Επίκαιρα Συνεντεύξεις Τεύχος #8

Μαρξισμός, Φασισμός και Ολοκαύτωμα: Συνέντευξη του Έντσο Τραβέρσο με τον Γιώργο Σουβλή

«Η αριστερή μελαγχολία δεν συνεπάγεται νοσταλγική παραίτηση, παθητικότητα ή ανικανότητα. […] Το να αλλάξει κανείς τον κόσμο δεν απαιτεί μόνο στρατηγικά σχέδια, πολύτιμες διαγνώσεις του συσχετισμού δύναμης, αποτελεσματικά αιτήματα και ισχυρές οργανώσεις. Χρειάζεται επίσης μία διαδικασία ανθρώπινης χειραφέτησης, η οποία να κινητοποιεί δυνατά συναισθήματα, προσδοκίες και ελπίδες. Η μελαγχολία είναι ένα από αυτά τα συναισθήματα. Μετά από κάθε ιστορική ήττα, φορτίζει με αναμνήσεις τη διαδικασία πένθους και την οικοδόμηση μιας νέας προοπτικής. Με άλλα λόγια, η αριστερή μελαγχολία μπορεί να αποτελέσει σύνδεσμο μεταξύ του παρελθόντος και του μέλλοντος.»
Φωτογραφία: Gemma Planell, 2017

Το πρωτότυπο κείμενο της αγγλικής συνέντευξης περιλαμβάνεται στον υπό έκδοση τόμο George Souvlis (ed.), Voices on the Left: Challenging the Capitalist Hegemony, εκδόσεις RedMarks, Απρίλιος 2019.

Η πρώτη σας έρευνα με τίτλο The Jewish Question, History of a Marxist Debate (νέα αγγλική έκδοση Leyden: Brill, 2018· πρωτότυπη γαλλική έκδοση: 1990) εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο οι μαρξιστές προσέγγισαν το εβραϊκό ζήτημα, όπως αναφέρει κι ο τίτλος, κατά το διάστημα 1843-1943. Ποια είναι τα όρια των μαρξιστών αυτής της περιόδου; Σχετίζονται τα όρια αυτά με την αδυναμία τους να κατανοήσουν με ικανοποιητικό τρόπο τα θρησκευτικά φαινόμενα στην ιστορία, και με τη δυσκολία τους να θεωρητικοποιήσουν το έθνος, λόγω της ντετερμινιστικής τους επιστημολογίας; Θα μπορούσατε να παρουσιάσετε σχηματικά τις βασικές γραμμές ενός αναλυτικού μαρξιστικού θεωρητικού πλαισίου που να μπορεί να εξηγεί τον ρόλο του έθνους στην δημιουργία ενός κοινωνικού σχηματισμού;

To βιβλίο αυτό ήταν η διδακτορική μου διατριβή, την οποία έγραψα αφότου μετακόμισα στο Παρίσι και γνώρισα τον Μίκαελ Λεβί, ο οποίος έγινε επιβλέπων καθηγητής μου στην École des hautes études en sciences sociales (EHESS). Μαρξιστής, γεννημένος στη Βραζιλία από οικογένεια εξόριστων Αυστριακών Εβραίων, ο Μίκαελ συγκέρασε την παράδοση της γερμανό-εβραϊκής κουλτούρας -Λούκατς, Μάνχαϊμ και σχολή της Φρανκφούρτης, Μπένγιαμιν, Μαρκούζε κτλ.- με την κληρονομιά του γκεβαρισμού και του πολιτικού ριζοσπαστισμού της Λατινικής Αμερικής, δημιουργώντας έτσι έναν μοναδικό και πολύ αναζωογονητικό συνδυασμό. Εκείνη την περίοδο, η πρόσληψη της σχολή της Φρανκφούρτης περιοριζόταν αποκλειστικά στα έργα της περί αισθητικής.

Πρώτα απ’ όλα, το βιβλίο αυτό συνιστά την ιστορία μιας διανοητικής συζήτησης που διήρκεσε παραπάνω από έναν αιώνα: η επιστημολογική της προκείμενη είναι η εμπειρία της συμβιωτικής συνύπαρξης μεταξύ μαρξισμού και Εβραίων και, ως εκ τούτου, αυτή η συζήτηση αφορά δύο ηπείρους στενά συναρθρωμένες. Από τη μία, οι Εβραίοι χάραξαν το διανοητικό προφίλ του μαρξισμού, και, από την άλλη, ο μαρξισμός εξελίχθηκε σε θεμελιώδες γνώρισμα της σύγχρονης εβραϊκής κουλτούρας. Ήταν αποτέλεσμα της διαδικασίας χειραφέτησης και εκκοσμίκευσης στην Ευρώπη καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα.

Δεδομένου ότι ο αστικός κοσμοπολιτισμός κατέστρεφε τα εθνικά σύνορα και δημιουργούσε μία ενοποιημένη -σήμερα θα λέγαμε «παγκόσμια»- κοινωνία, ο μαρξιστικός διεθνισμός πάντοτε προσέγγιζε το «εθνικό ζήτημα» -και το «εβραϊκό ζήτημα»- ως μεταβατικό βήμα στην ιστορική εξέλιξη. Αυτό προσέφερε μια ικανοποιητική λύση στο δίλημμα των Εβραίων της Κεντρικής και της Ανατολικής Ευρώπης, οι οποίοι είχαν αποκηρύξει την ιουδαϊκή θρησκεία, αλλά παρέμεναν στιγματισμένοι από τον αντισημιτισμό. O οικουμενικός χαρακτήρας του μαρξισμού τους επέτρεψε να αγωνιστούν ενάντια τόσο στην αστική κοινωνία όσο και τις θρησκευτικές προκαταλήψεις. Οι εβραϊκές τους ρίζες αποτέλεσαν ένα ισχυρό αντίδοτο κατά του εθνικισμού. Αλλά η μαρξιστική προσέγγιση στο εβραϊκό ζήτημα δεν ήταν μονολιθική· περιλάμβανε μια ποικιλία ρευμάτων, από τον ριζοσπαστικό διεθνισμό (Ρόζα Λούξεμπουργκ) ως την «πολιτιστική αυτονομία» (Βλάντιμιρ Μέντεμ) κι από τον μαρξιστικό σιωνισμό (Μπερ Μπορόκοφ) ως τον εβραϊκό μεσσιανισμό (Βάλτερ Μπένγιαμιν). Mε άλλα λόγια, ο μαρξισμός επέτρεψε στους Εβραίους να σκεφτούν έναν κόσμο χωρίς εθνικούς διαχωρισμούς, και, ταυτόχρονα, να σκεφτούν για τη δική τους «εθνική» χειραφέτηση. Η διαδικασία αυτή παρουσιάζει αναλογίες με την πρόσληψη του μαρξισμού στον αποικιακό κόσμο, όπου ο μαρξισμός έγινε σημαία τόσο της διεθνούς όσο και της εθνικής απελευθέρωσης.

Στην επόμενη μελέτη σας, με τίτλο The Jews and Germany: From the Judeo-German Symbiosis to the Memory of Auschwitz (Λίνκολν: Nebraska University Press, 1994· πρωτότυπη γαλλική έκδοση: 1992), υποστηρίζετε ότι η συνύπαρξη Γερμανών και Εβραίων ήταν απλώς ένα πολιτιστικά περιορισμένο φαινόμενο που δεν έλαβε ποτέ χώρα, επειδή οι Γερμανοί δεν σκόπευαν ποτέ να προχωρήσουν σε μια τέτοια σύνθεση. Θα μπορούσατε να μας εξηγήσετε τους λόγους για τους οποίους συνέβη αυτό, καθώς και να παρουσιάσετε το ευρύτερο ιστορικό του πλαίσιο; Επίσης, στο δεύτερο μέρος της έρευνάς σας υποστηρίζετε ότι οι Γερμανοί δεν έχουν καταφέρει να ξεπεράσουν το ναζιστικό τους παρελθόν. Εικοσιτρία χρόνια μετά τη δημοσίευση της έρευνάς σας, πιστεύετε ότι η κατάσταση έχει αλλάξει προς το καλύτερο; Μπορείτε να εντοπίσετε οποιεσδήποτε σημαντικές μετατοπίσεις στον τρόπο που αντιμετωπίζει η εθνική μνήμη το ζήτημα σήμερα;

Έγραψα αυτό το βιβλίο μεταξύ 1990 και 1992, εν μέσω της γερμανικής ενοποίησης. Σε αυτήν την ιστορική συγκυρία, πολλές φωνές προειδοποιούσαν για τον κίνδυνο αναγέννησης της επονομαζόμενης «Μεγάλης Γερμανίας». Οι διανοούμενοι της Ανατολικής Γερμανίας αποκήρυσσαν την προσάρτηση και τη διαδικασία αποικιοποίησης που κατέστρεφε όλες τις δημοκρατικές προσδοκίες του 1989. Η βασική τους θέση συνοψίζεται επιτυχώς από τον Χανς Μάιερ στον Πύργο της Βαβέλ (Der Turm von Babel), όπου και επιχειρηματολογεί ότι το οικτρό τέλος της Ανατολικής Γερμανίας δεν θα έπρεπε να εξαφανίσει τις ελπίδες που γέννησε στις απαρχές της, όταν εμφανίστηκε ως κατάκτηση του αντιφασιστικού αγώνα. Στη Δυτική Γερμανία, άνθρωποι όπως ο Γιούργκεν Χάμπερμας και ο Γκύντερ Γκρας επεσήμαναν ότι η ενωμένη Γερμανία αποτέλεσε τον ζωτικό χώρο για την ανάπτυξη του εθνικοσοσιαλισμού. Για εκείνους, η διαίρεση της χώρας αποτελούσε μια ανοιχτή πληγή που υπενθύμιζε συνεχώς τα ναζιστικά εγκλήματα. Ένα από τα συνθήματα των εναλλακτικών κινημάτων ήταν το “Ποτέ ξανά Γερμανία!” (Nie wieder Deutschland!). Η μετατόπιση από τις δημοκρατικές διεκδικήσεις («είμαστε ο λαός») στις ταυτοτικές διεκδικήσεις («είμαστε ένας λαός») σήμανε και την επιστροφή του εθνικισμού. Τριάντα χρόνια αργότερα, μπορούμε εύκολα να αναγνωρίσουμε ότι, ευτυχώς, η επανένωση της Γερμανίας δεν σηματοδότησε την επιστροφή του εθνικοσοσιαλισμού. Σήμερα, η άνοδος ενός μεταφασιστικού κινήματος όπως η Εναλλακτική για τη Γερμανία (ΑfD) σχετίζεται με μια ευρωπαϊκή τάση και δεν μπορεί να ερμηνευτεί απλώς ως ναζιστική κληρονομιά. Ωστόσο, οι προειδοποιήσεις αυτές ήταν θεμιτές και συνέβαλαν στην εγγραφή της μνήμης του Ολοκαυτώματος στην ιστορική συνείδηση της ενοποιημένης χώρας. Με άλλα λόγια, η επανένωση οδήγησε σε μία μορφή χαμπερμασιανού «συνταγματικού πατριωτισμού» κι όχι στην αναγέννηση του γερμανικού εθνικισμού (και το AfD αποτελεί μια αργοπορημένη αντίδραση σ’ αυτήν την ιστορική αλλαγή).

Ταυτόχρονα, η επανένωση αποτέλεσε τεράστια ανατροπή που μας επέτρεψε να προσεγγίσουμε το γερμανικό παρελθόν από μια ιστορική προοπτική και να διασαφηνίσουμε τα βασικά του χαρακτηριστικά. Η λεγόμενη «γερμανο-εβραϊκή συμβίωση» ήταν στην πραγματικότητα ένας εβραϊκός μονόλογος. Η αντίφαση αυτή αποτέλεσε μια από τις προϋποθέσεις της εξαιρετικής πνευματικής δημιουργικότητας που χαρακτήριζε τους Εβραίους της κεντρικής Ευρώπης, οι οποίοι πάντα σκέφτονταν και έγραφαν ως ξένοι. Ήταν οι πιο εξέχοντες εκπρόσωποι της κουλτούρας των εθνών, η οποία δεν τους αναγνώρισε ποτέ ως νόμιμα μέλη, αλλά τους αντιμετώπισε ως ξένο και επικίνδυνο σώμα. Η «γερμανο-εβραϊκή συμβίωση» αποτελεί αναδρομική κατασκευή: αφορά τη «σφαίρα της μνήμης» της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, έναν ανεξάντλητο θρήνο, το αποτέλεσμα του πένθους για ένα κατεστραμμένο γερμανο-εβραϊκό παρελθόν. H λατρεία, κυριολεκτικά, αυτού του εξαφανισμένου παρελθόντος  –τα γερμανικά πολιτιστικά αρχεία που πληρώνουν αστρονομικά ποσά, προκειμένου να αποκτήσουν τα χειρόγραφα του Κάφκα ή άλλων Εβραίων συγγραφέων– συνιστά την έκφραση αυτού του πένθους, καθώς και μια συμβολική αποζημίωση.

H μελέτη σας με τίτλο L’ Histoire déchirée, essai sur Auschwitz et les intellectuels (Παρίσι: Editions du Cerf, 1997), εξετάζει τους τρόπους με τους οποίους πολλοί Εβραίοι διανοούμενοι που επιβίωσαν από το Ολοκαύτωμα ερμήνευσαν την εμπειρία του Άουσβιτς κατά τη μεταπολεμική περίοδο. Ποιοι ήταν οι κύριοι περιορισμοί τους και οι θέσεις τους όσον αφορά την κατανόηση του φαινομένου αυτού μόλις μια δεκαετία μετά την εμφάνισή του; Eάν υπήρξε, ποια ήταν η συμβολή τους στη διαμόρφωση της εθνικής μνήμης για το Ολοκαύτωμα στη Γερμανία;

H μελέτη αυτή πραγματεύεται την επίδραση του Ολοκαυτώματος στη μεταπολεμική κουλτούρα. Ξεκινάει από την αναγνώριση της διαφοράς μεταξύ της δικής μας αντίληψης για την εξόντωση των Εβραίων της Ευρώπης ως κεντρικού γεγονότος στην ιστορία του 20ού αιώνα, και τη σχετική του αφάνεια στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν το Ολοκαύτωμα –μία λέξη που δεν υπήρχε ακόμα εκείνη την περίοδο– επισκιαζόταν από το μέγεθος της βίας και της καταστροφής του πολέμου. Σε αυτό το βιβλίο, προτείνω μια τυπολογία διανοητικών αντιδράσεων απέναντι στο Άουσβιτς, οι οποίες κυμαίνονται από την αδυναμία κατανόησης και την παραγνώριση του φαινομένου (Σαρτρ) έως την κριτική κατανόηση και ερμηνεία του (Χάνα Άρεντ, Γκύντερ Άντερς, Τεόντορ Αντόρνο). Προσπάθησα να εξηγήσω ότι αυτή η τελευταία οξυδερκής πρόσληψη, εν μέσω ενός κόσμου που αγνοούσε το γεγονός, προϋπέθετε μία συγκεκριμένη ματιά, αποτελούμενη τόσο από ψυχολογική εγγύτητα όσο και από κριτική απόσταση, που χαρακτήριζε την περιθωριακή θέση πολλών Ευρωπαίων Εβραίων διανοούμενων που είχαν μεταναστεύσει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στο βιβλίο μου, ερμηνεύω αυτήν την περιθωριακή στάση ως το επιστημολογικό «προνόμιο» της εξορίας. Αυτό το «προνόμιο» κερδήθηκε έναντι πολύ υψηλού τιμήματος -σκεφτείτε το δοκίμιο της Άρεντ «Εμείς οι Πρόσφυγες» ή τους σκοτεινούς στοχασμούς του Αντόρνο για την «ακρωτηριασμένη ζωή» των εμιγκρέδων- αλλά κατέληξε σε ορισμένα από τα πιο δυνατά έργα της φιλοσοφίας και της κριτικής θεωρίας του 20ού αιώνα.

Η επόμενη μεγάλη έρευνα που δημοσιεύσατε είχε τίτλο Le Totalitarisme: Le XXe siècle en débat (Παρίσι: Seuil, 2001) και αποτελεί μια διανοητική ιστορία της συζήτησης περί ολοκληρωτισμού. Θα μπορούσατε να μας μιλήσετε για τις καταβολές αυτής της διαμάχης και για τις κομβικές μετατοπίσεις που έχετε εντοπίσει με το πέρασμα του χρόνου αναφορικά με την έννοια του ολοκληρωτισμού; Θα μπορούσαμε να εξισώσουμε την Σοβιετική Ένωση με τον ναζισμό τόσο με αναλυτικούς όσο και με πολιτικούς όρους; Έχει κάποια αναλυτική αξία η έννοια ή αποτελεί απλώς ιδεολογική κατασκευή με στόχο να απονομιμοποιήσει οποιαδήποτε μη-φιλελεύθερη εναλλακτική;

Σε αυτό το βιβλίο, προσπάθησα να συγκεντρώσω τις πιο σημαντικές συμβολές γύρω από τη συζήτηση για τον ολοκληρωτισμό, η οποία αποτέλεσε μια από τις πιο πλούσιες σε περιεχόμενο διαμάχες στη διανοητική ιστορία του 20ού αιώνα. Συνέλαβα την ιδέα αυτού του βιβλίου τη δεκαετία του 1990, την εποχή της θριαμβολογίας του νεοφιλελευθερισμού. Ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Δυτική Γερμανία η έννοια του ολοκληρωτισμού ανήκει πρωταρχικά στην κουλτούρα του Ψυχρού Πολέμου, ιδίως τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, σε άλλες χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης, και κυρίως στη Γαλλία και την Ιταλία, αλλά ιδίως στην ενοποιημένη Γερμανία, αναδύθηκε τη δεκαετία του 1990, όταν εργαλειοποιήθηκε με σκοπό τη σύλληψη του 20ού αιώνα ως εποχής βίας και γενοκτονιών. Στη Γερμανία, σήμαινε το «διπλό παρελθόν» μιας χώρας η οποία είχε βιώσει τον ναζισμό και τον υπαρκτό σοσιαλισμό· στην Ιταλία, επέτρεψε στο πρώην Κομμουνιστικό Κόμμα να μετατοπιστεί από τον σοσιαλισμό στον αριστερό φιλελευθερισμό, και στον Μπερλουσκόνι να παρουσιάσει τον εαυτό του ως προασπιστή της σύγχρονης ελευθερίας· στη Γαλλία συνόδευσε την πτώση του μιτερανισμού και εξαφάνισε ό,τι είχε απομείνει από την αριστερά. Ο Πέρρυ Άντερσον είχε δίκιο όταν περιέγραφε το Παρίσι ως την «πρωτεύουσα της ευρωπαϊκής αντίδρασης». Είναι σε αυτό το σημείο που ο Φρανσουά Φιρέ έγραψε το βιβλίο Το Παρελθόν μιας Αυταπάτης (1995) και μια ομάδα από ακαδημαϊκούς με επικεφαλής τον Στέφαν Κουρτουά δημοσίευσε τη Μαύρη Βίβλο του Κομμουνισμού (1997).

Το βιβλίο μου ανέλαβε μία διττή πρόκληση. Από τη μια, προσπάθησε να απομυστικοποιήσει μια ισχυρή μιντιακή εκστρατεία, καταδεικνύοντας την απολογητική της πρόθεση: η κριτική του ολοκληρωτισμού αποτέλεσε εργαλείο νομιμοποίησης του νεοφιλελεύθερου καθεστώτος που είχε εγκαθιδρυθεί μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Από την άλλη, επιχείρησε να αποκαλύψει την πολυπλοκότητα μιας φιλοσοφικής και θεωρητικής συζήτησης η οποία δεν μπορούσε να αναχθεί στους ιδεολογικούς στόχους του φιλελευθερισμού (η οποία έχει επιδείξει ανοσία τόσο απέναντι στον φασισμό όσο και απέναντι στον κομμουνισμό). Ο εικοστός αιώνας βίωσε με τον φασισμό και τον σταλινισμό νέες μορφές απόλυτης εξουσίας, όπου και οι δύο σχετίζονται με την εσωτερική λογική του δυτικού πολιτισμού. Η Χάνα Άρεντ ερμήνευσε τον ολοκληρωτισμό ως μια μοναδική μορφή συμβιωτικής σχέσης μεταξύ ιδεολογίας και τρόμου, που στόχευε στην καταστροφή της πολιτικής καθεατής, δηλαδή στην καταστροφή κάθε μορφής διάδρασης ανάμεσα σε διαφορετικά υποκείμενα εντός της δημόσιας σφαίρας. Υπάρχει επίσης μια μαρξιστική κριτική του ολοκληρωτισμού -σκεφτείτε τον Τρότσκι, τον Μαρκούζε, τον Kαστοριάδη- που συνιστά ριζοσπιαστική κριτική της ολοκληρωτικής κυριαρχίας: o oλοκληρωτισμός ως καθολική πραγμοποίηση κι ο μετασχηματισμός της εργαλειακής ορθολογικότητας σε κοινωνικό και πολιτικό ανορθολογισμό. Φυσικά, αυτή η κριτική του ολοκληρωτισμού δεν έχει καμία σχέση με την υπεράσπιση του κλασικού φιλελευθερισμού και την εξίσωση στην οποία προβαίνει, όπου κομμουνισμός=φασισμός=ολοκληρωτισμός.

Ένα από τα συμπεράσματα μου είναι ότι, παρά την συνάφειά του στο πλαίσιο της πολιτικής θεωρίας, οπού μπορεί να εκπληρώσει έναν κριτικό σκοπό, ο όρος είναι σχεδόν άχρηστος όσον αφορά την ερμηνεία του φασισμού και του κομμουνισμού. Μπορούμε να ανιχνεύσουμε κάποιες επιφανειακές αναλογίες μεταξύ τους, αλλά παραμένουν δύο διαμετρικά αντιθετικά πολιτικά φαινόμενα, τόσο όσον αφορά τις καταβολές τους, όσο και ως προς το κοινωνικό και ιδεολογικό τους περιεχόμενο. Ακόμη και η βία που παρήγαγαν ήταν πολύ διαφορετική, ενώ η έννοια του ολοκληρωτισμού κυρίως κρύβει τις διαφορές τους.

Στη μελέτη σας με τίτλο Οι ρίζες της Ναζιστικής Βίας: Μία Ευρωπαϊκή Γενεαλογία (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2013), επιχειρηματολογείτε ότι η μοναδικότητα του ναζισμού έγκειται στο τρομακτικό κράμα πολλών μορφών βίας, εμφανώς δυτικού χαρακτήρα. Ποιες ήταν αυτές οι μορφές;                

Προτιμώ να μιλάω για «ιστορική ενικότητα» παρά για  «μοναδικότητα»: η τελευταία έννοια σχετίζεται συχνά με μυστικιστικές ερμηνείες του Ολοκαυτώματος ως ενός μεταφυσικού ή υπερ-ιστορικού γεγονότος. Κατά την άποψή μου, η ναζιστική βία αποτέλεσε τη σύνθεση διαφόρων τάσεων που είχαν αναδυθεί στην Ευρώπη από τις αρχές του 19ου αιώνα· σύνθεση, η οποία κατέστη δυνατή χάρη σε ένα σύνολο εξαιρετικών ιστορικών συνθηκών κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου: τη γέννηση του σύγχρονου ρατσισμού και αντισημιτισμού· τον μετασχηματισμό του συντηρητισμού και του αντι-Διαφωτισμού σε πολιτικό ανορθολογισμό και σε ριζοσπαστικό εθνικισμό, που οδήγησαν στη γέννηση του φασισμού· τον θρίαμβο της αποικιοκρατίας ως κουλτούρας κυριαρχίας και πρακτικής εξολόθρευσης· τη σειριοποίηση του θανάτου και την επινόηση της βιομηχανικής σφαγής, κτλ. Η επίθεση των ναζί εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης το 1941 υπήρξε ταυτόχρονα πόλεμος κατά του μαρξισμού και κατά του διαφωτισμού, ένας αποικιακός πόλεμος με σκοπό την κατάληψη του ζωτικού χώρου της Ανατολικής Ευρώπης, κι ένας πόλεμος με σκοπό την εξολόθρευση των Εβραίων, του εγκεφάλου του μπολσεβικισμού και της πνευματικής αβανγκάρντ μιας «κατώτερης ράτσας», ενός είδους «υποδεέστερης ανθρωπότητας» (sub-humanity, Untermenschentum), στη γλώσσα του Χίτλερ. Εάν υπάρχει κάτι  «μοναδικό» στον ναζισμό, αυτό είναι η κατ’ εξαίρεση όσμωση διάφορων τάσεων που διαμόρφωσαν την ιστορία της Δύσης ως [ενιαίου] όλου. Από αυτή την άποψη, η ερμηνεία μου περί ναζισμού είναι εκ διαμέτρου αντίθετη από αυτήν του Χάμπερμας: αντιλαμβάνομαι τον ναζισμό περισσότερο ως «απόσταξη» της Δύσης παρά ως έκφραση ενός ιδιαίτερου δρόμου (Sonderweg) που διαχώρισε τη Γερμανία από τον δυτικό πολιτισμό. Αυτή η γενετική ερμηνεία προσπαθεί επίσης να υπερβεί τα όρια μιας θεωρίας του ολοκληρωτισμού που απλά περιγράφει και ασκεί κριτική στην κυριαρχία χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις ιστορικές προϋποθέσεις της.

Υπό το φως αυτού που αποκαλείτε The End of Jewish Modernity (Λονδίνο: Pluto Press, 2016), τι έχει συμβεί στην άλλη μεριά του διάσημου δίπολου, την Ελλάδα; Από τον 18ο αιώνα, σημαντικοί διανοούμενοι, από τους Γερμανούς ρομαντικούς έως και τους αποδομιστές, έχουν πραγματευτεί τη νεωτερικότητα με όρους τύπου: εβραϊσμός εναντίον ελληνισμού, Ιερουσαλήμ εναντίον Αθήνας, το μεσσιανικό εναντίον του μυθικού, ο Αβραάμ εναντίον του Αγαμέμνονα κ.ο.κ. Εάν η εβραϊκή νεωτερικότητα, όπως υποστηρίζετε, έχει παρέλθει, τι έχει συμβεί με το ελληνικό της ταίρι τις τελευταίες δεκαετίες;             

Η Αθήνα και η Ιερουσαλήμ χρησιμοποιούνται ως μεταφορές που συμβολίζουν την επινόηση της δημοκρατίας και του μονοθεϊσμού, του λόγου και της αποκάλυψης, τους αντιφατικούς πυλώνες της Δύσης. Αυτός είναι επίσης ο λόγος για τον οποίο ο Λέο Στράους θεώρησε την αδύνατη σύνθεσή τους ως «το μυστικό της ζωτικότητας του δυτικού πολιτισμού». Αυτός ο προβληματικός δεσμός, που μετέτρεψε την Αθήνα σε βασίλειο του «αρειανισμού» και την Ιερουσαλήμ σε σύμβολο μιας εχθρικής  «φυλής», διερράγη από τον ναζισμό και αποκαταστάθηκε κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου από τους θιασώτες του λεγόμενου «ελεύθερου κόσμου». Σήμερα, για τους ιδεολόγους του νεοσυντηρητισμού, η Αθήνα και η Ιερουσαλήμ συμβολίζουν τη συμμαχία μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών (της φιλελεύθερης δημοκρατίας) και του Ισραήλ (ενός δυτικού προπύργιου στη Μέση Ανατολή). Θεωρώ καταλληλότερες τις μεταφορές που έχουν προταθεί από τον Τόνι Νέγκρι και τον Μίχαελ Χαρντ στην Αυτοκρατορία: Ουάσινγκτον (Πεντάγωνο), Νέα Υόρκη (Wall Street) and Λος Αντζέλες (Χόλιγουντ), με άλλα λόγια οι στρατιωτικοί, οικονομικοί και πολιτιστικοί πυλώνες της δύσης, μία σύγχρονη οπτική σε αυτό που ο Πολύβιος είχε αποκαλέσει «μικτή κυβέρνηση». Σε αυτή την νέα διάταξη, η Αθήνα, δηλαδή η δημοκρατία, έχει απλώς εξαφανιστεί. Συμφωνώ με τη Γουέντι Μπράουν ότι ο νεοφιλελευθερισμός είναι ένας τρόπος «καταστροφής του δήμου».

Κατά την γνώμη μου, το τέλος της εβραϊκής νεωτερικότητας σημαίνει ότι μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με τη σταδιακή εξασθένηση του αντισημιτισμού στις δυτικές κοινωνίες και τη γέννηση του Ισραήλ, οι Εβραίοι έχουν εξαντλήσει τον ιστορικό τους ρόλο ως κριτική συνείδηση της δυτικής κουλτούρας, ως ανατρεπτικό υποκείμενο το οποίο «αποδόμησε» και έθεσε υπό αμφισβήτηση τη δυτική κουλτούρα από τα μέσα, δρώντας ως ένα από τα συστατικά και ταυτόχρονα διασπαστικά της χαρακτηριστικά. Αυτή η μετάβαση ενσαρκώνεται συμβολικά από δύο διαμετρικά αντιθετικές φιγούρες που κυριαρχούν στον εβραϊκό κόσμο κατά το πρώτο και το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα: τoν Λέοντα Τρότσκι, τον περιφερόμενο Εβραίο της παγκόσμιας επανάστασης, και τον Χένρι Κίσινγκερ, τον σχεδιαστή στρατηγικής του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Προφανώς, αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι οι Εβραίοι έχουν γίνει συντηρητικοί ή αντιδραστικοί: ευτυχώς, η εβραϊκή παράδοση της κριτικής σκέψης είναι ακόμα ζωντανή και παράγει καρποφόρα αποτελέσματα. Ωστόσο, οι συνθήκες για την έκρηξη της διανοητικής δημιουργικότητας που έλαβαν χώρα στη στροφή του 20ού αιώνα δεν υπάρχουν πλέον.

Στη μελέτη σας με τίτλο Δια Πυρός και Σιδήρου: Περί του Ευρωπαϊκού Εμφυλίου Πολέμου 1914-1945 (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2013) ασκείτε κριτική στη δυτική ιστοριογραφία μέσω αναλυτικών εργαλείων που αντλούνται από τον δυτικό ιστορικό κανόνα. Ποια είναι η γνώμη σας γι’ αυτό το παράδοξο, καθώς και για το ευρύτερο ζήτημα της χρήσης καθολικών κατηγοριών στην κριτική του φιλελευθερισμού; Είναι επαρκείς; Μπορούμε να ανανεώσουμε το αναλυτικό μας ρεπερτόριο χρησιμοποιώντας μη δυτικές έννοιες, κι αν ναι πώς;

Το βιβλίο αυτό αποτελεί μια απόπειρα ανάλυσης της όσμωσης ανάμεσα στη βία, την κουλτούρα και την πολιτική στην Ευρώπη, στο διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ των δύο παγκοσμίων πολέμων. Μου φαίνεται ότι ο «εμφύλιος πόλεμος» αποτελεί την καλύτερη έννοια για τη σύλληψη των μετασχηματισμών που παρήχθησαν από τον ολοκληρωτικό πόλεμο στην ανθρωπολογική δομή της ηπείρου. Ο εμφύλιος πόλεμος αποτελεί μια σύγκρουση πέρα και έξω από κάθε νόμο που επηρεάζει όλες τις διαστάσεις της ανθρώπινης ζωής της και ωθεί τη βία σε παροξυσμό. Παρά τις απορητικές πτυχές αυτής της έννοιας -οι εμφύλιοι πόλεμοι ανέκαθεν μελετήθηκαν ως εσωτερικοί πόλεμοι που θέτουν υπό αμφισβήτηση το κρατικό μονοπώλιο της βίας- αυτή η εννοιολόγηση παρουσιάσει πολλά πλεονεκτήματα. Από τη μία, συλλαμβάνει το τέλος των κλασικών πολέμων, καθώς οι διακρατικές συγκρούσεις ανάμεσα σε κυρίαρχες δυνάμεις έχουν αντικατασταθεί από ιδεολογικούς πολέμους ή πολέμους στη βάση μιας κοσμοθεωρίας (Weltanschauung). Από την άλλη, περιλαμβάνει την αλληλουχία των επαναστάσεων και των αντεπαναστάσεων που έλαβαν χώρα στην Ευρώπη μετά τον Οκτώβρη του 1917. Κατά τον κλασικό φιλελευθερισμό, οι εμφύλιοι πόλεμοι συνιστούν το αντίθετο της πολιτικής. Αυτός είναι ο λόγος που οι πιο ενδιαφέροντες στοχαστές του είναι -από διαμετρικά αντίθετες οπτικές- είτε μαρξιστές είτε φασίστες: από τη μια, ο Λένιν και ο Τρότσκι, η Ρόζα Λούξεμπουργκ και ο Γκράμσι, και από την άλλη, ο Ερνστ Γιούνγκερ και ο Καρλ Σμιτ. O «εμφύλιος πόλεμος» είναι περισσότερο πολιτική έννοια παρά «καθολική κατηγορία». Στο βιβλίο μου, παραθέτω πολλούς από τους διανοητικούς δρώντες του «ευρωπαϊκού εμφυλίου πολέμου» (Γκράμσι, Τρότσκι, Σμιτ, κτλ.) αλλά χρωστώ αυτήν την έννοια σε σύγχρονους στοχαστές όπως ο Τζιόρτζιο Αγκάμπεν, ο Μάριο Τρόντι και ο Γιάκομπ Τάουμπες, μεταξύ άλλων. Ανήκουν αυτοί οι κριτικοί στοχαστές σε κάποιον υποτιθέμενο «δυτικό κανόνα»; Σίγουρα, δεν είναι διανοητές της μετααποικιοκρατίας, αλλά πολλά στοιχεία αυτού του «δυτικού κανόνα» θα μπορούσαν εύκολα να ανιχνευθούν στο βιβλίο Της Γης οι Κολασμένοι του Φραντς Φανόν, ή στο Black Jacobins του Σ.Λ.Ρ. Τζέημς, πράγμα που γνώριζαν πολύ καλά οι πρώτοι. Συμφωνώ με τον Ντίπες Τσακραμπάρτι όταν, στο έργο του Provincializing Europe, εξηγεί ότι η μεταποικιοκρατία δεν συνεπάγεται απόρριψη των δυτικών αναλυτικών κατηγοριών αλλά περισσότερο μια μετατόπιση οπτικής.

Θα πρέπει η αριστερά να θρηνεί τις ήττες της; Θα πρέπει επίσης -συμπληρωματικά σε αυτή την διαδικασία- να κινητοποιεί πηγές και μνήμες για τις παρελθοντικές νίκες της, όπως για τον αντιφασιστικό αγώνα -τόσο σε πολιτικό όσο και σε διανοητικό επίπεδο- όπως έκαναν, για παράδειγμα, οι Βρετανοί μαρξιστές ιστορικοί για τη συγγραφή των σημαντικότερων έργων τους (Ε.Π. Τόμσον και Έρικ Χομπσμπάουμ);

Στο βιβλίο μου Αριστερή Μελαγχολία: η δύναμη μίας κρυφής παράδοσης (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2017), υποστηρίζω ότι αυτό που βοήθησε την αριστερά να ξεπεράσει τις ήττες της κατά τον 19ο και τον 20ό αιώνα, από την Παρισινή Κομμούνα ως και το χιλιανό πραξικόπημα του 1973, ήταν η πεποίθηση ότι το μέλλον ανήκε στον σοσιαλισμό και ότι ακόμα και οι πιο τραγικές αποτυχίες ήταν απλά χαμένες μάχες. Ριζωμένη σε μια τελολογική οπτική της ιστορίας, αυτή η πίστη σε έναν τελικό στόχο έδωσε στην αριστερά αξιοσημείωτη δύναμη, η οποία δεν υπάρχει πλέον σήμερα. Πολύ μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής ένωσης και του υπαρκτού σοσιαλισμού, η στροφή του 1989-1990 προκάλεσε τη συνειδητοποίηση ότι εποχή των διαδοχικών επαναστάσεων είχε παρέλθει. Κι αυτή η νέα ιστορική συνείδηση αμφισβητούσε την ίδια την ιδέα του σοσιαλισμού. Αυτό δεν σημαίνει ότι η αριστερά βίωσε μία «τελική» ήττα -σκεφτείτε τις μυριάδες κοινωνικών και πολιτικών κινημάτων που έχουν εμφανιστεί κατά τον 21ο αιώνα- αλλά αυτή η ιστορική συνείδηση απαιτεί μια νέα επινόηση της αριστεράς, της κουλτούρας της, των σχεδίων της, των οργανωτικών της μορφών, και των μεθόδων δράσης της. Συμφωνώντας με τον Λουσιέν Γκολντμάν, θεωρώ ότι ο σοσιαλισμός είναι ένα ανθρώπινο «στοίχημα», ένα εφικτό μέλλον εγγεγραμμένο στις ανθρώπινες δυνατότητες, και γνωρίζουμε ότι ο ίδιος ο σοσιαλισμός μπορεί να μετατραπεί σε μια νέα μορφή βαρβαρότητας. Αυτό είναι το μάθημα του 20ού αιώνα, το οποίο αναπόφευκτα προσδίδει μια μελαγχολία σε αυτό το σύνθημα. Ένα από τα καλύτερα βιβλία του Ντανιέλ Μπενσαΐντ έχει ως τίτλο Τhe Μelancholic Βet (Le Pari Mélancolique).

Η αριστερή μελαγχολία δεν συνεπάγεται νοσταλγική παραίτηση, παθητικότητα ή ανικανότητα. Κατά τη γνώμη μου, ανήκει σε μια «συναισθηματική δομή» της αριστεράς – δανείζομαι αυτή την έννοια από τον Ρέιμοντ Ουίλιαμς (Raymond Williams)- που πάντοτε στοίχειωνε την ιστορία της, από τη Γαλλική Επανάσταση και μετά. Το να αλλάξει κανείς τον κόσμο δεν απαιτεί μόνο στρατηγικά σχέδια, πολύτιμες διαγνώσεις του συσχετισμού δύναμης, αποτελεσματικά αιτήματα και ισχυρές οργανώσεις. Χρειάζεται επίσης μία διαδικασία ανθρώπινης χειραφέτησης, η οποία να κινητοποιεί δυνατά συναισθήματα, προσδοκίες και ελπίδες. Η μελαγχολία είναι ένα από αυτά τα συναισθήματα. Μετά από κάθε ιστορική ήττα, φορτίζει με αναμνήσεις τη διαδικασία πένθους και την οικοδόμηση μιας νέας προοπτικής. Με άλλα λόγια, η αριστερή μελαγχολία μπορεί να αποτελέσει σύνδεσμο μεταξύ του παρελθόντος και του μέλλοντος. Δεν είμαι βέβαιος ότι η οπτική μου για την αριστερή μελαγχολία είναι συναφής με την ευαισθησία του Χομπσμπάουμ, η οποία είναι γεμάτη παραίτηση, όπως εκφράζεται στην αυτοβιογραφία του με τίτλο Συναρπαστικά χρόνια. Όσο για τον Ε.Π. Τόμσον, θα μιλούσα περισσότερο για ρομαντικό παρά για μελαγχολικό μαρξισμό (σκεφτείτε τη βιογραφία του για τον Ουίλιαμ Μόρις). Στο βιβλίο μου, τα πιο σχετικά παραδείγματα μελαγχολικής ριζοσπαστικής σκέψης είναι ο Βάλτερ Μπένγιαμιν και ο Ντανιέλ Μπενσαΐντ.

Ας προχωρήσουμε όμως στον σύγχρονο φιλελευθερισμό. Στις μέρες μας, η ανάδυση ξενοφοβικών ακροδεξιών κινημάτων αποτελεί κοινό πολιτικό παρανομαστή σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Ταυτόχρονα, ο Ταρίκ Αλί και άλλοι έχουν επισημάνει την ανάδυση ενός «ακραίου κέντρου», καθώς η κεντροαριστερά και τα φιλελεύθερα κόμματα ενστερνίζονται ολοένα περισσότερο ακροδεξιές πολιτικές. Νομιμοποιούμαστε ακόμα να μιλάμε για  «πολιτικό φιλελευθερισμό» ή χρειαζόμαστε νέες αναλυτικές κατηγορίες για να συλλάβουμε αυτούς τους μετασχηματισμούς;

H ευρωπαϊκή τραγωδία έγκειται στο γεγονός ότι η άνοδος αυτών των αντιδραστικών και εθνικιστικών «ευρωφοβικών» κινημάτων αποτελεί προϊόν των πολιτικών που εφάρμοσε επί είκοσι χρόνια η ίδια η Κομισιόν. Η ΕΕ έχει καταστεί όργανο του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού που επιβάλλει τους κανόνες της -εννοώ μία νομική δομή καταναγκαστικού χαρακτήρα, η οποία αποτελείται από νόμους που κάποιες φορές ενσωματώνονται στα Συντάγματα- σε όλες τις κυβερνήσεις της. Μετά από δύο προέδρους της Κομισιόν όπως ο Μπαρόζο (ο οποίος σήμερα είναι σύμβουλος της Goldman Sachs) και ο Γιούνκερ (o πρώην ηγέτης ενός φορολογικού παραδείσου όπως είναι το Λουξεμβούργο)· μετά την ελληνική κρίση του 2015 και μετά από δέκα χρόνια πολιτικών λιτότητας σε ολόκληρη την ήπειρο, η ανάδειξη δεξιών λαϊκιστών ηγετών όπως ο Ματέο Σαλβίνι και ο Βίκτορ Ορμπάν δεν προκαλεί έκπληξη. Με άλλα λόγια, δεν μπορούμε να αγωνιστούμε αποτελεσματικά κατά του μεταφασισμού ενώ υπερασπιζόμαστε την ΕΕ· μόνο αλλάζοντας την ΕΕ μπορούμε να νικήσουμε τον εθνικισμό και τον δεξιό λαϊκισμό.

Θα μπορούσατε να μας πείτε με ποιους τρόπους πιστεύετε ότι μπορούμε να καταπιαστούμε με το Ολοκαύτωμα και τον αντισημιτισμό με παραγωγικό και στρατηγικό τρόπο, δεδομένου ότι μονοπωλείται από το κράτος του Ισραήλ και την ευρωπαϊκή κεντροδεξιά;

Πιστεύω ότι η ισλαμοφοβία έχει αντικαταστήσει τον αντισημιτισμό στην πολιτική κουλτούρα και την ιδεολογία του μεταφασισμού. Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει εξαφανιστεί ο αντισημιτισμός -σκεφτείτε το πρόσφατο αιματοκύλισμα στο Πίτσμπεργκ ή τις τρομοκρατικές επιθέσεις στη Γαλλία πριν από μερικά χρόνια- ούτε σημαίνει ότι το σύγχρονο κύμα ισλαμοφοβίας προετοιμάζει νέες γενοκτονίες. Η ιστορία δεν επαναλαμβάνει τον εαυτό της και το Ισλάμ τον 21ο αιώνα σίγουρα δεν μπορεί να συγκριθεί με μια μικρή μειοψηφία όπως αυτή των Εβραίων στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Ωστόσο, η μεταφασιστική προπαγάνδα έχει καταστήσει τους Μουσουλμάνους αποδιοπομπαίους τράγους των δυτικών φαντασιώσεων, φόβων και ψυχώσεων. Στοιχειώνουν τις τρέχουσες ξενοφοβικές παρορμήσεις, ενώ ο αντισημιτισμός βρίσκεται σε ύφεση στις περισσότερες δυτικές κοινωνίες. Επιπλέον, οι περισσότεροι από τους εθνικιστές ηγέτες διατηρούν καλές σχέσεις με τον Νετανιάχου και με την τωρινή ισραηλινή κυβέρνηση. Κάποια μεταξύ των περισσότερο αντισημιτικών ρευμάτων της δυτικής συντηρητικής κουλτούρας -όπως οι χριστιανοί φονταμενταλιστές- έχουν μετατραπεί στους πιο ενθουσιώδεις υποστηρικτές του Ισραήλ.

Μία χρήσιμη και αποτελεσματική πολιτική μνήμης οφείλει να εγγράφει την κληρονομιά του Ολοκαυτώματος εντός αυτού του νέου πλαισίου: αντί να νομιμοποιεί τις ισραηλινές αποικιοκρατικές και κατοχικές πολιτικές, θα έπρεπε η κληρονομιά αυτή να χρησιμοποιείται ως μοχλός εναντίον των σύγχρονων μορφών ξενοφοβίας, ρατσισμού και διακρίσεων.


Μετάφραση από τα αγγλικά: Ισμήνη Μαθιουδάκη
Επιμέλεια κειμένου: Δήμητρα Αλιφιεράκη & Στέλιος Χρονόπουλος

 

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Σχετικά με τον συντάκτη

Γιώργος Σουβλής

Γιώργος Σουβλής

Ο Γιώργος Σουβλής ολοκλήρωσε πρόσφατα το διδακτορικό του στο τμήμα Ιστορίας και Πολιτισμού του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημιακού Ινστιτούτου Φλωρεντίας και είναι συνεργάτης διαφόρων προοδευτικών μπλογκ και περιοδικών ενημέρωσης (Jacobin, Salvage, Left East).

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε