Τεύχος #7 200 Χρόνια Μαρξ

Μαρξ και λογοτεχνία: προς μία συνάντηση, μία ζωή

ποια ζωή αξίζει να ζεις και τι σχέση έχει αυτό με την πολιτική;

 

Κάποιος έγραψε ότι, με ποικίλους τρόπους, είμαστε όλοι κληρονόμοι του Μαρξ. Σκέψη που σπάνια συζητιέται, μιας και τον ταυτίζουμε με προκατειλημμένες εικόνες. Αυτός είναι ο λόγος, άλλωστε, που δοκιμάζω μια συνάντηση του Μαρξ με τη λογοτεχνία, και ειδικότερα μια συνάντηση με τους Σαίξπηρ και Γκαίτε, αναζητώντας τις μεταξύ τους εκλεκτικές συγγένειες. Στη θέση τους θα μπορούσε να βρίσκεται κάθε άλλος λογοτέχνης που αγαπούσε ο Μαρξ, από τον Όμηρο μέχρι τον Μπαλζάκ, από τον Σοφοκλή μέχρι τον Δάντη. Η επιλογή είναι ενδεικτική· συνιστά ένα παράδειγμα και μια αφορμή να τεθούν τα ερωτήματα. Η δοκιμή μιας συνάντησής του με τη λογοτεχνία βασίζεται σε μια απλή παρατήρηση: πάνω στην κριτική ανάλυση του κόσμου μέσα στον οποίο ζούμε, χαράχτηκε ο ορίζοντας μιας δυνατής ανατροπής του, της γέννησης, με άλλα λόγια, του κόσμου της επιθυμίας. Συνεπώς, υπάρχουν δύο κόσμοι που πρέπει να σκεφτούμε. Ο ένας σημαδεύει τον άλλο, έτσι ώστε εκείνο που αναβιβάζεται σε «πραγματικό» να μην συνιστά παρά μία δέσμη από δυνατότητες.

Στη σκέψη του Μαρξ, σε όσα προσπάθησε να οργανώσει μέσα από το χάος των σημειώσεών του, αλλά και της πολιτικής του στράτευσης, συγκροτείται κάτι το πυρηνικό: όλο το έργο του θα μπορούσε να συνοψιστεί σε ένα και μόνο ερώτημα, κοινό από την απαρχή της φιλοσοφίας: το ερώτημα περί αξιών, ένα ερώτημα που πάντα το αποτιμάμε εν τέλει, όπως εν τέλει μαθαίνουμε να ζούμε, και στο οποίο ο Μαρξ εμμένει κάθε φορά που σκέφτεται αυτό που κάνει ο καπιταλισμός στους ανθρώπους, κάθε φορά που σκέφτεται και αναλύει το πώς το κέρδος καθίσταται πιο σημαντικό από τη ζωντανή εργασία, δηλαδή πιο σημαντικό από την ίδια τη ζωή. Ο Μαρξ μάς προτρέπει να κάνουμε μία γενεαλογία των αξιών μας, να σκεφτούμε από πού άραγε αυτές προέρχονται και στο τέλος, να τις αποδομήσουμε. Η φιλοσοφία του Μαρξ μοιάζει με ένα εκκρεμές που ταλαντεύεται μεταξύ θεωρίας και πράξης, που ταλαντεύεται μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος. Η ταλάντωση αυτή γίνεται σε μία και μόνο τροχιά, έτσι που η θεωρία και η πράξη, το παρελθόν και το μέλλον, το σώμα και το πνεύμα, να συνιστούν στιγμές της ίδιας διαδρομής, του ίδιου ενικού πράγματος, της μίας και μόνης ζωής που ζούμε.

Οι αξίες δοκιμάζονται στην πράξη, στην πραγματική ζωή, στις πραγματικές μας σχέσεις. Ίσως αυτό συνιστά έναν λόγο για να εισαχθεί η ανάλυση του φετιχισμού, για να εισαχθεί ο κριτικός αναστοχασμός, για να εισαχθεί τελικά η ικανότητα του ανθρώπου να κάνει κριτική σε κάθε πεδίο της ανθρώπινης ζωής. Άρα, εκκρεμεί να μιλήσουμε για τον φετιχισμό. Ας μην λησμονήσουμε την τρέχουσα και πιο ισχυρή χρήση του φετιχισμού, που παραπέμπει στο ερωτικό φετίχ, στην ερωτική επιθυμία. Γιατί το ερωτικό φετίχ υποδεικνύει τη σύγκρουση μεταξύ του κόσμου στον οποίο ζούμε και του κόσμου στον οποίο θα επιθυμούσαμε να ζούμε, υποδεικνύει τη σύγκρουση μεταξύ ανάγκης και επιθυμίας, δείχνοντάς μας ότι υπάρχει ένα σημείο, όπου η φαντασία, η φαντασίωση και η φαντασμαγορία διαπερνούν τις εικόνες μας για τον κόσμο, μεταμορφώνοντάς τον, όπως ακόμη διαπερνούν τις επιθυμίες μας. Τι είναι, λοιπόν, το φετίχ;

Την περίοδο που κρατάει σημειώσεις για την Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, σημειώσεις που θα αποκρυσταλλωθούν στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου, τον μοναδικό που εξέδωσε ενόσω ζούσε (οι δύο επόμενοι εκδόθηκαν με επιμέλεια του Ένγκελς, μετά τον θάνατό του και έμειναν – κατά μία τουλάχιστον έννοια – ανολοκλήρωτοι) διαβάζει μελέτες εθνογράφων. Μέσα στις μελέτες τους, ο Μαρξ ανακαλύπτει το εθνογραφικό φετίχ. Πρόκειται για πράγματα που λατρεύονταν από τους ανθρώπους σαν θεοί, αποδίδοντάς τους μαγικές ιδιότητες. Ο Μαρξ δανείζεται το εθνογραφικό φετίχ, ασκώντας παράλληλα δριμεία κριτική στο αφήγημα ανωτερότητας του δυτικού πολιτισμού, που αυτό εισήγαγε. Βάζοντας το φετίχ στο εσωτερικό των καπιταλιστικών κοινωνιών της εποχής του, όχι απλά δείχνει ότι η κυριαρχία του Ευρωπαίου στον υπόλοιπο κόσμο στερείται κάθε νόμιμης και επιστημονικής αιτίας, αλλά υπενθυμίζει επιπλέον στους Ευρωπαίους ότι διόλου δεν ξέφυγαν από τα δεσμά της ειδωλολατρίας, αφού εκείνοι λατρεύουν ως φετίχ τα εμπορεύματα, το χρήμα και το κεφάλαιο.

Γιατί όμως το εμπόρευμα είναι φετίχ; Σκεφτείτε ότι πηγαίνετε στην αγορά, εκεί που τα πράγματα συνοδεύονται από το καρτελάκι με την τιμή. Το καρτελάκι μαρτυρά μια ζωτική επιθυμία: το πράγμα πρέπει να ανταλλαγεί. Όμως, το καρτελάκι κρύβει κάτι. Γι’ αυτό μοιάζει με πέπλο. Πέπλο που κρύβει σχέσεις και εμφανίζει πράγματα. Κατεβαίνοντας στην αγορά, αντί να βλέπουμε εργασίες διαφορετικών παραγωγών, βλέπουμε να ανταλλάσσονται εμπορεύματα. Ο φετιχισμός του εμπορεύματος είναι μία απόκρυψη. Θα έλεγε κανείς ότι ταυτίζεται με ψέμα, χαρακτηρισμός ανακριβής γιατί αποτελεί ένα κομμάτι της πραγματικότητας που ζούμε, της μίας και μόνης μας ζωής. Αναβιβάζεται, όμως, σε μύθο, αν το βγάλουμε έξω από την ιστορία, αν ξεχάσουμε ότι ο φετιχισμός αλλάζει ιστορικά, λαμβάνοντας συγκεκριμένες μορφές. Ο φετιχισμός του εμπορεύματος, η δυνατότητα δηλαδή να κατεβαίνουμε στην αγορά και αντί να βλέπουμε να ανταλλάσσονται εργασίες παραγωγών, να αντιλαμβανόμαστε στη θέση τους μονάχα πράγματα, αποτελεί στενά μία ιστορική πραγματικότητα. Τη στιγμή που η πραγματικότητα αυτή μεταμορφώνεται σε αιωνιότητα και εξοβελίζεται πέρα από τον ιστορικό χρόνο αποβάλλουμε κάθε δυνατότητα να κάνουμε κριτική· αποβάλλουμε την ίδια την επιθυμία.

Προσπάθησα να δώσω μια εικόνα της φιλοσοφίας του Μαρξ, την εικόνα του εκκρεμούς. Νομίζω, όμως, ότι η εικόνα αυτή θα προσλάβει τελικά το σύνολο των λεπτομερειών της, αν περάσουμε στη λογοτεχνία. Από τη μία πλευρά, έχουμε δύο σημαντικά λογοτεχνικά έργα, τον Άμλετ του Σαίξπηρ και τον Φάουστ του Γκαίτε, που έχουν μία μορφή θεατρική. Από την άλλη πλευρά, έχουμε τον Μαρξ, για τον οποίο ήδη μιλήσαμε, αλλά μένει να δούμε τι δυνατότητες ανοίγει η ανάλυσή του για τη ριζοσπαστική πολιτική πράξη. Αξίζει να υπενθυμίσουμε μερικά βασικά σημεία από την ιστορία του Άμλετ. Πρόκειται για ένα θεατρικό δράμα στο οποίο συνυπάρχουν πολλές διαφορετικές ιστορίες: εκδίκησης, πένθους, ένα θεατρικό παιχνίδι μέσα στο θεατρικό παιχνίδι.

Η ιστορία ξεκινάει μέσα στη νύχτα, όταν οι φρουροί του βασιλείου της Δανίας βλέπουν μία απόκοσμη μορφή, η οποία δεν είναι άλλη από το φάντασμα του πεθαμένου βασιλιά Άμλετ. Στην έναρξη του δράματος δεν είναι γνωστό, ούτε στους θεατές ούτε στους ήρωες της ιστορίας, ότι ο βασιλιάς Άμλετ δολοφονήθηκε από τον σφετεριστή του θρόνου και νυν βασιλιά Κλαύδιο. Το φάντασμα θα αρχίσει να εμφανίζεται για να ζητήσει από τον νεαρό Αμλετ, γιο του δολοφονημένου βασιλιά, να εκδικηθεί για τον θάνατό του. Ο Άμλετ όμως θα φανεί αναποφάσιστος, θα δείξει αμηχανία. Αδυνατεί να πράξει, τον βλέπουμε να ταλαντεύεται ανάμεσα στην πίστη και στην απιστία, δεν εμπιστεύεται το φάντασμα, δεν ξέρει αν είναι φίλος ή εχθρός, δεν ξέρει αν του λέει την αλήθεια, αν ο ίδιος τρελαίνεται, απορροφάται από τις σκέψεις, όλες εκείνες τις υποθέσεις, που ακούμε στους μονολόγους του, μέχρι που, τελικά, θα βρει μία λύση. Για να πειστεί ο Άμλετ ότι το φάντασμα πράγματι τού λέει την αλήθεια, θα δοκιμάσει ένα θεατρικό παιχνίδι. Έτσι, ζητάει από έναν περιπλανώμενο θίασο ηθοποιών να ανεβάσουν μια παράσταση, στην οποία θα αφηγούνται το περιστατικό δολοφονίας κάποιου βασιλιά, ώστε να ελέγξει τις αντιδράσεις του Κλαύδιου και να διαπιστώσει την ενοχή του. Το κόλπο πιάνει και ο Άμλετ πείθεται για τη φιλική στάση του φαντάσματος. Είναι σαφές ότι η εικόνα του φαντάσματος είναι αμφίσημη. Αυτή η αμφίσημη εικόνα, αμφίβολης προέλευσης και κινήτρων, αφού αποκαλυφθεί τελικά στην τρίτη πράξη ότι αποτελεί φίλο κι όχι εχθρό του κεντρικού ήρωα, θα πάψει να επανεμφανίζεται, δείχνοντάς μας πως το ουσιαστικό μέρος της ιστορίας εκτυλίσσεται μέσα στην αμφιβολία και μέσα στον κίνδυνο.

Κρατώντας αυτή την αμφιβολία και αυτόν τον κίνδυνο, ας περάσουμε στον Μαρξ. Στη 18η Μπρυμαίρ, έργο που γράφει το 1852, βρίσκουμε δύο πολύ διαφορετικά φαντάσματα. Χρειάζεται, συνεπώς, να παραθέσουμε δύο αντιπροσωπευτικά αποσπάσματα από το εν λόγω κείμενο∙

[ο]λοκληρωτικά απορροφημένη με την παραγωγή του πλούτου και την ειρηνική πάλη του ανταγωνισμού, δεν ένιωθε πια πως τα φαντάσματα της ρωμαϊκής εποχής είχαν σταθεί φρουροί στην κούνια της. Μα, όσο λίγο ηρωική κι αν είναι η αστική κοινωνία, χρειάστηκαν, ωστόσο, ο ηρωισμός, η θυσία, η τρομοκρατία, ο εμφύλιος πόλεμος και οι εθνικές μάχες για να τη φέρουν στον κόσμο.

Τα φαντάσματα του παρελθόντος φαίνεται εδώ πως, για τον Μαρξ, δεν δύνανται να εξηγήσουν την ιστορική ανάδυση της αστικής κοινωνίας, πόσο μάλλον τους μηχανισμούς και τις σχέσεις που παρήγαγαν τους όρους αυτής της ανάδυσης. Αυτό που χρειάζεται για να εξηγηθεί η ανάδυση της αστικής κοινωνίας είναι η ιστορική βία, μια συζήτηση γύρω από την πολιτική σύγκρουση, ενίοτε αιματηρή, στη βάση της οποίας διαφορετικά πολιτικά συμφέροντα διεκδικούν, ορατά και ενεστωτικά, να κυριαρχήσουν έναντι άλλων στο εσωτερικό μιας κοινότητας. Από την άλλη, όμως, θα διαβάσουμε μια διατύπωση –κάπως διαφορετική– ως προς τον τρόπο προσέγγισης της φαντασματικής εικόνας∙

[ό]ταν το ‘κόκκινο φάντασμα’ που ολοένα επικαλούνται και εξορκίζουν παρουσιάζεται επιτέλους, δεν παρουσιάζεται με τον αναρχικό φρυγικό σκούφο στο κεφάλι, μα με τη στολή της τάξης με το κόκκινο παντελόνι.

Η αναφορά στο κόκκινο φάντασμα είναι σαφώς μια διαφορετική διατύπωση για τα φαντάσματα, αφού πρόκειται για το συγκεκριμένο φάντασμα, του κομμουνισμού. Δύο ερωτήματα προκύπτουν: γιατί για τον (ελευσόμενο) κομμουνισμό επιλέγεται η εικόνα του φαντάσματος και γιατί η εικόνα του κομμουνισμού ως φαντάσματος συναντά άλλες εικόνες φαντασμάτων;

Μιλώντας, όμως, για την εικόνα του κομμουνισμού ως φαντάσματος και παράλληλα, μιλώντας για ιστορικό καθήκον και δη για επανάσταση δεν μπορούμε παρά να στραφούμε στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, γραμμένο λίγα χρόνια νωρίτερα, λίγο πριν τα επαναστατικά ξεσπάσματα του 1848.

Στο Μανιφέστο αφετηριακά τοποθετείται η λέξη «φάντασμα». Με τρόπο που υπονοεί ειδικότερα την «αναμονή» της εμφάνισης ενός φαντάσματος, όπως συμβαίνει και στον Άμλετ, που οργανώνεται τουλάχιστον στα δυο τρίτα της έκτασής του από την επαναλαμβανόμενη εμφάνιση του φαντάσματος του δολοφονημένου βασιλιά της Δανίας και πατέρα του κεντρικού ήρωα. Στη μαρξική θεματολογία το «φάντασμα του κομμουνισμού» πρόκειται να εμφανιστεί μέσα σε ένα σχήμα ιστορικό, συμμετέχοντας στη διαμόρφωση της ταυτότητας της νεότερης Ευρώπης. Ο κομμουνισμός, φέρεται υπό την αμφιλεγόμενη μορφή ενός «φαντάσματος», που παρότι δεν έχει ακόμη εμφανιστεί απειλεί με την εμφάνισή του. Ας μην παραβλέπουμε την ακριβή σύνταξη αυτής της διατύπωσης, δηλαδή πως το φάντασμα αυτό «πλανιέται», καθιστώντας την εμφάνισή του διαρκώς επανερχόμενη, επιτρέποντας ακόμη τη δυνητική εμφάνισή του στον εκάστοτε τόπο, στο εκάστοτε παρόν. Άραγε, οι επανεμφανίσεις του φαντάσματος αυτού συνθέτουν κάποια εικόνα της ιστορίας; Συνθέτουν, ίσως, μία εικόνα της ιστορίας δυναμική, εντός ενός πεδίου δυνάμεων, που ρυθμίζουν και απορρυθμίζουν τον ιστορικό χρόνο. Μιλήσαμε πριν για εκκρεμές και υπονοήσαμε ότι η διαλεκτική στον Μαρξ, προσπαθεί να οργανώσει το χάος του πραγματικού κόσμου. Αλλά μερικές φορές η κίνηση του εκκρεμούς απορυθμίζεται και τα ρολόγια καταστρέφονται.

Αναφέρθηκα στις επανεμφανίσεις του φαντάσματος, διερωτώμενη κατά πόσο μπορούν να μας βοηθήσουν να σκεφτούμε την κίνηση της ιστορίας. Αυτό συμβαίνει, κατά τη γνώμη μου, γιατί τα φαντάσματα στο έργο του Μαρξ λαμβάνουν, τουλάχιστον, δύο μορφές, αντίθετες μεταξύ τους, που επιτελούν διαφορετικά καθήκοντα. Μοιάζει σαν να σκηνοθετείται ένας πόλεμος φαντασμάτων, σαν ο Μαρξ να μην αναφέρεται απλώς στις ταξικές συγκρούσεις, αλλά να αποδίδει μια δυνατή εικόνα τους. Στη Μπρυμαίρ και στο Μανιφέστο, η σκηνοθεσία του Μαρξ είναι πραγματικά εμφανής, μας το λέει άλλωστε σχεδόν ρητά, ενώ περιγράφει την πολιτική φαντασμαγορία του Λουδοβίκου Βοναπάρτη στη, μετά το 1848, Γαλλία. Η φαντασμαγορία και η σκηνοθεσία που την προϋποθέτει συνιστούν ιδιαιτερότητες της θεατρικής πρακτικής. Η φαντασμαγορία είναι πολιτική και ως τέτοια προσκαλεί τις θεατρικές συμβάσεις να συμμετάσχουν στον τρόπο που κατανοούμε την πολιτική. Μέσα από το παράδειγμα της Μπρυμαίρ και έχοντας συζητήσει την εικόνα του φαντάσματος μπορούμε να επιστρέψουμε στην τελευταία για να την περιγράψουμε αναλυτικότερα.

Τούτο γιατί η εικόνα του φαντάσματος έχει μερικές ακόμη ιδιαιτερότητες. Το φάντασμα φέρει ευθύνες, τόσο για τον Μαρξ, όσο και για τον Άμλετ. Φέρει ευθύνες, όπως ευθύνες φέρουν οι ιστορικοί άνθρωποι. Αν αυτό φαίνεται παράδοξο, ας θυμηθούμε ότι το φάντασμα είναι πνεύμα σωματοποιημένο, και αυτό το σώμα, που είναι κοινό σε ανθρώπους και φαντάσματα, αυτό το υπόλειμμα ύλης, είναι εκείνο που επιτρέπει στο παρελθόν ή στο μέλλον -αφού από το παρελθόν ή και το μέλλον έρχονται τα φαντάσματα- να επικαθορίζει το παρόν. Αυτή η δυνατότητα, όμως, επικαθορισμού του παρόντος από τα φαντάσματα είναι διττή. Αν θυμηθούμε ότι τα φαντάσματα της ρωμαϊκής εποχής, για τα οποία γράφει ο Μαρξ, συνιστούν φαντασιοπληξίες και όχι φορείς ευθύνης, θα μπορέσουμε να καταλάβουμε ότι αυτά τα φαντάσματα μοιάζουν με αρνητές της δυναμικής της ιστορίας, μετατρέπουν τον χρόνο σε ένα αιώνιο συνεχές, στον κενό χρόνο της προόδου. Όταν μάλιστα ο Μίλερ, ένας από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς Γερμανούς συγγραφείς, μετατρέπει τον Άμλετ σε μία τραγωδία του εικοστού αιώνα, μας λέει ότι ο ήρωας, το παιδί του φαντάσματος, γίνεται μηχανή, γίνεται αυτόματο. Ο κίνδυνος με τα φαντάσματα είναι να γίνουμε αυτόματα· μπροστά σε αυτόν τον κίνδυνο καμία ικανοποιητική απάντηση δεν έχει διατυπωθεί.

Αν ο σύνδεσμος, η εικόνα δηλαδή που ξεκλειδώνει μία από τις δυνατές συνομιλίες του Μαρξ με τον Σαίξπηρ, είναι η εικόνα του φαντάσματος, τότε, αντίστοιχα, μεταξύ του Γκαίτε και του Μαρξ, βρίσκω σημαντική τη νοηματοδότηση της φαντασίας, αλλά και τη συζήτηση γύρω από το χρήμα. Στον Φάουστ παρακολουθούμε μια περιπέτεια. Ένας διανοούμενος, λόγιος, πανεπιστήμονας, ο Φάουστ, τίθεται στην υπηρεσία του διαβόλου, του Μεφιστοφελή, αφού ο τελευταίος τού υπόσχεται τους καρπούς της νεότητας. Ο Φάουστ περνά έτσι από τον κόσμο του λόγου στον κόσμο της πράξης. Στο δεύτερο μέρος της τραγωδίας, παρακολουθούμε την επίσκεψη του Φάουστ και του Μεφιστοφελή σε μια αυτοκρατορική αυλή. Εκεί, ο Γκαίτε μάς παρουσιάζει έναν τρόπο γέννησης του χρήματος, μιας γέννησης αλχημιστικής, ενός χρήματος που έχει την ικανότητα να πολλαπλασιάζεται, να γεννά πλούτο εκεί που κανείς συναντούσε τη φτώχεια. Το χρήμα στον Γκαίτε είναι κάτι μαγικό, ένα μαγικό χαρτί, που ταυτόχρονα εξαπατά και αξιώνει κάποιο καθεστώς αλήθειας. Αποτελεί ένα παντοδύναμο ον, αφού στέκεται ανάμεσα στα επιθυμητά αντικείμενα και στην ανάγκη. Όμως, εκεί που νομίζουμε –θα πει με τη σειρά του ο Μαρξ– ότι το χρήμα είναι κάτι χειροπιαστό, δεν βλέπουμε παρά ένα πλάσμα της φαντασίας. Το χρήμα συνιστά πλάσμα της φαντασίας, αλλά η φαντασία για τον Μαρξ δεν αποτελεί μονάχα κάτι πλασματικό. Η φαντασία αποτελεί ταυτόχρονα μία δυνατότητα. Η φαντασία, όταν δεν συνιστά φαντασιοπληξία, εξαρτάται από το επαναστατικό καθήκον της τάξης με το κόκκινο παντελόνι, το καθήκον εκείνο που οφείλει να μεγαλώνει στη φαντασία.

Η φαντασία στον Φάουστ είναι το στοιχείο εκείνο που κάνει την τραγωδία ιστορική, αφού εκείνη κινητοποιεί τα πάθη και τα παθήματα του ήρωα, την περιπέτεια στο σύνολό της. Μέσω της φαντασίας αναζητείται η γνώση και η επιθυμία. Αποτελεί την οδό που κάνει δυνατή τη γνώση και την πραγματική εμφάνιση της επιθυμίας, όχι ως απωθημένης, αλλά ως εν δυνάμει πραγματοποιήσιμης. Βλέπουμε εδώ ότι, όπως με τα φαντάσματα, έτσι και με τη φαντασία, η νοηματοδότηση είναι διττή. Όταν τα φαντάσματα και η φαντασία στον Μαρξ διαφοροποιούνται από το να αποτελέσουν δυνάμεις συντηρητικές, μεταμορφώνονται δηλαδή σε δυνάμεις επαναστατικές, διακρίνει κανείς ότι καλούνται να γεφυρώσουν το καθήκον και την επιθυμία, να γεφυρώσουν το καθήκον της ανατροπής του κόσμου της αναγκαιότητας και την επιθυμία πραγμάτωσης του κόσμου της επιθυμίας. Η φαντασία μοιάζει να καταλαμβάνει έναν ενδιάμεσο χώρο, ανάμεσα στο παρόν και στο απόν, στη γνώση και στην πράξη, στην τρέλα και στην εξαπάτηση, στους νεκρούς και στους ζωντανούς, στην παραγωγή και στην παραγωγή ιδεών. Κινούμενη όμως σε αυτούς τους ενδιάμεσους χώρους, η φαντασία διακρίνεται από τη μεταμορφωτική, την ποιητική της δύναμη, την αναπόδραστη μόλυνσή της από την ύλη.

Ο Μαρξ δεν κάνει λογοτεχνία. Χρησιμοποιεί, όμως, τη λογοτεχνία σε ένα βαθύτερο επίπεδο από αυτό που μπορούμε να διακρίνουμε εκ πρώτης όψεως. Το ενδιαφέρον του για την κλασική λογοτεχνία και την αρχαία γραμματεία δεν εξαντλείται στη χρήση αποσπασμάτων και αναφορών, μιας και ο Μαρξ είναι σαν να δανείζεται, από τη λογοτεχνία, μοτίβα, που τοποθετούνται στον πυρήνα του προγράμματός του, στον πυρήνα, όχι μόνο της ανάλυσης του υπό εξέταση αντικειμένου του, αλλά και στον πυρήνα αυτού που σκέφτεται ως ελευσόμενος κόσμος. Η λογοτεχνία επιστρατεύεται επίσης ως τέχνη που ενδιαφέρεται κατεξοχήν για το προσωπικό. Όμως, για το προσωπικό στοιχείο ενδιαφέρεται και ο Μαρξ. Το προσωπικό θρυμματίζεται μέσα σε αυτό τον κόσμο της προόδου, στον κόσμο των «αιώνιων» φυσικών νόμων της κεφαλαιοκρατικής ανάπτυξης. Η λογοτεχνία, που έχει ταυτιστεί με την ανάδυση του προσωπικού, αποτελεί μία στιγμή της ιστορίας μας ως πρόσωπα, αλλά και μια στιγμή που μέλλεται για να ‘ρθει. Δεν πρέπει να ξεχνάμε την απόλαυση της ανάγνωσης, μια απόλαυση που υπό προϋποθέσεις μπορεί να ανοίξει τον δρόμο προς την κριτική, έτσι που η επιθυμία να εμφανιστεί ως στοιχείο του αγώνα για τη χειραφέτηση, ως κινητήριος μοχλός του.

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Σχετικά με τον συντάκτη

Μαριλένα Καρρά

Μαριλένα Καρρά

Η Μαριλένα Καρρά γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Ρέθυμνο Κρήτης. Σπούδασε Θεωρία και Ιστορία της Τέχνης στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και ακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Έχει δημοσιεύσει στις εκδόσεις Red Marks το δοκίμιο «Όταν ο Marx συνάντησε τους Shakespeare και Goethe. Φετιχισμός και φιλοσοφία της ιστορίας».

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε