Κριτική Τεύχος #09

«Ο Ντενκτάς στον Νότο» ενισχύει την κυπριακή συνείδηση

Ο τρόπος που αφηγείται την ιστορία ο Ιωάννου και χτίζει το επιχείρημά του αποδεικνύει πως σε κάθε κόμβο αυτής της μακράς πορείας -μιας πορείας πάντως που δεν κινείται προς τα μπρος, αλλά προχωρά πάνω κάτω, σαν τον σκοπό, σε στρατιωτικό ρυθμό, από και προς το 1974- οι κοινότητες από τη μια και από την άλλη πλευρά, βρίσκουν χαραμάδες και τρυπώνουν. Όσο τα σύνορα είναι ανοιχτά, όσο οι άνθρωποι βλέπουν ότι υπάρχουν άνθρωποι από την άλλη πλευρά, η ελπίδα για μια κοινή ειρηνική συμβίωση είναι ζωντανή.

Ο Ντενκτάς στον Νότο: Η κανονικοποίηση της διχοτόμησης στην ελληνοκυπριακή πλευρά
Γρηγόρης Ιωάννου
Εκδόσεις Ψηφίδες, Θεσσαλονίκη, 2019 | 283 σελίδες

 

Κάθε φορά που μιλώ για το κυπριακό, έχω μια αμηχανία, ίσως γιατί νιώθω ότι εμείς που μεγαλώσαμε στην Κύπρο βιώσαμε μια εμπειρία, της οποίας η ένταση δεν μπορεί να επικοινωνηθεί ακριβώς σε ένα πλαίσιο που δεν είναι κυπριακό, αφού τις περισσότερες φορές πρέπει να μεταφράζεται μεταφορικά, αλλά και κυριολεκτικά.

Δεν ξέρω αν αυτό δηλώνει κάτι πέρα από τη δική μου αμηχανία, όμως το σίγουρο είναι πως η ανάγνωση του βιβλίου του Γρηγόρη Ιωάννου, μείωσε αυτή την αίσθηση σε μεγάλο βαθμό. Γιατί ο Ιωάννου κατορθώνει ως επιστήμονας, ως πολιτικός ακτιβιστής, ως άνθρωπος της γενιάς μας, να επικοινωνήσει την ένταση αυτής της εμπειρίας, να δώσει λέξη στη σιωπή, στα φαντάσματα και στα χαλάσματα μέσα στα οποία μεγαλώσαμε, να ξεπεράσει αυτή την αμηχανία, και, μέσα στον θόρυβο που δημιουργούν οι στρατοί, να αρθρώσει έναν λόγο ικανό να ακουστεί εντός και εκτός Κύπρου, συμπεριλαμβανομένης προφανώς και της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Αναμένουμε άλλωστε με εξαιρετικό ενδιαφέρον την τουρκική μετάφραση του βιβλίου και τη συζήτηση που θα ανοίξει στους τουρκοκυπριακούς κύκλους. Το βιβλίο του Γρηγόρη Ιωάννου λοιπόν έχει μεγάλη πολιτική και επιστημονική αξία και δεν είναι τυχαίο που έχει ήδη τύχει μεγάλης υποδοχής από τους ανθρώπους που αγωνίζονται για την επανένωση του νησιού σε συνθήκες πολιτικής ισότητας για την τουρκοκυπριακή κοινότητα.

Εννέα σημεία για το βιβλίο και ένα υστερόγραφο

1. Το άνοιγμα της συζήτησης και η ιστορία σε στρατιωτικό ρυθμό: Ο Γρηγόρης Ιωάννου ανοίγει μια συζήτηση σε ένα θέμα που μοιάζει κλειστό και σε μια συγκυρία όπου πράγματι φαίνεται ότι οι διαπραγματεύσεις φτάνουν σε ένα αδιέξοδο. Το δυνατό σημείο του βιβλίου δεν είναι απλώς η περιγραφή των κακών χειρισμών των ελληνοκυπριακών κυβερνήσεων ή τα εγκλήματα του ελληνοκυπριακού εθνικισμού, αλλά ο τρόπος που περιγράφει τα γεγονότα και το ερώτημα γύρω από τα οποία τα τοποθετεί: δηλαδή, πώς κανονικοποιήθηκε η διχοτόμηση στην ελληνοκυπριακή πλευρά. Ο συγγραφέας ξανα-αφηγείται τα ιστορικά γεγονότα τολμώντας δύο πολιτικές πράξεις:

Πρώτον, αρθρώνει ξεκάθαρα τη λέξη διχοτόμηση, δεν φοβάται δηλαδή να μιλήσει για κανονικοποίηση της διχοτόμησης στην ελληνοκυπριακή πλευρά και την τοποθετεί μάλιστα στη θέση μιας άλλης άποψης που παρουσιάζεται ως η ουσία του κυπριακού: ότι το κυπριακό είναι πρόβλημα εισβολής και κατοχής. Πραγματοποιεί λοιπόν μια μετατόπιση στο πώς συζητάμε το κυπριακό.

Δεύτερον, συγκεκριμενοποιεί τη φράση που σημειώνει και στα κυπριακά (και που είπε κάποια στιγμή ο Δημήτρης Χριστόφιας), «εκάμαμεν τζαι μεις πολλά». Όμως δεν αρκείται σε αυτό. Ρίχνει ενοχλητικό φως με το φακό του στα γεγονότα που οδήγησαν στη διχοτόμηση, ξεκινώντας ήδη από το 1950 φτάνοντας μέχρι σήμερα και την αποτυχία διαπραγματεύσεων στο Κραν Μοντανά, για να αποδείξει ότι η διχοτόμηση δεν ήταν νομοτελειακή και ότι για αυτή φέρουν βαρύτατες ευθύνες οι πολιτικές ηγεσίες των ελληνοκυπριακών κομμάτων.

Η περιοδολόγηση που επιλέγει υπηρετεί αυτόν τον σκοπό: Ονομάζει την περίοδο από το 1950-1975 από τους εθνικισμούς στη διχοτόμηση, από το 1975 έως το 2003 μιλά για το διαχωρισμό ως βιωμένη πραγματικότητα και περιγράφει την εμπέδωσή του, στέκεται στο άνοιγμα των οδοφραγμάτων το 2003 αφιερώνοντας σε αυτό ένα ολόκληρο κεφάλαιο, προχωρά στο 2004 και το σχέδιο Ανάν, περίοδο από την οποία αντλεί το εμπειρικό παράδειγμα που γίνεται ο τίτλος του βιβλίου και περιγράφει το 2007-2017 ως τη δεκαετή μάχη μεταξύ ομοσπονδίας και διχοτόμησης.

Η ιστορία του κυπριακού για τον συγγραφέα είναι μια ανοιχτή διαδικασία και ο τρόπος που περιγράφεται, η επιλογή της συνεχούς παρουσίας των ανθρώπων που αγωνίζονται από τη μια και από την άλλη πλευρά του συρματοπλέγματος, είναι η διαρκής υπενθύμιση αυτού που ο συγγραφέας σημειώνει προς το τέλος του βιβλίου: ότι η λύση της επανένωσης ήταν πιο εύκολη υπόθεση από τη διχοτόμηση. Η μελέτη του Ιωάννου, μας διευκολύνει να δούμε τον τρόπο οικοδόμησης της επίσημης ιστορίας, του εθνικιστικού αφηγήματος όπως γράφεται από την ελληνοκυπριακή πλευρά. Είναι μια ιστορία που ξεκινά πάντα το 1974 και κινείται πάνω-κάτω , από και προς το 1974, σαν τους φαντάρους στα φυλάκια που πηγαίνουν πάνω κάτω στην πράσινη γραμμή. Θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι μια ιστορία που γράφεται σε στρατιωτικό ρυθμό, που εκφέρεται αποκρύπτοντας την αλήθεια και επανατραυματίζοντας τους Κύπριους διαρκώς.

Ο Γρηγόρης Ιωάννου ανοίγει τη συζήτηση και με τον προκλητικό τίτλο του βιβλίου: Ο Ντενκτάς στο Νότο. Είναι το σύνθημα που φώναξαν οι Τουρκοκύπριοι που ψήφισαν πλειοψηφικά ΝΑΙ στο σχέδιο Ανάν όταν έμαθαν τα αποτελέσματα της ψηφοφορίας στην ελληνοκυπριακή πλευρά, όπως μας θυμίζει σε μια υποσημείωσή του. Ήταν η τραγική απάντηση στις προκλητικές δηλώσεις του Ντενκτάς, όταν έλεγε στους διαφωνούντες Τουρκοκύπριους, «αν δεν σας αρέσει να πάτε στον Νότο». Αναδεικνύοντας τη φωνή των Τουρκοκυπρίων κάνοντας το σύνθημά τους τίτλο ο συγγραφέας λέει ξεκάθαρα πως η πολιτική διχοτόμησης του Ντενκτάς συνάντησε την πολιτική διχοτόμησης της ελληνοκυπριακής πλευράς. Το γεγονός ότι το λέει αυτό με ένα τουρκοκυπριακό σύνθημα στον τίτλο, είναι πολύ τολμηρό όχι μόνο γιατί αναδεικνύει τη φωνή των Τουρκοκυπρίων, αλλά και γιατί οικοδομεί ένα Εμείς που διασχίζει την πράσινη γραμμή· το Εμείς των ανθρώπων που παλεύουν για την επανένωση του νησιού με όρους πολιτικής ισότητας και ειρήνης για τις δύο κοινότητες.

2. Ο άγριος εθνικισμός και το τραύμα: Η μελέτη του Ιωάννου εμβαθύνει σε ένα ιδεολογικό ζήτημα αναδεικνύοντας το γεγονός ότι οι εθνικισμοί δεν είναι απλώς ιδεολογίες εξουσίας, αλλά εργαλεία τρομοκρατίας. Πρόκειται για εθνικισμούς που σε μεγάλο βαθμό εισήχθησαν από την Ελλάδα και την Τουρκία και οι οποίοι καθόρισαν την πορεία των γεγονότων υποσκάπτοντας από πολύ νωρίς τη διαδικασία από-αποικιοποίησης, ανεξαρτησίας και ειρήνης στο νησί. Επικεντρώνοντας σε αυτόν τον άγριο εθνικισμό που είχε ως συνέπεια χιλιάδες θύματα από την μια και την άλλη μεριά, ο συγγραφέας θυμίζει πως ένα ακόμα από τα προβλήματα του κυπριακού είναι ότι αποτέλεσε επεισόδιο της ιστορικής διαμάχης ανάμεσα στον ελληνικό και τουρκικό εθνικισμό χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η εμπειρία της κοινής συμβίωσης χρόνων των δύο κοινοτήτων στο νησί, των κοινών αγώνων, των μικτών χωριών κοκ.

Ο Ιωάννου ασκεί κριτική και στον λόγο που συνοδεύει την περίπτωση των αγνοούμενων. Μας δίνει την αφορμή να σκεφτούμε ότι πάνω στα φαντάσματα και τον πόνο που προκαλεί η συνεχής αναφορά στους αγνοούμενους, που είναι πάντα Ελληνοκύπριοι, παραγκωνίζεται η ανάγκη των ανθρώπων που δεν είναι αγνοούμενοι, αλλά ζωντανά σώματα, και παλεύουν σήμερα για την επανένωση του νησιού. Η αναφορά στους αγνοούμενους γίνεται αφορμή να σκεφτούμε ότι ο αιώνιος θρήνος για τους δικούς μας νεκρούς μετατρέπεται σε τελετουργικό νομιμοποίησης του αδύνατου της επανένωσης, συνειδητή διατήρηση ενός τραύματος που θα λυθεί μόνο με ένα καινούριο τραύμα. Τη διχοτόμηση.

3. Η σιωπηλή κίνηση προς την οριστική διχοτόμηση: Πολύ σημαντική συμβολή αποτελεί και η ενδελεχής παρουσίαση των διαφορετικών γραμμών και αντιφάσεων της ελληνοκυπριακής αστικής τάξης. Αν και αυτή ενοποιείται σε πολλές περιπτώσεις γύρω από το ζήτημα της οικονομίας, σε κάποιες περιπτώσεις ιεραρχεί το εθνικό ως πιο σημαντικό. Ο Γρηγόρης Ιωάννου αναδεικνύει επίσης μια τρίτη γραμμή, πέραν των απορριπτικών ή των «ενδοτικών». Αυτή του «Status quo με κάθε κόστος η όποια διχοτόμηση όταν έρθει η ώρα». Τη γραμμή δηλαδή του να αφήσουμε να σαπίσει το κυπριακό και να έρθει να πέσει η διχοτόμηση σαν ώριμο φρούτο. Είναι τελικά μια άλλη εκδοχή-τακτική των απορριπτικών. Ο Ιωάννου φέρνοντας στην επιφάνεια αυτή τη γραμμή υπογραμμίζει τα πολλαπλά πρόσωπα της ελληνοκυπριακής αστικής τάξης, κάνοντας μια νύξη για την αναγκαία επιχειρηματολογία που χρειάζεται να ξεδιπλώσει το κίνημα επαναπροσέγγισης προκειμένου να απαντήσει σε μια σιωπηλή, αλλά αποφασισμένη, κίνηση προς την οριστική διχοτόμηση του νησιού.

4. Η καρδιά του βιβλίου και η ανάσυρση μιας προσωπικής μνήμης: Κατά τη γνώμη μου, η καρδιά του βιβλίου βρίσκεται στα κεφάλαια που περιγράφεται το άνοιγμα των οδοφραγμάτων το 2003 και η εμπειρία γύρω από το σχέδιο Ανάν το 2004. Τα κεφάλαια αυτά διατηρούν και διασώζουν όλη την έκπληξη της γενιάς μας, μιας γενιάς που δεν ήξερε πώς είναι η άλλη πλευρά. Και σε αυτά τα κεφάλαια ο Γρηγόρης Ιωάννου είναι παρών, χωρίς βέβαια να παύει ποτέ να είναι σε όλο το βιβλίο, χρησιμοποιώντας τις μνήμες του, τις μνήμες μας, για να μιλήσει άλλοτε για τη σιωπή και άλλοτε για τα ψέματα με τα οποία μεγαλώσαμε. Το άνοιγμα των οδοφραγμάτων (αυτή η πτώση ενός μικρού τείχους του Βερολίνου για εμάς) ήταν, όπως σημειώνει, «μια στιγμή αλήθειας». Μια στιγμή εκτός κανονικότητας θα προσθέταμε εμείς, μια στιγμή τρομερής αμηχανίας για τις πολιτικές ηγεσίες των δύο πλευρών που για λίγο είδε τους ανθρώπους να πηγαινοέρχονται και να αγκαλιάζονται, να γνωρίζονται, πατώντας και προσπερνώντας την πράσινη γραμμή.

Οι σιωπές χρόνων σπάνε με πολλούς τρόπους και όχι πάντα θετικά. Ο Ιωάννου περιγράφοντας το σπάσιμο της κυπριακής σιωπής, κάνει λόγο για «σιωπηλή επανάσταση», αναδεικνύει το στοιχείο της γιορτής των από τα κάτω που είχε το άνοιγμα των οδοφραγμάτων, η κοινή Πρωτομαγιά (κάποια στιγμή πρέπει να πούμε περισσότερα και για εκείνη τη συγκλονιστική πρώτη κοινή Πρωτομαγιά). Ο συγγραφέας με λίγα λόγια εικονοποιεί τα στιγμιότυπα μιας προσωρινής ανεπίσημης επανένωσης που κράτησε λίγο και ταυτόχρονα καταγράφει το ιστορικό γεγονός με έναν τρόπο που μας υποχρεώνει να μιλήσουμε για αυτό. Γιατί η καταγεγραμμένη ιστορία του κυπριακού είναι κυρίως μια ιστορία διαπραγματεύσεων στην οποία απουσιάζει η εμπειρία των ανθρώπων.

Σε αυτό το σημείο ας μου επιτραπεί μια προσωπική μνήμη, την οποία καταθέτω γιατί την ανέσυρα διαβάζοντας το βιβλίο. Θυμάμαι το δέος που ένιωσα όταν πέρασα το 2008 στην άλλη πλευρά, τη συγκίνηση όταν πέρασα το φυλάκιο στη Λευκωσία, το συναίσθημα του να περπατώ σε μια απαγορευμένη μέχρι πρότινος περιοχή που την ένιωθα ναρκοθετημένη κάτω από τα παπούτσια μου, την πρώτη στιγμή που μπήκα σε ένα σπίτι όπου έμεναν Τουρκοκύπριοι φίλοι, γιατί τα πράγματα είναι έτσι ακριβώς όπως περιγράφονται στο βιβλίο -κάποια παιδιά μεγάλωσαν με το «φάε το φαΐ σου για να μεν έρθει ο Τούρκος να σε πκιάσει» και θυμάμαι την έκπληξη μου ακούγοντας τους Τουρκοκύπριους να μιλούν τούρκικα. Θυμάμαι ότι έκανα την αφελή διαπίστωση πως μιλούν τα τούρκικα με κυπριακή προφορά, δηλαδή μιλούν κυπριακά, και νομίζω ότι ήταν η στιγμή που η πολιτική μου τοποθέτηση υποστηρίχτηκε βιωματικά, αφού ένιωσα στο πετσί μου ότι οι Τουρκοκύπριοι είναι Κύπριοι. Θέλω να σημειώσω με αυτό πως στη γενιά μας το όραμα της επανένωσης για όσες την υποστηρίζαμε, ήταν μια ιδεολογική τοποθέτηση, αλλά δεν προέκυπτε από κάποια βιωμένη εμπειρία μέχρι το 2003 που άνοιξαν τα οδοφράγματα. Το κείμενο του Γρηγόρη Ιωάννου επεξεργάζεται αυτή την εμπειρία με τα εργαλεία της πολιτικής κοινωνιολογίας, την κάνει πολιτικό επιχείρημα, ιστορικό παράδειγμα, άξιο να ακουστεί και να συζητηθεί.

5. Εμείς οι Κύπριοι, εμείς οι πολλοί: Στη περιγραφή του Γρηγόρη Ιωάννου για το σχέδιο Ανάν οι λέξεις είναι φορτισμένες. Μιλά για το «τέλος του μύθου» και το «τέλος της αθωότητας». Τονίζει πως «το 2004 υπήρξε το τέλος της εικόνας των διαλλακτικών ελληνοκύπριων και των αδιάλλακτων τουρκοκυπρίων», και επιμένοντας σε αυτό μας θυμίζει ποιο ήταν το μεγάλο διακύβευμα για την αριστερά και πόσο τραγική ήταν η στάση του ΑΚΕΛ. Ήταν μια στάση που «άδειαζε» τους Τουρκοκύπριους που βρίσκονταν σε κινητοποιήσεις για ενάμιση χρόνο. Ωστόσο, σε αυτή την περιγραφή διαφαίνεται η δυνατότητα που άνοιξε η συζήτηση για το σχέδιο Ανάν, αφού «αποσταθεροποίησε πλήρως παγιωμένες αντιλήψεις δεκαετιών και προετοίμασε το έδαφος για μια δεύτερη προοπτική λύσης, τέσσερα χρόνια αργότερα», όπως σημειώνει ο συγγραφέας. Ο ίδιος πάντως δεν μένει σε μια εύκολη κριτική στο ΑΚΕΛ η οποία επικεντρώνει απλώς στο αν ψήφισε ναι ή όχι στο σχέδιο Ανάν, αλλά επιμένει στην αναφορά των λαθών του, πριν και μετά από αυτό. Είναι ένα στοιχείο απαραίτητο για τις αναλύσεις γύρω από το κυπριακό και για τον ρόλο της αριστεράς σε αυτό. Δεν είναι μόνο ότι το ΑΚΕΛ δεν κάλυψε τους Τουρκοκύπριους στη μάχη του σχεδίου Ανάν, είναι ότι δεν υιοθέτησε ποτέ θέσεις πραγματικής ενότητας και βελτίωσης της ζωής των απλών ανθρώπων στη βάση ενός φιλολαϊκού προγράμματος, είτε ήταν Ελληνοκύπριοι, είτε Τουρκοκύπριοι. Εξάλλου, στα χρόνια που ακολούθησαν, η πολιτική του, ιδιαίτερα στα χρόνια διακυβέρνησής του, είχε νεοφιλελεύθερα χαρακτηριστικά.

Δημιουργείται επομένως το ερώτημα πώς η αριστερά θα μπορούσε να ξετυλίξει μια πολιτική που θα αγωνιζόταν για την επανένωση του νησιού με όρους πολιτικής ισότητας για τις δύο κοινότητες και την ίδια στιγμή θα εφάρμοζε μια πολιτική για τα συμφέροντα των πολλών, όχι σε μια λογική σταδίων, αλλά με μια πρόθεση ενοποίησης αυτών των δύο χαρακτηριστικών. Της ενίσχυσης δηλαδή της κυπριακής συνείδησης και της διάδοσης ενός προγράμματος ενίσχυσης των κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων. Αυτό το Εμείς τελικά, είναι ένα Εμείς οι Κύπριοι, είναι όμως και ένα Εμείς, οι πολλοί, οι από κάτω. Το βιβλίο του Ιωάννου προσφέρει τη βάση για αυτή τη συζήτηση γιατί δεν παραγνωρίζει τη σημασία που έχουν οι υλικές συνθήκες ζωής των ανθρώπων που ζουν στο νησί.

6. Το βαθύ κράτος στο εξώφυλλο των σχολικών μας τετραδίων : Αντίστοιχα αιχμηρό είναι και το κεφάλαιο για τα σχολεία, τα πανεπιστήμια και αυτό που ο Ιωάννου ονομάζει βαθύ κράτος της κυπριακής δημοκρατίας της έκτακτης ανάγκης. Εδώ ο συγγραφέας, μιλά για τις δομές, για τη διχοτομική κουλτούρα, για την ιδεολογική ηγεμονία του Δεν ξεχνώ και Αγωνίζομαι η οποία χτίζεται λέξη-λέξη στο κυπριακό σχολείο, ήδη από τα εξώφυλλα των σχολικών τετραδίων, όπως μας θυμίζει. Τα παραδείγματα του βιβλίου είναι πλούσια και δίνουν μια καλή εικόνα σε όσες και όσους αγνοούν το πολιτισμικό πλαίσιο ανατροφής των Κυπραίων. Το βαθύ κράτος, υπογραμμίζει ο Γρηγόρης Ιωάννου, «είναι συνειδητά διχοτομικό. Προτιμά μια Κύπρο μισή και ελληνική υπό τον έλεγχο του, παρά, ολόκληρη και δικοινοτική». Πράγματι, το κράτος στην Κύπρο οικοδομήθηκε σε επίπεδο προπαγάνδας συγκεντρωτικά, στερώντας από γενιές και γενιές τη δυνατότητα να γνωρίζουμε ότι υπάρχει κοινή ζωή και ιστορία πριν το 1974. Η επίσημη ιστορία ξεκινά το 1974 και επιστρέφει πάντα σε αυτή την ημερομηνία αποσιωπώντας άλλα τραύματα, όπως ας πούμε αυτό του 1963 με την αναθεώρηση του συντάγματος από τον Μακάριο και όσα ακολούθησαν. Αξίζει να θυμίσουμε ότι όταν τα άλλα παιδιά στον υπόλοιπο πλανήτη γέμιζαν τα τετράδια ιχνογραφίας με περιγράμματα παιδικών σπιτιών και λουλουδιών, στην Κύπρο στις πρώτες τάξεις του δημοτικού χρωματίζαμε σε έτοιμη μαυρόασπρη φωτοτυπία τον Μακάριο και τους ήρωες της ΕΟΚΑ. Ένας ποπ-αρτ Μακάριος σε πράσινο, σε ροζ και μωβ στόλιζε τις σχολικές μας τάξεις. Η ετικέτα του βαθέως κράτους έγινε εξώφυλλο στα σχολικά μας τετράδια.

7. Η αναγκαία κριτική στο ΑΚΕΛ: Ο Γρηγόρης Ιωάννου δεν φοβάται να κάνει κριτική στη μεγάλη αριστερά του νησιού, το ΑΚΕΛ. Συμπυκνώνει τη μεγάλη της αδυναμία στη φράση: «Η κυπριακή αριστερά ωθείται σε μία αμυντική θέση από την οποία υποχρεώνεται να αποδεικνύει αδιάκοπα την προσήλωσή της στο έθνος για να διεκδικεί το δικαίωμα να μιλά». Όσες και όσοι διαβάσουν το βιβλίο θα έχουν την ευκαιρία να διαβάσουν αναλυτικά τις περιπτώσεις εκείνες που το ΑΚΕΛ λειτούργησε αποπροσανατολιστικά και καταστροφικά για το κίνημα επαναπροσέγγισης. Το σημαντικό όμως και πάλι εδώ δεν είναι τα γεγονότα, είναι ότι ο συγγραφέας με το έργο του υποχρεώνει την αριστερά σε μια αναγκαία λογοδοσία, ίσως και απολογία, στους Τουρκοκύπριους που με ένταση τα προηγούμενα χρόνια αγωνίστηκαν ενάντια στον εθνικισμό της δικής τους πλευράς. Δεν είναι μόνο ότι μας θυμίζει το καθήκον μας να παλεύουμε ενάντια στους δικούς μας εθνικισμούς, είναι ότι μας κάνει να σκεφτούμε πως οφείλουμε να διευκολύνουμε το έργο των ανθρώπων που παλεύουν για την επανένωση στην άλλη πλευρά, σε δυσκολότερες συνθήκες, στις μάχες που αυτοί επιλέγουν ως σημαντικές. Και σε αυτή την περίπτωση δεν είναι απλώς «οι άλλοι ξένοι», αλλά το άλλο μισό του Εμείς. Γράφει κάποια στιγμή ο συγγραφέας, ότι «η τουρκοκυπριακή κοινότητα άντεξε, αντέχει ακόμα και μπροστά στις πιέσεις της Τουρκίας γιατί διατήρησε σε μεγάλο βαθμό την τοπική κοινότητα». Σε αυτό το ρήμα που χρησιμοποιεί, το άντεξε, συγκεντρώνεται όλη η δυνατότητα, όλη η ελπίδα, όλη η τραγικότητα του κυπριακού για τους Τουρκοκύπριους. Άντεξε όμως και το κίνημα επαναπροσέγγισης. Υπάρχει ένα σύνθημα που έχει γίνει και πανό γραμμένο στα τούρκικα και στα ελληνικά που γράφει: «παλέφκουμε μαζί για ούλλα» που επιχειρεί να μιλήσει για αυτό το Εμείς του οποίου ο τρόπος είναι το μαζί και το αίτημα το ούλλα.

8. Η ιστορία είναι ανοιχτή: Ο Αλέξης Ηρακλείδης στον πρόλογο, αποδεχόμενος την επιχειρηματολογία του Γρηγόρη Ιωάννου με βεβαιότητα προχωρά ένα βήμα πιο πέρα εκτιμώντας ότι η διχοτόμηση είναι τελειωμένη υπόθεση. Ο Ιωάννου πάλι, αφήνει πολλές χαραμάδες. Κρούει πάντως τον κώδωνα του κινδύνου για πιθανά πολεμικά επεισόδια και έχει δίκιο. Ο τρόπος που αφηγείται την ιστορία ο Ιωάννου και χτίζει το επιχείρημά του αποδεικνύει πως σε κάθε κόμβο αυτής της μακράς πορείας -μιας πορείας πάντως που δεν κινείται προς τα μπρος, αλλά, όπως αναφέρθηκε πριν, προχωρά πάνω κάτω, σαν τον σκοπό, σε στρατιωτικό ρυθμό, από και προς το 1974- οι κοινότητες από τη μια και από την άλλη πλευρά, βρίσκουν χαραμάδες και τρυπώνουν. Όσο τα σύνορα είναι ανοιχτά, όσο οι άνθρωποι βλέπουν ότι υπάρχουν άνθρωποι από την άλλη πλευρά, η ελπίδα για μια κοινή ειρηνική συμβίωση είναι ζωντανή. Η οριστική διχοτόμηση, αν και δρομολογημένη, δεν θα είναι εύκολη υπόθεση. Μια νέα γενιά Κυπραίων μεγαλώνει με τα οδοφράγματα ανοιχτά έχοντας γνωρίσει την άλλη πλευρά. Η ιστορία είναι ανοιχτή.

9. Εικονογράφηση: Το βιβλίο συνοδεύεται από μια εξαιρετική εικονογράφηση -συμπεριλαμβανομένου και του εξωφύλλου- μέσα από το φωτογραφικό υλικό του κοινωνικού ανθρωπολόγου Παυσανία Καραθανάση, που πραγματοποίησε τη διδακτορική του διατριβή εθνογραφώντας στη Λευκωσία και την πράσινη γραμμή. Οι φωτογραφίες συνομιλούν με το κείμενο, ταυτόχρονα όμως αποτελούν και αυτόνομο σχόλιο για τη ζωή στο νησί. Όπως για παράδειγμα, η φωτογραφία στη σελ. 248 με έναν άνθρωπο πάνω σε ποδήλατο που κοιτάζει έναν κλειστό τόπο, ένα αδιέξοδο, σε κάποιο σημείο της πράσινης γραμμής. Σαν να έχει διακοπεί άξαφνα η κίνησή του, καθώς ποδηλατούσε, στέκεται αμήχανος μπροστά στο αδιέξοδο. Θα βρει άραγε την είσοδο (και όχι την έξοδο) για την άλλη πλευρά;

Υστερόγραφο: Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στη μνήμη του Κυπραίου Κωστή Αχνιώτη. Ενός αγωνιστή της επανένωσης, της ειρήνης και της αδελφοσύνης ανάμεσα στις δύο κοινότητες. Ενός ανθρώπου που είχε χτίσει το σπίτι του στην πράσινη γραμμή. Έγραφε ο Κωστής Αχνιώτης στο περιοδικό Εντός των τειχών πριν πολλές δεκαετίες: «Η κυπριακή συνείδηση νομίζει ότι είναι αδύνατη. Γι’ αυτό παίζει τον ψόφιο κοριό, περιμένοντας καλύτερες μέρες». Το βιβλίο του Γρηγόρη Ιωάννου συμβάλλει στην ενίσχυση αυτής της κυπριακής συνείδησης, και για αυτό τον ευχαριστούμε.

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Σχετικά με τον συντάκτη

Κατερίνα Σεργίδου

Κατερίνα Σεργίδου

Η Κατερίνα Σεργίδου έχει εργαστεί ως μεταφράστρια και δημοσιογράφος. Άρθρα της δημοσιεύονται στο Rproject, στο περιοδικό Κόκκινο και σε ισπανικά μέσα (Diagonal, Poder Popular κ.ά). Είναι υπεύθυνη της σειράς «Κριτική Έρευνα» των εκδόσεων Redmarks. Είναι υποψήφια διδάκτωρ Πολιτισμικής Ιστορίας και Φεμινιστικής Ανθρωπολογίας, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και στο Universidad del País Vasco. Η διατριβή της έχει ως αντικείμενο το Λαϊκό Καρναβάλι και την Ηγεμονία, μέσα από τη φωνή των γυναικών. Κατά τα άλλα, της αρέσει να διαβάζει βιβλία όλες τις ώρες, ιδιαίτερα σε μετρό, λεωφορεία και τρένα. Επίσης συνεχίζει να δανείζει βιβλία παρ’ όλο που κάποια από αυτά δεν βρίσκουν ποτέ το δρόμο του γυρισμού.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε