Λογοτεχνία Τεύχος #9

Κουνστ (αποσπάσματα από ανέκδοτη νουβέλα)

Tàpies Antoni, La Paille (1969)

Η μόνη πραγματική ζωή είναι η πνευματική ζωή, σκέφτηκε ο Κουνστ σε κατάσταση απόλυτης ηρεμίας. Κατάσταση απόλυτης ηρεμίας είναι η κατάσταση στην οποία βρίσκεσαι όταν είσαι απολύτως σίγουρος. Πρόκειται για μία πολύ σπάνια κατάσταση. Κύριο χαρακτηριστικό της πνευματικής ζωής είναι η εμμονική, είναι η μέχρι τελικής πτώσεως ανθρώπινη προσπάθεια μετατροπής μιας Ιδέας σε Σάρκα, σαν να λέμε η μετατροπή του αέρα σε χώμα.
Είναι ζωντανές οι ιδέες, σκέφθηκε ο Κουνστ επαναφέροντας στο μυαλό του τη φράση αυτή από ένα βιβλίο που μάλλον τον είχε στιγματίσει ανεπανόρθωτα.


Καμία άλλη ζωή δεν υπάρχει εκτός από την πνευματική ζωή, είπε δυνατά ο Κουνστ. Κάθε ζωή που δεν είναι πνευματική, δεν είναι ζωή, είπε ακόμη πιο δυνατά ο Κουνστ αυτή τη φορά. Ανθρώπινη ζωή είναι αποκλειστικά η πνευματική ζωή, ούρλιαξε ο Κουνστ. Πνευματική ζωή είναι το αντίθετο της άσκοπης ζωής, σκέφθηκε ο Κουνστ. Άνθρωπος που δεν ζει πνευματική ζωή, προχώρησε την σκέψη του τώρα ο Κουνστ, είναι ένας κατάπτυστος άνθρωπος, είναι ένα απόβρασμα της κοινωνίας. Σήμερα, όλη σχεδόν η κοινωνία είναι ένα απόβρασμα, είναι ένα κατακάθι, σκέφθηκε στη συνέχεια ο Κουνστ, γιατί αποτελείται από ανθρώπους που δεν ζούνε καμία απολύτως πνευματική ζωή.


Ζούμε στην πιο αντιπνευματική χώρα του κόσμου, σκέφθηκε με μεγάλη ένταση ο Κουνστ. Αυτή η πιο αντιπνευματική χώρα του κόσμου είναι τον τελευταίο καιρό και η πιο ρυπαρή χώρα του κόσμου, σκέφθηκε με έξαψη ο Κουνστ και ένιωσε να πνίγεται. Αλλά ο Κουνστ δεν πνίγηκε τελικά. Κατάπιε το σάλιο του, κατάπιε και λίγο νερό και συνέχισε να σκέφτεται περί πνευματικότητας.


Αυτή η πιο ρυπαρή χώρα του κόσμου είναι και η πιο ψεύτρα χώρα του κόσμου. Δεν υπάρχει πιο ψεύτικο πράγμα, σκέφθηκε ο Κουνστ, από το πράγμα εκείνο που διατυμπανίζει το παλαιό του μεγαλείο, τόσο παλαιό που χάνεται εις τα βάθη των αιώνων πλέον. Πράγμα στην προκειμένη περίπτωση είναι η Χώρα. Και δεν υπάρχει πιο αντιπνευματικό πράγμα από το ψεύτικο πράγμα, είπε ψελλίζοντας ο Κουνστ. Βάση κάθε πνευματικότητας είναι η Αλήθεια, αυτή είναι η θεμελιώδης αρχή κάθε πνευματικότητας, είπε ο Κουνστ με κανονικό τόνο φωνής. Η αλήθεια ή τουλάχιστον η αναζήτηση της αλήθειας. Αλλά στην χώρα σήμερα όχι μόνο δεν αναζητείται καμία πλέον αλήθεια αλλά αντιθέτως υπάρχει υποκρισία περί της αναζητήσεως τής αλήθειας. Δεν είναι χώρα, σκέφθηκε ο Κουνστ, είναι το κέντρο της υποκρισίας. Ζούμε μέσα στο απόλυτο κουκούτσι της καρδιάς της υποκρισίας, είπε ο Κουνστ. Ζούμε μέσα στο μεδούλι της υποκρισίας, έχουμε τυλιχτεί από την υποκρισία, δεν μπορούμε να αναπνεύσουμε από την υποκρισία, λίγο ακόμη και θα σκάσουμε από την υποκρισία, είπε ο Κουνστ, ακούστε πώς πέφτει το χώμα επάνω μας, είπε ο Κουνστ, ψοφήσαμε από την υποκρισία, είπε ο Κουνστ, και τώρα το χώμα πέφτει επάνω μας, επάνω στα υποκριτικά μούτρα μας πέφτει το χώμα και ασφαλίζει για πάντα τα υποκριτικά μας μάτια και βουλώνει τα υποκριτικά μας αυτιά και χώνεται με δύναμη μέσα στο υποκριτικό μας στόμα και έχει βουλώσει ανεπανόρθωτα και τα υποκριτικά μας ρουθούνια.


Το χώμα έχει φτάσει μέχρι τα αρχίδια μας και τα σφίγγει και τα πονάει τα αρχίδια μας, το χώμα προκαλεί πόνους πάνω στα υποκριτικά μας αρχίδια. Γιατί ναι, ακόμη και τα αρχίδια μας, ακόμη και αυτά δεν φέρονται με πνευματικότητα, που θα πει με αλήθεια, αλλά φέρονται με τον ακριβώς αντίθετο τρόπο, φέρονται ψεύτικα, πρόκειται για άκρως υποκριτικά αρχίδια. Δεν υπάρχουν χειρότερα αρχίδια από τα υποκριτικά αρχίδια.

Ευτυχώς που δεν είναι η Μπέρτα εδώ, είπε ο Κουνστ, γιατί, όταν ακούει τη λέξη αρχίδια, παθαίνει σεμνοτυφία. Ύπουλο πράγμα η σεμνοτυφία. Η σεμνοτυφία να ξέρετε πως είναι ιδιότητα των υποκριτών και των φοβισμένων, και μην αμφιβάλλετε καθόλου, είπε ο Κουνστ, τα πράγματα είναι ακριβώς όπως σας τα λέω. Στουμπώσανε όλα μας τα ζωτικά όργανα από την υποκρισία, είπε ο Κουνστ. Δεν έχουμε όργανα. Είμαστε ανόργανοι πλέον. Ζούμε σε μία χώρα υποκριτών, είπε ο Κουνστ. Η υποκρισία είναι μέγιστος εχθρός της πνευματικότητας, η υποκρισία και η πνευματικότητα ουδέποτε συνυπήρξαν, είπε ο Κουνστ, το ένα απομακρύνει το άλλο, βρίσκονται σε σχέση απώθησης μεταξύ τους, πρόκειται για ένα κλασικό ζεύγος αντιθετικών εννοιών, είπε ο Κουνστ, η πνευματικότητα προϋποθέτει την αγνότητα, είπε ο Κουνστ. Πρέπει να είναι ευεπίφορη στο ωραίο η ψυχή. Αλλά η υποκρισία είναι το ακριβώς αντίθετο, είπε ο Κουνστ. Υποκρισία είναι η υποδοχή και η αποδοχή της απόλυτης ασχήμιας, είπε ο Κουνστ και τώρα άρχισε να φωνάζει πραγματικά δυνατά.


Η Ελλάδα είναι μία βαθύτατα υποκριτική χώρα, φώναξε ο Κουνστ, είναι τόσο βαθύτατα υποκριτική χώρα που έχει ξεχάσει ακόμη και η ίδια πως υποκρίνεται, ούρλιαξε ο Κουνστ έχοντας τα μάτια του καρφωμένα στον πολιτικό χάρτη της Ελλάδας, και αυτό ακριβώς είναι το άκρον άωτον της υποκρισίας. Το άκρον άωτον της υποκρισίας είναι η υποκρισία ότι δεν υποκρίνεσαι. Αυτή ακριβώς είναι η κατάσταση της Ελλάδας αυτήν τη στιγμή, ούρλιαξε ο Κουνστ απομακρύνοντας με βδελυγμία τα μάτια του από τον πολιτικό χάρτη της Ελλάδας. Υποκρίνεται ότι δεν υποκρίνεται. Πεθαίνει, πέθανε, έχει πεθάνει, μπορεί και να ξαναπεθάνει, εάν βεβαίως ξαναζήσει ποτέ, αλλά παρ’ όλους τους θανάτους της σε όλους τους χρόνους της Γραμματικής, αυτή υποκρίνεται ότι δεν σαπίζει, ότι δεν μυρίζει, ότι δεν αποσυντίθεται, ότι δεν βρομάει. Σαπίζει αλλά μένει άταφη. Δεν παραδέχεται τον θάνατο.

Αλλά ό,τι βρομάει, βρομίζει κιόλας.


Η μη παραδοχή του θανάτου είναι ένα εξόχως αντιπνευματικό γεγονός. Η παραδοχή του θανάτου είναι ένα πρώτης τάξεως σπουδαίο βήμα προς την πνευματικότητα, σκέφθηκε ο Κουνστ, γιατί απαιτείται θάρρος για αυτήν την φριχτή αλλά απίστευτα τίμια παραδοχή. Η πνευματικότητα και το θάρρος είναι ένα ζευγάρι συγκλονιστικής σημασίας, είπε ο Κουνστ, αλλά σήμερα απουσιάζουν και τα δύο μέλη τού ζευγαριού από την Ελλάδα, είπε ο Κουνστ.


Ποιος φταίει;

Εμείς φταίμε, είπε ο Κουνστ. Γιατί επαναπαυτήκαμε στο παρελθόν. Σε ένα παρελθόν που, έτσι κι αλλιώς, δεν ήταν δικό μας δημιούργημα. Ζούσαμε υπό την επήρεια Νεκρών. Αλλά οι Νεκροί πάνε πια, τον κάνανε τον κύκλο τους. Εγώ ξέρεις τι νομίζω, Μπέρτα; Εγώ νομίζω πως, όταν ζεις υπό την επήρεια των Νεκρών, είσαι ήδη και εσύ νεκρός. Μεγαλοπιαστήκαμε. Ότι τάχα. Ότι τάχα είμαστε κάτι το ξεχωριστό. Αλλά δεν είμαστε. Βολευτήκαμε. Τεμπελιάσαμε. Πάθαμε παραισθήσεις. Γίναμε όπως οι ναρκομανείς που φαντάζονται πράγματα. Και μετά, όταν αρχίσαμε να βγαίνουμε από την επήρεια, άρχισε να τα ρίχνει ο ένας στον άλλον.

Υπήρχαν στιγμές που ο Κουνστ αισθανόταν ηθοποιός.

Εσύ φταις.
Όχι, δεν φταίω εγώ, εσύ φταις.
Άντε και γαμήσου ρε, που θα μου πεις εμένα ότι φταίω εγώ.
Άντε και γαμήσου να πεις στη μάνα σου ρε.
Και ούτω καθεξής.

Γενικά, το να τα ρίχνει ο ένας στον άλλον είναι μία πολύ προσφιλής μέθοδος μη πνευματικών ανθρώπων. Ο πνευματικός άνθρωπος δεν καταδέχεται να τα ρίχνει στον άλλον. Ο πνευματικός άνθρωπος έχει επίγνωση και αναλαμβάνει την ευθύνη των πράξεών του. Ο πνευματικός άνθρωπος είναι υπεύθυνος άνθρωπος.

Εσύ φταις που μου έδωσες τα ναρκωτικά.
Όχι, φίλε μου. Εσύ φταις που τα πήρες.
Μα αν δεν μου τα έδινες, δεν θα τα έπαιρνα.
Όταν αρχίζουν οι υποθετικοί λόγοι, τα πράγματα περιπλέκονται.
Κυρίες και κύριοι, να προσέχετε τι παίρνετε.
Και ούτω καθεξής.

Σκατά, συνέχισε ο Κουνστ που δεν αισθανόταν πλέον ηθοποιός. Σκατά. Βυθιστήκαμε. Κι όσο βυθιζόμασταν, νομίζαμε ότι πετούσαμε. Επειδή βρισκόμασταν υπό την επήρεια. Κατάλαβες, φίλε μου; Ερμηνεύσαμε λάθος. Δεν το καταλάβαμε το κείμενο. Το διαβάσαμε ανάποδα το κείμενο. Διαβάσαμε ένα ανύπαρκτο στην ουσία κείμενο. Και ο ένας διέδιδε στον άλλον αυτό το ανύπαρκτο κείμενο. Και οι ξένοι εντωμεταξύ μας έβλεπαν. Μας παρατηρούσανε μέσα από το μικροσκόπιό τους. Και γελούσανε. Γίναμε ρεντίκολο. Επειδή επαναπαυτήκαμε. Αριστοτέλης, Πλάτωνας και τα σχετικά. Κούνια που μας κούναγε. Αυτό πάθαμε. Και ρεζιλευτήκαμε. Και είχαμε και κάτι κουδούνια νά!!! κρεμασμένα επάνω μας. Και τα κουδούνια κάνανε ντρούγκου ντρούγκου. Κι ούτε που καταλάβαμε, ούτε που υποψιαστήκαμε τι ήταν αυτό το ντρούγκου ντρούγκου. Ο ήχος που βγάζανε τα κουδούνια δεν ήταν ήχος επευφημίας. Ήχος συναγερμού ήταν. Αλλά εμείς περάσαμε τον συναγερμό για επευφημία. Πλάτων και Αριστοτέλης γαρ. Χώρια οι τραγικοί. Πού τους πας τους τραγικούς; Ορέστεια, Οιδίπους, Βάκχες και τα σχετικά. Ο συναγερμός να χτυπάει αλλά εμάς τα αυτιά μας ακούγανε επευφημία. Δεν καταλαβαίναμε τι ακούγαμε. Χαμηλή αντιληπτική ικανότητα. Που θα πει βλακεία, Μπέρτα. Μία ολοκληρωτική βλακεία. Μπέρτα; Μπέρτα; Πού διάολο είσαι, Μπέρτα; Αλλά ο θόρυβος τώρα μας ενοχλεί. Γιατί τάχα δεν μας αξίζει ο συναγερμός αλλά η επευφημία. Κούνια που μας κούναγε.


Τρομοκρατία, φώναξε ο Κουνστ.
Τρομοκρατία.
Τρομοκρατικό είναι οτιδήποτε μάχεται ενάντια στην πνευματικότητα.
Τρομοκρατικό είναι οτιδήποτε σου κόβει την ανάσα –εξαιρείται ο έρωτας, σκέφτηκε στιγμιαία ο Κουνστ αλλά αμέσως μετά τρόμαξε με τη σκέψη του και την υπονόμευσε αλήθεια, εξαιρείται πράγματι ο έρωτας;– τρομοκρατικό είναι οτιδήποτε επιβάλλεται από ανεγκέφαλους, από ανθρώπους με τεράστιες εγκεφαλικές τρύπες στον μικροσκοπικό εγκέφαλό τους -αν και σηκώνει και αυτό την κουβεντούλα του, σκέφθηκε ο Κουνστ- κανένας πραγματικά πνευματικός άνθρωπος δεν επιβάλλει πράγματα, φώναξε ο Κουνστ.

Πνευματικότητα είναι το ακριβώς αντίθετο της επιβολής, είπε ο Κουνστ και κατάπιε ξανά το σάλιο του καθώς και δύο γουλιές νερό. Μία χώρα που διαρκώς επιβάλλει δεν μπορεί με τίποτε να είναι μία πραγματικά πνευματική χώρα, για την ακρίβεια δεν είναι καν χώρα. Είναι ένα είδωλο χώρας, είναι ένα ομοίωμα χώρας, είναι ένα φάντασμα χώρας, αλλά όχι ωραίο φάντασμα όπως ο πατέρας του Άμλετ κι όπως ο πατέρας του Ξέρξη, αλλά ένα κακό φάντασμα. Αλλά τα φαντάσματα, ως γνωστόν, ακόμη και τα φαντάσματα των πλέον αγαπημένων προσώπων έχουν την ιδιότητα να γεννούν τον τρόμο, να διασπείρουν τον τρόμο, είπε ο Κουνστ. Άσε που τα φαντάσματα έχουν να κάνουν μόνο με νεκρούς, είπε ο Κουνστ. Δεν υπάρχουν φαντάσματα ζωντανών, υπάρχουν μόνο φαντάσματα νεκρών, επιβεβαίωσε τον εαυτό του ο Κουνστ και το σάλιο του δεν το κατάπιε αυτήν τη φορά. Αυτήν τη φορά το έφτυσε το σάλιο του στο πάτωμα.


Δεν υπάρχει Ελλάδα, είπε ο Κουνστ. Υπάρχει μόνο είδωλο Ελλάδας. Τίποτε πιο θλιβερό από το είδωλο. Και τίποτε πιο παραπλανητικό από το είδωλο. Είδωλο είναι ένα κράμα παραπλάνησης και θλίψης. Η Ελλάδα είναι μόνο το φάντασμα μίας Ιδέας που υπήρξε κάποτε αλλά έχει αιώνες πλέον να υπάρξει, είπε ο Κουνστ.
Είναι νεκρή, είπε ο Κουνστ.
Η Ελλάδα είναι νεκρή.


Η μόνη πραγματική ζωή είναι η πνευματική ζωή, είπε εκ νέου ο Κουνστ. Και η μόνη πραγματική χώρα είναι η πνευματική χώρα. Και για να είναι μία χώρα πνευματική, χρειάζονται κατ’ αρχάς, εάν δεν απατώμαι, πνευματικοί ηγέτες, είπε ο Κουνστ και αμέσως μόλις το είπε αυτό, αμέσως μόλις ξεστόμισε τη φράση πνευματικοί ηγέτες, άρχισε να γελάει ώσπου τελικά γέλασε μέχρι δακρύων. Ακατάπαυστα δακρυσμένα γέλια συνεπήραν και κατέλαβαν τον Κουνστ και τόσο πολύ γελούσε ο Κουνστ, ώστε κάποια στιγμή διπλώθηκε στα δύο από τα γέλια κι όπως διπλώθηκε στα δύο από τα γέλια, έκανε μία κίνηση προς τα μπροστά με μάλλον μεγαλύτερη δύναμη και με μεγαλύτερη ώθηση από όση έπρεπε και έτσι τα γέλια τού βγήκανε ξινά. Κι αυτό γιατί ο Κουνστ έπεσε από το καροτσάκι του και βρέθηκε φαρδύς πλατύς στο πάτωμα χωρίς ίχνος χαμόγελου στο πρόσωπό του. Ο Κουνστ φαρδύς πλατύς στο πάτωμα. Ο Κουνστ αγέλαστος κοιτούσε το ταβάνι.


Η μόνη πραγματική ζωή είναι η πνευματική ζωή, είπε ξανά ο Κουνστ κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο. Έξω από το παράθυρο υπήρχαν πλήθος βουνά και άγρια δέντρα.

Πνευματική ζωή είναι η αντιστασιακή ζωή, είπε ο Κουνστ ατενίζοντας έξω από το παράθυρο, μολονότι το παράθυρο ήταν κλειστό. Αντιστασιακή ζωή στα πάντα και στους πάντες. Το αντικείμενο ή το υποκείμενο της αντίστασης, ακόμη κι αν δεν υπάρχει πραγματικό αντικείμενο ή υποκείμενο προς αντίστασιν, πρέπει οπωσδήποτε να επινοείται, πρέπει να επινοείται ανά πάσα στιγμή, είπε ο Κουνστ. Πνευματικότητα είναι ένα είδος διαρκούς ετοιμότητας για αντίσταση, είπε ο Κουνστ. Πνευματικότητα, αντίσταση και επινόηση είναι ένα είδος πολύ σοβαρής Αγίας Τριάδας (όχι σαν κάτι άλλες καρικατούρες τριάδας, είπε ο Κουνστ, το Άγιο Πνεύμα φυσικά και εξαιρείται, σκέφθηκε ο Κουνστ, ίσως αυτή η τόσο παρεξηγημένη αγία τριάδα επανακτήσει κάτι από το νόημά της εάν από τριάδα μετατραπεί στην Αγία Μονάδα τού Αγίου Πνεύματος, είπε ο Κουνστ και μάλιστα χωρίς καν το αγίου, σκέτου Πνεύματος, σκέφθηκε ο Κουνστ, ας δώσουμε επιτέλους στο Πνεύμα μία ευκαιρία να μην είναι άγιο αλλά αντιθέτως να είναι απολύτως και κατ’ αποκλειστικότητα ανίερο και ανόσιο, είπε ο Κουνστ, ας επιστρέψουμε και ας επιτρέψουμε επιτέλους στο πνεύμα τη βακχεία που του αναλογεί) είπε ο Κουνστ ατενίζοντας τα αιωνίως ακίνητα βουνά ενώ το μισό τσιγάρο είχε σχεδόν καεί ανάμεσα στα ταλαιπωρημένα του δάχτυλα.

Στην περίπτωση της αντίστασης βέβαια, συνέχισε ο Κουνστ, δεν χρειάζεται και τόσο μεγάλη προσπάθεια επινόησης. Είναι τόσο απόλυτη, είναι τόσο ολοσχερής, είναι τόσο μεγάλη η χιονοστιβάδα τής καφρίλας που μας περικυκλώνει και πέφτει καταπάνω μας ντουγρού και από παντού, είπε ο Κουνστ, που όρεξη να ‘χεις να αντιστέκεσαι.


Αλλά τίποτε από όλα αυτά όμως δεν υπάρχει στην κωλοχώρα που είμαστε θαμμένοι, είπε ο Κουνστ. Καμία αντίσταση και καμία απολύτως επινόηση. Μόνο τα ακριβώς αντίθετά τους, είπε ο Κουνστ. Μόνο υποταγή και αναμάσημα.


Ένας άνθρωπος πνευματικός είναι πνευματικός επειδή έχει κατ’ αρχάς αίσθηση του Δικαίου, είπε ο Κουνστ, πόσο μάλλον εάν μιλάμε για ολόκληρη χώρα, συνέχισε ο Κουνστ και άφησε το αποτσίγαρο να πέσει από τα ταλαιπωρημένα του δάχτυλα κάτω στο πάτωμα.

Εκείνη τη στιγμή όμως συνέβη κάτι το πραγματικά ασυνήθιστο αν όχι εντελώς παράδοξο. ΤΟ ΑΠΟΤΣΙΓΑΡΟ ΔΕΝ ΕΠΕΣΕ ΣΤΟ ΠΑΤΩΜΑ. Το αποτσίγαρο αντιθέτως έμεινε εντελώς ασάλευτο και εντελώς αιωρούμενο. Ο Κουνστ έμεινε ασάλευτος κι αυτός να παρατηρεί το αποτσίγαρο. Για κοίτα το πώς αντιστέκεται, είπε ο Κουνστ. Αντιστέκεται στο νόμο της βαρύτητας. Ίσως να πρόκειται για ένα ολοκληρωτικά πνευματικό αποτσίγαρο, είπε ο Κουνστ εφόσον καταφέρνει και αντιστέκεται σε έναν τόσο απόλυτο υποτίθεται φυσικό νόμο, στον περιβόητο νόμο της βαρύτητας. Ο Κουνστ το παρατηρούσε με θαυμασμό. Μετά βαρέθηκε όμως να το παρατηρεί, το άφησε λοιπόν στην αιωρούμενη ησυχία του, τσούλησε προς το παράθυρο και άνοιξε το παράθυρο.

Οξυγόνο εξωτερικό εισήλθε εντός του δωματίου.

Τα δέντρα ψηλώνουν από μόνα τους, σκέφθηκε ο Κουνστ και μάλλον ήταν η πρώτη φορά που συνειδητοποιούσε τη μοναχική, την αγέρωχη, τη θεϊκή μεγαλειότητα των δέντρων. Να ψηλώνεις από μόνος σου, σκέφθηκε ο Κουνστ. Να παίρνεις από μόνος σου -άντε και με λίγο νεράκι το πολύ- το ύψος που σου αναλογεί, αυτό είναι στοιχείο έντονης πνευματικότητας, είπε ο Κουνστ. Πρόκειται για μία περίπτωση πολύ υπερήφανης πνευματικότητας. Γιατί είναι ακατάδεχτη στα δεκανίκια η πνευματικότητα, συνέχισε τη σκέψη του ο Κουνστ. Μία υποβασταζόμενη πνευματικότητα είναι ημιπνευματικότητα, δηλαδή ανύπαρκτη πνευματικότητα. Η πνευματικότητα δεν καταδέχεται κανένα ημί, είπε ο Κουνστ. Είναι ακατάδεχτη στα ημιτελή. Πνευματικότητα είναι αυτό που τείνει πάντοτε στο όλον. Αν θέλετε να διδαχθείτε κάτι περί πνευματικότητας, παρατηρήστε την ανέλιξη των δέντρων, είπε ο Κουνστ φωναχτά και έκλεισε με νεύρα το παράθυρο.


Καμία σκέψη δεν κάνει η χώρα μας πλέον, επανέλαβε ο Κουνστ, καμία σκέψη που να μπορεί να προωθήσει πραγματική τη σκέψη της. Καμία σκέψη που να μπορεί να δημιουργήσει αλυσίδα σκέψεων. Η χώρα μας είναι νεκροταφείο σκέψεων, είπε ο Κουνστ, ή ακόμη καλύτερα, το ξανασκέφθηκε λιγάκι ο Κουνστ, η χώρα μας είναι ένα μαιευτήριο κυοφορούμενων αλλά αγέννητων σκέψεων εδώ και άπειρο χρόνο. Είναι επικίνδυνο πράγμα η απουσία νέων σκέψεων. Αργά ή γρήγορα αυτό οδηγεί στην κατάργηση της σκέψης γενικότερα, είπε ο Κουνστ. Το θέμα όμως είναι ότι η κατάργηση της σκέψης αργά ή γρήγορα θα οδηγήσει και στην εξαφάνιση του ανθρωπίνου είδους ειδικότερα, είπε ο Κουνστ, και η εξαφάνιση του ανθρωπίνου είδους ειδικότερα δεν θα σημάνει τίποτε άλλο παρά μονάχα την εξαφάνιση του ενός και μοναδικού πιθανότατα υπαρκτού Θεού, γιατί εάν υποθέσουμε ότι υπάρχει Θεός, αυτός δεν μπορεί παρά να βρίσκεται σε κάποιον άνθρωπο ή διάσπαρτος και αποσπασματικός σε πολλούς ανθρώπους χωριστά, μπορεί και σε όλους τους ανθρώπους, είπε ο Κουνστ, αυτό μάλιστα το τελευταίο, συνέχισε ο Κουνστ, ίσως να είναι το πιο πιθανό από οτιδήποτε άλλο. Συνεπώς, κατέληξε ο Κουνστ, εξαφάνιση της σκέψης αναπόφευκτα οδηγεί στην εξαφάνιση του πιθανότατα υπαρκτού Θεού που ονομάζεται Άνθρωπος.

Άρα, συνέχισε την κατακλείδα του ο Κουνστ, η πνευματικότητα συμπορεύεται με το θείο, στην ουσία πρόκειται για μία περίπτωση ταυτολογίας, κατέληξε οριστικά ο Κουνστ παρατηρώντας το ασάλευτο αποτσίγαρό του κάπου στη μέση τού δωματίου του.


Ο Κουνστ κάθισε σε μία όχι και πολύ αναπαυτική καρέκλα και άρχισε να γράφει.

Τίποτα δεν σταματούσε τον Κουνστ από το γράψιμο. Το σώμα του είχε πάρει σχεδόν το σχήμα τής όχι και τόσο αναπαυτικής πολυθρόνας πάνω στην οποία καθόταν. Σχεδόν δεν ξεχώριζε η πολυθρόνα από το σώμα τού Κουνστ, θαρρείς και είχαν μετατραπεί σε μία αυτοτελή, σε μία ενιαία οντότητα.

Τίποτα δεν σταματούσε πλέον τον Κουνστ από το γράψιμο.



 

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Σχετικά με τον συντάκτη

Δημήτρης Τσεκούρας

Δημήτρης Τσεκούρας

Ο Δημήτρης Τσεκούρας γεννήθηκε στα Γιάννενα το 1967. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία και Γλωσσολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ. Γράφει Πεζογραφία και Θέατρο. Το τελευταίο του μυθιστόρημα, Η Πόρτα, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Έρμα. Ζει στην Αθήνα.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε