Κριτική Τεύχος #14

Όλα τα χρώματα της Οκτωβριανής Επανάστασης

Ο κύριος στόχος αυτής της ανθολογίας είναι να αναδείξει τι σκέφτονταν και πώς εκτιμούσαν τα γεγονότα της Οκτωβριανής επανάστασης οι ίδιες οι πολιτικές δυνάμεις που πρωταγωνίστησαν την εποχή εκείνη.

Η πολιτική γεωγραφία της Οκτωβριανής Επανάστασης – 10 Εισαγωγικά κείμενα
Επιμέλεια-Μετάφραση-Εισαγωγή: Δημήτρης Μ. Μόσχος
Εκδόσεις Futura, Αθήνα, Οκτώβριος 2022 | 144 σελίδες

 

Η συλλογή απαρτίζεται από δέκα κείμενα που έχουν μεταφραστεί για πρώτη φορά στα ελληνικά από τη ρωσική γλώσσα. Ο μεταφραστής κι επιμελητής του τόμου, Δημήτρης Μ. Μόσχος, αυτοχαρακτηρίζεται ως καλόβουλος επικριτής -δηλαδή μη φανατικός υποστηρικτής, αλλά και μη στρατευμένος αντίπαλος- της Σοβιετικής Ένωσης. Αυτό δίνει στο εγχείρημα έναν αέρα ασφαλούς απόστασης από καθαυτά τα τεκταινόμενα της Οκτωβριανής Επανάστασης, αλλά και τα ιδεολογικά ρεύματα που την τιμούν ή την εχθρεύονται σε μεταγενέστερο χρόνο. Οι σημαντικότερες αρετές της παρούσας ανθολογίας είναι η πολυπρισματικότητα και η σαφήνεια, η μεταφραστική απόδοση σύνθετων νοημάτων με εύληπτο τρόπο. 

Ο κύριος στόχος αυτής της ανθολογίας είναι να αναδείξει τι σκέφτονταν και πώς εκτιμούσαν τα γεγονότα της Οκτωβριανής επανάστασης οι ίδιες οι πολιτικές δυνάμεις που πρωταγωνίστησαν την εποχή εκείνη. Πρόκειται για μια απόπειρα πλουραλιστικής χαρτογράφησης ολόκληρου του πολιτικού φάσματος, από την άκρα δεξιά έως την άκρα αριστερά, καθώς και των ιδεολογικών ρευμάτων του συντηρητισμού, του φιλελευθερισμού, της σοσιαλδημοκρατίας, του κομμουνισμού και του αναρχισμού -συχνά με αναφορές στα αντίστοιχα ρεύματα της Δυτικής Ευρώπης. 

Τα επιλεγμένα κείμενα αναδεικνύουν τις ιδέες, τις προγραμματικές θέσεις, αλλά και τις πρακτικές των διαφορετικών πολιτικών δυνάμεων γύρω από το αγροτικό, το εθνοτικό και το πολιτειακό ζήτημα. Ο κύριος στόχος του βιβλίου επιτυγχάνεται σε μεγάλο βαθμό, αφού δίνει φωνή a posteriori σε εκπροσώπους όλων των ρευμάτων της εποχής και συμβάλλει σε μια ισορροπημένη αποτύπωση των κύριων ιδεολογικών σχημάτων και πολιτικών επιχειρημάτων τους. Αποφεύγει όσο γίνεται προκαταλήψεις και στερεότυπα που εύκολα βρίσκουν χώρο τόσο στη δημόσια σφαίρα όσο και στον χώρο των ελληνικών εκδόσεων, ανάλογα με τις ιδεολογικές τοποθετήσεις και πολιτικές ταυτίσεις των εκάστοτε ομιλούντων. 

Τσαρικά εμβλήματα από κτήρια της Πετρούπολης καίγονται στον δρόμο από το πλήθος. Ακριβής ημερομηνία άγνωστη, κάπου μεταξύ Σεπτεμβρίου και Δεκεμβρίου 1917. Αρχείο της εφημερίδας Izvestya.

 

Η ευσύνοπτη εισαγωγή του τόμου, καθώς και τα επιμέρους σημειώματα που προλογίζουν κάθε κείμενο, λειτουργούν ως χρήσιμοι «οδοδείκτες». Αναδεικνύουν τα βασικά στοιχεία σύνθεσης και συνάμα αντίθεσης των διαφορετικών πολιτικών ρευμάτων που περιλαμβάνουν από τους ακραιφνείς υπερασπιστές του Τσάρου, τους πιο μετριοπαθείς μοναρχικούς, τους κεντρώους Καντέτους υπέρ της αστικής, συνταγματικής δημοκρατίας, μέχρι τα αγροτικά κινήματα των Εσέρων, τους νεο-ναροντνικούς διανοούμενους Ενέσους, τους ειρηνιστές-αντιμιλιταριστές και μεταρρυθμιστές του κράτους Μενσεβίκους και τους μοντερνιστές Μπολσεβίκους. 

Μια επιπλέον αρετή της ανθολογίας είναι ότι ανοίγει και κλείνει με δυο κείμενα γυναικών της εποχής, χωρίς να τα σταχυολογεί ως τέτοια -ως δείγματα «γυναικείας γραφής» δηλαδή- αλλά ως αντιπροσωπευτικά των υπό συζήτηση ρευμάτων. Από αυτήν την άποψη, η συλλογή προσπαθεί να είναι σχετικά ισορροπημένη και με έμφυλα κριτήρια, χωρίς όμως να το διατυμπανίζει. Είναι διακριτικός ο τρόπος με τον οποίο φωτίζει τη θέση δύο γυναικών στο στερέωμα της Οκτωβριανής επανάστασης, της Μιλοράντοβιτς και της Αλεξάντροβνα Σπιριντόνοβα, με εντελώς διαφορετικές ιδεολογικές και ταξικές καταβολές. 

Αντίστοιχα, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι ο τόμος περιλαμβάνει κι ένα συλλογικό κείμενο -απόσπασμα του προγράμματος του εβραϊκού, εργατικού Bund της Πολωνίας, Λιθουανίας και Ρωσίας. Πρόκειται για μια από τις παλαιότερες σοσιαλιστικές οργανώσεις της περιοχής, όπου συναντιούνται ο αναρχοσυνδικαλισμός και ο αυστριακός μαρξισμός. Τόσο αυτό όσο και το κείμενο που ακολουθεί για τη Λετονική Σοβιετική Δημοκρατία διευρύνουν σημαντικά τους ορίζοντες της αναγνώστριας, με όρους όχι μόνο ιδεολογικο-πολιτικούς αλλά και εθνοτικούς-πολιτισμικούς. Έτσι, ενθαρρύνεται μια μάλλον «καλειδοσκοπική» θέαση της Σοβιετικής Ένωσης, που ανταποκρίνεται περισσότερο στην ιστορική πραγματικότητα από μια μονοδιάστατη, ολοκληρωτική «προβολή» δυτικής έμπνευσης.

Τόσο η Εισαγωγή όσο η ίδια η επιλογή των κειμένων επιχειρούν να υπερβούν τα έτη-ορόσημα του 1905 και του 1917 και να καταδείξουν ότι η Οκτωβριανή επανάσταση είναι το αποτέλεσμα περίπλοκων μακρο-διαδικασιών, των οποίων οι ρίζες εκτείνονται αρκετά πίσω στο χρόνο, μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα, ενώ θεριεύουν κατά την κατάργηση της δουλοπαροικίας το 1861. Ο «ρωσικός δρόμος προς το σοσιαλισμό» δεν ήταν στρωμένος με ροδοπέταλα, περιλαμβάνει πολιτικές συμμαχίες, διασπάσεις και οπισθοδρομήσεις, χωρίς όμως να αναιρείται ούτε στιγμή το τεράστιο άλμα που συνολικά συντελέστηκε. Αρκεί να φανταστούμε μια φεουδαρχική κοινωνία, άρρηκτα συνδεδεμένη με τη γη, να κάνει ένα άλμα -κυριολεκτικά- προς τα άστρα, όπως εύστοχα περιγράφει ο επιμελητής του τόμου στο τέλος της Εισαγωγής.

Σε μια αυστηρή ανάγνωση και κριτική παρουσίαση της συλλογής, θα εκκινούσα από το οπισθόφυλλο. Εκεί διατυπώνεται το ερώτημα «πώς μια τόσο μεγάλη αποτυχία συνεχίζει να εμπνέει;». Στο πλαίσιο μιας διάλεξης για τις Ευρωπαϊκές Επαναστάσεις ή κατά τη συγγραφή μιας σχετικής ερευνητικής πρότασης, πιθανολογώ ότι δεν θα χαρακτήριζα την Οκτωβριανή Επανάσταση και τη Σοβιετική Ένωση ως αποτυχημένα εγχειρήματα, παρά τις εντυπώσεις που έχουν κυριαρχήσει κατά καιρούς στο δημόσιο λόγο περί του αντιθέτου. Εάν επρόκειτο πράγματι για «αποτυχία», δεν θα την αποκαλούσαμε εξαρχής επανάσταση, που προϋποθέτει σημαντική χρονική διάρκεια, χωρική έκταση και βάθος ριζοσπαστικών αλλαγών. Θα αποτελούσε τότε μια ανεπιτυχή απόπειρα επανάστασης ή μια ηττημένη / βραχύβια εξέγερση. Αντίστοιχα, το πολυ-εθνοτικό μόρφωμα της Σοβιετικής Ένωσης επιβίωσε κοντά επτά δεκαετίες και κατά συνέπεια, δεν θα την αντιλαμβανόμουν ως μια παρενθετική συνθήκη στο ρου της παγκόσμιας ιστορίας. 

Φυσικά, όλα τα «ιστορικά μεγέθη» και τα μετρικά συστήματα είναι σχετικά. Εξαρτάται για ποια κλίμακα μιλάμε κάθε φορά: βραχεία (γεγονός), μέση (συγκυρία) ή μακρά (δομή). Με μπρωντελικούς όρους, εξαρτάται από το είδος του «χρόνου» στον οποίο εστιάζουμε και τοποθετούμε τα ιστορικά «συμβάντα»: τον βιωμένο (προσωπική και συλλογική εμπειρία), τον θεσμοθετημένο (ημερολόγιο) ή τον ιστορικό χρόνο. Ποια είναι τελικά η υπό εξέταση περίοδος; Σε κάθε περίπτωση, το μυθικό αποτύπωμα της Ρωσικής Επανάστασης είναι βαθύτερο απ’ όσο μπορούσαν να αντέξουν οι ίδιοι οι κρατικοί θεσμοί και η επίσημη ιδεολογία του ανερχόμενου καθεστώτος, όπως ισχυρίζεται και ο ίδιος ο μεταφραστής.


Το κείμενο της Κλεονίκης Αλεξοπούλου επιμελήθηκε ο Αντώνης Γαζάκης

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Σχετικά με τον συντάκτη

Κλεονίκη Αλεξοπούλου

Η Κλεονίκη Αλεξοπούλου είναι μεταδιδακτορική ερευνήτρια στην οικονομική ιστορία στο Πανεπιστήμιο Nova της Λισαβόνας, όπου μελετάει τις παρεμβάσεις του ΔΝΤ στην Ελλάδα και στην Πορτογαλία καθώς και τις επιπτώσεις στο κοινωνικό κράτος κατά την πρόσφατη κρίση. Έχει επίσης εργαστεί στο Πανεπιστήμιο του Τύμπινγκεν στην Γερμανία, όπου μελέτησε τα επίπεδα αριθμητικού εγγραμματισμού στην Ελλάδα και στην Τουρκία / Οθωμανική Ανατολία. Το 2018 ολοκλήρωσε το διδακτορικό της για τα κράτη και τα δημοσιονομικά καθεστώτα στις Πορτογαλικές αποικίες (1850–1975) στο Πανεπιστήμιο του Βαχενίνγκεν στην Ολλανδία. Έχει σπουδάσει Πολιτικές Επιστήμες στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Διεθνή Ανάπτυξη στο Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης. Έχει κάνει επιτόπια και αρχειακή έρευνα σε χώρες της Ευρώπης και της Αφρικής. Τη διετία 2008-2009 ήταν μέλος της συντακτικής ομάδας του ένθετου «Παιδεία και Κοινωνία» στην Αυγή. Άρθρα της έχουν δημοσιευτεί σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά, συλλογικούς τόμους, στο Press Project, στο Red Notebook κ.α.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε