Κριτική Τεύχος #9

Ο κυπριακός κοινωνικός σχηματισμός από τη συγκρότηση στη διχοτόμηση

Ο κυπριακός κοινωνικός σχηματισμός, 1191-2004. Από τη συγκρότηση στη διχοτόμηση
Σπύρος Σακελλαρόπουλος
Τόπος, Αθήνα 2017 | 832 σελίδες

 

Η πρώτη επισήμανση που πρέπει να γίνει σε σχέση με το βιβλίο του Σπύρου Σακελλαρόπουλου, είναι ότι το βιβλίο αυτό, τόσο λόγω της θεματικής που καλύπτει όσο και λόγω της ανάλυσης του συγγραφέα, καλύπτει ένα μεγάλο κενό στην ιστοριογραφία περί Κύπρου και ιδιαίτερα στη μελέτη των κοινωνικών δυναμικών που αναπτύχθηκαν στο νησί στη μεγάλη διάρκεια του χρόνου. Η εξέταση των κοινωνικών δυναμικών σε βάθος χρόνου, αυτό δηλαδή που έκανε ο Σπύρος Σακελλαρόπουλος, είναι μια δύσκολη υπόθεση, απαιτεί κοπιαστική μελέτη για διαφορετικά οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά περιβάλλοντα, αλλά είναι η χρησιμότερη, επειδή ακριβώς μας επιτρέπει την κατανόηση του μεγάλου και όχι του αποσπασματικού σχήματος, μας επιτρέπει την κατανόηση της εξελικτικής διαδικασίας στην ιστορία. 

Τα ερωτήματα που καλείται να απαντήσει αυτό το βιβλίο, όπως αυτά διατυπώνονται μέσα από τα κεφάλαιά του, αναδεικνύουν τη σχέση του παρελθόντος και του παρόντος στην ιστοριογραφία και τις κοινωνικές επιστήμες. Το παρελθόν δεν ερευνάται ως μια μονολιθική πραγματικότητα, αλλά αναλύεται και ερμηνεύεται με τρόπο που να επιτρέπει την κατανόηση του παρόντος. Το παρελθόν μελετάται με τρόπο που να αναδεικνύονται οι δυναμικές και οι εξελίξεις σε βάθος χρόνου, δυναμικές και εξελίξεις που διαμορφώθηκαν χάρη σε διαφορετικά οικονομικοπολιτικά περιβάλλοντα τόσο σε επίπεδο Κύπρου, όσο και σε διεθνές επίπεδο. Από αυτή την άποψη, ο πρώτος στόχος του συγγραφέα, επιτυγχάνεται πλήρως. Το παρελθόν, οι δυναμικές που αναπτύχθηκαν στο νησί κατά τη διάρκεια των προηγούμενων οκτώ αιώνων, οι πραγματικότητες και οι δυναμικές των ιστορικών περιόδων που είτε διαφοροποιούνται είτε ακυρώνονται και αναπληρώνονται από νέες πραγματικότητες και δυναμικές, αναλύονται με τρόπο που να εξηγούν το παρόν, το δικό μας παρόν, τις τελευταίες δηλαδή δεκαετίες της ιστορίας της Κύπρου.

Σε αυτό το πλαίσιο και για διαφορετικές περιόδους της ιστορίας της Κύπρου, ξεκινώντας από την περίοδο της φραγκικής κυριαρχίας στο νησί, ο συγγραφέας εξετάζει τις δομές εξουσίας που διαμορφώνονται και αναδιαμορφώνονται συνεχώς δίνοντας έμφαση στα οικονομικά συστήματα από τα οποία ουσιαστικά απορρέουν αυτές οι δομές εξουσίας. Αντιλαμβανόμενος ότι στην οικονομική βάση που διαμορφώνεται σε συγκεκριμένες ιστορικές περιόδους βασίζονται οι δομές εξουσίες και η κοινωνική πραγματικότητα, ο Σπύρος Σακελλαρόπουλος αναδεικνύει έτσι τον ρόλο της οικονομίας στην εξέλιξη των κοινωνικών σχέσεων όχι στον βραχύ χρόνο, αλλά στη μεγάλη διάρκεια. 

Αρχίζοντας από το οικονομικό σύστημα, τις δομές εξουσίας και  τις κοινωνικές πραγματικότητες που διαμορφώθηκαν την περίοδο της λατινικής κυριαρχίας στο νησί, ο Σπύρος Σακελλαρόπουλος αναλύει στη συνέχεια τη διαφορετικότητα, αλλά και τη σημασία των οθωμανικών οικονομικών και πολιτικών δομών στο νησί. Το πέρασμα από το δυτικού τύπου φεουδαρχικό σύστημα σε ένα νέο γαιοκτητικό και οικονομικό σύστημα, το οθωμανικό, είναι κατά τη γνώμη μου ιδιαίτερης σημασίας στη διαδικασία συγκρότησης του κυπριακού κοινωνικού χώρου. Οι πραγματικότητες των ευγενών, των εύπορων και του μεγάλου μέρους του πληθυσμού, των δουλοπαροίκων, στο δυτικό φεουδαρχικό σύστημα, ακυρώνονται από τις δομές του οθωμανικού συστήματος, την απουσία μεγάλης ιδιωτικής γαιοκτησίας και την επιβολή του ασιατικού τρόπου παραγωγής. Το αγροτικό πλεόνασμα, το οποίο φυσικά πάλι προέρχεται από την εργασία των αγροτών, καταλήγει στο οθωμανικό κράτος μέσα από ένα πολύπλοκο σύστημα στο οποίο διαδραματίζουν εξέχοντα ρόλο όσοι λειτουργούν ως εκπρόσωποι του  κράτους. Όπως επισημαίνει και ο Καρλ Μαρξ και εύστοχα αναδεικνύει μέσα από την ανάλυσή του ο Σπύρος Σακελλαρόπουλος, η διαφορά μεταξύ του φεουδαρχικού και του οθωμανικού τρόπου οργάνωσης της παραγωγής δεν σημαίνει ότι το ένα σύστημα ιστορικά ξεπέρασε το άλλο.

Ένα ιδιαίτερα θετικό στοιχείο της ανάλυσης του Σπύρου Σακελλαρόπουλου είναι η ένταξη των εξελίξεων στον κυπριακό χώρο, ιδιαίτερα στο χώρο της οικονομίας που είναι και η βάση για την ανάδυση των κοινωνικών πραγματικοτήτων, στον μεγάλο κόσμο, στις οικονομικές δηλαδή εξελίξεις σε διεθνές επίπεδο. Εξελίξεις που μοιραία διαφοροποιούσαν το οθωμανικό σύστημα, μοιραία είχαν επιπτώσεις και στη μικρή οθωμανική επαρχία της Κύπρου. Η ανάδυση του ιστορικού καπιταλισμού στα τέλη του 16ου αιώνα και οι διαφοροποιήσεις στο οθωμανικό σύστημα εξαιτίας των πιέσεων της νέας οικονομικής πραγματικότητας σε ευρωπαϊκό επίπεδο, θα διαμορφώσει σιγά σιγά νέες οικονομικές και κοινωνικές δομές στο νησί. 

Η σημαντικότερη ίσως από αυτές θα είναι η ανάδειξη των Ορθοδόξων ιεραρχών ως των κύριων φορέων οικονομικής, αλλά και πολιτικής εξουσίας. Η σταθερή αύξηση των περιουσιακών στοιχείων των εκκλησιαστικών ιδρυμάτων, η κοινοτική οργάνωση της οθωμανικής κοινωνίας, αλλά και η ιδιαίτερη και εξουσιαστική θέση των ιεραρχών της κυπριακής εκκλησίας στην οθωμανική Κύπρο, θα οδηγήσει μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα στη συγκρότηση της Εκκλησίας της Κύπρου στον σημαντικότερο θεσμό πολιτικής και οικονομικής εξουσίας στο νησί. 

Πέρα από τις καπιταλιστικές σχέσεις που διαμορφώνονται στο νησί όμως, η εμφάνιση του ελληνικού κράτους και η προσπάθεια διάδοσης του ελληνικού εθνικισμού στον οθωμανορθόδοξο κόσμο είναι στοιχεία που και αυτά επιδρούν στις σχέσεις μεταξύ των δύο κοινοτήτων στο νησί. Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο και παρά τις μεταρρυθμίσεις του δεκάτου ενάτου αιώνα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία -μεταρρυθμίσεις που δεν διαφοροποίησαν έντονα το κυπριακό πλαίσιο- την οθωμανική περίοδο διαδέχεται η περίοδος της βρετανικής αποικιακής διοίκησης. 

Η Κύπρος περνά από τον κόσμο της οθωμανικής Ανατολής στον κόσμο των αποικιοκρατούμενων χωρών με δυτικού τύπου νεωτερική διοίκηση η οποία όμως θα χαρακτηρίζεται από δυναμικές που προέρχονται από την οθωμανική περίοδο. Αυτές οι δυναμικές, και παρά την νεωτερική πολιτική των Βρετανών στις πρώτες δεκαετίες της αποικιοκρατίας, θα έχουν ως αποτέλεσμα τη σύγκρουση μεταξύ νέου και παλιού, μεταξύ εθνικού και αυτοκρατορικού όχι μεταξύ αστών και Εκκλησίας αλλά εντός της ίδιας της Εκκλησίας. Ένα συντηρητικό μέρος της Εκκλησίας θα συγκρουστεί με το εθνικό, ενώ μονίμως μέσα από τις διαδικασίες που η ίδια η βρετανική διοίκηση εγκαθίδρυσε στο νησί και χάρη και στην προσαρμοστικότητα των ιεραρχών οι οποίοι εύκολα περνούν από το ιερό στο εθνικό, η Εκκλησία θα αναδεικνύεται ως πολιτική Αρχή για τους ορθόδοξους στο νησί. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η μουσουλμανική κοινότητα του νησιού να παραμένει εκτός των διαδικασιών αυτών ήδη από τα τέλη του δεκάτου ενάτου αιώνα και να εντάσσεται στο δρόμο ενός άλλου εθνικισμού, του τουρκικού. 

Μια σημαντική επιτυχία της δουλειάς του Σπύρου Σακελλαρόπουλου στο βιβλίο αυτό είναι ο συνεχής διάλογος του ειδικού -η περίπτωση της Κύπρου- με το γενικό -οι εξελίξεις στο ευρύτερο της Κύπρου περιβάλλον, αλλά και στο διεθνές.  Όπως αναφέρει ο Μπρωντέλ, η μοίρα των μικρών νησιών -και των μικρών κρατών, θα προσέθετα εγώ- είναι να δέχονται τις επιπτώσεις της Μεγάλης Ιστορίας, της ιστορίας που εξελίσσεται δηλαδή σε πλανητική κλίμακα. Ο συνεχής διάλογος της κυπριακής ιστορίας με τη Μεγάλη Ιστορία στο βιβλίο αυτό, είναι ίσως ένα από τα πιο θετικά και σημαντικά στοιχεία του. 

Σε έναν τέτοιο διάλογο αποκρυσταλλώνεται η εξελικτική διαδικασία των σχέσεων των δύο κοινοτήτων στην Κύπρο προς τη σύγκρουση, τον συμβιβασμό με την ανακήρυξη του κυπριακού κράτους, τη συνεχή άνοδο των εθνικιστικών δυνάμεων και τη σύγκρουση. Σε ένα σχήμα άνθησης των πιο ακραίων μορφών εθνικισμού στο νησί, σε ένα διεθνές περιβάλλον που περνά από τον Ψυχρό Πόλεμο και την ισορροπία μέσα από την αποφυγή πλήρους ελέγχου από τη μια ή την άλλη δύναμη, στην κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και τη φιλοδοξία των ΗΠΑ για μονοκρατορία κυρίως στην Ανατολική Μεσόγειο, σε ένα κόσμο που συνεχώς διαφοροποιείται, μοιραία οι προσπάθειες για επίλυση του Κυπριακού, μετά τις συγκρούσεις του 1963, μεταλλάσσονται συνεχώς και υπακούουν στις επιπτώσεις και της Μεγάλης Ιστορίας. 

Ωστόσο, αυτό που κατά τη γνώμη μου παραμένει αναλλοίωτο, είναι η σταθερή δυναμική των εθνικιστικών δυνάμεων εντός και των δύο κοινοτήτων, δυναμικές που καταλήγουν να φαντασιώνονται τη μη λύση ως λύση, ή ως κάποια λύση χωρίς όμως να συνειδητοποιούν ότι η ρευστότητα της Μεγάλης Ιστορίας δεν μπορεί παγώνει τις εξελίξεις και εντός της Κύπρου.  Πρέπει ίσως να επισημανθεί ότι ακριβώς εξαιτίας της εξελικτικής διαδικασίας των σχέσεων μεταξύ των κοινοτήτων στο νησί, ακριβώς εξαιτίας της σύγκρουσης, το κάθε τι μπορεί να έχει δύο αναγνώσεις. 

Ένα παράδειγμα: Το Σύνταγμα του 1960 χαρακτηρίζεται από την Ελληνική και Ελληνοκυπριακή ιστοριογραφία ως ένα Σύνταγμα διαιρετικό, ένα Σύνταγμα που προοιώνιζε τη σύγκρουση. Θα μπορούσε όμως το Σύνταγμα αυτό να μην λάβει υπόψη του τις κοινότητες; Μια πραγματικότητα που διαμορφώθηκε σε βάθος χρόνου και όσο κι αν διαφοροποιήθηκε, από θρησκευτική σε εθνοτική, παρέμενε εδώ; Γιατί το δικαίωμα αρνησικυρίας του αντιπροέδρου και η υποχρέωση συν-αντίληψης μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων βουλευτών είναι στοιχεία διαιρετικά και δεν είναι στοιχεία ενωτικά για τον κυπριακό λαό; Τι άλλος μηχανισμός παρά μηχανισμός συναίνεσης μπορεί να είναι το δικαίωμα της αρνησικυρίας; 

Επομένως, η σύγκρουση στο νησί δεν είναι αποτέλεσμα ξένης επιβουλής, αλλά αποτέλεσμα σύγκρουσης των εθνικισμών εντός του νησιού, σύγκρουση των ομάδων που εξέφραζαν και λειτουργούσαν ως φορείς εθνικισμού. Η λύση του Κυπριακού θα είναι ενωτική ως προς τον κυπριακό λαό αν οι ίδιες οι κοινότητες θέλουν να λειτουργήσει ως ενωτική κι αν φυσικά οι ομοσπονδιακές δομές είναι τέτοιες που μπορούν να δημιουργήσουν την αντίληψη του ενός κράτους. Αν οι κοινότητες, κυρίως χάρη στην επίδραση των εθνικισμών και των φορέων του, όπως η Εκκλησία, η Εκπαίδευση, τα ΜΜΕ, αντιμετωπίσουν τον όποιο μηχανισμό συναίνεσης ως μηχανισμό σύγκρουσης, κι αν οι ισχυρές ομοσπονδιακές δομές παραμεριστούν, τότε η λύση δεν μπορεί παρά να είναι διαιρετική. 

Καταλήγοντας  θα ήθελα μόνο να επισημάνω ότι η χρήση των όρων στην ιστοριογραφία πρέπει να υπακούει στην εξελικτική διαδικασία που αναδεικνύεται στο βιβλίο αυτό. Οι Τουρκοκύπριοι και οι Ελληνοκύπριοι είναι Τουρκοκύπριοι και Ελληνοκύπριοι στον 20ο αιώνα και όχι σε προηγούμενους αιώνες, ενώ με το πέρασμα στη νεωτερικότητα -ιδιότυπης σίγουρα- αποτελούν ένα λαό. Από μόνη της η κάθε μια κοινότητα δεν είναι λαός, είτε ελληνοκυπριακός είτε τουρκοκυπριακός λαός, αλλά οντότητες του ενός λαού, του κυπριακού.

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Σχετικά με τον συντάκτη

Μιχάλης Μιχαήλ

Μιχάλης Μιχαήλ

Γεννήθηκε στην Αμμόχωστο και σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Εκπόνησε τη διδακτορική του διατριβή με θέμα την Εκκλησία της Κύπρου ανάμεσα στην οθωμανική κυριαρχία και τη βρετανική αποικιοκρατία στο Τμήμα Τουρκικών και Μεσανατολικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου, όπου και διδάσκει μαθήματα οθωμανικής ιστορίας ως επίκουρος καθηγητής. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζονται στην οθωμανική ιστορία του δεκάτου ογδόου και δεκάτου ενάτου αιώνα και στην ιστορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Έχει συν-επιμεληθεί την έκδοση βιβλίων για την ιστορία της Κύπρου κατά την οθωμανική περίοδο. Έργα του είναι: Η Εκκλησία της Κύπρου κατά την οθωμανική περίοδο. Η σταδιακή συγκρότηση ενός θεσμού πολιτικής εξουσίας (2005) και Οι εξεγέρσεις ως πεδίο διαπραγμάτευσης της εξουσίας. Οθωμανική Κύπρος, 1804-1841 (2016).

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε