια μεριά, ο καπιταλιστικός λόγος εκκινεί από τον υποκειμενικό διχασμό, όμως, από την άλλη, η κίνηση προς το S1 υπαινίσσεται ότι ο υποκειμενικός διχασμός μπορεί να ξεπεραστεί μέσα από την αλλοτρίωση από ένα κύριο σημαίνον. Αυτό αποτελεί μαρτυρία μιας διαστροφικού τύπου κίνησης: ενώ στην διαστροφή «το υποκείμενο φροντίζει το ίδιο να αναπληρώσει τη ρωγμή του Άλλου» (Lacan, 1968-1969, σ. 265), στον καπιταλιστικό λόγο ένα S1 προωθείται μεθοδικά ως αναπλήρωση της ατέλειας του υποκειμένου. Και στις δύο περιπτώσεις, η υποκειμενική ατέλεια θεωρείται ότι επιδέχεται διόρθωση, γι’ αυτό και ο λόγος του καπιταλιστή συχνά περιγράφεται με όρους μιας γενικευμένης διαστροφής (Mura, 2015). Ευθυγραμμιζόμενος με αυτή την ερμηνεία, ο Λακάν (Λακάν, 1971-1972, σ. 127) εντοπίζει μια απόρριψη του συμβολικού ευνουχισμού στη βάση του καπιταλιστικού λόγου: «Αυτό που διακρίνει τον καπιταλιστικό λόγο είναι το εξής: η Verwerfung, η απόρριψη έξω από όλα τα πεδία του συμβολικού… του ευνουχισμού». Εντός της καπιταλιστικής λογικής, η έλλειψη στην καρδιά της υποκειμενικότητας δεν θεωρείται ως μια δομική συνέπεια της χρήσης σημαινόντων, αλλά μια τυχαία δυσαρέσκεια που μπορεί να θεραπευτεί μέσα στην αγορά της προσφοράς και της ζήτησης. Η υπόθεση ότι υπάρχει ένα S1 για κάθε είδους δυσφορία είναι βαθιά ριζωμένη σ’ αυτόν τον λόγο.

Ως εκ τούτου, ο καπιταλιστικός λόγος συνεπάγεται μια εξειδίκευση [particularization] της επιθυμίας, η οποία αντιμετωπίζεται σαν να είναι αίτημα. Εκεί που στον κλασικό λόγο η επιθυμία είναι ενική επειδή δεν μπορεί να επιλυθεί μέσω του σημαίνοντος, ο καπιταλιστικός λόγος ισχυρίζεται ότι υπάρχουν στ’ αλήθεια μερικές λύσεις για την αντιμετώπιση του υποκειμενικού διχασμού: η αγορά είναι εκεί για να ικανοποιεί τα αιτήματα των πελατών. Κατά συνέπεια, στο επίπεδο της επιθυμίας, ο καπιταλιστικός λόγος οδηγεί σε εκμετάλλευση: «η εκμετάλλευση της επιθυμίας, αυτή είναι η μεγάλη εφεύρεση του καπιταλιστικού λόγου» (Lacan, 1973a, σ. 97). Ο λόγος αυτός εκμεταλλεύεται την επιθυμία αντιμετωπίζοντάς την σαν ένα συγκεκριμένο ερώτημα που οφείλει να απαντηθεί μέσω πρακτικών λύσεων. Η εντολή του υπερεγώ, που είναι χαρακτηριστική των καπιταλιστικών καιρών, αφορά μια υποχρέωση να ικανοποιηθεί η επιθυμία μέσω της κατανάλωσης (McGowan, 2004). Η αγορά παρέχει ροές από προϊόντα και υπηρεσίες που είναι εκεί για να απαντήσουν στα αιτήματα των λαών. Ο Λακάν υποστηρίζει ότι το γεγονός αυτό έχει κατευναστική επίδραση: «δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε κάτι καλύτερο ώστε οι άνθρωποι να έχουν μια λίγο ήρεμη διαγωγή» (Lacan, 1973a, σ. 97). Ωστόσο, όπως θα δούμε αργότερα, στο επίπεδο της υποκειμενικότητας, όλα αυτά συμβαίνουν με κάποιο κόστος.

Είναι ενδιαφέρουσα η παρέμβαση του Μπράιαντ (2008, σ. 13), ο οποίος, ακολουθώντας τον Ζίζεκ, προτείνει ότι υπό το καθεστώς του καπιταλισμού, η πρωταρχική ερώτηση του υποκειμένου δεν είναι το «τι επιθυμώ» αλλά το «τι θα έπρεπε να επιθυμώ», το οποίο «δεν είναι ένα ερώτημα σχετικά με τα αντικείμενα, αλλά ένα ερώτημα σχετικά με εκείνες τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες το υποκείμενο μπορεί να είναι επιθυμητό από τον Άλλο». Πράγματι, η αρχή ότι η επιθυμία που κυβερνά το υποκείμενο ουσιαστικά διαμεσολαβείται από την επιθυμία του Άλλου, αποτελεί βασικό λακανικό αξίωμα: «η επιθυμία του ανθρώπου είναι η επιθυμία του Άλλου» (Lacan, 1960, σ. 690). Στο πλαίσιο του καπιταλιστικού λόγου, αυτό σημαίνει ότι τα εμπορεύματα δεν θα είναι τόσο προτιμητέα για τα ενδογενή ποιοτικά χαρακτηριστικά τους, όσο με όρους του πώς αξιολογούνται από τον Άλλο. Πράγματι, το μάρκετινγκ λειτουργεί συχνά με τέτοιον τρόπο, παρουσιάζοντας προϊόντα ως ιδιαίτερα επιθυμητά από διασημότητες, πράγμα που κατευθύνει την επιθυμία του καταναλωτή.

Προφανώς, αυτή η εκμετάλλευση της επιθυμίας δουλεύει μόνο επειδή το S1 που σχηματίζει ως απάντηση ο καπιταλιστικός λόγος δεν είναι καθόλου τυχαίο: το S1 αναφέρεται σε έναν ολόκληρο μηχανισμό γνώσης, το S2, ο οποίος εγγυάται την επάρκεια της απάντησης. Πράγματι, σύμφωνα με τον Λακάν (1969-1970), υπάρχει συμβατότητα μεταξύ της σύγχρονης επιστήμης και του καπιταλιστικού λόγου. Κατά την άποψή του, ο λόγος του καπιταλιστή εμπλέκεται σε ένα «περίεργο ζευγάρωμα με την επιστήμη» (1969-1970, σ. 127). Η επιστήμη εξασφαλίζει την ανάπτυξη του S2,[3] μέσω του οποίου το S1 γίνεται όλο και πιο καινοτόμο και, ως εκ τούτου, οι παλιές απαντήσεις θα πρέπει να αντικαθίστανται διαρκώς από νέες. Εντός του καπιταλιστικού λόγου, το S1 δεν αποτελεί ένα σταθερό αγκυροβόλιο, αλλά μια λύση που αντικαθίσταται από νέες λύσεις στο διηνεκές. Η αλήθεια είναι ότι η καινοτομία του S2 αναδημιουργεί συνεχώς και το S1 και το αίτημα. Το μόνο πράγμα που χρειάζεται το σύστημα είναι ο καταναλωτής: υποκείμενα προετοιμασμένα να μεταφράσουν τη δυσφορία τους, $, στους όρους του κενού στην αγορά που σκιαγραφείται από το S2, και που πιστεύουν στο S1.

Επιπλέον, η αλλαγή μεταξύ του S1 και του $ αποκαλύπτει κάτι σχετικά με το τι θεωρείται σοβαρό. Στον λόγο του κυρίου, αυτό που θεωρείται σοβαρό είναι ένα σημαίνον: υιοθετείται ένα S1 και γύρω απ’ αυτό το σημαίνον δημιουργείται ένας κόσμος προσποιητού μέσω του οποίου εγκαλούνται ο Άλλος και η απόλαυση, το οποίο εκφράζει το πάνω οριζόντιο βέλος. Αντίθετα, στον λόγο του καπιταλιστή είναι η δυστυχία που θεωρείται σοβαρή. Απ’ αυτή τη σκοπιά, ο καπιταλιστικός λόγος καθρεφτίζει τον λόγο της υστερικής.

Τα μαθήμια για τον καπιταλιστικό λόγο και τον λόγο της υστερικής (Lacan 1972, σ. 40).

Ωστόσο, στον λόγο της υστερικής, η δυστυχία επικοινωνείται σε έναν Άλλο, ο οποίος ως πρόσωπο κύρους υποτίθεται ότι έχει την απάντηση (S1). Αυτό εκφράζεται από το οριζόντιο βέλος. Όμως, μια τέτοια κίνηση προς την κατεύθυνση του Άλλου παραμένει απούσα στον λόγο του καπιταλιστή. Στον λόγο της υστερικής, η κίνηση προς τον Άλλο κοινωνικοποιεί ή κοινοτικοποιεί τη δυστυχία. Η δυστυχία γίνεται ένα ζήτημα για το οποίο ο Άλλος είναι εξίσου υπεύθυνος. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, δημιουργείται η επιθυμία ως μια ανεπίλυτη διάσταση που πρέπει να αναγνωριστεί από τον Άλλο. Ένα κλασικό παράδειγμα αυτού, βρίσκεται στο όνειρο της Ωραίας Κρεοπώλισσας που πραγματεύεται ο Φρόυντ στο βιβλίο του Η Ερμηνεία των Ονείρων.[4] Η εν λόγω γυναίκα δεν έβρισκε τίποτα πιο ευχάριστο από το να τρώει χαβιάρι, αλλά απαγόρευε στον άντρα της να της το δώσει. Κατά τον ίδιο τρόπο, αυτή η γυναίκα ξέρει ότι η φίλη της δεν βρίσκει τίποτα πιο ωραίο από το να τρώει σολομό και βλέπει ένα όνειρο στο οποίο δεν μπορεί να αγοράσει σολομό. Μ’ αυτή την έννοια, η άρνηση του αντικειμένου ικανοποίησης προστατεύει την υποκειμενικότητά της. Της επιτρέπει να αρθρώνει ερωτήσεις πάνω και πέρα από το ψάρι και τα αβγά του: το ερώτημα σχετικά με το τι κάνει μια γυναίκα ελκυστική και το ερώτημα τι επιθυμεί ο άντρας της. Ερωτήσεις αυτού του τύπου μπορούν να διατυπωθούν στο μέτρο που η άμεση ικανοποίηση απορρίπτεται. Η διατήρηση της έλλειψης δημιουργεί χώρο για ερωτήσεις σχετικά με την αγάπη και την ταυτότητα.

Ο καπιταλιστικός λόγος ακολουθεί μια διαφορετική λογική, κατά το ότι λογαριάζει την επιθυμία σαν να ήταν ένα ματαιωμένο αίτημα. Μεταφράζει την επιθυμία σε λύσεις, με την έννοια ότι η επιθυμία δεν θεωρείται ως το υποστήριγμα της υποκειμενικότητας, αλλά αντιμετωπίζεται απλώς σαν ένα αίτημα προς ικανοποίηση. Προς τι όλη η μιζέρια, θα ρωτούσε η καπιταλιστική λογική: το χαβιάρι ή ο σολομός μπορούν απλώς να αγοραστούν, σωστά; Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο καπιταλιστικός λόγος κλείνει τον χώρο για ερωτήσεις αναφορικά με την αγάπη και την επιθυμία. Ο Λακάν δηλώνει: «Κάθε τάξη, κάθε λόγος που προσιδιάζει στον καπιταλισμό, αφήνει στην άκρη αυτά που απλώς θα αποκαλούσαμε ζητήματα της αγάπης, φίλοι μου. Βλέπετε, αυτό [η αγάπη] είναι απλώς ένα τίποτα» (Λακάν, 1971-1972, σ. 127).[5] Στο πλαίσιο αυτού του λόγου ο υποκειμενικός διχασμός δεν θεωρείται ως μια εκδήλωση της υποκειμενικής αλήθειας, συμβατή με το ασυνείδητο, αλλά ως μια κατάσταση μόνιμης κρίσης, την οποία το υποκείμενο πρέπει να ξεφορτωθεί (Pavón-Cuéllar, 2009).

Όταν τα πάντα είναι ικανοποίηση αιτημάτων, χάνεται κάτι που βρίσκεται στη ρίζα του κοινωνικού δεσμού (Declercq, 2006). Η αναζήτηση που σχετίζεται με το να ζει κανείς με υπαρξιακά ερωτήματα («ποιος είμαι;», «τι θέλεις από εμένα;») αντικαθίσταται από μια αναζήτηση για λύσεις που αντιμετωπίζουν τη σωματική ένταση, και για εμπειρίες πληρότητας. Όμως, σύμφωνα με την οπτική του Λακάν, το καθαρό αποτέλεσμα στο οποίο καταλήγουν ο λόγος του καπιταλιστή και ο λόγος του κυρίου είναι παρόμοιο. Και οι δύο καταλήγουν να παράγουν το αντικείμενο α· ένα στοιχείο λιβιδινικής σωματικότητας άνευ σημασίας που δημιουργείται από τη χρήση σημαινόντων, αλλά δεν αντιπροσωπεύεται με όρους σημαίνοντος.

Πώς μπορούμε να συλλάβουμε αυτή την ιδέα της παραγωγής ενός αντικειμένου α με όρους καπιταλιστικού λόγου; Είναι χαρακτηριστικό πως ο λόγος αυτός υπαινίσσεται την ύπαρξη ενός καταναλωτή ($) που αγοράζει εμπορεύματα ή υπηρεσίες στην αγορά (S1), πληρώνοντας γι’ αυτά σύμφωνα με την ανταλλακτική αξία που υπαγορεύει η αγορά. Όμως, από τη στιγμή που ο καταναλωτής κατέχει ή καταναλώνει το προϊόν, αυτό περιορίζεται στην αξία χρήσης του. Το S1 που κατέχει ο καταναλωτής έρχεται πλέον σε διάλογο με τα άλλα σημαίνοντα που κατοικούν τον κόσμο του (S2). Το γεγονός αυτό δεν προκαλεί τόσο μια αίσθηση ευχαρίστησης ή πληρότητας, αλλά επιφέρει πάντα μια αίσθηση ξεμεθύσματος: εν τέλει, το προϊόν κατανάλωσης είναι απλώς ένα τεχνούργημα μεταξύ τεχνουργημάτων· ένα σημαίνον μεταξύ σημαινόντων. Κάτι που είχε αξία όταν αγοραζόταν το προϊόν, που ήταν εγγεγραμμένο στο προϊόν, όταν αυτό ήταν ακόμα στην αγορά, δεν υφίσταται πλέον όταν ο καταναλωτής το κατέχει: το εμπόρευμα ποτέ δεν φέρνει την ικανοποίηση στην οποία κανείς ήλπιζε, και «περιβάλλεται πάντοτε από μία αύρα απογοήτευσης, συνοδευόμενη από την επώδυνα παραμένουσα ανεκπλήρωτη επιθυμία» (Bryant, 2008, σ. 14). Η αναμενόμενη λάμψη έχει χαθεί, εξού και ο λόγος που το προϊόν έχει μόνο ένα πεπρωμένο: καταλήγει στα σκουπίδια. Έτσι, όπως ο Μούρα (Mura, 2015, σ. 166), μπορούμε να πούμε ότι «στον λόγο του καπιταλιστή, η παραγωγή και κατανάλωση επιτυχίας και ικανοποίησης είναι ομοούσια με την παραγωγή και κατανάλωση αποτυχίας και κενότητας». Αυτό που παράγεται είναι υπεραπόλαυση, η οποία, στο επόμενο βήμα, πυροδοτεί την Unbehagen ή κρίση στο επίπεδο του υποκειμένου. Το βέλος από το α στο $ στο αντίστοιχο μαθήμιο κάνει σαφές ότι αυτό το αντικείμενο α στοιχειώνει το υποκείμενο, πράγμα που προκαλεί ξανά την κίνηση από το $ στο S1. Οπότε ποια είναι η απάντηση του καπιταλιστικού λόγου στη δυστυχία που έφερε η προηγούμενη κατανάλωση; Περισσότερη κατανάλωση! Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, κατά την άποψη του Λακάν, η συνεχής περιστροφή μέσα στο κύκλωμα του καπιταλιστικού λόγου καίει το υποκείμενο (Lacan, 1972, σ. 48). Αυτό που καταναλώνεται στην πραγματικότητα στο πλαίσιο του καπιταλιστικού λόγου είναι η ίδια η επιθυμία: «το υποκείμενο μετεωρίζεται μέσα στο ακωδικοποίητο πεδίο μιας αντιφατικής κυκλικότητας μεταξύ επιτυχίας και αποτυχίας, ικανοποίησης και κενότητας, απεριόριστης πίστωσης και απεριόριστου χρέους» (Mura, 2015, σ. 170).

Όπως ακριβώς και στον καπιταλιστικό λόγο, στον λόγο της υστερικής το υποκείμενο επίσης επηρεάζεται από το α. Όμως, σε αντίθεση με αυτό που συμβαίνει στον καπιταλιστικό λόγο, το $ καθορίζεται και από το S2. Αυτό σημαίνει ότι στον λόγο της υστερικής το υποκείμενο καθορίζεται και από την ασυνείδητη γνώση που έχει καθεστώς υπεραπόλαυσης. Στον καπιταλιστικό λόγο, αντίθετα, ένας τέτοιος καθορισμός παραμένει απών. Πράγματι, υπό το κράτος της «καπιταλιστικής εκμετάλλευσης», ο Λακάν λέει (1969-1970, σ. 44) ότι είμαστε όλοι «προλετάριοι» επειδή έχουμε αποστερηθεί τη γνώση μας. Εδώ, η γνώση που συνθέτει το ασυνείδητο και καθορίζει το υποκείμενο παραγκωνίζεται: «αυτό που του επιστρέφεται, μέσα από μια ανατροπή, είναι άλλο πράγμα – μια γνώση κυρίου» (Λακάν, 1969-1970, σ. 44). Όπως μας υποδεικνύει ο Μπρουνό (1993), αυτός είναι ο λόγος που, στον καπιταλιστικό λόγο, ο φορέας δεν είναι τόσο το διχασμένο υποκείμενο με το ασυνείδητό του, από τον λόγο της υστερικής, αλλά ένα άτομο στοιχειωμένο από ένα στοιχείο σχετικό με την απόλαυση (α), το οποίο δεν καθορίζεται από την ασυνείδητη γνώση. Ο Λακάν ορίζει αυτό το άτομο που αποστερείται την ασυνείδητη γνώση του ως προλετάριο (Declercq, 2006).

Ο καπιταλιστικός λόγος υποθέτει μια ιδιαίτερη σχέση μεταξύ του υποκειμένου ($) και του αντικειμένου (α), το οποίο, όπως υποδεικνύουν τα βέλη, είναι το μόνο στοιχείο που επηρεάζει το υποκείμενο. Η ζωή σύμφωνα με τους όρους της αγοράς υπηρεσιών και λύσεων (S1S2) δεν ικανοποιεί το υποκείμενο, όπως αναμενόταν κατά την κίνηση από το $ στο S1, αλλά προκαλεί σωματική ένταση. Η κατανάλωση δεν ικανοποιεί το αίτημα ή την επιθυμία, αλλά εξυψώνει και εξουθενώνει το άτομο, το οποίο είναι στοιχειωμένο από ένα αντικείμενο που ασκεί έντονη έλξη στο υποκείμενο.

Ένα παράδειγμα τέτοιας σχέσης βρίσκεται στη σχέση του τζογαδόρου με το παιχνίδι του. Ο τζογαδόρος ξέρει ότι το παιχνίδι δεν θα του δώσει απώτερη ικανοποίηση, όμως την ίδια στιγμή αρνείται αυτή την έλλειψη και αισθάνεται έλξη από τη λάμψη που εμπεριέχει το παιχνίδι. Το γεγονός αυτό περιγράφεται με ωραίο τρόπο από τον Μπγιέργκ (Bjerg, 2009, σ. 59): «[ο τζογαδόρος] αποδίδει στο παιχνίδι ένα ορισμένο βλέμμα, με το οποίο ο κόσμος των αντικειμένων τον κοιτάζει. Στην έκφραση “η τύχη του χαμογελά” εντοπίζεται αυτή η ιδέα μιας ορισμένης δύναμης (της τύχης) που απευθύνεται (χαμογελά) ακριβώς σε εμένα. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το παιχνίδι βλέπει κάτι το ξεχωριστό στον τζογαδόρο, το οποίο ειδάλλως δεν είναι ορατό». Ο τζογαδόρος φετιχοποιεί το παιχνίδι, το οποίο τον καλεί και τον οδηγεί να πάει να το παίξει. Γενικότερα, το ίδιο ισχύει και για την καπιταλιστική κατανάλωση. Ο καταναλωτής ξέρει ότι, σύμφωνα με τη λογική, η κατανάλωση δεν τον κάνει ευτυχισμένο, αλλά την ίδια στιγμή νιώθει μια έλξη από κάτι μεγαλειώδες, που ελπίζει ότι θα το πιάσει μέσω της αγοράς (S1). Το μάρκετινγκ και η διαφήμιση εκμεταλλεύονται αυτή τη φετιχοποίηση. Αυτό που, εντωμεταξύ, δεν συνειδητοποιεί ο καταναλωτής είναι ότι αυτό που τον κάνει να ονειρεύεται το μεγαλείο αποτελεί ένα χαμένο αίτιο (α) που δεν μπορεί να θεραπευτεί μέσω του λόγου.


Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Δημήτρης Παπαζαχαρίας

Δημήτρης Παπαζαχαρίας

Ο Δημήτρης Παπαζαχαρίας εργάζεται ως προγραμματιστής στον ιδιωτικό τομέα. Σπούδασε πολιτική φιλοσοφία στο μεταπτυχιακό τμήμα του Παντείου πανεπιστημίου. Άρθρα του έχουν δημοσιευτεί στις ιστοσελίδες RedNotebook και K-Lab.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε