Κριτική Τεύχος #09

Μαύρο Νερό: «μα βούρκος το νεράκι θα μαυρίσει»

Άλογα στην Ήπειρο (φώτο Αντώνης Γαζάκης)

Μαύρο Νερό
Μιχάλης Μακρόπουλος
Κίχλη, 2019 | 80 σελίδες

 

Μέχρι τώρα είχα διαβάσει αρκετά από τα βιβλία που έχει μεταφράσει εξαιρετικά ο Μιχάλης Μακρόπουλος (μεταφραστής του Στίβεν Κινγκ γαρ, και ιδιαίτερα του magnum opus του, του «Μαύρου Πύργου»), αλλά δεν είχε τύχει να διαβάσω κάποιο από τα δικά του· με αυτή την πρόσφατη νουβέλα του μου φανερώθηκε ως μια πένα στιβαρή, που ξέρει καλά τι και πώς γράφει. Θυμίζοντας, τόσο ως προς την ατμόσφαιρα, όσο και ως προς τον χώρο που διαδραματίζεται, μερικά από τα καλύτερα διηγήματα του Δημήτρη Χατζή,[1] επικοινωνεί ταυτόχρονα με τη μεγάλη παγκόσμια παράδοση της μετααποκαλυπτικής λογοτεχνίας.

Στις πυκνογραμμένες, αλλά συνάμα απέριττες, σελίδες της νουβέλας βρίσκουμε μια δυστοπική ιστορία που εκτυλίσσεται σε ένα ορεινό χωριό της Ηπείρου που «έχει προχωρήσει παραπέρα», σε μια εποχή που ο αναγνώστης καταλαβαίνει ότι τοποθετείται σε ένα υποθετικό εγγύς μέλλον, χρόνια μετά το τέλος κάποιων καταστροφικών για το περιβάλλον και τους κατοίκους της Πίνδου πετρελαϊκών εξορύξεων μια εταιρείας με το δυσοίωνο όνομα RIPOIL (rip=σκίζω). Το νερό, τα φυτά και τα ζώα έχουν μολυνθεί, οι περισσότεροι άνθρωποι -ιδίως οι γυναίκες- αρρώστησαν και πέθαναν, άλλοι έφυγαν για τα Γιάννενα, όπου έχουν κατασκευαστεί νέα σπίτια για αυτούς, ενώ κάποιοι ελάχιστοι έχουν απομείνει να ζουν μια ζωή μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας στα πατρογονικά τους μέρη. Ανάμεσά τους ο Πατέρας με τον γιο του τον Χριστόφορο -τον Φόρη- που έχει γεννηθεί με ατροφικά μέλη, περίπου όπως τα παιδιά της θαλιδομίδης, αλλά δεν θέλει να αφήσει με τίποτα το χωριό.

Μοναδική παρηγοριά των δύο η ομορφιά, όπως εκφράζεται μέσα αφενός από το ηπειρώτικο τοπίο, το οποίο απολαμβάνουν με εξορμήσεις σε γειτονικά ξωκλήσια (ο Πατέρας σηκώνει στην πλάτη του τον Φόρη με μια κατασκευή σαν αυτές που χρησιμοποιούνται τελευταία για τα βρέφη), και αφετέρου από την ανάγνωση -βιβλίων είτε κλασικών (Ντοστογιέφσκι, Τολστόι) είτε τσέπης είτε ακόμη και θρησκευτικών. Κοιτώντας το τοπίο από ψηλά ξεχνούν τη σημερινή κατάσταση του τόπου και ασκώντας την τέχνη της ανάγνωσης (και της ακρόασής της) θυμούνται ότι οι άνθρωποι έχουν φτιάξει και όμορφα πράγματα.

Ο χρόνος μοιάζει να έχει σταματήσει εδώ και καιρό για τους λιγοστούς κατοίκους του χωριού, μέχρι που η διακοπή των δρομολογίων του μοναδικού λεωφορείου που τους συνδέει με τα Γιάννενα πυροδοτεί -βραδυφλεγώς πάντα- μια σειρά από εξελίξεις που καθιστούν όλο και πιο αβίωτο τον βίο τους. Η ιστορία τελειώνει μετέωρη, με λίγη ακόμη ομορφιά και λίγη ακόμη ζεστασιά που γλυκαίνει -έστω και προσωρινά- τον δηλητηριασμένο τόπο.

Όλα αυτά, που τα παρακολουθούμε κυρίως μέσα από το ευαίσθητο και ταυτόχρονα σκληρό βλέμμα του Πατέρα, είναι δοσμένα με μια εξαιρετική οικονομία. Ο τριτοπρόσωπος αφηγητής δεν στέκεται ούτε μια στιγμή για να εξηγήσει ποια ακριβώς ήταν η καταστροφή που συνέβη -οι όποιες πληροφορίες γι’ αυτή συνάγονται σκόρπια στο κείμενο από τις επιπτώσεις της και τα τεχνολογικά της απομεινάρια. Ο Μιχάλης Μακρόπουλος δείχνει έτσι ότι έχει αφομοιώσει πλήρως και πολύ δημιουργικά μια από τις βασικές επιταγές της αφηγηματικής μυθοπλασίας, το “show, don’t tell” [δείξε, μην λες (εξηγείς)], που η μη εφαρμογή της τόσο ταλαιπωρεί έργα συχνά καλών προθέσεων.

Η οικονομία όμως αυτή δεν περιορίζεται μόνο στα ελλειπτικά αφηγηματικά στοιχεία· είναι ακόμη πιο ορατή στην ίδια τη γραφή: φράσεις κοφτές, λίγα επίθετα, σύντομοι διάλογοι δημιουργούν ένα κείμενο όπου καμία λέξη δεν μοιάζει περιττή και όπου ένας πικρός λυρισμός κάνει την εμφάνισή του στα πιο απροσδόκητα σημεία, αγγίζοντας μια αντίστροφη θαρρείς μεταφυσική: σε έναν κόσμο όπου για τους ανθρώπους δεν υπάρχει πια Θεός, οι άγιοι των εικόνων της εκκλησίας γίνονται πιο πραγματική συντροφιά, σε έναν τόπο που έχει αδειάσει από ανθρώπους τα φαντάσματα γεμίζουν κάθε του γωνιά.

Γιατί όμως δεν φεύγουν και οι τελευταίοι κάτοικοι; Η -υπαινικτική και πάλι- απάντηση ίσως μοιάζει πια προφανής, και είναι αυτή που θα έδινε κάθε «ξεροκέφαλος» που έμενε στον τόπο μιας καταστροφής, την ώρα που αυτή συνέβαινε ή και αφότου συνέβη: χριστιανός Μικρασιάτης το 1922, Εβραία στη ναζιστική Γερμανία, Ουκρανή στην περιοχή του Τσερνομπίλ, ηλικιωμένος στα χωριά γύρω από τα λιγνιτωρυχεία της Κοζάνης. Μένουν γιατί μόνο σ’ αυτόν τόπο ξέρουν να κινούνται, ακόμη κι αν είναι τυφλοί, ανάπηροι, μόνοι. Δεν πρόκειται όμως μόνο για αδυναμία προσαρμογής σε ένα νέο περιβάλλον, αλλά και για άρνηση της οριστικής τους αλλοτρίωσης· δεν φεύγουν, γιατί μόνο μένοντας νιώθουν ότι θα παραμείνουν αυτοί και αυτές που είναι.

Το γεγονός ότι ο τόπος αυτός που τους διώχνει και τους κρατά ταυτόχρονα είναι η βαλκανική/ελληνική ύπαιθρος, ο κατεξοχήν χώρος της κλασικής νεοελληνικής ηθογραφίας (Βιζυηνός, Παπαδιαμάντης, Καρκαβίτσας κα.), αλλά και της σύγχρονης εκδοχής της (Χατζής, Ζατέλλη, Καρνέζης κα.), δίνει μια ακόμη ενδιαφέρουσα χροιά στη νουβέλα, η οποία σε κάθε περίπτωση επικοινωνεί δημιουργικά με τα έργα όλων αυτών των συγγραφέων. Αν στους συγγραφείς αυτούς όμως ο τόπος είναι αγαθός, όμορφος, φιλόξενος, και ο όποιος κίνδυνος προέρχεται είτε από τους ανθρώπους του είτε απ’ έξω, εδώ έχουμε προχωρήσει παραπέρα, σε μια κατάσταση όπου και ο ίδιος ο τόπος, με πρωτοβουλία των απ’ έξω και την -αρχική- συναίνεση ή αδράνεια των ανθρώπων του, έχει γίνει αφιλόξενος, μοχθηρός, επικίνδυνος.

Είναι μάλλον εύκολο να υποθέσουμε ότι ο συγγραφέας, που τα τελευταία χρόνια περνάει μεγάλα διαστήματα στο Πωγώνι, εμπνεύστηκε τη νουβέλα του από τις προσπάθειες που γίνονται τα τελευταία χρόνια ώστε να ξεκινήσει η περιβαλλοντικά απειλητικότατη εξόρυξη υδρογονανθράκων στην Ήπειρο. Εξάλλου, έχει πάρει έγκαιρα δημόσια θέση ενάντιά τους και γενικά είναι ένας άνθρωπος με περιβαλλοντικές ανησυχίες. Θα ήταν άδικο όμως για το βιβλίο του να θεωρηθεί ως μια απλή (;) οικολογική δυστοπία που κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για το τι θα φέρει στην Ήπειρο μια πιθανή εξόρυξη. Είναι κι αυτό, και δεν είναι καθόλου λίγο από μόνο του, αλλά αυτό δεν αρκεί για να έχουμε καλή λογοτεχνία. Θα ήταν άλλωστε πολύ προβληματικό να περιμένουμε ένα λογοτεχνικό κείμενο για να ευαισθητοποιηθούμε το 2019 ενάντια στην εξόρυξη υδρογονανθράκων οπουδήποτε στη Γη.

Ο Μιχάλης Μακρόπουλος όμως αποφεύγει αριστοτεχνικά τον διδακτισμό και το εύκολο μελόδραμα και φτιάχνει μια ιστορία γεμάτη αγάπη για τους ανθρώπους στα βουνά που τόσο αγαπάει, η οποία πηγαίνει πέρα από την καταγγελία της ανθρώπινης απληστίας και αναμετράται με μερικά από τα μεγάλα ερωτήματα της ανθρώπινης κατάστασης. Ο ίδιος ο τίτλος της νουβέλας παραπέμπει όχι μόνο στο πετρέλαιο, αλλά και στα μαύρα νερά της Στυγός, του ποταμιού του μίσους στον Κάτω Κόσμο (ας μην ξεχνάμε ότι η περιοχή όπου διαδραματίζεται η νουβέλα διαρρέεται από τον Αχέροντα και τους παραποτάμους του), αλλά και στον Αμελή ποταμό, δηλαδή το ποτάμι της λήθης, που πλάθει ο Πλάτωνας με στοιχεία από τους μύθους για τη Στύγα, και από εκεί στον «βούρκο» που αναφέρει ο Μαβίλης στη «Λήθη» του.

Οι νεκροί στο ποίημα του Μαβίλη δεν πρέπει να πιουν από το νερό της βρύσης της λησμονιάς όταν το έχει θολώσει δάκρυ αγαπημένου γιατί τότε ξαναθυμούνται πόνους παλιούς· οι ζωντανοί ήρωες της νουβέλας πίνουν το θολό νερό της βρύσης τους -αυτό που αποφεύγουν όσοι «απ’ έξω» τους επισκέπτονται- και παραμένουν στον τόπο τους γιατί ξαναθυμούνται αυτούς τους παλιούς πόνους. Το «Μαύρο Νερό» του Μιχάλη Μακρόπουλου μπορούν να το γευτούν πιο άφοβα οι αναγνώστες και οι αναγνώστριες· θα θυμηθούν ότι η καλή λογοτεχνία συχνά πονάει κι ας μιλάει για πράγματα που δεν έχουν συμβεί ακόμη. Στο χέρι μας -και όχι στο δικό της- είναι να μη συμβούν ποτέ.


Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Avatar

Αντώνης Γαζάκης

Ο Αντώνης Γαζάκης αποφοίτησε από τη Σχολή Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων το 2000 και τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια εργάζεται στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Διαβάζει πολλή λογοτεχνία, και ενίοτε γράφει γι’ αυτή στο μπλογκ του μαζί με δικά του μικρολογοτεχνικά κείμενα, ενώ άρθρα του επί παντός επιστητού δημοσιεύονται επίσης στο alterthess.gr, στο thegreekcloud.com και αλλού. Ζει στη Θεσσαλονίκη και όταν δεν διαβάζει, παίζει θέατρο και Civilization ή βλέπει σειρές μυστηρίου.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε