Τεύχος #9 #09 / Η εξουσία στη φαντασία

Ο θαυμαστός καινούργιος μετανεωτερικος κόσμος

Ο θαυμαστός καινούργιος κόσμος
Άλντους Χάξλεϊ
μετάφραση: Ανδρέας Αποστολίδης
Μέδουσα, 2008 | 235 σελίδες

«Πόσο  πανέμορφη είναι η ανθρωπότητα!
Ω, θαυμαστέ καινούριε κόσμε!»
(Τρικυμία, Σέξπιρ)

«Δύο είναι οι τρόποι με τους οποίους ένας πολιτισμός μπορεί να συρρικνωθεί» –έγραφε ο στοχαστής και κριτικός της τηλεοπτικής κοινωνίας Νιλ Πόστμαν (Neil Postman). «Σύμφωνα με τον πρώτο, τον  οργουελικό, ο πολιτισμός γίνεται φυλακή. Σύμφωνα με τον δεύτερο, τον χαξλεϊκό, ο πολιτισμός  γίνεται παρωδία. Αν κάποιος διάβαζε το 1984, τη  Φάρμα των Ζώων, και στη συνέχεια, για επαλήθευση, το Μηδέν και το Άπειρο του Άρθουρ Καίσλερ, τότε θα είχε μια ακριβέστατη εικόνα του μηχανισμού ελέγχου της σκέψης. Βεβαίως, ο Όργουελ δεν ήταν ο πρώτος που μας μίλησε για την πνευματική ερήμωση που προκαλεί η τυραννία. Αυτό που κάνει το έργο του αναντικατάστατο είναι η επιμονή του στο ότι δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά αν οι δεσμοφύλακες μας  εμπνέονται από αριστερές ή δεξιές ιδεολογίες. Οι πόρτες της φυλακής είναι εξίσου αδιαπέραστες, ο έλεγχος το ίδιο αυστηρός και η εικονολατρία σε ανάλογο βαθμό αυστηρή.

Αυτό που διδάσκει ο Χάξλεϊ την εποχή της προηγμένης τεχνολογίας είναι ότι η πνευματική ερήμωση είναι πιθανότερο να προέρχεται από έναν εχθρό με χαμογελαστό πρόσωπο παρά από κάποιον του οποίου η έκφραση εμπνέει  υποψία και μίσος. Στην προφητεία του Χάξλεϊ, ο Μεγάλος Αδελφός δεν μας βλέπει με δική του επιλογή. Εμείς τον βλέπουμε με δική μας. Δεν χρειάζονται δεσμοφύλακες ή πύλες ή υπουργείο Αληθείας».[1]

Ο Θαυμαστός Καινούργιος Κόσμος (ΘΚΚ) του Χάξλεϊ, ένας κόσμος μάλλον εφιαλτικός,  γράφτηκε το 1932 και αναφέρεται στον νέο κόσμο που έχει διαμορφωθεί το έτος 632 μ.Φ. (μετά Φορντ)[2] όταν, υποτίθεται, έχει εγκαθιδρυθεί ένα Παγκόσμιο Κράτος  με την «Σταθερότητα, Ταυτότητα, Κοινότητα» ως το τρίπτυχο των αξιών του. Το παρελθόν, οι παραδόσεις, η Ιστορία, η οικογένεια, η Τέχνη, η θρησκεία θεωρούνται άχρηστα, η βιολογική ταυτότητα προκαθορίζεται και προγραμματίζεται, και οι άνθρωποι χωρίζονται σε πέντε τάξεις (Α, Β, Γ, Δ, Ε). Οι έννοιες μητέρα, πατέρας, οικογένεια, σπίτι έχουν εκλείψει, καθώς η φυσική γονιμοποίηση του ανθρώπου έχει αντικατασταθεί από τη μαζική, τεχνητή γονιμοποίηση σε φιάλες κυοφορίας. Με πειράματα και ηλεκτροσόκ τα παιδιά «εκπαιδεύονται» να μισούν τα λουλούδια και τα βιβλία. Ο ελεύθερος χρόνος δαπανάται έτσι ώστε το άτομο να καταναλώνει και έτσι να ανατροφοδοτείται το βιομηχανικό σύστημα. Η διαδικασία του προκαθορισμού θα συνεχίζεται και κατά τη διάρκεια του ύπνου των ανθρώπων με την υπνοπαιδεία, την σταθερή και επίμονη επανάληψη στερεότυπων και προκαταλήψεων  στη διάρκεια του ύπνου.

Στον ΘΚΚ η ηλικία δεν αφήνει ίχνη στο δέρμα, αλλά μόνο στον εγκέφαλο και στην καρδιά: μέχρι την ηλικία των 60 όλοι ζουν χωρίς αρρώστιες. Μετά εισέρχονται στο νοσοκομείο Μελλοθανάτων όπου πεθαίνουν με όλες τους τις ανέσεις και όπου τους επισκέπτονται τα μικρά παιδιά για να συνηθίσουν στην ιδέα του θανάτου.

Ο ΘΚΚ αφορούσε μια συμπαγή νεωτερικοτητα όπου «πανομοιότυποι δίδυμοι δουλεύουν πανομοιότυπες μηχανές», μια εποχή πειθάρχησης, έστω και συναινετικής, όπου ακόμα λειτουργούσε αυτό που χρησίμευσε ως πρότυπο  ερμηνείας της νεωτερικότητας, κατά Φουκώ: το Πανοπτικόν του Μπένθαμ,  το σχέδιό του για τη νέα φυλακή, που θα καθιστούσε θεατό τον κρατούμενο ανά πάσα στιγμή, και που καταγράφηκε στην ιστορία του σωφρονιστικού συστήματος ως «το διάγραμμα ενός μηχανισμού εξουσίας στην πιο ιδανική του μορφή», αφού «χάρη στους μηχανισμούς επιτήρησης που διαθέτει, αποκτά ολοένα μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και ικανότητα διείσδυσης στη συμπεριφορά των ατόμων».[3]

Το Πανοπτικόν αφορούσε μια κοινωνία όπου υπήρχε ακόμα το Μυστικό, το οποίο  έπρεπε να διαλυθεί χάριν της διαφάνειας της επιτήρησης και του ελέγχου. Σήμερα  όμως μάλλον ισχύει το -κατά Ζίγκμουντ Μπάουμαν (Zygmunt Bauman)- Συνοπτικόν, που  αφορά τις σύγχρονες κοινωνίες της «οικειότητας» όπου όλοι αισθανόμαστε μια αβάσταχτη πίεση -έσωθεν- να αποκαλύψουμε τα μυστικά μας. Σήμερα ο κόσμος  μας γίνεται η αντανάκλαση του προσωπείου μας στη Λίμνη του Ναρκισσισμού και «εν ονόματι της διαφάνειας, καταλύονται όλα τα εσωτερικά καταφύγια, φωταγωγούνται και δηώνονται, καθιστώντας  τον κόσμο πιο αδιάντροπο και γυμνό».[4]

Στον ΘΚΚ ακολουθείται ένα Κεϋνσιανό μοντέλο για την κατανάλωση: το κράτος  την επιτάσσει μεν, αλλά και βοηθά σ’ αυτήν παρέχοντας στους υπηκόους του την  απαραίτητη αγοραστική δύναμη. Σήμερα η κατανάλωση παραμένει ένα καθήκον που όμως έγινε πια: είναι  καθήκον σου να καταναλώνεις αλλά και δική σου μέριμνα η εύρεση της αγοραστικής δύναμης. Αν οι σημερινοί καταναλωτές αποτελούν το σημαντικότερο ενεργητικό κεφάλαιο της καταναλωτικής κοινωνίας, οι «ελαττωματικοί καταναλωτές» αποτελούν το ενοχλητικότερο και δαπανηρότερο παθητικό της».[5]

Ομοιότητα – Διαφορά

Ο ΘΚΚ είναι ένας κόσμος απόλυτης ομοιομορφίας των κατωτέρων τάξεων καθώς σε αυτόν, αντί να περιμένουν την αργή φυσική ωρίμανση των ωαρίων, έχουν τη γρήγορη τεχνητή ωρίμανση τους και στη συνέχεια τη διαίρεση τους παράγοντας εκατοντάδες διδύμους. Σήμερα η νεωτερικότητα έγινε «ρευστή» και «εξατομικευμένη» και η διαφορά δεν θεωρείται απλώς δικαίωμα, αλλά καθήκον. Οφείλεις να διαφέρεις, και αυτό σε κάνει κατά κάποιον τρόπο όμοιο με τους άλλους: η εμμονή στην μικρή διαφορά.

Όμως, αυτή η διαφορά δεν είναι η ριζική ετερότητα. Στην πορεία των τελευταίων αιώνων -έγραφε ο Μποντριγιάρ (Baudrillard)- όλες οι μορφές βίαιης ετερότητας εγγράφηκαν ελεύθερα ή διά της βίας στον λόγο της διαφοράς που συνεπάγεται ταυτόχρονα την έγκληση και τον αποκλεισμό, την αναγνώριση και την διάκριση. Η παιδική ηλικία, η τρέλα, ο θάνατος, οι άγριες κοινωνίες, όλα αυτά ενσωματώθηκαν, αναλήφθηκαν, απορροφήθηκαν μέσα στην καθολική συμφωνία. Η τρέλα μόλις βγήκε  από τη θέση αποκλεισμού στην οποία βρισκόταν, είδε να πιάνεται από πολύ λεπτότερα ψυχολογικά δίχτυα. Οι νεκροί, μόλις αναγνωρίστηκε η ταυτότητα τους ως νεκρών, είδαν να τους παρκάρουν στα κοιμητήρια και να τους κρατούν σε απόσταση, ώσπου να εξαλειφθεί τελείως το πρόσωπο του θανατου. Στους Ινδιάνους αναγνωρίστηκε  το δικαίωμα στην ύπαρξη μόνο και μόνο για να τους παρκάρουν στους καταυλισμούς. Αυτές είναι οι περιπέτειες μιας λογικής της διαφοράς. Εφεξής, όπως γράφει ο Μποντριγιάρ, το άλλο δεν είναι φτιαγμένο για να το εξοντώνουμε και να το μισούμε, για να το απορρίπτουμε, για να το σαγηνεύουμε, είναι φτιαγμένο για να το καταλαβαίνουμε, για να το απελευθερώσουμε, για να το περιποιούμαστε, για να το αναγνωρίζουμε.[6]

Ο  χώρος

Οι μετακινήσεις των ανθρώπων των ανώτερων τάξεων Α και Β στον ΘΚΚ γίνονται με ελικόπτερα ή ταξίπτερα που προσγειώνονται στις ταράτσες των πανύψηλων κτιρίων τους, ενώ οι πολυπληθείς κατώτερες τάξεις στοιβάζονται στα τρένα. Σήμερα ζούμε το «τέλος της γεωγραφίας», η απόσταση έχει παύσει πλέον να έχει σημασία, ενώ η ιδέα ενός «γεωγραφικού ορίου» είναι όλο και πιο δύσκολο να αντέξει στον «πραγματικό κόσμο». Όμως αυτό που για ορισμένους εμφανίζεται ως παγκοσμιοποίηση για κάποιους άλλους σημαίνει καθήλωση σ’ έναν περιχαρακωμένο  τόπο. Ενώ για ορισμένους σηματοδοτεί μια νέα ελευθερία, για πολλούς άλλους επέρχεται ως απρόσκλητη και σκληρή μοίρα –και η ελευθερία κίνησης μ’ ένα μόνιμα σπάνιο και άνισα κατανεμημένο εμπόρευμα μετατρέπεται γρήγορα σε κύριο διαχωριστικό παράγοντα της ύστερο–εποχής μας.[7]

Η  ευτυχία

«Τουλάχιστον γιατί δεν παίρνεις σόμα όταν σου κατεβαίνουν  όλες αυτές οι τρομερές ιδέες; Θα τις ξεχάσεις αμέσως και αντί δυστυχία θα αισθάνεσαι χαρά. Τόση  χαρά!», επανέλαβε χαμογελώντας, παρά την ανησυχία της, με ακαταμάχητη σαγήνη. (ΘΚΚ σ. 146)

Σκοπός του κράτους στον ΘΚΚ είναι η ευτυχία όλων των ανθρώπων. Ο ΘΚΚ είναι -όπως ο δικός μας μετανεωτερικός κόσμος- αφοσιωμένος στη συλλογική ευτυχία και στη θετικότητα. Μια κοινωνία του σφρίγους και της θνητής παλιμπαιδίζουσας αιωνιότητας, ανακύκλωσης του ίδιου, του σεξ, της αρυτίδωτης ομορφιάς της κατανάλωσης, της χαρούμενης βεβαιότητας.

Στον ΘΚΚ την βεβαιότητα την αποκτάς με την υπνοπαιδεία και το ναρκωτικό, την σόμα, ένα είδος ναρκωτικού το οποία παίρνουν όλοι μόλις αισθανθούν κάποιο πόνο ή πέσει η ψυχική τους διάθεση –«σε ηρεμεί, σβήνει το θυμό, σε συμφιλιώνει με τους εχθρούς σου». Σήμερα η ευτυχία –ή έστω τα θετικά συναισθήματα- γίνονται κοινωνική επιταγή και έτσι ξεμαθαίνεις να αντιμετωπίζεις τις δοκιμασίες και τον πόνο και να τους δίνεις μορφή.

Στον θαυμαστό κόσμο του σήμερα το ρόλο της σόμα αναλαμβάνει  το Ίντερνετ, το Facebook και η κουλτούρα των κινητών και των selfies. «Εκφράσου, ακολούθα τα συναισθήματα σου, απήλαυσε το Τώρα» η αλχημεία της ευτυχίας όπως την περιγράφει ο Νικόλας  Σεβαστακης στο ομώνυμο βιβλίο του:

Έλεγχος της αναπνοής, τεχνικές  χαλάρωσης, διευρυμένη συνείδηση. […] Οι απλές χημείες της ευτυχίας προορίζονται για την ανακούφιση αυτού του τύπου ανθρώπου: του ανθρώπου των επιδόσεων, των ρεκόρ, του ανθρώπου που λογαριάζει τον κόσμο σαν πεδίο ενεργειών που πασχίζει να βρει τη σωστή δόση ισορροπίας ανάμεσα στα ενεργειακά του ρευστά. «Η προσευχή βοηθά το ανοσοποιητικό σύστημα». «Τα θετικά συναισθήματα βοηθούν την επαγγελματική επίδοση»… Παρόμοιες  προτάσεις μπορεί να βρει κανείς στα πιο διαφορετικά κείμενα: από ένα εγχειρίδιο ολιστικής ιατρικής μέχρι τους εσωτερικούς κανονισμούς μιας προωθημένης πολυεθνικής επιχείρησης. Αυτό είναι το καινούργιο μήνυμα των καιρών. Η σύνθεση της απλουστευτικής μεταφυσικής και του οικονομισμού, η απόσπαση της οικονομίας από την πολιτική και ο έρωτας της με την θεραπευτική θρησκεία. Μόνο που αυτή η θρησκεία μοιάζει όλο και περισσότερο με τη πορνογραφία: δεν αφήνει καμία έκπληξη, κανέναν χώρο πραγματικής ελευθερίας στον κοινωνό της. Τον αφήνει απλώς «ελεύθερο» να παίξει την προγραμματισμένη του φάση και να επιδεθεί στην μηχανική τελειότητα των διαλογισμών ή των ασκήσεων του. Τον προορίζει για μια σωτηρία που προκύπτει  από την βέλτιστη συνδυαστική τεχνικών και ασκήσεων. Μέχρι τον αεροβικό θάνατο ή την ανορεξική φθίση.[8]

Η απόλαυση  του τώρα

Στον ΘΚΚ ίσχυε το «Μην αναβάλλεις ποτέ την απόλαυση που μπορεί να έχεις  σήμερα» (σ. 148). Όμως αυτό συμβαίνει και στην εποχή μας: ενώ παλαιότερα η αναπαραγωγή του κοινωνικού δεσμού απαιτούσε τη θυσία της απόλαυσης του υποκειμένου προς χάριν του κοινωνικού καθήκοντος, τώρα πια, «στην κοινωνία της κατανάλωσης, το κύριο κοινωνικό καθήκον συνίσταται στην όλο και μεγαλύτερη απόλαυση. Αυτό το κάλεσμα μάς απευθύνεται από παντού, από την τηλεόραση, από τις διαφημίσεις, από τον κινηματογράφο, από τις ίδιες τις παρέες μας και τους φίλους που δεν ξεχνούν να μας υπενθυμίζουν πως δεν υπάρχει μεγαλύτερο αμάρτημα από τα να μην «περνάμε καλά»[…], όσο για την ικανοποίηση της επιθυμίας, αυτή αναβάλλεται από λόγο σε λόγο, από φαντασίωση σε φαντασίωση, από προϊόν σε προϊόν. Είναι μάλιστα αυτή η συνεχής, άπληστη και ακόρεστη μετάθεση που συνιστά την ουσία του καταναλωτισμού.»[9]

Πορνογραφία

Στον ΘΚΚ και οι δύο ανώτερες τάξεις διασκεδάζουν με αισθησιακά θεάματα,  παρακολουθούν ταινίες σε μια οθόνη μασουλώντας τσίχλες με σεξουαλικές ορμόνες. Σήμερα η πορνογραφία βρίσκεται στον πυρήνα της κοινωνίας του θεάματος. Απευθύνεται σε ερεθισμούς της σάρκας, σου γραπώνει το βλέμμα, σ’ αρπάζει ολοκληρωτικά· η πορνογραφία σήμερα είναι η δικτατορία της όρασης.

Στον ΘΚΚ «όλοι ανήκουν σε όλους» χωρίς αυτό να δημιουργεί εντάσεις και πάθη μεταξύ των εραστών. Ακόμα και τα μικρά παιδιά εκπαιδεύονται στα ερωτικά παιχνίδια, χωρίς αυτό να θεωρείται ανήθικο. Έτσι η σεξουαλική ελευθεριότητα έχει αντικαταστήσει τον έρωτα και κάθε ίχνος Πένθους και συναίσθημα προσκόλλησης σε άλλα πρόσωπα θεωρείται αντικοινωνική ενέργεια, όπως στις σχέσεις της εποχής μας, εποχή της «ρευστής αγάπης», όπως την αποκαλεί ο Μπάουμαν.

Σήμερα, «μπορούμε να είμαστε ερωτευμένοι χωρίς να ερωτευτούμε». Ο Έρωτας  εξημερώνεται, θετικοποιείται και γίνεται μια βολική φόρμουλα κατανάλωσης. Ο σκοπός είναι να αποφευχθεί οποιοδήποτε τραύμα. Ο πόνος και το πάθος είναι μορφές  αρνητικότητας: από τη μια, υποτάσσονται στην απόλαυση χωρίς αρνητικότητα· από την άλλη, αντικαθίστανται από ψυχικές διαταραχές όπως η εξάντληση, η κόπωση και η κατάθλιψη  που μπορεί να οφείλονται στο πλεόνασμα θετικότητας.[10]   Σήμερα η αγάπη αντικαθίσταται από τα ηλεκτρονικά γκάτζετ που είναι σχεδιασμένα για να αγαπιούνται. Η ηλεκτρονικά αποστειρωμένη και απολυμασμένη, επίπλαστη εκδοχή της αγάπης προσφέρει ουσιαστικά ένα αντιστάθμισμα ώστε να προστατευτεί η αυτοεκτίμηση από τους κινδύνους. […] Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο Μπάουμαν, η αγάπη ενός ανθρώπου για έναν άνθρωπο σημαίνει δέσμευση, αποδοχή ρίσκων, προθυμία για αυτοθυσία, την απόλυτη αξιοποίηση των δεξιοτήτων και της βούλησης μας, Το αποστειρωμένο, λειασμένο, δίχως αγκάθια και ρίσκα ηλεκτρονικό προϊόν δεν προσφέρει αγάπη: προσφέρει ασφάλεια ενάντια στη «βρομιά», την οποία «η αγάπη αναπόφευκτα ρίχνει πάνω στον φοβισμένο αυτοσεβασμό μας». Η ηλεκτρονικά κατασκευασμένη εκδοχή της αγάπης δεν αφορά, σε τελική ανάλυση, την αγάπη: τα προϊόντα της καταναλωτικής τεχνολογίας αιχμαλωτίζουν τους πελάτες τους με δόλωμα την ικανοποίηση του ναρκισσισμού τους.[11]

Ο κόσμος του Όργουελ (στο 1984) αναγνωρίζεται πολύ πιο εύκολα και μπορείς να του αντισταθείς ευκολότερα από ό,τι σε αυτόν του Χάξλεϊ. Τα πάντα στο παρελθόν μας προετοιμάσει για να μάθουμε να αντέξουμε τη φυλακή, όταν οι πόρτες αρχίζουν να κλείνουν γύρω μας… Αλλά τι θα συμβεί αν δεν υπάρξουν φωνές αγωνίας  να ακουστούν; Ποιος είναι διατεθειμένος να πάρει τα όπλα ενάντια στον ωκεανό των διασκεδάσεων; Σε ποιον να παραπονεθούμε, πότε και με τι ύφος, όταν ο σοβαρός λόγος διαλύεται σε χάχανα; Ποιο είναι το αντίδοτο σε έναν πολιτισμό τον όποιο απομυζούν τα γέλια;[12]

Σήμερα η νέα μορφή του καπιταλισμού δεν αντέχει πια την σιωπή. Μας αναγκάζει να μιλάμε διαρκώς με υστερικό τρόπο να μιλάμε για να ξεχνάμε τον αβάσταχτο πόνο του πραγματικού, τη ντροπή του να γίνεσαι εμπόρευμα, την αηδία του να γίνεσαι απόρριμμα, σε ένα κόσμο που παράγει όλο και περισσότερα σκουπίδια. Σήμερα που ο κόσμος μας γίνεται όλο και πιο ανοίκειος η πιο οικεία σε όλους μας μορφή γίνεται εκείνη του ξένου και η διάκριση ανάμεσα στο ξένο και στο οικείο όλο και πιο δυσδιάκριτη και θολή.

Από τον ΘΚΚ απωθείται ο έρωτας (όχι το σεξ, ούτε η πορνογραφία), ο πόνος και ο θάνατος, ακριβώς όπως και σήμερα. Και γιατί τότε επιστρέφει διαρκώς ο έρωτας, η λύπη, ο πόνος και ο θάνατος; Μα γιατί, απλούστατα, το απωθημένο πάντα επιστρέφει. Η στιλπνή, διάφανη, πολιτικά ορθή εποχή μας: δεν θυμίζει λεπτό πάγο έτοιμο να σπάσει -στη λίμνη, την άνοιξη;

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Πέτρος Θεοδωρίδης

Πέτρος Θεοδωρίδης

Ο Πέτρος Θεοδωρίδης είναι πολιτικός επιστήμονας - συγγραφέας. Γεννήθηκε το 1958. Έγραψε τα βιβλία : «Οι μεταμορφώσεις της ταυτότητας, Έθνος, Νεωτερικότητα και εθνικιστικός λόγος», εκδ. Αντιγόνη 2004, «Η Απατηλή Υπόσχεση της Αγάπης», 2012, εκδ. Ένεκεν, και «Από την Ουτοπία στη Νοσταλγία και άλλα μικρά δοκίμια», Το Βιβλίο, 2015. Έχει επίσης δημοσιεύσει και δυο ποιητικές συλλογές: «Όταν συναντηθούμε ξανά», και «Ακόμα και η Αριάδνη ήταν ψέμα».

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε