Τεύχος #9 Παλαιοβιβλιοπωλείο

Μια πολιτική προσέγγιση σε φανταστικούς κόσμους: Η περίπτωση του «Rokugan»

Το 1995 μια μικρή εταιρεία στην Αμερική εκδίδει ένα ιδιαίτερο παιχνίδι καρτών με την ονομασία Legend of the Five Rings. Ένας τίτλος με άμεση αναφορά στο Book of Five Rings του Miyamoto Mushasi.

Το ιδιόμορφο αυτό παιχνίδι περιλάμβανε κάρτες με χαρακτήρες και τοπωνύμια με τα οποία ο παίκτης αλληλεπιδρούσε κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού. Οι ήρωες δεν υπήρχαν στο κενό, αλλά «ζούσαν» σε ένα μυθοπλαστικό – φανταστικό κόσμο. Όπως είναι αναμενόμενο ο κόσμος αυτός ήταν και είναι βαθύτατα εμπνευσμένος τόσο από την ιστορική πραγματικότητα, όσο και από τη μυθολογία της Άπω Ανατολής, και ιδιαίτερα της Ιαπωνίας.

Ποια -άμεση- σχέση μπορεί να έχει όμως ένα επιτραπέζιο παιχνίδι καρτών με τη λογοτεχνία του φανταστικού; Η εξήγηση είναι μάλλον απρόσμενη: καθώς το παιχνίδι γνώριζε μεγάλη αποδοχή και επιτυχία, η ιστορία του δεν παρέμενε στάσιμη και άλλαζε ανάλογα με τα αποτελέσματα των μεγάλων τουρνουά που διεξάγονταν. Μηνιαία ή εβδομαδιαία για κάποιες περιόδους εκδίδονταν μικρά αφηγήματα που περιέγραφαν τις ιστορίες αυτών των ηρώων και έτσι η αφήγηση του κόσμου ζωντάνευε, μεγάλωνε και εξελίσσονταν. Αυτό οδήγησε το 2000 στην έκδοση μιας σειράς από εφτά μυθιστορήματα, γραμμένων από τέσσερις διαφορετικούς συγγραφείς,  με τον γενικό τίτλο Clan War· αυτό είναι και το λογοτεχνικό έργο που θα μας απασχολήσει στη συνέχεια.

Κάθε βιβλίο ήταν γραμμένο από διαφορετικό συγγραφέα και κάθε βιβλίο συνέχιζε την ίδια ιστορία από εκεί που είχε μείνει ο προηγούμενος αλλάζοντας όμως την οπτική γωνία από την οποία ο αναγνώστης διάβαζε τα γεγονότα. Η σκοπιά αυτή κάθε φορά ήταν από την πλευρά μίας από τις Μεγάλες Φατρίες που συντελούσαν στη διακυβέρνηση του κόσμου.

Ας δούμε λίγες λεπτομέρειες για τον κόσμο αυτό. Όπως είθισται στη λογοτεχνία του fantasy  υπάρχει μια ονομασία για τον κόσμο (Legend of the Five Rings εν προκειμένω), αλλά η δράση διαδραματίζεται σε κάποιο κεντρικό σημείο. Εδώ λοιπόν έχουμε ως επίκεντρο τη μεγαλειώδη αυτοκρατορία και ήπειρο του Rokugan.

Στο κέντρο αυτής της αχανής Αυτοκρατορίας βρίσκεται, τι άλλο, ο Αυτοκράτορας. Γύρω από αυτόν υπάρχουν εφτά μεγάλες φεουδαρχικές οικογένειες που διεκδικούν εδάφη, εξουσία και πλούτο, ενώ έχουν κάποια συγκεκριμένα καθήκοντα να επιτελέσουν ως προς την Αυτοκρατορία την ίδια.

Μιας και ο Αυτοκράτορας πρόκειται για μια θεοποιημένη προσωπικότητα, οι Φατρίες μεταξύ τους φιλονικούν τόσο σε πολιτικό, όσο και στρατιωτικό επίπεδο για την εύνοια του, δηλαδή για ποια από όλες θα ελέγχει τον Θρόνο.

Κάθε Φατρία έχει στην υποτέλεια της μικρότερες φεουδαρχικές οικογένειες που με τη σειρά τους έχουν στη υποτέλεια τους άλλες μικρότερες οικογένειες. Ο κοινωνικός ιστός επεκτείνεται μέχρι και τους αγρότες, που οριακά χαρακτηρίζονται άνθρωποι, και αυτούς που κάνουν τόσο ευτελείς δουλειές που δεν θεωρούνται καν άνθρωποι.

Τόσο η ταξικότητα της κοινωνίας, όσο και το πεδίο αντιπαράθεσης υποστηρίζονται από ένα τεράστιο γραφειοκρατικό σύστημα γεμάτο με περίπλοκες και δυσνόητες νόρμες, έθιμα και τυπικότητες συχνά αντιφατικές μεταξύ τους.

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, δυτικά της Αυτοκρατορίας ένα «τραύμα» στο φλοιό της γης έχει ανοίξει την πύλη προς την κόλαση από όπου δαίμονες και απέθαντα τέρατα με άσβεστο μίσος για την Αυτοκρατορία εφορμούν προς τον όλεθρο της. Ο μόνος τρόπος υπεράσπισης απέναντι σε αυτή την απειλή ήταν η όρθωση ενός κυκλώπειου τείχους το οποίο μία εκ των Εφτά Φατριών έχει χρέος να το υπερασπίζεται καθημερινά.

Αν όλα αυτά σας θυμίζουν κάτι, είναι γιατί παρόμοια συνθήκη έχει ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε το 1996 (ένα χρόνο μετά δηλαδή) με τον τίτλο Game of Thrones που ανήκει στη μεγαλύτερη αφήγηση A Song of Ice and Fire. Όμως, κάπου εδώ τελειώνουν οι ομοιότητες με οτιδήποτε δυτικό έχουμε συνηθίσει σε αυτή τη κατηγορία λογοτεχνίας.

Επιγραμματικά, το γενικό πλαίσιο της ιστορίας δεν είναι κάτι φοβερά πρωτότυπο. Διάφορα γεγονότα έχουν οδηγήσει στην εξάπλωση ενός καταστροφικού λοιμού και ο Αυτοκράτορας έχει μείνει χωρίς διάδοχο. Η πολιτική ένταση ανεβαίνει μέσα σε αυτό το κλίμα δυσαρέσκειας και μέσα στο παλάτι στήνονται μηχανορραφίες που καταλήγουν σε μια ανοιχτή αμφισβήτηση της εξουσίας κι έτσι η Φατρία που έχει ορκιστεί να υπερασπίζεται την Αυτοκρατορία από τη Χώρα των Σκιών, ενώνει τις δυνάμεις με αυτή και βαδίζουν προς την πρωτεύουσα. Σε ένα κομβικό πέρασμα συναντάνε αντίσταση από μια άλλη Φατρία κι έτσι η πρώτη μάχη του Clan War λαμβάνει χώρα. Μέσα στα επόμενα δύο χρόνια ο πόλεμος θα κλιμακωθεί, η Αυτοκρατορία θα φτάσει στο χείλος της καταστροφής, παλιές έχθρες θα αναζωπυρωθούν, νέες συμμαχίες θα δημιουργηθούν ενώ μια αρχέγονη προφητεία χιλίων χρόνων θα αρχίσει να εκπληρώνεται.

Τα βιβλία ξεχωρίζουν κυρίαρχα για τον τρόπο με τον οποίο αποδίδουν τόσο την πολιτική διαμάχη, την ίντριγκα και τις πολύπλοκες δολοπλοκίες που στήνονται κάτω από το χαλί μιας φαινομενικά ευγενικής και εκλεπτυσμένης κοινωνίας, όσο και για τις λεπτομέρειες αυτής της κοινωνίας, τόσο ξένης προς την δυτική. Όλα αυτά δίνονται έμμεσα, ανεπαίσθητα, με μια ιδιαίτερη λεπτότητα. Κάποιες φορές δεν καταλαβαίνεις καν ότι μια εθιμοτυπική πράξη ή μια φράση ανήκει σε ένα περίπλοκο σύστημα αποδεκτής συμπεριφοράς. Για παράδειγμα, οι περιγραφές για το πόσο βαθιά υποκλίνεται κάποιος χαρακτήρας όταν χαιρετάει κάποιον άλλο φαντάζουν κάπως ξένες στον αναγνώστη, αλλά στην ουσία περιγράφουν τη σχέση που έχουν ο ένας με τον άλλο: από την κοινωνική θέση τους και το βαθμό οικειότητας μεταξύ τους εξαρτάται το πόσο βαθιά θα υποκλιθούν.

H απόδοση των χαρακτήρων είναι μνημειώδης για το είδος. Ξεπερνώντας τα μανιχαϊκά στερεότυπα, δεν υπάρχει ξεκάθαρο καλό και κακό. Ο κάθε χαρακτήρας έχει τα δικά του κίνητρα, διαφορετική αφετηρία και οπτική και την πεποίθηση πως κάνει το σωστό. Τα όρια μεταξύ του ηθικού και του αποτελεσματικού αμφισβητούνται πάντα σε καιρό πολέμου. Η αμφισβήτηση αυτή οδηγεί σε σύγκρουση μεταξύ της ιερότητας του καθήκοντος, της  αυτοθυσίας και του ηρωισμού και έτσι δημιουργείται το δράμα που διαπνέει τις επιμέρους ιστορίες των χαρακτήρων.

Αν ακόμα δεν έχει γίνει προφανές, μιας και μιλάμε για κάτι που εμπνέεται από τη φεουδαρχική Ιαπωνία, στο επίκεντρο όλων βρίσκεται η κάστα των Σαμουράι. Οι πρωταγωνιστές δεν είναι ιππότες σε πανοπλίες, αλλά υπηρέτες αρχόντων έτοιμοι να δώσουν την ζωή τους για το καθήκον τους. Φυσικά εδώ οι Σαμουράι δεν αποδίδονται με την ιστορικότητα τους, αλλά παίρνουν την δραματοποιημένη και εξιδανικευμένη μορφή τους, αυτής δηλαδή που έχει τη διάσταση του μύθου.

Οι Σαμουράι είναι Ευγενείς και από αυτούς δεν ζητάτε τίποτα λιγότερο από την τελειότητα. Πρέπει να χειρίζονται τον λόγο άψογα, να είναι δεινοί ξιφομάχοι, να έχουν κριτική σκέψη, αλλά ταυτόχρονα να μην αμφισβητούν ούτε στο ελάχιστο τις εντολές των ανωτέρων τους και να μην διστάσουν ούτε μια στιγμή μπροστά στον θάνατο.

Ακολουθούν τον δικό τους ηθικό κώδικα, το Μπουσίντο, το οποίο πρέπει να ακολουθούν κατά γράμμα. Όμως είναι έτσι φτιαγμένο που ποτέ δεν μπορείς να υπηρετήσεις όλες του τις Αρετές. Για παράδειγμα, είναι εύκολο να κατανοήσεις και να ακολουθήσεις την Αρετή του Καθήκοντος εφόσον εκτελείς το καθήκον προς την οικογένεια σου, αλλά τι γίνεται όταν αυτό το καθήκον έρχεται σε ρήξη με το συμφέρον της Αυτοκρατορίας (αρά και το καθήκον σου προς αυτή);

Πάνω στο δίπολο αυτό στήνεται όλο το δράμα των ηρώων. Αυτές οι αντιφάσεις μεταξύ επιθυμίας, κοινωνικής επιβολής και υποχρεώσεων βάζει τους ήρωες να επιλέξουν ανάμεσα σε επιλογές που καμία τους δεν είναι απόλυτα σωστή. Κι εδώ έχουμε την τεράστια διαφορά μεταξύ του δυτικού και του ανατολικού ήρωα. Στη Δύση ο ήρωας συνήθως είναι αυτός που αμφισβητεί την κρατούσα τάξη. Είναι ο μπάτσος που θα μπει σε διαθεσιμότητα, αλλά θα παραβεί τον νόμο για να πιάσει τους κακούς, είναι ο τύπος που θα βάλει τη μάσκα για να προβεί σε πράξεις αυτοδικίας και μέσα από τον δικό του αυστηρό ηθικό κώδικα θα αποδείξει το δίκαιο των πράξεων του. Στην Ανατολή ο ήρωας είναι αυτός που θα κρατήσει τις ηθικές αξίες της κοινωνίας, ακόμα και μπροστά στην απειλή της Αποκάλυψης. Το να ακολουθήσει, με προσωπικό κόστος τις περισσότερες φορές, τις οδηγίες των ανωτέρων του  τον κάνει ήρωα. Ακόμα κι αν τον διατάξουν να διαπράξει φρικαλεότητες, παρά το βάρος που θα κουβαλάει στη ψυχή του, το «σωστό» είναι να το κάνει. Όταν όλοι οι άλλοι γύρω του χάνουν τη πίστη στο «σύστημα» αυτός μάχεται για τις αξίες του.

Πώς προέκυψε όμως αυτή η κοινωνία; Γιατί υπάρχουν ευγενείς και σαμουράι, αγρότες και μη-άνθρωποι; Γιατί ο Αυτοκράτορας είναι ουσιαστικά ένα πλάσμα ουράνιο;

Η απάντηση είναι ταυτόχρονα απλή και σύνθετη. Σε αυτό το κόσμο η Θεά Ήλιος και ο Θεός Φεγγάρι έκαναν δέκα παιδιά, τα οποία όμως εξαιτίας του φόβου του πατέρα τους προς αυτά, τελικά εκδιώχθηκαν από την Ουράνια Αυλή. Αξίζει να σημειωθεί πως η μυθοπλασία εδώ προσεγγίζει το μύθο του Κρόνου, που έφαγε τα παιδιά του, και του Δία, που έσωσε τα αδέρφια του πολεμώντας τον.

Πέφτοντας στη γη (όχι όλοι), οι Θεοί βρήκαν του απολίτιστους ανθρώπους και αποφάσισαν να βάλουν μια τάξη στο χάος που αντίκρισαν. Κι έτσι αφού κατέληξαν ποιος θα είναι ο αρχηγός και ο Αυτοκράτορας τους, ο καθένας ίδρυσε μια εκ των Εφτά Φατριών για να υπηρετήσουν τη νέα Αυτοκρατορία. Έτσι εδώ δεν έχουμε ένα ανάλογο αφήγημα με αυτό του Παπικού Αλάθητου, αλλά εδώ όντως οι κατέχοντες την εξουσία έχουν τη «Χάρη των Ουρανών». Όσοι είναι λοιπόν απόγονοι των θεών είναι άξιοι, ενώ οι κατώτεροι αυτών είναι αξιωματικά κατώτεροι. Είναι εύκολο λοιπόν να δομηθεί μια τόσο έντονα ταξική κοινωνία που δε διαφέρει και πάρα πολύ από τον τρόπο που χτίστηκε η κοινωνική αφήγηση στον πραγματικό Μεσαίωνα.

Όταν ένας νέος Αυτοκράτορας στέφεται, οι Ουράνιοι Δράκοι δίνουν την εύνοια τους. Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει αυτό το γεγονός. Έτσι ο πληβείος δέχεται ότι είναι πληβείος, ο φτωχός φτωχός και ο πλούσιος πλούσιος.

Εδώ η ύπαρξη των θεών δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Οι ιερείς σε αυτή τη κοινωνία μέσα από τις προσευχές τους υποτάσσουν τα πνεύματα της φύσης και τα διαχειρίζονται κατά το δοκούν. Τα θαύματα δεν γίνονται στις ιστορίες. Γίνονται στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Όπως είναι… φυσικό, μαζί με το θεϊκό στοιχείο συνυπάρχει και το μεταφυσικό. Τα φαντάσματα, τα τελώνια ή οι λευκές νύμφες δεν είναι απλά φολκλορικές ιστορίες τρόμου, είναι πραγματικές απειλές.

Έτσι λοιπόν σε αυτή τη μυθοπλασία διακρίνουμε έντονα τα στοιχεία της συμμόρφωσης και της μη εναλλακτικής απέναντι σε ένα απολυταρχικό σύστημα. Το κράτος έχει τον πλήρη έλεγχο της αλήθειας και αν δεν τη δεχτείς δεν είσαι μέρος του συστήματος. Η ζωή σου δεν έχει καμία αξία. Αν δεν είσαι παραγωγικός και δεν βγάζεις αρκετό ρύζι ώστε από τη φορολογία ο άρχοντας σου να γίνεται ακόμα πιο πλούσιος, είσαι άχρηστος και η τιμωρία μπορεί να είναι ακόμα και θάνατος.

Με μεγάλη μαεστρία αυτός ο κόσμος αποδίδει αυτήν την καταπίεση, ως έναν κύκλο ζεν που κλείνει, και στον καταπιεστή. Ενώ όμως η καταπίεση εις βάρος της παραγωγικής τάξης είναι πασιφανής, η ίδια η ευγενής τάξη μέσα από το σύστημα που έχει δημιουργήσει αυτό-εγκλωβίζεται και παγιδεύεται.

Μια αλήθεια που οι περισσότεροι αγνοούν μέσα στην πραγματικότητα του κόσμου όπου δρουν οι ήρωες είναι πως ο κώδικας του Μπουσίντο είναι επίτηδες φτιαγμένος τόσο αντιφατικός. Είναι ένα εργαλείο για να ξεγελάει αυτούς που νομίζουν ότι έχουν εξουσία, για να τους ελέγχει και να τους χαλιναγωγεί. Οι φεουδάρχες με πρόσχημα κάποιον αφαιρετικό ηθικό κώδικα βάζουν τους στρατιώτες να πολεμήσουν, να σκοτωθούν και να τους αποσπάσουν το βλέμμα από τον πραγματικό δυνάστη. Μιας και δεν υπάρχει, τουλάχιστον στην εποχή της ιστορίας, η έννοια του έθνους και του εθνικισμού, επινοούνται άλλοι τρόποι για να δομηθούν ο φανατισμός και η μισαλλοδοξία.

Στα βιβλία αυτά λοιπόν μπορούμε να δούμε ανάγλυφα πως, όταν το κράτος επινοεί μια ταυτότητα και σου τη φοράει και την αποδέχεσαι ως την δική σου αλήθεια, είναι πάρα πολύ εύκολο να σε χρησιμοποιήσει, όχι διαμορφώνοντας εσένα, αλλά την ταυτότητα που έχει επινοήσει για σένα. Δεν χρειάζεται να σε πείσει ότι το να σκοτώνεις άλλους για τη γη του άρχοντά σου είναι σωστό, αρκεί να αποδεχτείς ότι είσαι Σαμουράι και οι Σαμουράι κάνουν αυτό ακριβώς πράγμα, «γιατί έτσι είναι το σωστό». Φυσικά όσο πιο μεγάλη η υποταγή, τόσο μεγαλύτερη η αμοιβή σε κύρος, εξουσία, τιμή και υστεροφημία.

Κάθε τέτοια προσπάθεια, όμως, κρύβεται πίσω από ένα πρόσχημα. Μια επινοημένη αιτία, για την οποία πρέπει να τηρούμε την τάξη και τους νόμους της. Τα πρωταρχικά προσχήματα στον κόσμο των βιβλίων είναι η αμαρτία και η ύβρις. Στο ένα είναι η παράβαση του θεϊκού λόγου (δηλαδή κάνω κάτι που ξέρω ότι είναι κακό), ενώ στο δεύτερο είναι η αμφισβήτηση αυτού (κάνω κάτι γιατί αυτό που ισχύει δεν είναι σωστό). Στον κόσμο του Rokugan αυτή η παρέκκλιση κρύβει υπαρκτούς κινδύνους.

Η πραγματική δύναμη της «Κόλασης» δεν βρίσκεται στα αποτρόπαια πλάσματα που θέλουν να καταβροχθίσουν τους θνητούς, αλλά στη δυνατότητα να διαφθείρει αυτούς που έχουν επίβουλες σκέψεις. Το Στίγμα της Κόλασης δεν είναι κάτι που σε παίρνει και σε σηκώνει. Έρχεται ύπουλα και αργά και σε τρώει από μέσα. Όταν θα προσβληθείς από αυτό ούτε καν θα το καταλάβεις. Αλλά οι σκέψεις σου θα αλλάζουν. Θα σε ενοχλούν πράματα που πριν δεν τα έδινες σημασία, τα νεύρα σου και η ένταση θα αυξάνονται. Όταν θα ενταθούν, θα κάνεις λάθη που θα σου στοιχίζουν προσωπικά και θα σε βάζουν σε ένα φαύλο κύκλο αυτοτιμωρίας για τα λάθη σου, τρέφοντας κι άλλο το θυμό σου. Συναισθηματικά θα αποκόβεσαι από τους ανθρώπους, τα αγαπημένα σου πρόσωπα θα σου φαίνονται σχεδόν άγνωστοι κι όσο βαθαίνει αυτή η κατάσταση οι άνθρωποι θα καταλήξουν να είναι απλά αντικείμενα για σένα. Θα προδίδεις τις αξίες σου και την οικογένεια σου για λίγη δύναμη, πλούτο ή εξουσία παραπάνω. Και μετά αρχίζουν τα νευρικά τικ, οι σπασμοί, η αλλοίωση των χαρακτηριστικών σου, όπως το να χάνεις το χρώμα τον μαλλιών σου, ή δερματικές μεταλλάξεις και καρκινώματα. Σου καταστρέφει το κορμί αφού πρώτα έχει καταστρέψει ό, τι αγαπάς περισσότερο. Οι δαίμονες είναι ο «ορατός εχθρός», είναι ο τρόπος για να χειραγωγηθεί η μάζα. Το Στίγμα είναι η προσωπική αμαρτία.

Στο προσωπικό επίπεδο των ηρώων υπάρχει το φιλοσοφικό επίδικο του τι είναι ηθικό. Μέσα από τις σελίδες των βιβλίων βλέπουμε πως οι αξίες της κοινωνίας υποτίθεται ότι σε διαφυλάσσουν από την αμαρτία και την πιθανότητα να υποκύψεις στον πειρασμό, αλλά η εξουσία ελέγχει έτσι και τους εξουσιαζόμενους και τους εξουσιαστές. Με έναν τρόπο, θα μπορούσαμε να πούμε πως, όπως και στον φανταστικό κόσμο, έτσι και στη δική μας πραγματικότητα, η ίδια η εξουσία είναι μια αφαιρετική έννοια που βρίσκεται πιο πάνω ακόμα και από τον εξουσιαστή και κανείς ποτέ δεν την κατέχει, κι όποιος την αναπαράγει είναι και αυτός θύμα της.

Βλέπουμε λοιπόν ότι, παρά τη γενικευμένη αντίληψη της μη πολιτικής φύσης της λογοτεχνίας του φανταστικού, ένα τέτοιο έργο μπορεί όχι μόνο να περιγράψει μια πολιτική συνθήκη, αλλά και να μας βοηθήσει κάποιες φορές να προβάλουμε στοιχεία της πραγματικότητάς μας, και μέσω της σύγκρισης να κατανοήσουμε καλύτερα τις πολιτικές δυναμικές που διέπουν τον κόσμο μας. Στην περίπτωση του Rokugan, έχουμε ένα ακόμη παράδειγμα ότι η λογοτεχνία του φανταστικού, παρότι γεννήθηκε μέσα από ιστορίες για παιδιά και πάσχισε πολύ για να ξεφύγει από αυτές, μπορεί να μας πει ιστορίες «ενήλικες», με ώριμα αφηγηματικά μέσα· ιστορίες που παρουσιάζουν μια αλήθεια πολύ κοντά στη δική μας, χωρίς κανένα παραπέτασμα αθωότητας· ιστορίες που εύκολα μπορούμε να τις αντιπαραβάλουμε με τη δική μας πολιτική πραγματικότητα.


Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Σχετικά με τον συντάκτη

Νίκος Δαγδιλέλης

Νίκος Δαγδιλέλης

Ο Νίκος Δαγδιλέλης γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, σπούδασε και εργάστηκε για περίπου μια δεκαετία στη Καβάλα και τα τελευταία χρόνια ζει στη Αθήνα. Από τα εφηβικά του χρόνια είναι αναγνώστης της λογοτεχνίας του φανταστικού και φανατικός των παιχνιδιών ρόλων. Από φοιτητής δραστηριοποιείται σε κοινωνικούς αγώνες. Σήμερα εργάζεται ως μέλος σε κολεκτίβα εργασίας, ασχολείται ενεργά με τον συνεργατικό κίνημα. Παράλληλα σχεδιάζει και δημιουργεί επιτραπέζια παιχνίδια ρόλων, αρθρογραφεί σε ηλεκτρονικό περιοδικό για ζητήματα σχετικά με τη τέχνη και γράφει διηγήματα κυρίως μυθοπλασίας και μαγικού ρεαλισμού.

Σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε